Μ. Οικονόμου,1,2 Τ. Αλεξίου,1 Μ. Χαρίτση1
σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]
1 Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, ΕΠΙΨΥ
2 Α’ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
Εισαγωγή
Από την αρχαιότητα έως και τις μέρες μας, η μορφή και τα χαρακτηριστικά της εργασίας έχουν υποστεί πλήθος μετασχηματισμών προκειμένου να εναρμονιστούν με τις εκάστοτε κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Στη σύγχρονη εποχή –και ειδικά υπό τις συνθήκες μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης–, οι εργαζόμενοι έρχονται όσο ποτέ άλλοτε αντιμέτωποι με ραγδαίες μεταβολές στις οργανωτικές δομές και διαδικασίες στο εργασιακό πεδίο. Η εργασία κατέχει κεντρική θέση στη ζωή του ατόμου, τόσο ως μέσο βιοπορισμού όσο και ως μέσο προσδιορισμού της ταυτότητάς του και των κοινωνικών του ρόλων. Οι αλλαγές, συνεπώς, στους όρους και στις συνθήκες της, αλλά πολύ περισσότερο η απώλειά της επηρεάζουν σημαντικά την ψυχική υγεία.
Η ανεργία, ιδιαίτερα, θεωρείται ότι αυξάνει τον κίνδυνο έκθεσης σε καταστάσεις απειλητικές για τον ψυχισμό, καθιστώντας το άτομο ευάλωτο στην ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Οι πολλαπλές απώλειες –οικονομικές και μη– που συνεπάγεται η ανεργία προκαλούν ρωγμές στον τρόπο που το άτομο προσλαμβάνει την κοινωνική ταυτότητά του, πλήττοντας την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμησή του, υπονομεύουν το αίσθημα του σκοπού, αλλά και του ελέγχου στη ζωή του, διαβρώνουν τις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις του. Μέσα από αυτούς τους μηχανισμούς, η απώλεια της εργασίας αποτελεί μια δυνητικά σημαντική στρεσογόνο συνθήκη και ως τέτοια εμπλέκεται στην εκδήλωση ή την έκβαση κοινών ψυχιατρικών διαταραχών, αλλά και αποτελεί εκλυτικό παράγοντα σοβαρότερων ψυχικών νόσων.
Στο τοπίο της κλιμακούμενης οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών στη χώρα μας, με τη ραγδαία αύξηση των ποσοστών ανεργίας και τη διάχυτη εργασιακή ανασφάλεια, το θέμα των συνεπειών της ανεργίας προβάλλει επιτακτικά στο προσκήνιο καθώς αφορά μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση επιχειρεί να συγκεντρώσει τα διεθνή στοιχεία για τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία.
Ανεργία και ψυχικές διαταραχές
Σειρά μελετών τεκμηριώνουν τη συσχέτιση της ανεργίας με την εκδήλωση ψυχικών διαταραχών (Catalano et al, 2000; Mandal & Roe, 2008; Scutella & Wooden, 2008). Παράμετροι που συνδέονται με την ανεργία, όπως η απώλεια του εισοδήματος, η άμεση πτώση του βιοτικού επιπέδου, η ανασφάλεια, η απελπισία, η μεταβολή της κοινωνικής κατάστασης, ο κοινωνικός αποκλεισμός, αλλά και η συννοσηρότητα με σωματικά νοσήματα επιδρούν σημαντικά στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των ατόμων. Χαρακτηριστικά, μετα-ανάλυση των Paul & Moser (2009) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μέσος όρος των ατόμων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας είναι διπλάσιος μεταξύ των ανέργων.
Σημαντικό διαμεσολαβητικό παράγοντα στη σχέση ανεργίας και ψυχικής υγείας αποτελούν οι ψυχοπιεστικές επιπτώσεις της οικονομικής δυσχέρειας (Lorant et al, 2003; Sareen et al, 2011). Χαρακτηριστικά, οι οικονομικές πιέσεις που συνεπάγεται η ανεργία φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο ως προς την επικράτηση της ψυχιατρικής νοσηρότητας από την απώλεια της εργασίας αυτή καθεαυτή (Weich & Lewis, 1998). Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η μεταβολή που σηματοδοτεί το γεγονός της ανεργίας στη ζωή του ατόμου μπορεί να προσλαμβάνεται, να ερμηνεύεται ή να αξιολογείται διαφορετικά από τα εκάστοτε υποκείμενα που τη βιώνουν. Πλήθος ατομικών και κοινωνικοδημογραφικών παραγόντων, όπως η ηλικία, το φύλο, το εκπαιδευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η οικογενειακή κατάσταση, το κοινωνικό δίκτυο, αλλά και παράγοντες όπως η χρονική διάρκεια της ανεργίας ή η λήψη ή μη επιδόματος μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά ή προστατευτικά για την ψυχική υγεία (Artazcoz et al, 2004; Βlakely et al, 2003; Mossakowski, 2009; Stankunas et al. 2006; Ford et al, 2010).
Έτσι, κάποιοι μελετητές επεδίωξαν να συγκεκριμενοποιήσουν περισσότερο τον ρόλο χαρακτηριστικών όπως η ηλικία ή το φύλο των ανέργων και η διάρκεια της ανεργίας, εστιάζοντας στη σχέση της τελευταίας με την κατάθλιψη, μια σχέση που καταγράφεται ιδιαίτερα ισχυρή (Kasl & Jones, 2000). Διαχρονική και διατμηματική μελέτη σε δεδομένα 15 ετών (Mossakowski, 2009) έδειξε ότι η προηγούμενη διάρκεια της ανεργίας αποτελεί σημαντικό προβλεπτικό παράγοντα της εκδήλωσης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ενώ ως προς την ηλικία και το φύλο προέκυψε σημαντική συσχέτιση της τρέχουσας κατάστασης ανεργίας με συμπτώματα κατάθλιψης στις ηλικίες 29 έως 37 ετών, ισχυρότερη στους άνδρες. Την ενισχυτική επίδραση της μεγάλης διάρκειας της ανεργίας ως προς τις επιπτώσεις της τελευταίας στην ψυχική υγεία επιβεβαίωσε μελέτη από τη Λιθουανία (Stankunas et al. 2006): από τα ευρήματά της προέκυψε, βάσει της Κλίμακας Κατάθλιψης του Beck (BDI Inventory, Beck et al, 1961), μεγαλύτερη συχνότητα καταθλιπτικής συμπτωματολογίας στους μακροχρόνια ανέργους. Ωστόσο, ως προς το φύλο, υψηλότερη βαθμολογία της συμπτωματολογίας αυτής σημειώθηκε στις γυναίκες. Ως προς την επίδραση άλλων παρεμβαλλόμενων μεταβλητών, η μεγαλύτερη ηλικία και ο αριθμός προηγούμενων περιόδων ανεργίας βρέθηκαν να αυξάνουν την εμφάνιση κατάθλιψης στους μακροχρόνια ανέργους, ενώ προστατευτικό ρόλο φάνηκε να παίζει το υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο.
Γενικεύοντας σε κοινωνικό επίπεδο τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία, θα ήταν εύλογο να υποτεθεί ότι ο κίνδυνος κατάθλιψης κλιμακώνεται σε μια κοινωνία με αυξημένη ανεργία. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι σε κοινωνίες με υψηλά ποσοστά ανεργίας, όπου η τελευταία ενδεχομένως δεν προσλαμβάνεται ως προσωπική αποτυχία του ατόμου, οι ψυχολογικές επιπτώσεις της αμβλύνονται (Catalano, 1991). Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, η ανεργία παραμένει σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την εκδήλωση ψυχικών διαταραχών. Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι οι κοινωνικές συνθήκες που υπαγορεύει η υψηλή ανεργία –και όχι απαραίτητα η ατομική εμπειρία της ανεργίας– μπορεί να σχετίζονται εμμέσως με την κακή ατομική ψυχική υγεία: για παράδειγμα, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας μπορούν να οδηγήσουν περισσότερους ανθρώπους να αποδεχθούν ανεπιθύμητες θέσεις εργασίας ή εργασιακές συνθήκες, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τις επέλεγαν (Graetz, 1993).
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι η σχέση της ανεργίας με την ψυχική υγεία είναι αμφίδρομη. Οι –λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές– ψυχικές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο αυξάνουν την πιθανότητα της ανεργίας (Schuring et al, 2009). Έχει βρεθεί ότι άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, κυρίως αυτά που πάσχουν από κατάθλιψη, είναι πιο πιθανό να χάσουν την εργασία τους και έχουν λιγότερες πιθανότητες επαναπρόσληψης σε άλλη εργασία (Liwowsky et al, 2008). Παράλληλα, είναι γεγονός ότι, ακόμα και μεταξύ των εργαζομένων, οι δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και η έντονη ανησυχία για τη διατήρηση της εργασίας τους μπορεί να έχουν παρόμοιες επιπτώσεις με το βίωμα της ανεργίας (Zenger et al, 2013). Γενικότερα, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης έχει βρεθεί ότι η οικονομική ανασφάλεια αυξάνει τα αιτήματα βοήθειας για προβλήματα ψυχικής υγείας: ο αριθμός των ατόμων που απευθύνεται σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε μια κοινωνία αυξάνει όταν η οικονομία της φθίνει (Catalano, 1991).
Ανεργία και αυτοκτονικότητα
Η σοβαρότερη μεταξύ των αναφερόμενων στην ψυχική υγεία επιπτώσεων της ανεργίας –αλλά και αυτή που έχει διερευνηθεί εκτενέστερα– είναι η σχέση της με την αυτοκτονικότητα (Gunnell et al, 2009; Solano et al, 2012). Τη βαρύτητα της σχέσης αυτής επιβεβαιώνουν πρόσφατα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία κάθε ποσοστιαία μονάδα αύξησης της ανεργίας αναλογεί σε αύξηση των αυτοκτονιών κατά 0,79% στην Ευρώπη και 0,99% στις ΗΠΑ (Reeves et al, 2012). Οι μελετητές επισημαίνουν ότι η παγκόσμια οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών έχει πολλαπλασιάσει τις σχετιζόμενες με την ανεργία αυτοκτονίες (Stuckler et al, 2011).
Παρότι η αύξηση της αυτοκτονικότητας θα μπορούσε να θεωρηθεί επακόλουθο της επίσης συνδεόμενης με την ανεργία αύξησης της επικράτησης ψυχικών διαταραχών, μια τέτοια αιτιώδης σχέση φαίνεται να ισχύει μόνο εν μέρει, καθώς γενικότερα υπολογίζεται πως η παρουσία ψυχικής νόσου ευθύνεται μόνο για το ήμισυ των αυτοκτονιών (Pretti, 2003). Σύμφωνα με ευρήματα των Khlat et al (2003), η αύξηση της επικράτησης της κατάθλιψης στους ανέργους δεν είναι τέτοιου μεγέθους ώστε να επαρκεί για να ερμηνεύσει την αξιοσημείωτη αύξηση της αυτοκτονικότητας στην ομάδα αυτή. Από την άλλη πλευρά, σημαντικό ρόλο ως προς την αυτοκτονικότητα έχει φανεί να παίζει η παράλληλη με την ανεργία κατάχρηση αλκοόλ και ψυχοδραστικών ουσιών (Morrell et al, 1998) και, ενδεχομένως, η αλληλεπίδρασή τους με την κατάσταση ψυχικής υγείας του ατόμου. Γενικότερα, η σχέση ανεργίας και αυτοκτονικότητας διαμεσολαβείται από έναν αριθμό παραγόντων, συχνά αλληλένδετων, οι οποίοι εκτείνονται από την κατάσταση σωματικής και ψυχικής υγείας έως το φύλο και τους κοινωνικούς ή οικογενειακούς ρόλους του ατόμου. Οι παράγοντες αυτοί προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την υποκειμενική βαρύτητα που προσλαμβάνει το γεγονός της ανεργίας.
Ως προς το φύλο ειδικότερα, η διεθνής βιβλιογραφία τεκμηριώνει την ισχυρή σύνδεση μεταξύ ανεργίας και αυτοκτονικότητας στους άνδρες (Artazcoz et al, 2004; Barr et al, 2012; Βlakely et al, 2003; Milner et al, 2013a; Rodriguez et al, 2010). Η διαφοροποίηση που καταγράφεται ως προς το φύλο μπορεί να ερμηνευτεί από το πώς προσλαμβάνεται υποκειμενικά η ανεργία ανάλογα με τους κοινωνικούς και οικογενειακούς ρόλους του ατόμου: η εργασία –όπως και η απώλειά της– φαίνεται να σχετίζεται σημαντικά με το κοινωνικό status στους άνδρες, τον ρόλο τους ως προς τις οικογενειακές υποχρεώσεις και, κατ’ επέκταση, με την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμησή τους.
Από την άλλη πλευρά, τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στους άνεργους άνδρες θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι σχετίζονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα (τετελεσμένων) αυτοκτονιών στους άνδρες γενικότερα (Moscicki, 1994; Canetto & Sakinofsky, 1998; Payne et al, 2008), ανεξαρτήτως εργασιακής κατάστασης. Ωστόσο, μια τέτοια υπόθεση δεν αναιρεί τον ρόλο της ανεργίας ως σοβαρά ψυχοπιεστικής συνθήκης στην αυτοκτονικότητα: τα ερευνητικά ευρήματα των Preti & Miotto (1999) καταδεικνύουν ότι, παρά την ισχυρότερη συσχέτιση ποσοστών ανεργίας και αυτοκτονιών στους άντρες, τα ποσοστά αυτοκτονιών είναι σαφώς υψηλότερα μεταξύ των ανέργων από ό,τι μεταξύ των εργαζομένων και στα δύο φύλα, ακολουθώντας παράλληλη αυξητική πορεία με τα ποσοστά της ανεργίας (Preti & Miotto, 1999).
Εκτός από το φύλο και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά όπως η ηλικία ή το εκπαιδευτικό επίπεδο φαίνεται να διαμεσολαβούν τη σχέση μεταξύ ανεργίας και αυτοκτονικότητας. Σε έρευνα των Βlakely et al (2003), όπου τα ποσοστά αυτοκτονιών στην ηλικιακή ομάδα 25-44 ετών βρέθηκαν δύο έως και τρεις φορές μεγαλύτερα για τους ανέργους από ό,τι για τον γενικό πληθυσμό, οι αυτοκτονίες σημειώθηκαν επίσης αυξημένες στους άνεργους άνδρες με χαμηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (αλλά όχι σε αυτούς μεγαλύτερης ηλικίας).
Καθοριστικός παράγοντας στη σχέση της ανεργίας με την αυτοκτονικότητα φαίνεται να είναι και η διάρκεια της ανεργίας. Μελέτη των Ferguson et al (2001) κατέδειξε θετική συσχέτιση της μακροχρόνιας ανεργίας με τον αυτοκτονικό ιδεασμό σε νέους ενήλικες· πρόσφατα ευρήματα (Classen and Dunn, 2012) επιβεβαιώνουν τη σημαντική επίδραση της μακροχρόνιας ανεργίας ως προς την αυτοκτονικότητα, ενώ άλλοι μελετητές επισημαίνουν ειδικότερα μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονίας κατά τα πρώτα 5 χρόνια και μετά τα 15 χρόνια ανεργίας (Milner et al, 2013b). Η ηλικία και το φύλο των ανέργων ατόμων βρέθηκε να έχει τροποποιητική επίδραση και εδώ: η σχέση μακροχρόνιας ανεργίας και αυτοκτονικότητας απαντάται ισχυρότερη στους άνδρες, στις ηλικιακές ομάδες 25-34 ετών και 55-64 ετών (Milner et al, 2013a).
Ο αριθμός των παραγόντων –ατομικών και κοινωνικοοικονομικών– που εμπλέκονται στη σχέση αυτοκτονικότητας και ανεργίας σχηματίζει ένα πολύπλοκο τοπίο μέσα από την αλληλεπίδρασή τους. Για παράδειγμα, ο πληθωρισμός θεωρείται ότι αποτελεί έναν διαμεσολαβητικό παράγοντα που μπορεί να διαφοροποιήσει την επίδραση της ανεργίας στην αυτοκτονικότητα. Προσδιορίζοντας την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή και τη δυνατότητα πρόσβασής του σε αγαθά και υπηρεσίες, η άνοδος του πληθωρισμού συνδέεται με αυξημένες απόπειρες αυτοκτονίας στους ανέργους (Solano et al, 2012). Αξίζει ωστόσο εδώ να σχολιαστεί ότι ενώ ο πληθωρισμός βρέθηκε να παρουσιάζει σημαντική συσχέτιση με τις απόπειρες αυτοκτονίας, δεν σημειώθηκε συσχέτιση με τις τελεσθείσες αυτοκτονίες.
Οι Pretti & Miotto (1999) σημειώνουν επίσης τον ρόλο της απουσίας προοπτικών απασχόλησης στην εκδήλωση αυτοκτονικής συμπεριφοράς, υπογραμμίζοντας τα αυξημένα ποσοστά αυτοκτονίας που καταγράφονται μεταξύ νέων ανέργων σε αναζήτηση της πρώτης τους εργασίας. Ήδη από το 1966, όταν άρχισε να διερευνάται ο διαμεσολαβητικός ρόλος της ηλικίας, η ισχυρή σχέση της ανεργίας με την αυτοκτονικότητα σε άνδρες ηλικίας 20-24 ετών στην Αυστραλία φάνηκε να έχει υψηλή συσχέτιση με την αναλογία του ποσοστού ανεργίας για τους άνδρες αυτής της ηλικιακής ομάδας προς το γενικό ποσοστό ανεργίας (Morrell et al, 1993). Σύμφωνα με τους Pretti & Miotto (1999), οι μειωμένες προοπτικές των ανέργων να επανενταχθούν στο εργασιακό πεδίο είναι παράγοντας που σχετίζεται με τη σημαντική αύξηση των ποσοστών αυτοκτονίας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης.
Από την άλλη πλευρά, έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι, ενώ ο ατομικός αντίκτυπος της ανεργίας τείνει να είναι σοβαρότερος σε κοινωνίες όπου η ανεργία αποτελεί την εξαίρεση, αντίθετα, σε κοινωνίες όπου καταγράφονται σταθερά μεγάλα ποσοστά ανεργίας, η ατομική εμπειρία της ανεργίας μπορεί να διαφοροποιείται. Χαρακτηριστικά, κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης αύξησης της ανεργίας στη Λιθουανία το ποσοστό αυτοκτονιών μειώθηκε (Stankunas et al, 2006)· αξίζει δε να σημειωθεί ότι στη χώρα αυτή καταγράφεται ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στον κόσμο και σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες ένα στα επτά άτομα χρήζει ψυχοθεραπευτικής ή ψυχιατρικής βοήθειας. Ένα παρόμοιο μοτίβο ως προς τον ρόλο του ευρύτερου κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος σκιαγραφούν ευρήματα των Milner et al (2013a) από την Αυστραλία, αναφορικά με τη σχέση της μακροχρόνιας ανεργίας και αυτοκτονίας: κατά τη διάρκεια περιόδων αυξημένης ανεργίας βρέθηκε χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών σε μακροχρόνια ανέργους από ό,τι κατά τη διάρκεια περιόδων με μικρότερα ποσοστά ανεργίας, όπου η μακροχρόνια ανεργία βρέθηκε να συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στους άνδρες.
Τα παραπάνω συμπεράσματα αναφορικά με την επίδραση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος στη σχέση ανεργίας και αυτοκτονικότητας θα μπορούσαν να επιτρέψουν μια –συγκρατημένη τουλάχιστον– αισιοδοξία για τις συνέπειες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Δυστυχώς όμως, τα ερευνητικά στοιχεία μιλούν για αύξηση της αυτοκτονικότητας σε χώρες όπου ο πληθυσμός πλήττεται από την οικονομική ύφεση και τις πολιτικές λιτότητας, όπως η Ελλάδα (Economou et al, 2013b; Kondylis et al, 2013), η Ιταλία (De Vogli et al, 2013), η Ιρλανδία (Perry et al, 2012), οι ΗΠΑ (Reeves et al, 2012), και η Μ. Βρετανία λίγα χρόνια νωρίτερα (Barr et al, 2012).
Ανεργία και γενική υγεία
Στο πλαίσιο μιας σφαιρικής θεώρησης της συνθήκης της ανεργίας, δεν μπορεί να παραβλεφθεί εδώ ο αλληλένδετος χαρακτήρας ψυχικής και σωματικής υγείας. Από τα ερευνητικά ευρήματα διαφαίνεται πως οι επιπτώσεις της ανεργίας στη σωματική υγεία διαμεσολαβούνται από το ψυχικό βίωμα της ανεργίας: η αυξημένη θνησιμότητα μεταξύ των ανέργων που έχει καταγραφεί σε μελέτες (Nylen et al, 2001; Osler et al, 2003; Lundin et al, 2010) αποδίδεται –εκτός από την αύξηση της αυτοκτονικότητας, που αναλύθηκε ήδη διεξοδικά– σε αύξηση των ατυχημάτων, συχνά συνδεόμενων με την κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών, και σε αύξηση των θανάτων από καρκίνο (Kasl & Jones, 2000; Zagozdzon et al, 2008). Τόσο στην αυτοκτονικότητα, όσο και στις σχετιζόμενες με το αλκοόλ και το κάπνισμα συμπεριφορές, κοινή συνιστώσα αποτελεί η ψυχολογική επιβάρυνση και η δυσκολία να ανταπεξέλθει το άτομο σε στρεσογόνες συνθήκες.
Έρευνες που μελέτησαν τη σχέση της ανεργίας με την κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα, έδειξαν ότι μεταξύ των ανέργων υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να είναι κάποιος καπνιστής, όπως επίσης και ότι είναι πολύ πιο συχνή η συστηματική ή επικίνδυνη κατανάλωση αλκοόλ και οι σχετιζόμενες με τη χρήση αλκοόλ και ουσιών διαταραχές (Klat, 2003; Henkel, 2011; Virtranen et al, 2013). Επικεντρώνοντας στις σχετικές με την κατανάλωση αλκοόλ συμπεριφορές, πρόσφατη βιβλιογραφία τεκμηριώνει τη σημαντική αρνητική επίδραση της ανεργίας (Popovici et al, 2013), ειδικότερα ως προς την άμετρη κατανάλωση αλκοόλ, την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και την κατάχρηση ή εξάρτηση από το αλκοόλ (Davalos et al, 2012), σε μεγαλύτερο βαθμό –και εδώ– μεταξύ των ανδρών (Reine et al, 2013).
Εξετάζοντας τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης στην υγεία, πρόσφατα στοιχεία από τις ΗΠΑ (Vijayasiri et al, 2012) συνδέουν, για τους άνδρες τουλάχιστον, την αποδιδόμενη σε οικονομικές πιέσεις αύξηση σωματικών συμπτωμάτων με αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ. Στην οικονομική ύφεση αποδίδεται επίσης η σημαντική αύξηση της κατάχρησης αλκοόλ που καταγράφεται μεταξύ ατόμων που απευθύνονται σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας στην Ισπανία (Gili et al, 2013), συνδεόμενη ιδιαίτερα με την ανεργία κάποιου μέλους της οικογένειας και την ύπαρξη χρεών και υποθηκών. Στην Ιταλία, τέλος, μια πρώτη εκτίμηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης αποδίδει στην αύξηση της ανεργίας περίπου 200 θανάτους τον χρόνο, σχετιζόμενους με την αυτοκτονικότητα και την κατάχρηση ουσιών (Costa et al, 2012).
Η ψυχική υγεία στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης
Τη σχέση της ανεργίας με την κακή ψυχική υγεία επιβεβαιώνουν πρόσφατα ερευνητικά στοιχεία και από τη χώρα μας, σύμφωνα με τα οποία η ανεργία βρέθηκε να αποτελεί μία από τις μεταβλητές που συνδέονται με κλινικά σημαντική ψυχιατρική νοσηρότητα (Skapinakis et al, 2013). Άλλοι μελετητές (Γιωτάκος και συν, 2011), διερευνώντας τη σύνδεση μεταξύ οικονομικών δεικτών και δεικτών ψυχικής υγείας, βρήκαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού ανεργίας και των επισκέψεων στα εξωτερικά ιατρεία και στο τμήμα επειγόντων περιστατικών ψυχιατρικού νοσοκομείου, καθώς και σημαντική συσχέτιση μέσου εισοδήματος και αριθμού ψυχιατρικών νοσηλειών.
Επιπλέον, εξετάζοντας τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία του ελληνικού πληθυσμού, πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες επισημαίνουν μια θεαματική αύξηση της μείζονος κατάθλιψης από την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Συγκεκριμένα, πανελλαδική έρευνα κατά τα έτη 2008 και 2009 (Madianos et al, 2011a) και η επανάληψή της με ταυτόσημη μεθοδολογία το 2011 (Economou et al, 2013) καταγράφει αύξηση της επικράτησης του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου από 3,3% το 2008 σε 6,8% το 2009 και 8,2% το 2011. Αν και δεν απομονώνεται ο ρόλος της ανεργίας, οι μελετητές, εστιάζοντας στην επίδραση της οικονομικής δυσχέρειας –μία από τις σημαντικότερες αιτίες της οποίας είναι η απώλεια της εργασίας– βρήκαν σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στον υψηλό βαθμό οικονομικής δυσχέρειας και την εμφάνιση μείζονος κατάθλιψης. Ως προς την αυτοκτονικότητα, το ποσοστό αναφορών σε πρόσφατες απόπειρες αυτοκτονίας από 1,1% το 2009 βρέθηκε να έχει αυξηθεί σε 1,5% το 2011 (Economou et al, 2013b).
Η επιδεινούμενη και, όπως αναμένεται, μακροχρόνια πορεία της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, επιτρέπει με σχετική ασφάλεια εξαιρετικά δυσμενείς προβλέψεις, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η ενισχυτική επίδραση της διάρκειας της ανεργίας όσον αφορά τις επιπτώσεις της τελευταίας στην ψυχική υγεία. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η αύξηση της ανεργίας στη χώρα μας έχει ήδη σημειώσει ποσοστιαία μεταβολή κατά 229,10% από το 2008 έως και το 2012 (Πίνακας 1). Ειδικότερα για το τελευταίο τρίμηνο του 2012, ο αριθμός των ανέργων ανέρχεται στο 1.295.535, ποσοστό 26% του συνόλου του εργατικού δυναμικού της χώρας.
Όσον αφορά τις τελεσθείσες αυτοκτονίες, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν αύξηση σχεδόν της τάξεως του 45% από την περίοδο πριν την κρίση ως το 2011 (από 328 αυτοκτονίες το 2007 σε 477 αυτοκτονίες στο 2011, Πίνακας 2). Μια πολύ πιο αναλυτική εικόνα δίνουν τα ευρήματα των Kontaxakis et al (2013), που μελέτησαν τα ποσοστά αυτοκτονιών από το 2001 ως το 2011. Χαρακτηριστικά, αν απομονωθεί η περίοδος της οικονομικής κρίσης, παρατηρείται αύξηση των τετελεσμένων αυτοκτονιών κατά 28,5% από το 2008 στο 2011, ενώ από το 2001 στο 2007 σημειώθηκε μείωση των αυτοκτονιών κατά 3,9% (παρότι στα ενδιάμεσα έτη καταγράφονται αυξομειώσεις των ποσοστών). Ένα εύρημα που επιβεβαιώνει την ισχυρή σύνδεση της ανεργίας με την αυτοκτονικότητα στους άνδρες, η οποία τεκμηριώνεται εκτενώς σε προηγούμενο κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι, κατά την περίοδο της κρίσης, οι αυτοκτονίες στους άνδρες αυξήθηκαν κατά 28,5%, ενώ κατά την περίοδο 2001-2007 μειώθηκαν κατά 8,4%. Αντίθετα τα ποσοστά αυτοκτονιών στις γυναίκες κατέγραψαν παρεμφερή αύξηση και στις δύο περιόδους. Μεταξύ του 2008 και του 2011, στατιστικά σημαντική μεταβολή των αυτοκτονιών σημειώθηκε για την ηλικιακή ομάδα των 50-54 ετών, ωστόσο αξίζει να αναφερθεί ότι η μεταβολή αυτή ήταν στατιστικά σημαντική στους άνδρες για τις ηλικιακές ομάδες των 30-34, 45-49 και 50-54 ετών, ενώ για τις γυναίκες μεμονωμένα δεν σημειώθηκε στατιστικά σημαντική μεταβολή σε καμία ηλικιακή ομάδα.
Επιχειρώντας να διερευνήσει διεξοδικότερα, σε σχέση με κοινωνικοοικονομικές μεταβλητές, την αυξανόμενη αυτοκτονικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, μελέτη των Madianos et al (in press) καταδεικνύει ισχυρή συσχέτιση των αυτοκτονιών με την ανεργία. Οι μελετητές εντοπίζουν επίσης στατιστικά σημαντική επίδραση της αναλογίας δημόσιου χρέους επί του ΑΕΠ στους θανάτους από αυτοκτονία. Η επίδραση αυτή αποδίδεται στις επιπτώσεις της κοινωνικοοικονομικής αστάθειας και στη σημαντική αύξηση του τμήματος του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, με συνέπεια να αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα (Jenkins et el, 2008). Παρότι το ενδεχόμενο ψυχιατρικό υπόβαθρο της αυτοκτονικότητας δεν μπορεί να αγνοηθεί, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έχουν φανεί να αποτελούν μια εξίσου σημαντική συνιστώσα της αυτοκτονικής συμπεριφοράς (Li et al, 2011), με την ανεργία και την ανέχεια να αυξάνουν την ψυχική ευαλωτότητα του ατόμου. Στο πλαίσιο μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης και γενικευμένης κοινωνικής αποδιοργάνωσης, η αυτοκτονία μπορεί, ωστόσο, να αποτελεί ακόμα και μια «λογική» επιλογή, όπου το άτομο θέτει τέλος στη ζωή του όταν οι προσδοκίες που μπορεί να έχει για αυτή έχουν πέσει χαμηλότερα από το προσωπικό του όριο ποιότητας ζωής.
Συνολικά, τα στοιχεία που παρατέθηκαν επιβεβαιώνουν την προοδευτική αύξηση της ψυχιατρικής νοσηρότητας και της αυτοκτονικότητας ενόσω η οικονομική κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει. Καθιστούν συνεπώς επιτακτική την ανάγκη χάραξης στρατηγικών για την προάσπιση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού και την πρόληψη των αυτοκτονιών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2011) υπογραμμίζει τον ρόλο των κοινωνικών πολιτικών και προγραμμάτων ενεργού στήριξης της απασχόλησης, ως προστατευτικών μέτρων από τις επιπτώσεις της ανεργίας· η υλοποίηση τέτοιων πολιτικών φαίνεται να είναι αυτή που αμβλύνει τις επιπτώσεις της ανεργίας σε σχετικά εύπορες χώρες, συγκριτικά με χώρες μέτριου ή χαμηλού εισοδήματος (Uutela, 2010).
Σε αυτό το πλαίσιο προβάλλει επιτακτική η σημασία της διεξοδικότερης διερεύνησης των επιπτώσεων της ανεργίας στην Ελλάδα, λαμβανομένων υπόψη των –πρωτόγνωρων για τη χώρα μας– κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της κρίσης, αλλά και των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής κοινωνίας εν γένει. Οι διεθνείς ερευνητικές καταγραφές, όπως αναπτύχθηκε εκτενώς σε προηγούμενο κεφάλαιο, καταδεικνύουν την πολύπλοκη αλληλεπίδραση ατομικών παραγόντων και ευρύτερου κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ ανεργίας, προβλημάτων ψυχικής υγείας και αυτοκτονικότητας (Stankunas et al, 2006; Milner et al, 2013a).
Υπό αυτό το πρίσμα, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρελθόν η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες με τους χαμηλότερους δείκτες αυτοκτονίας στην Ευρώπη (Zacharakis et al, 1998; Chisti et al, 2003), η διερεύνηση των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων της ελληνικής κοινωνίας θα ήταν σκόπιμο να εστιάσει στην ανάδειξη των «δυνατών σημείων» της. Οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί, λειτουργώντας ως πηγή υποστήριξης σε ψυχοπιεστικές περιόδους και σε περίπτωση ψυχικής νόσου, θεωρούνται ότι προστατεύουν από την κοινωνική απομόνωση, η οποία συνδέεται με την αυτοκτονικότητα (Ζαχαράκης και συν, 2000). Υποστηρίζεται μάλιστα ότι για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως η Ελλάδα, η στήριξη και η ενίσχυση της οικογένειας θα ήταν ενδεχομένως πιο αποδοτική από ό,τι τα προγράμματα κοινωνικής στήριξης που φάνηκαν αποτελεσματικά σε ορισμένες βορειοευρωπαϊκές χώρες (Χριστοδούλου & Χριστοδούλου, 2013).
Από την άλλη πλευρά ωστόσο, προβληματισμούς θέτουν ευρήματα που προκύπτουν από πρόσφατη ελληνική έρευνα (Economou et al, 2014), αναφορικά με τη σχέση του κοινωνικού κεφαλαίου (το οποίο περιλαμβάνει τα δίκτυα σχέσεων και διαπροσωπικών δεσμών στο πλαίσιο μιας κοινωνίας) και της ψυχικής υγείας. Εξετάζοντας την παραπάνω σχέση σε συνάρτηση με την ύπαρξη οικονομικής δυσχέρειας –μεταξύ άλλων μεταβλητών–, η μελέτη καταδεικνύει ότι, παρότι το γνωστικό κοινωνικό κεφάλαιο και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχουν προστατευτική επίδραση από την εκδήλωση μείζονος κατάθλιψης για τα άτομα που αντιμετωπίζουν ήπια οικονομική δυσχέρεια, δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση όσων βιώνουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Για τα άτομα με υψηλή οικονομική δυσχέρεια, η ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών δεσμών και δικτύων και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς που θα απέρρεε από προγράμματα κοινωνικής στήριξης δεν φαίνεται να μπορεί να δράσει προστατευτικά για την ψυχική τους υγεία.
Τέλος, και με δεδομένο ότι στην πλειοψηφία τους οι πρόσφατες μελέτες για την επίδραση της οικονομικής κρίσης στον ελληνικό πληθυσμό αποσκοπούν να ανιχνεύσουν κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η έκταση των ψυχικών επιπτώσεων της κρίσης είναι πιθανότατα πολύ ευρύτερη από αυτή που αποτυπώνεται ερευνητικά. Η κακή ψυχική υγεία αφορά ένα πλήθος ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων πέραν των περιπτώσεων που πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια μιας διαταραχής. Συνεπώς, υπό ένα τέτοιο πρίσμα –μιας υποκλινικής καταθλιπτικής συμπτωματολογίας– θα μπορούσε κανείς να δει το γενικότερο κοινωνικό κλίμα παθητικότητας και αδράνειας που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό, αντικατοπτρίζοντας την παραίτηση, το αίσθημα αβοηθητότητας και αδυναμίας αντίδρασης που βιώνει το άτομο απέναντι σε μια καταλυτική πραγματικότητα που το υπερβαίνει.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Artazcoz L, Benach J, Borrell C, Cortès I (2004). Unemployment and mental health: Understanding the interactions among gender, family roles, and social class. American Journal of Public Health; 94 (1): 82-88.
Barr B, Taylor-Robinson D, Scott Samuel A, McKee M, Stuckler D (2012). Suicides associated with the 2008-10 economic recession in England: time trend analysis. British Medical Journal; 345:e5142.
Beck AT, Ward CH, Mendelsohn M, Mock J, Erbaugh J (1961). An inventory for measuring depression. Archives of General Psychiatry; 4: 561-571.
Blakely A, Collings D, Atkinson J (2003). Unemployment and suicide. Evidence for a causal association? Journal of Epidemiology and Community Health; 57: 594-600.
Canetto SS, & Sakinofsky I (1998). The gender paradox in suicide. Suicide and Life-Threatening Behavior; 28(1): 1-23.
Catalano R (1991). The health effects of economic insecurity. American Journal of Public Health; 8: 1148-1152.
Catalano R, Aldrete E, Vega W, Kolody B, Ajuilar-Gaxiola S (2000). Job loss and major depression among Mexican Americans. Social Science Quarterly; 81: 477-487.
Chishti P, Stone DH, Corcoran P, Williamson E, Petridou E (2003). Suicide mortality in the European Union. European Journal of Public Health; 13: 108-114.
Classen TJ & Dunn RA (2012). The effect of job loss and unemployment duration on suicide risk in the United States: a new look using mass-layoffs and unemployment duration. Health Economics; 21(3): 338-350.
Costa G, Marra M, & Salmaso S (2012). Health indicators in the time of crisis in Italy. Epidemiologia e prevenzione; 36(6): 337-366.
Dávalos ME, Fang H, French MT (2012). Easing the pain of an economic downturn: Macroeconomic conditions and excessive alcohol consumption. Health economics; 21(11): 1318-1335.
De Vogli R, Marmot M, Stuckler D (2013). Excess suicides and attempted suicides in Italy attributable to the great recession. Journal of Epidemiology and Community Health; 67: 378-379.
Economou M, Madianos M, Peppou LE, Patelakis A, Stefanis CN (2013a). Major depression in the era of economic crisis: a replication of a cross-sectional study across Greece. Journal of Affective Disorders; 145(3): 308-314.
Economou M, Madianos M, Peppou LE, Souliotis K, Patelakis A, Stefanis C (2014). Cognitive Social Capital and Mental Illness during economic crisis: a nationwide population-based study in Greece. Social Science and Medicine; 100: 141-147.
Economou M, Madianos M, Peppou LE, Theleritis C, Patelakis A, Stefanis C (2013b). Suicidal ideation and reported suicide attempts in Greece during the economic crisis. World Psychiatry; 12(1): 53-59.
Ferguson D, Horwood L, Woodward L (2001). Unemployment and psychosocial adjustment in young adults: causation or selection? Social Science and Medicine; 53: 305-320.
Ford E, Clark C, McManus S, Harris J, Jenkins R, Bebbington P, & Stansfeld SA (2010). Common mental disorders, unemployment and welfare benefits in England. Public Health; 124(12): 675-681.
Gili M, Roca M, Basu S, McKee M, & Stuckler D (2013). The mental health risks of economic crisis in Spain: evidence from primary care centers, 2006 and 2010. The European Journal of Public Health; 23(1): 103-108.
Graetz B (1993). Health Consequences of employment and unemployment: Longitudinal evidence for young men and women. Social Science and Medicine; 36(6): 715-724.
Gunnell D, Platt S, Hawton K (2009). The economic crisis and suicide. British Medical Journal; 338: 1456-1457.
Henkel D (2011). Unemployment and substance use: a review of the literature (1990-2010). Current drug abuse reviews; 4(1): 4-27.
Jenkins R, Bhugra D, Bebbington P, Brugha T, Farrell M, Coid J, Fryers T, Weich S, Singleton N, Meltzer H (2008). Debt, income and mental disorder in the general population. Psychological Medicine; 38(10): 1485-1493.
Kasl S & Jones B (2000). The impact of job loss and retirement on health. In: Berkman L, Kawachi I (eds). Social Epidemiology. Oxford: Oxford University Press, 118-136.
Khlat M, Sermet C, Le Pape A (2004). Increased prevalence of depression, smoking, heavy drinking and use of psycho-active drugs among unemployed men in France. European Journal of Epidemiology; 19: 445-451.
Kondylis E, Giannakopoulos S, Gavana M, Ierodiakonou I, Waitzkin H, Benos A (2013). Economic crisis, restrictive policies, and the population’s health and health care. American Journal of Public Health; 103(6): 973-9.
Kontaxakis V, Papaslanis Th, Havaki-Kontaxaki B, Tsouvelas G, Giotakos O, Papadimitriou GN. Suicide in Greece: 2001-2011. Psychiatriki 24(3): 170-174.
Li Z, Page A, Martin G, Taylor R (2011). Attributable risk of psychiatric and socio-economic factors for suicide from individual-level, population-based studies: a systematic review. Social Science and Medicine; 72(4): 608-16.
Liwowsky I, Kramer D, Mergl R, Bramesfeld A, Allgaier A, Poppel E, Hegerl U (2009). Screening for depression in the older long-term unemployed. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology; 44(8):622-7.
Lorant V, Deliege D, Eaton W, Robert A, Philippot P, Ansseau M (2003). Socioeconomic inequalities in depression: a meta-analysis. American Journal of Epidemiology; 157: 98-112.
Lundin A, Lundberg I, Hallsten L, Ottosson J, Hemmingsson T (2010). Unemployment and mortality -a longitudinal prospective study on selection and causation in 49321 Swedish middle-aged men. Journal of Epidemiology and Community Health; 64: 22-28. doi:10.1136/jech.2008.079269
Madianos M, Alexiou T, Patelakis A, Economou M. Suicide, unemployment and other socioeconomic factors: evidence from the economic crisis in Greece. The European Journal of Psychiatry, (in press).
Madianos M, Economou M, Alexiou T, Stefanis CN (2011). Depression and economic hardship across Greece in 2008 and 2009: Two cross-sectional surveys nationwide. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology; 46: 943-952.
Mandal B, Roe B (2008). Job loss, retirement and the mental health of older Americans. The Journal of Mental Health Policy and Economics, 11: 167-176.
Milner A, Page A, LaMontagne AD (2013a). Duration of unemployment and suicide in Australia over the period 1985-2006: an ecological investigation by sex and age during rising versus declining national unemployment rates. Journal of Epidemiology and Community Health; 67(3): 237-244.
Milner A, Page A, LaMontagne AD (2013b). Long-term unemployment and suicide: a systematic review and meta-analysis. PloS One; 8(1); e51333.
Morrell L, Taylor J, Kerr B (1998). Unemployment and young people’s health. Medical Journal of Australia; 168: 236-240.
Mościcki EK (1994). Gender differences in completed and attempted suicides. Annals of Epidemiology; 4(2): 152-158.
Mossakowski KN (2009). The influence of past unemployment duration on symptoms of depression among young women and men in the United States. American Journal of Public Health, 99(10): 1826-1832.
Nylén L, Voss M, Floderus B (2001). Mortality among women and men relative to unemployment, part time work, overtime work, and extra work: a study based on data from the Swedish twin registry. Occupational and Environmental Medicine; 58: 52-57.
Osler M, Christensen U, Lund R, Gamborg M, Godtfredsen N, Prescott E (2003). High local unemployment and increased mortality in Danish adults; results from a prospective multilevel study. Occupational and Environmental Medicine; 60: e16 (http://www.occenvmed.com/cgi/content/full/60/11/e16)
Paul K & Moser K (2009). Unemployment impairs mental health: Meta-analyses. Journal of Vocational Behaviour; 74: 264-282.
Payne S, Swami V, Stanistreet DL (2008). The social construction of gender and its influence on suicide: a review of the literature. Journal of Men’s Health; 5(1): 23-35.
Perry IJ, Corcoran P, Fitzerald AP, Keeley HS, Reulbaush U, Arensman E (2012). The incidence and repetition of hospital-treated self-harm: findings from the world’s first national registry. PLoS One, 7: e31663.
Popovici I & French MT (2013). Does unemployment lead to greater alcohol consumption? Industrial Relations: A Journal of Economy and Society; 52: 444-466.
Preti A & Miotto P (1999). Suicide and unemployment in Italy, 1982–1994. Journal of Epidemiology and Community Health; 53: 694-701.
Preti A (2003). Unemployment and suicide. Journal of Epidemiology and Community Health; 57: 557-558.
Reeves A, Stuckler D, McKee M, Gunnell D, Chang SS, Basu S (2012). Increase in state suicide rates in the USA during economic recession. The Lancet; 380(9856): 1813-1814.
Reine I, Novo M, Hammarström A (2013). Unemployment and ill health – a gender analysis: Results from a 14-year follow-up of the Northern Swedish Cohort. Public Health; 127(3): 214-222.
Rodriguez Andres A, Collings S, Qin Ping (2010). Sex-specific impact of socio-economic factors on suicide risk: a population-base case-control study in Denmark. European Journal of Public Health; 20: 225-270.
Sareen J, Afifi TO, McMillan KA, Asmundson G (2011). Relationship between household income and mental disorders: findings from a population-based longitudinal study. Archives of General Psychiatry; 68: 419-427.
Schuring, M, Burdorf, A, Kunst, A, Voorham, T, Mackenbach, J (2009). Ethnic differences in unemployment and ill health, International Archives of Occupational and Environmental Health, 82(8), 1023-1030.
Scutella R, Wooden M (2008). The effects of household joblessness on mental health. Social Science and Medicine; 67: 88-100.
Solano P, Pizzorno E, Gallina A, Mattei C, Gabrielli F, Kayman J (2012). Employment status, inflation and suicidal behavior: an analysis of a stratified sample in Italy. International Journal of Social Psychiatry; 58(5): 477-484.
Skapinakis P, Bellos St, Koupidis S, Grammatikopoulos I, Theodorakis PN, Mavreas V (2013). Prevalence and sociodemographic associations of common mental disorders in a nationally representative sample of the general population of Greece. BMC Psychiatry 2013; 13: 163.
Stankunas Μ, Kalediene R, Starkuviene S, Kapustinskiene V (2006). Duration of unemployment and depression: a cross-sectional survey in Lithuania, BMC Public Health; 6:174.
Stuckler D, Basu S, Suhrcke M, Coutts A, McKee M (2011). Effects of the 2008 recession on health: a first look at European data. The Lancet; 378(9786): 124-125.
Uutela A (2010). Economic crisis and mental health. Current Opinion in Psychiatry; 23(2): 127-130.
Vijayasiri G, Richman JA, Rospend, KM (2012). The Great Recession, somatic symptomatology and alcohol use and abuse. Addictive Behaviors; 37(9): 1019-1024.
Virtanen P, Janlert U, & Hammarström A (2013). Health status and health behaviour as predictors of the occurrence of unemployment and prolonged unemployment. Public Health; 127(1): 46-52.
Weich S, Lewis G (1998). Poverty, unemployment, and common mental disorders: Population based cohort study. British Medical Journal; 317: 115-119.
World Health Organization (2011). Impact of economic crises on mental health. Geneva: WHO.
Zacharakis CA, Madianos MG, Papadimitriou GN, Stefanis CN (1998). Suicide in Greece 1980-1995: patterns and social factors. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology; 33: 471-476.
Zagozdzon P, Zaborski L, Ejsmont J (2008). Survival and cause-specific mortality among unemployed individuals in Poland during economic transition. Journal of Public Health; 31(1); 138-146.
Zenger M, Hinz A, Petermann F, Brähler E, Stöbel-Richter Y (2013). Health and quality of life within the context of unemployment and job worries. Psychotherapie, Psychosomatik, Medizinische Psychologie; 63(3-4): 129-37.
Γιωτάκος Ο, Καράμπελας Δ, Καυκάς Α (2011). Επίπτωση της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία στην Ελλάδα. Ψυχιατρική, 22: 109-119.
Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE
Ζαχαράκης Κ, Μαδιανός Μ, Παπαδημητρίου Γ, Στεφανής Κ (2003). Επιδημιολογία της αυτοκτονίας στην Ελλάδα 1980-1997. Ερευνητική Εργασία. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 20: 191-199.
Χριστοδούλου ΓΝ & Χριστοδούλου ΝΓ (2013). Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της στην ψυχική υγεία. Ψυχιατρική, 24(2): 95-96.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.