Νίκος Τζαβάρας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΔΠΘ &
Επίτιμος Πρόεδρος της ΕΨΕ
σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]
Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν προέρχονται από μία εισήγηση που πραγματοποιήθηκε στo πλαίσιο των «Συναντήσεων της Κοζάνης» στις 12-14 Σεπτεμβρίου 2008 και που επέτρεπε όταν εκφωνήθηκε πολύ περισσότερους προφορικούς σχολιασμούς από εκείνους που περιλαμβάνει το γραπτό κείμενο. Η εργασία είναι προσανατολισμένη στη μνημειώδη εργασία του Karl Jaspers «Γενική Ψυχοπαθολογία» του 1911 και παρακολουθεί τη σειρά των λημμάτων για τον Χρόνο του ιδίου.
Ο χώρος και ο χρόνος είναι ως μορφές θεώρησης1 (Anschauungsformen) παρούσες σε κάθε αισθητηριακή έκφανση. Αφορούν το σύμπαν της θεώρησης κάθε αισθητικού αντικειμένου (Gegenstand)2 όπως και κάθε παράστασης. Ωστόσο δεν γίνονται αντιληπτές πέραν των αντικειμένων – παρά μόνον μαζί με τα αντικείμενα. Ο χρόνος μπορεί να νοηθεί ως μία σειρά, η οποία διασαφηνίζεται παραστατικά ως μία συνεχιζόμενη ευθεία γραμμή από το άπειρο παρελθόν προς το μέλλον. Σε αυτή τη γραμμή διεκδικούν μία θέση τόσο τα εντός του χώρου εξωτερικά όσο και τα εντός του ψυχισμού εσωτερικά γεγονότα. Αυτή η περιγραφή αντιστοιχεί στον αποκαλούμενο Αντικειμενικό Χρόνο. Προφανώς η κατάτμηση της γραμμής, η χωρική κατάτμηση αντιστοιχείται σε μία κατάτμηση του χρόνου, η οποία θα εξυπηρετήσει λ.χ. την κατασκευή του ωρολογίου και κατ’ επέκταση τις πολλαπλές εφαρμογές της μέτρησης του χρόνου στις θετικές επιστήμες. Χώρος και χρόνος, πρωταρχικές και μη συναγόμενες κατηγορίες, αποτελούν μόνιμες συνθήκες καταγραφής γεγονότων τόσο του ομαλού όσο και του μη κανονικού ψυχικού βίου τις οποίες δεν μπορεί να εγκαταλείψει η συνείδηση. Η συνείδηση είναι υποχρεωμένη να ‘εγκλωβίζει’ τρόπον τινά τα αντικείμενα και γεγονότα στις κατηγορίες του χώρου και χρόνου με τις οποίες διακαθορίζεται και η δική της υπόσταση. Οι υπαρξιακές καταγραφές του χρόνου δεν διακρίνονται από μία μόνιμη ποιοτική ουδετερότητα και επιδέχονται βιωματικές αλλαγές – μία διαπίστωση που έχει αυτονόητα μία ιδιαίτερη σημασία για την ψυχιατρική και την ψυχολογία.
Στο πλαίσιο της κλινικής φαινομενολογίας το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στους διαφορισμούς της αντίληψης και βίωσης του χρόνου που συνοδεύουν ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.
Προκαταρκτικές ψυχοπαθολογικές παρατηρήσεις
1. Η γνώση του χρόνου
Το να “ξέρει” κάποιος τις διαστάσεις του αντικειμενικού – λ.χ. του ωρολογιακού – χρόνου περιλαμβάνεται στις ατομικές επιδόσεις, οι οποίες αφορούν την ορθή ή εσφαλμένη εκτίμηση χρονικών αποστάσεων. Παράλληλα η γνώση του χρόνου σχετίζεται με την ορθή ή παραποιημένη ή ακόμη παραληρηματική αντίληψή του. Ο αντικειμενικός χρόνος, ο οποίος οφείλει να αποτελεί μία διυποκειμενική αποδοχή, είναι μετρήσιμος διαμέσου τoυ καταμερισμού της κίνησης ορισμένων σωμάτων. Οι αποστάσεις που προέρχονται από τη διαίρεση μιας τροχιάς αναλογούν σε χρονικά τμήματα και συσχετίζονται μεταξύ άλλων με το έργο των φυσικών επιστημών, το οποίο αναπόδραστα διαμορφώνεται με την ένταξη φαινομένων εντός της χρονικής ροής. Στον βαθμό που η ψυχιατρική αναφέρεται στην αντικειμενική πραγματικότητα χρησιμοποιεί μεθόδους που συμπεριλαμβάνουν την εκτίμηση του χρόνου όπως αυτός ορίζεται στο πλαίσιο των φυσικών επιστημών. Αντιθέτως όταν μελετά τη δυνατή καταγραφή του χρόνου από ασθενείς τότε προσκρούει στο ερώτημα κατά πόσον αυτοί μπορούν να ανταποκριθούν στη συλλογική διυποκειμενική σύμβαση προσδιορισμού και κατονομασίας των χρονικών διαστημάτων. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται από τον Husserl, το σύνολο των συνειδησιακών εκφάνσεων είναι χρονικό, παραμένει εντός μιας καθολικής χρονικότητας η οποία δεν χαρακτηρίζεται μόνον από την εκτίμηση του δεδομένου χρόνου. Η συνείδηση του χρόνου δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό τμήμα της συνείδησης, αλλά ανήκει στην τυπική (formal) δομή όλων των βιωμάτων.
2. Η βίωση του χρόνου
Και κατά τον Jaspers, η βιωματική αντίληψη του χρόνου δεν ανάγεται απλώς και μόνον στην ορθότητα της εκτίμησης της διάρκειας, αλλά στην καθολικότητα της συνείδησής του. Εδώ ήδη υπογραμμίζεται η διαφορά ανάμεσα στον αποκαλούμενο αντικειμενικό χρόνο – με τον οποίο καλείται να συνυπάρχει η κατευθυνόμενη προς την εξωτερική πραγματικότητα συνείδηση – και το βίωμα του χρόνου – Zeiterleben. Στην ίδια φιλοσοφική παράδοση εντάσσεται η έννοια του ‘χρόνου-αντικείμενο’ (Zeitobjekt), με την οποία εκφράζεται η εξακολουθητική παρούσα αλλοιωτική χρονικότητα κάθε αντικειμένου που συμφύρεται με την υπόστασή του. (Τη φιλοσοφική περιγραφή της διήθησης του αντικειμένου και του υποκειμένου από τον χρόνο χρωστούμε κατ’ αρχήν στον Husserl, του οποίου τις απόψεις θα εκμεταλλευθεί ο Heidegger στη γνωστή του μελέτη ‘To Είναι και ο Χρόνος’.)3 Δεν πρόκειται απλώς και μόνον για την ένταξη της υποκειμενικότητας ή συνείδησης στις αντικειμενικές καταγραφές της χρονικής μεταβολής, αλλά και στη διαρκή βιωματική παρουσία του χρόνου, η οποία παρακολουθεί τις συναισθηματικές εναλλαγές, συνοδεύει την αυτογνωσία και αυτοπαρατηρησία του ψυχοσωματικού καθεστώτος, διαπιστώνει τις εσωτερικές μεταβολές του μνημονικού υλικού. Παράλληλα δε το υποκείμενο εκτίθεται στις διαχρονικές εκτιμήσεις της εναλλασσόμενης εμφάνισής του εκ μέρους των άλλων, όπως και το ίδιο παρατηρεί το σύνολο των εν γένει περιβαλλοντικών μετατροπών.
Η αξιολόγηση των χρονικών τμημάτων είναι κάτι το μερικό που μπορεί να χαρακτηρίζεται λ.χ. από μία ορθολογική διάγνωση του αντικειμενικού χρόνου, ενώ η δεδομένη ψυχοπαθολογική πραγματικότητα του υποκειμένου να υπαγορεύει μία αίσθηση πλήρους αδιαφορίας για τη ροή του. Την ποικιλομορφία των βιωμάτων που αφορούν την αίσθηση του χρόνου την βλέπουμε αποτυπωμένη στις διάφορες περιγραφές των ασθενών – όπως επίσης και στις διαφορετικές εκφάνσεις της Τέχνης.
3. H διαχείριση του χρόνου
Ο άνθρωπος οφείλει να οικειοποιείται τρόπους διάρθρωσης και εκμετάλλευσης του χρόνου που διαθέτει για την καθημερινότητά του όπως και για την εξέλιξή του. Παράλληλα και σε συνάρτηση με τις επιβαλλόμενες επιδόσεις που εντάσσονται στη βασική συνθήκη της χρονικότητας επανεξετάζει την καθολικότητα της βιογραφίας του, ενώ προβλέπει και εκπονεί το ατομικό του μέλλον. Είναι μία από τις βασικές κλινικές υποχρεώσεις του ψυχιάτρου να ασχοληθεί με την ικανότητα του ασθενούς να διαμορφώνει την προοπτική επανένταξής του σε κοινωνικούς ρόλους και να καταλήγει ενδεχομένως σ’ ένα συγκεκριμένο σχέδιο μελλοντικής θεραπευτικής αρωγής του. Εξυπακούεται πως η διαχείριση του χρόνου λ.χ. ενός σχιζοφρενούς θα αποτελέσει μέλημα μιας σύμπραξης των εκπροσώπων σύγχρονων θεσμών της ψυχιατρικής με την ίδια την προσωπικότητά του.
Πέραν όμως των τριών ενοτήτων που προτάχθηκαν, διακρίνουμε το επανερχόμενο θέμα της βιολογικής υπόστασης με την οποία συνυφαίνεται διαρκώς το χρονικό συμβάν του βίου και κατ’ επέκταση του ψυχικού βίου. Τους αντικειμενικούς όρους δομής και εξέλιξης της ανθρώπινης φύσης εντάσσει η εμπειρική θεώρηση και επιστημονική μελέτη σε πλέγματα χρονικών συναρτήσεων (λ.χ. της εφηβείας ή του γήρατος), που αφορούν όλα τα επίπεδα της οργανικότητας. Η ίδια η βιωματική διάσταση του χρόνου μεταβάλλεται διαμέσου των οργανικών αλλοιώσεων: στο σημείο αυτό, η αντικειμενικώς διαπιστώσιμη εξέλιξη διεισδύει στην υποκειμενικότητα του βιώματος.
Η συνείδηση της στιγμιαίας χρονικής διαδρομής
Πλην του πλαισίου του ψυχωτικού γίγνεσθαι ή επιληπτικών καταστάσεων, και η μη παθολογικά αλλοιωμένη συνείδηση μιας τρέχουσας χρονικής πορείας μπορεί να χαρακτηρίζεται από την αίσθηση της γρήγορης εκφοράς της όταν πρόκειται λ.χ. για μια εναλλασσόμενη απασχόληση – ενώ, αντίθετα, από τη βραδύτητα της πλήξης όταν δεν διαπνέεται από σειρά γεγονότων παρά διακατέχεται από ένα κενό ερεθισμάτων ή δράσης. Αυτές οι φυσιολογικές ταλαντώσεις της χρονικής συνείδησης είναι δυνατόν να κατανοηθούν. Αντιθέτως, κατά έναν τρόπο που δεν επιδέχεται πάντοτε την ψυχολογική κατανόηση, η διαδρομή του χρόνου σε μία σειρά ψυχώσεων βιώνεται ως μία ανώμαλη, μη κανονική, πολλές φορές μη αναμενόμενη ή ανατρεπτική εμπειρία (Jaspers, 1911). Όπως για το σύνολο των ψυχικών φαινομένων έτσι κατ’ αναλογία και για τις ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις του χρόνου απαιτείται να αναζητά ο ψυχίατρος την αναγωγή των αλλαγών στην ενσυναισθητικά διαπιστώσιμη προέλευσή τους από πρότερες ψυχολογικές καταστάσεις. Η αδυναμία της συνάρτησής τους παραπέμπει στην προβληματική των ψυχώσεων. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως η θεμελιακή για τη φαινομενολογία έννοια της κατανόησης πρέπει να εφαρμόζεται με εκείνη την ιδιαίτερη μεθοδολογική περίσκεψη που περιγράφεται στις αρχές της «Γενικής Ψυχοπαθολογίας» του θεμελιωτή της.
Ασυγκράτητος ή επιβραδυνόμενος χρόνος
Πρόκειται για βιώματα κυρίως κατά τη διάρκεια ψυχωτικών μεταβολών, όταν ο ασθενής έχει λ.χ. την οδυνηρή εντύπωση πως όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν και κατακλύζουν την ύπαρξή του διαδραματίζονται με εκπληκτική, άγνωρη ταχύτητα ή και αντιστρόφως. (Τα εν λόγω φαινόμενα έχουν αποκληθεί κατ’ αντιστοιχία προς την τεχνική του κινηματογράφου ως επιβραδυντική ή επιταχυνόμενη κινησιογραφία.) Λ.χ. ο αμείλικτα επιβραδυνόμενος χρόνος στις ενδογενείς καταθλίψεις – κάτι που σημειώνεται κυρίως στις πρωινές ώρες – θέτει στο επίπεδο της ψυχοπαθολογικής έρευνας τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν και το μέλλον. Ο καταθλιπτικός ασθενής δεν γνωρίζει παρά το παρόν από το οποίο δεν μπορεί να διαφύγει γιατί ο χρόνος υψώνεται μπροστά του σαν ένας αμετακίνητος όγκος, ‘σαν βουνό’. Πρόκειται για μία αυτοπεριγραφή του βιώματός του που απαντάται διαπολιτισμικά και παρεμβαίνει κατά την κρίση μου στις φιλοσοφικές απορίες για τις διαδοχικές φάσεις του χρόνου: παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ενώ στις φιλοσοφικές ανιχνεύσεις της ιδιοσυστασίας του χρόνου αμφισβητείται πολλές φορές η έννοια του παρόντος, απαντούμε ιδιαίτερα στον κόσμο της κατάθλιψης τη στασιμότητα, το λίμνασμα του χρόνου, που αγγίζει σε ορισμένες περιπτώσεις τη θανατηφόρα ακινησία του. Το παραλήρημα εκμηδένισης συμπίπτει με την κατάργηση του χρόνου. «Είμαι ο θάνατος», λέει μία ασθενής. Το συγκεκριμένο Είναι (Dasein) αδρανεί κατά μία διατύπωση του Christian Scharfetter στο αιώνια παρόν άλγος.4
Απώλεια της συνείδησης του χρόνου
Δεν πρόκειται για την οριστική ή καθολική άρση της αντίληψης του χρόνου, αλλά για την αίσθηση – όπως συμβαίνει λ.χ. κατά τη διάρκεια μιας ισχυρής οργανικής εξάντλησης – ότι ο χρόνος έχει συρρικνωθεί στο ελάχιστο και ότι δεν ‘ανέχεται καταγραφές γεγονότων’. Η απραξία εξαιτίας της βαθειάς κόπωσης περιλαμβάνει την άμβλυνση της βίωσης της χρονικής ροής.
Απώλεια της πραγματικότητας του βιώματος του χρόνου
Η “ενεστωτική παρουσία” (παροντικότητα), η αίσθηση της απουσίας ή παρουσίας της πραγματικότητας είναι εξαρχής συνυφασμένες με τη συνείδηση του χρόνου. Όταν εξαφανίζεται ο χρόνος, εξαφανίζεται η ενεστώσα πραγματικότητα. Το παρόν έχει την ποιότητα της – αναπόδραστης – χρονικότητας. Αντιθέτως, η αίσθηση του Τίποτε συγχωνεύεται με την αίσθηση της Αχρονίας.
Σύμφωνα με ορισμένους φαινομενολόγους, η θεμελιακή διαταραχή της Κατάθλιψης – όπως ήδη σημειώθηκε – εκφράζεται διαμέσου της ακινητοποίησης του χρόνου – μολονότι οι ασθενείς ξέρουν τον αντικειμενικό χρόνο. Στους σχιζοφρενείς απαντάται η ασυνέχεια του χρόνου που καθίσταται διάτρητος από παρεμβαλλόμενες διακοπές της ροής του και αιφνίδιες μεταθέσεις της συνείδησης σε διαφορετικά σημεία του οπότε οι ανακολουθίες καθιστούν αδύνατη την επικέντρωση της συνείδησης στα εσωτερικά και εξωτερικά φαινόμενα.
Βεβαίως, κατ’ αναλογία προς τις ψυχωτικές συνθήκες, συγκρίσιμες βιωματικές καταστάσεις, όπου παρουσιάζονται μεταβολές του χρονικού βιώματος, γνωρίζουμε ότι παρατηρούνται στους νευρωτικούς και εν τέλει σε όλους τους ανθρώπους. Η παλινδρόμηση, μία ικανότητα του Εγώ να μεταφέρεται στο παρελθόν εισάγεται πρωτίστως από την ψυχανάλυση για να σημειωθεί η απόσπαση του Εαυτού από την οδυνηρότητα του παρόντος μεταφερόμενου σε παρωχημένες μορφές συμπεριφοράς.
Βίωμα της ανάσχεσης (διακοπής) του χρόνου
Απαντάται κυρίως στους σχιζοφρενείς, όπου η ανάσχεση της εκτύλιξης του χρόνου συνυπάρχει με περαιτέρω συνοδά ψυχοπαθολογικά συμβάντα, όπως λ.χ. την ανακοπή της σκέψης. Κατ’ αναλογία προς το εν λόγω βίωμα, μη ψυχωτικά άτομα μπορούν να έχουν την αίσθηση της στιγμιαίας διακοπής της χρονικής προόδου υπό το κράτος μιας αιφνίδιας συγκινησιακής εμπειρίας.
Συνείδηση του περιεχομένου του μόλις παρωχημένου
Αφορά την εκ των υστέρων αίσθηση του αριθμού των συμβάντων ή των βιωμάτων στη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος. Η συσσώρευση γεγονότων, εντός λ.χ. μίας ημέρας, της προσδίδει μία μεγαλύτερη χρονική έκταση από εκείνη που η συνείδηση προσάπτει σε μια βιωματικά κενή ημέρα. Αυτή η ψυχολογικά κατανοήσιμη σύγκριση αντιστοιχεί μόνον κατ’ αναλογία σε ψυχωτικά φαινόμενα, όπου εντός ελάχιστων στιγμών μπορούν να εκτυλιχθούν πλήθος γεγονότων.
Η συνείδηση του παρόντος σε σχέση με το παρελθόν και το μέλλον
Πρόκειται για μία σειρά διαφορετικών φαινόμενων που παρατηρούνται σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.
Το déjà vu και το jamais vu
Η υποκειμενική συναίσθηση πως κάτι το οποίο βιώθηκε – κυρίως αποτέλεσε οπτική αντίληψη – είναι επανάληψη ενός αλλοτινού όμοιου συμβάντος, το οποίο περιλαμβάνει συγκρίσιμες αντιληπτικές λεπτομέρειες. Η απατηλή ποιότητα γνωριμότητας απαντάται κυρίως σε συνθήκες ψυχωτικής απόκλισης (fausse reconnaissance). Η αντιστροφή της διακρίνεται από την αίσθηση της μοναδικότητας ενός βιώματος, το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί ή να αναχθεί σε προηγούμενες εμπειρίες του υποκειμένου – κάτι που είναι παντελώς μη γνώριμο.
H ασυνέχεια του χρόνου
Απουσιάζει η συνείδηση της ροής του χρόνου όταν οι στιγμές δεν συνδέονται βιωματικά μεταξύ τους και παρουσιάζονται στη συνείδηση ως μη διαμεσολαβούμενες εγκοπές. Συχνά τα εν λόγω βιώματα συνυπάρχουν με την αίσθηση του ‘διακοπτόμενου’ χώρου.
Ειδάλλως το υποκειμενικό βίωμα του χρόνου παρουσιάζεται με τη θεμελιακή του ιδιότητα (Kurt Schneider), η οποία προϋποθέτει την αντίληψη του παρόντος ως ένα διαρρέον στάδιο ανάμεσα στο μέλλον και στο παρελθόν. (Σ’ αυτό το πλαίσιο, το βίωμα του χρόνου έγκειται στην εξακολουθητική λειτουργία της μνήμης μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η διασύνδεση των αναμνήσεων με τις αντιλήψεις, τις παραστάσεις και τις σκέψεις εντός του παρόντος.)
Οι μήνες και τα χρόνια κινούνται με υπερβολική ταχύτητα
Η αίσθηση πως οι μονάδες του αντικειμενικού χρόνου φεύγουν, ‘γλιστρούν’ υπερβολικά γρήγορα σε σύγκριση με άλλες βιογραφικές περιόδους.
Το παρελθόν συρρικνώνεται
Δεν πρόκειται για τη συρρίκνωση του μνημονικού υλικού, αλλά για το αίσθημα πως ο χρόνος του παρελθόντος έχει συρρικνωθεί. (Ένας σχιζοφρενής διατυπώνει με κατηγορηματική παραδοξότητα την έκπληξή του γιατί από τη γέννησή του έως σήμερα τα χρόνια που παρήλθαν είναι μόνον πέντε.)
Η συνείδηση του μέλλοντος
Εντάσσεται στις εν γένει διαταραχές του βιώματος του χρόνου καθώς η λειτουργική βιωματική ετοιμότητα προσβάλλεται καθολικά από ψυχοπαθολογικές αποκλίσεις ή ψυχικές νόσους. Όταν λ.χ., κατά την ανάπτυξη των συμπτωμάτων μιας ενδογενούς κατάθλιψης, ο χρόνος διακρίνεται από το αμείλικτο και απειλητικό λίμνασμά του, τότε πέραν του παρόντος το ίδιο το μέλλον – όπως άλλωστε και το παρελθόν – δεν διαθέτει εκείνη τη συνειδησιακή προσβασιμότητα που επιτρέπει την οποιαδήποτε ενασχόληση μαζί του. Και πάλι πρόκειται για την υποκειμενική διάσταση του χρόνου γιατί ο αντικειμενικός χρόνος παραμένει μετρήσιμος. Το βίωμα του χρόνου μπορεί να αποκτήσει την ψυχοπαθολογική διάσταση της φρικτής ακινησίας μολονότι η έννοια του χρόνου δεν έχει απολεσθεί.
Το σχιζοφρενικό βίωμα της ανάσχεσης του χρόνου, της διάχυσης των χρόνων, της κατάρρευσης του χρόνου
Το ιδιάζον βίωμα του σχιζοφρενούς που σχετίζεται με την ανακοπή του χρόνου, τη σύμμειξη των εποχών όπου οι χρόνοι εισρέουν ο ένας στον άλλον (das Ineinanderfliessen der Zeiten) ή με την κατάρρευση του χρόνου είναι μία από τις επαναλαμβανόμενες ψυχικές εμπειρίες. Πρόκειται για βιώματα στα οποία το ψυχωτικό άτομο αποδίδει μία ιδιαίτερη σημασία της οποίας η υποκειμενική του ερμηνευτική διαποτισμένη με τη βεβαιότητα μιας αισθητηριακής παροντικής αμεσότητας συνοδεύεται συχνά από μεταφυσική φρίκη. Παράλληλα ο σχιζοφρενής μπορεί να έχει την εσωτερική αίσθηση πως έλκεται στο παρελθόν ή ένας ‘ξένος χρόνος’ – κατά την έκφραση ενός ασθενούς – τον διαπερνά με τη φρικτή του επιβολή. Ή παραμένει αδυσώπητα εγκλωβισμένος σε μία ορισμένη στιγμή από την οποία δεν είναι σε θέση να εξέλθει.
Τα κλινικά παραδείγματα είναι ποικίλα και αφορούν εν τέλει τους περισσότερους ψυχωτικούς όταν διέρχονται μία οξεία φάση.
Η φαινομενολογική διάταξη των ψυχοπαθολογικών και ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του χρόνου δεν καλύπτει, όπως προτάσσεται σ’ αυτή την εργασία, παρά ένα ελάχιστο φάσμα της προβληματικής του χρόνου καθώς επικεντρώνεται σε περιγραφικές διαστάσεις που αφορούν τη διερεύνηση των ασθενών. Δηλαδή σε εκείνες τις συγκεκριμένες ψυχοπαθολογικές μεταβολές που παρατηρούνται σε διαφορετικές κλινικές εικόνες. Στόχος της Ψυχοπαθολογίας είναι η χρήση εκείνων των όρων που επιτρέπει την καταγραφή επιμέρους ψυχικών αλλαγών ώστε να καταστεί στη συνέχεια δυνατή η κατανόηση του ασθενούς δίχως να έχουν αποκλεισθεί συστατικά φαινόμενα της υποκειμενικής συμπεριφοράς. Είναι δε αυτονόητο πως αυτή η αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή δεν επιδιώκει πρωτίστως τη διάγνωση, αλλά το να συμπεριλάβει το πλήθος των ενδοψυχικών φαινομένων και εξωτερικών εκφάνσεων που θα αποτελέσουν το διευρυμένο εργαλείο για την πληρέστερη και ουσιαστικότερη κατανόηση του πάσχοντος υποκειμένου.
1 Προτιμώ την απόδοση της γερμανικής φιλοσοφικής έννοιας ‘Anschauung’ στην ελληνική με τη λέξη ‘Θεώρηση’ κατ’ αναλογίαν προς τη μετάφραση της ‘Weltanaschaung’ ως ‘Κοσμοθεωρία’ μολονότι η χρήση του όρου ‘Ενόραση’ έχει επιβληθεί σε σειρά φιλοσοφικών και ψυχολογικών κειμένων.
2 O Jaspers επιλέγει για τον χαρακτηρισμό του ‘αντικειμένου’ τη γερμανική λέξη ‘Gegenstand’ που βρίσκεται πιο κοντά στην έννοια του ‘πράγματος’, ‘Sache’.
3 Εδώ αναφερόμαστε σε λιγοστές παρατηρήσεις που προέρχονται από τη φαινομενολογική παράδοση και που εξυπηρετούν την κυρίως περιγραφική ψυχιατρική. Για λόγους καθαρής κλινικής σκοπιμότητας, έχουν αποκλεισθεί οι ψυχαναλυτικές απόψεις των οποίων την ανάπτυξη έχει διεκδικήσει ένα δεύτερο πλήθος μελετών. Εντούτοις το πόσο απαραίτητη είναι η προσέγγιση της φαινομενολογίας και εν γένει της φιλοσοφίας του χρόνου ώστε να αναπτυχθούν οι ψυχαναλυτικές θεωρίες υπογραμμίζει η έξοχη μελέτη του έλληνα ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή, Πέτρου Χαρτοκόλλη, «Χρόνος και Αχρονικότητα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006). Οι προεκτάσεις των φιλοσοφικών απόψεων, όπως του Bergson, Heidegger, Hegel κτλ., στη σκέψη του συγγραφέα πιστοποιούν ότι στο θέμα του χρόνου είναι απαραίτητη η διαπίστωση σημείων αναφοράς και σύγκρισης ανάμεσα σε στοχαστές διαφορετικών ρευμάτων.
4 „Allgemeine Psychopathologie“, Christian Scharfetter, σελ. 132.
Βιβλιογραφία
Matthias Bormuth: Lebensführung in der Moderne. Karl Jaspers und die Psychoanalyse. Stuttgart–Bad Cannstatt 2002
Karl Jaspers: Allgemeine Psychopathologie. Berlin-Heidelberg-New York 1965
Karl Jaspers: Philosophie und Welt. Reden und Aufsätze. München 1958
Karl Jaspers: Psychologie der Weltanschauungen (1919). Berlin 1960
Karl Jaspers: Die Sprache. Über das Tragische (1947). München-Zürich 1990
Hans Saner: Jaspers. Reinbeck bei Hamburg 1987
J.Ritter und K.Gründer (Hg): Historisches Wörterbuch der Philosophie. Band 4: «Kommunikation», Basel-Stuttgart 1976
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.