σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]
[ Επίλογος στο: E. Minkowski, Étude sur la structure des états de dépression : les dépressions ambivalentes Editions du Nouvel Objet 1993, 64-113 ]1
Μετάφραση Γιάννης Δημόπουλος
Ψυχίατρος-Επιστημονικός υπεύθυνος ΚΨΥ/ΕΠΙΨΥ 6ου τομέα Ψυχαναλυτής μέλος της Ecole de psychanalyse Sigmund Freud
Βιογραφικά στοιχεία
O Eugène E. Minkowski γεννήθηκε στην Αγ. Πετρούπολη το 1885 και πέθανε στο Παρίσι το 1972 […]. Το 1892, η οικογένεια του Minkowski έρχεται στη Βαρσοβία, που ανήκει στη Ρώσικη αυτοκρατορία, από την εποχή του τελευταίου διαχωρισμού της Πολωνίας, με το σύμφωνο της Βιέννης. Εκεί αρχίζει σπουδές Ιατρικής, αλλά, το 1905, το πανεπιστήμιο, τόπος πολιτικής αντίστασης και αυτό των διανοούμενων, κλείνει από την τσαρική αστυνομία, κάτι σαν αντίλαλος στον ποταμό Βιστούλα αυτού που συνέβαινε τότε στον Νέβα ποταμό και την Οδησσό. Πηγαίνει τότε στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιατρική και να πάρει το διδακτορικό του στο Μόναχο το 1909, αλλά, καθώς αυτός ο γερμανικός τίτλος δεν του επιτρέπει να εξασκήσει στη Ρωσία, πρέπει να παρουσιάσει ένα άλλο διδακτορικό λίγο αργότερα στο πανεπιστήμιο της Kazan. Ενδιαφέρεται κυρίως για την ψυχιατρική, αλλά επίσης και για τη φιλοσοφία που σιγά σιγά τον γοητεύει. Γνωρίζουμε εξάλλου ότι η φιλοσοφία κατείχε μια θέση αρκετά σημαντική στις σπουδές της Ιατρικής των γερμανόφωνων πανεπιστημίων.
Το 1914 πηγαίνει στη Ζυρίχη, όπου η σύζυγός του Francoise Minkowska εργάζεται στο Burgholzli ως βοηθός του Bleuler, ο οποίος μόλις τρία χρονιά πριν δημοσιεύει τη μονογραφία του για τη σχιζοφρένεια. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, η δολοφονία του αρχιδούκα Francis Ferdinand, κληρονόμου της διπλής μοναρχίας στο Σεράγεβο, από σέρβο πλανόδιο έμπορο, φέρνει το τελεσίγραφο της Βιέννης και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το Μάρτιο του 1915, παρουσιάζεται στον γαλλικό στρατό και από τότε όλη η επαγγελματική του ζωή θα λάβει χώρα στη Γαλλία, που γνωρίζει τέλεια τη γλώσσα, όπως τα ρώσικα, τα πολωνικά και τα γερμανικά, η πολυγλωσσία του είναι θεμελιώδης για το άνοιγμά του στη γερμανική ψυχιατρική και φιλοσοφία και για τις προσωπικές του σχέσεις με τον L. Binswanger και τον V. Von Gebsatel.
Όταν τελειώνει ο πόλεμος, έρχεται στο Παρίσι για να δουλέψει, όπου δεν βρίσκει την υποδοχή που οι στρατιωτικές του υπηρεσίες θα έπρεπε να του έχουν εξασφαλίσει. Ο μεγάλος πόλεμος ξαναζωντάνεψε τη ξενοφοβία που χρωματίζεται επιπλέον και από αντισημιτισμό. Ως προς τη ρωσική του καταγωγή, τον εκλαμβάνουν ως ένα είδος μπολσεβίκου, έναν από αυτούς που πρόδωσαν τους Γάλλους προς όφελος των Γερμανών στο Brest Litovsk και κατέστρεψαν τους μικρούς γάλλους αποταμιευτές. Έχοντας εργαστεί στη γερμανική Ελβετία, τον εκλαμβάνουν κάποιες φορές σαν Γερμανό, απ’ αυτούς που έκοβαν τα χέρια στα μικρά παιδιά, σαν Εβραίο, βλέπουν σ’ αυτόν έναν ομόθρησκο του Trotski, αλλά επίσης και του W. Rathenau – αυτού του γερμανού υπουργού, υπέρμαχου της Ευρωπαϊκής ειρήνης, δολοφονημένου το 1922 από δύο μέλη των γαλλικών στρατευμάτων στη Βαλτική. Τέλος, ο παριζιάνικος ψυχιατρικός κόσμος δεν τον αφήνει εύκολα να βρει τη θέση του, πρέπει να υποστηρίξει ένα τρίτο διδακτορικό στην Ιατρική και δεν θα πολιτογραφηθεί εύκολα γάλλος υπήκοος.
Ορισμένοι πιο έξυπνοι και λιγότερο αδιάλλακτοι από τον μέσο όρο, γνωρίζοντας τη σημασία του έργου του Bleuler και τον μονοκόμματο μονογλωττισμό των Γάλλων, εκτίμησαν ότι θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να τον δεχθούν στον μικρόκοσμο της ψυχιατρικής του Παρισιού, που είχε ανάγκη να μάθει κάτι για τη σχιζοφρένεια και αγνοούσε παντελώς τη γλώσσα του Goethe. Από τότε τον χειρίζονται με πονηριά, αλλά είναι αυτός που θα βγει κερδισμένος.
Δεν γνωρίζουμε καλύτερο παράδειγμα από το άρθρο που δημοσίευσε το 1921, σε τρία τεύχη του Εγκεφάλου, περιοδικό μεγάλου γοήτρου, όπου κυριαρχούσε ο H. Claude, ο οποίος θα διαδεχόταν τον E. Dupré στην έδρα της ψυχιατρικής έναν χρόνο μετά. Το κείμενο είχε τίτλο: «Η σχιζοφρένεια και η έννοια της ψυχικής αρρώστιας», κι όλοι περίμεναν από τον Minkowski να εκθέσει εκεί, για το μη γερμανόφωνο κοινό, ένα είδος περίληψης του βιβλίου του 1911, που θα τους επέτρεπε να καμώνονται πως το είχαν διαβάσει. Αυτός όμως πραγματοποίησε τελείως άλλο πράγμα κι απάντησε εκεί με τρόπο που ελάχιστα αναμενόταν […].
Στο τρίτο μέρος του άρθρου του προσχεδιάζει τη δική του αντίληψη για τη σχιζοφρένεια, την οποία θα εκθέσει λεπτομερειακά στο βιβλίο του το 1927. Ο Minkowski, που γνώριζε καλά τη θεωρία της μορφής, την οποία είχαν αναπτύξει από το 1914 στο Βερολίνο οι K. Koffka, W. Koehler και M. Wertheimer, καθώς επίσης και την ολιστική νευρολογία του K. Goldstein και την ηθολογία των Buytendijk, Bierens de Haan και Uexkull, έθεσε ως στόχο την κατανόηση της σχιζοφρένειας μέσα από την επιλογή ενός μοναδικού σημείου που να ξεφεύγει από μια αόριστη πολυμορφία και να μην προέρχεται από μια παρωχημένη θεωρία, αλλά να ανήκει πάντα στη σημειολογική τάξη, συμμετέχοντας ήδη στην ψυχοπαθολογία […]. Αυτό το κεντρικό σημείο, αντιπροσωπεύει μια ειδική οντότητα που μπορούμε να την ονομάσουμε ζωτική επαφή με την πραγματικότητα (1921, 249). «Η σχιζοφρένεια είναι σειρά ψυχικών διαταραχών που μπορούν όλες να θεωρηθούν με τον ίδιο τρόπο από την άποψη της επαφής με την πραγματικότητα και δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά μόνο με αυτόν τον τρόπο» (1921, 250). […]
Επιδράσεις του Minkowski από τη φιλοσοφία και τη θεωρία της μορφής2
[Ο Husserl στο έργο του Leçons pour une phénoménologie de la connaissance intime du temps, του 1910] έδειξε ότι η ψυχολογία, τόσο η εμπειρική της αγγλικής παράδοσης όσο και η πειραματική που πραγματεύεται τα δεδομένα με επιστημονικό τρόπο, αποτελούν αυτό που ο Husserl θα ονομάσει το 1911 «φυσικοποίηση της συνείδησης», δηλαδή έναν τρόπο περιγραφής των φαινομένων στο εσωτερικό της φύσης, χωρίς να αναζητείται αυτό που κάνει δυνατή την εκδήλωσή της ως τέτοιας, δηλαδή χωρίς να θέτουν σε λειτουργία την φαινομενολογική εποχή (epoché).3
[Ο Husserl έγραφε]: «Με αυτό εδώ συναντούμε μια επιστήμη –την τεράστια ευρύτητα της οποίας δεν αντιλαμβάνονται ακόμη οι σύγχρονοί μας– που είναι πράγματι επιστήμη της συνείδησης χωρίς όμως να είναι ψυχολογία, αλλά μια φαινομενολογία της συνείδησης, σε αντίθεση προς μια φυσική επιστήμη της συνείδησης. Καθώς εδώ δεν πρόκειται βέβαια για τυχαίο διφορούμενο, έχουμε δικαίωμα, από την αρχή κιόλας, να αναμένουμε ότι η φαινομενολογία και η ψυχολογία είναι στενά συνδεδεμένες, στον βαθμό που κάθε μια απ’ αυτές ασχολείται με τη συνείδηση, αν και με διαφορετικό τρόπο και σύμφωνα με μια διαφορετική στάση. Θέλουμε να πούμε πως η ψυχολογία ασχολείται με την “εμπειρική συνείδηση”, τη συνείδηση σε πειραματική συνθήκη ως να είναι εκεί στην τάξη της φύσης, ενώ η φαινομενολογία ασχολείται με την “καθαρή” συνείδηση, δηλαδή “με τη συνείδηση στη φαινομενολογική της στάση”». […]
Οφείλουμε να σημειώσουμε μια άλλη αναφορά του Minkowski χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα για το πώς χρησιμοποιεί από πολύ νωρίς την έννοια της δομής. Η σκέψη εκείνης της εποχής, που κινούνταν από τη φιλοσοφία στη νευρολογία, στη γενική βιολογία και ίσως ακόμη σ’ αυτό που ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα ονόμαζε Naturphilosophie, σημαδεύεται από την όλο και πιο συχνή χρήση των εννοιών του όλου και της ολότητας, που λεγόταν τότε στα αγγλικά as a whole και στα γερμανικά im Ganzheit. Τέτοιου είδους χρήσεις μετέφεραν μαζί τους κάτι το μη λογικό που θύμιζε συχνά έναν κάποιο ρομαντισμό, και ανήκει πράγματι η τιμή στη θεωρία της μορφής που τις έστρεψε στην τάξη της λογικής και των αυστηρών γνώσεων με τα μεγάλα έργα των Wertheiner, Koehler, Koffka. Γνωρίζουμε ότι ο ζωντανός κόσμος, από τα μονοκύτταρα έως το ανθρώπινο είδος, τουλάχιστον στα σπονδυλωτά και σίγουρα στα θηλαστικά, παρουσιάζει μια θεμελιώδη ενότητα παρά τη φαινομενική ποικιλία, αλλά αυτή η ενότητα δεν παραπέμπει σε κάποια αόριστη μεταφυσική, διότι δομείται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση που η θεωρία της μορφής επεξηγεί με συνέπεια. Ο ζωντανός κόσμος –οργάνωση και συμπεριφορά– δεν συγκροτείται από παράθεση στοιχείων διακριτών και απομονωμένων, που το καθένα τους είναι εξωτερικό ως προς το άλλο, αφού το πιο απλό που παρουσιάζει είναι ήδη μια δομή, δηλαδή μια “οντότητα αυτόνομη από εσωτερικές εξαρτήσεις’’, η μελωδία της οποίας μπορεί να προσφέρει το καλύτερο παράδειγμα: η απλούστερή της μορφή μπορεί να είναι μια νότα, όχι μια απομονωμένη νότα, αλλά μια νότα που αντιτίθεται στη σιωπή. Ως δομή είναι καμωμένη από αμοιβαίες σχέσεις των στοιχείων της και όχι από τα στοιχεία της απομονωμένα το ένα από το άλλο. Μπορούμε να την μεταφέρουμε και να την τοποθετήσουμε αλλού και τότε αυτό που μεταφέρουμε είναι το σύστημα των σχέσεων του καθενός απ’ αυτά τα στοιχεία με όλα τα αλλά, και όχι κάθε στοιχείο παρμένο ξεχωριστά, γιατί όταν την τοποθετήσουμε στην επάνω ή στην κάτω οκτάβα, καμία από τις νότες της αρχικής μελωδίας δεν ξαναβρίσκεται μέσα στη μελωδία που μεταφέρθηκε (Koffka). Αρκεί όμως μια από τις νότες να αλλάξει, ώστε η μελωδία να μην είναι η ίδια, τόσο που αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη μεταφορά, που την διατηρεί, και την τροποποίηση μιας και μονής μονάδας που την εξαφανίζει, δείχνει πολύ καλά τι είναι μια δομή.
Η έννοια της δομής λοιπόν έπαιξε έναν μεγάλο ρόλο σε διαφορετικά πεδία, αλλά, ως προς αυτό που μας ενδιαφέρει, πρέπει να κρατήσουμε τις επιπτώσεις της στη βιολογία, την ηθολογία και, ακριβέστερα, στην ολιστική νευρολογία του μεσοπολέμου, όπου το έργο του K. Goldstein συνιστά την πιο λαμπρή απεικόνιση: Εν συντομία, η έννοια της μορφής και της δομής ως εικόνας-πάνω-σε φόντο επιτρέπουν στο τελευταίο μια μελέτη της λειτουργίας του νευρικού συστήματος που να μπορεί να εφαρμοστεί σ’ αυτό ως σύνολο που ευνοεί τη μέθοδο της μονογραφίας [την ενδελεχή παρουσίαση μιας περιπτώσεως], χωρίς να χαθεί σε κάτι ά-λογο ρομαντικό […].
Επιδράσεις του Minkowski από τη γερμανική ψυχιατρική παράδοση ιδιαίτερα όσον αφορά στην κατάθλιψη
Στη γερμανική ψυχιατρική, η εξέλιξη φαίνεται τελείως διαφορετική. Τη θέση αυτή έχει εκθέσει πλήρως ο W. Griesinger, που δημοσίευσε το 1845 το πρώτο πραγματικό εγχειρίδιο ψυχιατρικής που εμφανίζεται στα γερμανικά (και μεταφράστηκε στα γαλλικά είκοσι χρόνια αργότερα). Η Einheitpsychose [ενιαία ψύχωση], γερμανικό αντίστοιχο της ψυχικής αλλοτρίωσης, περιλαμβάνει μια πρώτη περίοδο γενικής, διάχυτης κακουχίας, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τη φρεναλγία, την οποία διαδέχονται οι ειδικές διαταραχές της διάθεσης είτε κατάθλιψη είτε διέγερση. Όλα αυτά μπορεί να παραμείνουν εδώ και το καταθλιπτικό επεισόδιο να θεραπευθεί χωρίς κατάλοιπα, αντιπροσωπεύοντας έτσι μια στιγμή χωρίς συνέπειες που διακόπτεται γρήγορα.
Όμως η προοπτική μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Αυτό που δεν ήταν παρά μια αναστάτωση των συναισθημάτων και της διάθεσης μπορεί να διατυπωθεί με τρόπο λίγο ως πολύ διανοητικό με τις αναπαραστάσεις που τείνουν να οργανωθούν με παραληρηματικό τρόπο, κάτι που σημειώνει με τον όρο του Wahnsinn. Εδώ ακόμη το καθετί μπορεί να εξαφανιστεί, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε τρεις μορφές που αντιπροσωπεύουν τις εξελίξεις της ενιαίας ψύχωσης μέσα στη χρονιότητα: Ένα συστηματικό παραλήρημα (Verrücktheit) με ένα δευτερογενές διανοητικό έλλειμμα, μια διεγερμένη άνοια (Verwirtheit), μια απαθή άνοια (Bloedsinn).
Αυτό που μας ενδιαφέρει σε μια τέτοια θεώρηση είναι ότι οι διαταραχές της διάθεσης, και συνεπώς η παθολογική κατάθλιψη, εμφανίζονται εκεί ως φαινόμενα πρωταρχικά και κύρια με την έννοια ότι αντιπροσωπεύουν την αρχή οποιασδήποτε ψυχικής παθολογίας και ότι μπορεί να μην έχουν συνέχεια, αλλά και ότι δεν υπάρχουν παραληρηματικές επεξεργασίες παρά μεταγενέστερες αυτών.
Έτσι όπως η ψυχική αλλοτρίωση στη Γαλλία, μετά το μισό του 19ου αιώνα, η έννοια της ενιαίας ψύχωσης σταματά να επιβάλλεται στη γερμανική ψυχιατρική και το ενιαίο σχήμα του Griesinger χάνει έδαφος. Από τη μία παραδέχονται την ύπαρξη διαταραχών απ’ ευθείας παραληρηματικών, που δεν διαδέχονται μια περίοδο διαταραχής της διάθεσης και αυτό δηλώνουν εκφράσεις όπως πρωτογενής παράνοια. Από την άλλη περιγράφουν αυτόνομες νοσηρές οντότητες, που δεν βρίσκουν καμία θέση στο εξελικτικό μοντέλο των ρομαντικών: είναι η περίπτωση, ανάμεσα σε άλλες, της κατατονίας του Kahlbaum, προερχόμενη από την ηβηφρένια του Hecker.
Αυτό το κίνημα αναπτύσσεται τότε με επιβλητικό τρόπο με το έργο του Kraepelin και την περίφημη εργασία του Psychiatrie Ein Lehrbuch für Studierende und Aerzte, που αναπτύσσεται από την 1η έκδοση το 1883 ως την 8η το 1915 και καταλήγει στην ιδέα ότι το σύνολο της ψυχιατρικής συγκροτείται όχι με τα σύνδρομα, όπως θεωρούσε ο Jaspers αλλά με τις ασθένειες, χαρακτηριζόμενες από τυπικά σημεία και κυρίως από μια εξέλιξη καθαρή και προβλέψιμη. Κι ότι δύο μεγάλες αρρώστιες κυριαρχούν, μέσα από την αντίθεσή τους, στο πεδίο της ψυχιατρικής, η πρώιμη άνοια και η περιοδική μανιακοκαταθλιπτική ψύχωση.
Η πρώιμη άνοια, ενώνοντας διαμέσου της ομοιότητας των τελικών φάσεων, την παρανοϊκή ψύχωση, την ηβηφρένεια και την κατατονία, δηλαδή όλα τα χρόνια παραληρήματα, εκτός της παράνοιας και των σπάνιων παραφρενειών, επιτρέπει να αντιληφθούμε έτσι όλη τη συνεχόμενη ψυχική παθολογία που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ούτε από γνωστές εγκεφαλικές βλάβες, ούτε από κάποια τοξίνωση, ούτε από ενδοκρινολογικές διαταραχές, ούτε μέσα από μια αντιδραστική ψυχογένεση, όπως η διεκδικητικότητα ή οι ψυχώσεις των φυλακών.
Η περιοδική μανιοκαταθλιπτική ψύχωση αντιστοιχεί, μαζί με τη μανία, τη μελαγχολία, και τις μικτές καταστάσεις, στο σύνολο των διαταραχών της διάθεσης που χαρακτηρίζονται από την κληρονομικότητα, την απουσία της εξέλιξης προς την άνοια και τις υποτροπές των επεισοδίων, που χωρίζονται από μεσοδιαστήματα λίγο ως πολύ μεγάλα χωρίς συμπτώματα. Από τότε, καταλήγουμε να μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρούμε τις καταθλιπτικές καταστάσεις σαν κλινικές όψεις κάπως ειδικές της μελαγχολίας, χωρίς να ξεχνάμε ότι ο Kraepelin δεχόταν πάντα την υπόθεση ότι ορισμένες ψυχικές διαταραχές ήταν απάντηση σίγουρα σε μια ψυχογένεση, συχνά αντιδραστική.
Με τη δημοσίευση το 1911 του βιβλίου πάνω στη σχιζοφρένεια, ο Bleuler θα περιπλέξει τα πράγματα. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες που δεν θα έβρισκαν εκεί τη θέση τους, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε κάποια βασικά σημεία. Κατ’ αρχάς, δεν πρόκειται κατ’ αυτόν για μια ενιαία ασθένεια, γιατί στον ίδιο τον τίτλο αναφέρει “ομάδα των σχιζοφρενειών”, τοποθετώντας στον πληθυντικό το αντικείμενο. Εκτιμά όμως ότι μπορούμε να θεωρήσουμε πως έχουν κοινή διαδικασία, της οποίας η οργανική φάση δεν είναι ακόμη γνωστή, αλλά η ψυχική της πλευρά προκύπτει από μια διαταραχή στη σύνδεση των ιδεών, βασική διαταραχή που θα οδηγήσει στη διάσπαση και στην αυτιστική αναδίπλωση της ίδιας της εσωτερικότητάς της.
Αυτή η ψυχοπαθολογία περιλαμβάνει βασικά συμπτώματα που, χωρίς να ταιριάζουν απολύτως στα κατά τον Bleuler πρωτογενή σημεία, υπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της αρρώστιας, όπως επίσης και συνοδά συμπτώματα που μπορεί να λείπουν τελείως, να εμφανίζονται ή να εξαφανίζονται και μερικές φορές να καταλαμβάνουν όλη την κλινική εικόνα. Ανάμεσα σε αυτά τα πολύ ανόμοια, για να πούμε την αλήθεια, συνοδά συμπτώματα, βρίσκουμε τα οξέα σύνδρομα και ανάμεσά τους, στην πρώτη σειρά, τις μελαγχολικές καταστάσεις της σχιζοφρένειας – αντίθετα προς τη συνολική θεωρία του Kraepelin.
Κατά τον Bleuler, η τριάδα συμπτωμάτων που συνενώνει την καταθλιπτική διάθεση, την ψυχική αναστολή και την κινητική αναστολή είναι μια από τις πιο συχνές ανάμεσα στα οξέα σύνδρομα που παρατηρούνται στη σχιζοφρένεια, ιδίως στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της εξέλιξης της αρρώστιας, μερικές φορές στην αρχή της, και τότε πρόκειται γι’ αυτό που θα αποκαλέσουμε για κάποιες δεκαετίες μια άτυπη καταθλιπτική κατάσταση.
Η μελαγχολική κατάσταση βρίσκεται εκεί συχνά μπερδεμένη, όχι μόνο λόγω της επιμονής ορισμένων σημείων καθαρά σχιζοφρενικών, αλλά και επειδή, λόγω της διάσπασης, το υποκείμενο αγνοεί τη θλίψη, τον ηθικό πόνο και τις απαισιόδοξες αναπαραστάσεις. Ανίκανος να κάνει οτιδήποτε, ακόμη και να φάει, βρίσκεται σε μια ακατάπαυστη ασυνάρτητη δραστηριότητα. Παρατηρούμε εκεί, αρκετά συχνά, παραληρητική θεματολογία και μια ψευδαισθητική δραστηριότητα, ιδίως ακουστική, λεκτική και αισθητηριακή, με κυριαρχία των υποχονδριακών αναπαραστάσεων και είναι ο ίδιος ο Bleuler που υπενθυμίζει ότι κατά τη γνώμη του το σύνδρομο Cotard έχει να κάνει σχεδόν πάντα με τη σχιζοφρενική μελαγχολία. Συμβαίνει το ίδιο και για το μανιακό σύνδρομο.
Αυτές οι μερικές υπενθυμίσεις του μεγάλου έργου του 1911 μας δείχνουν, αντίθετα με αυτό που θα μπορούσε να μας κάνει να πιστέψουμε μια αναδρομή κάπως πολύ σχηματική, ότι η γερμανική ψυχιατρική των αρχών του 20ου αιώνα δεν συνοψιζόταν στην κρεπελίνια ορθοδοξία και δεν θα έπρεπε να περιορίζουμε τη γνώση μας μόνο στην ωραία και βολική αντίθεση της πρώιμης άνοιας με την περιοδική μανιοκαταθλιπτική ψύχωση.
Οι φαινομενολογικές εργασίες αυτής της περιόδου πάνω στην κατάθλιψη βαδίζουν εντελώς προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι πολυάριθμες, αλλά θα περιοριστούμε σε αυτές του E. Strauss και του V. Von Gebsattel, που ο Minkowski εξάλλου αναφέρει ειδικά. Χρησιμοποιούν κυρίως μια μονογραφική μέθοδο, μελετώντας εξονυχιστικά μια περίπτωση ή έναν μικρό αριθμό περιπτώσεων, μέθοδος που αφορά κυρίως τους αρρώστους που η παραδοσιακή κλινική τους θεωρούσε μάλλον ως άτυπους.
Η εργασία του E. Strauss, δημοσιευμένη το 1928, στο Monatsschrift Für Psychiatrie und Neurologie, ξεκινά από μια φαινομενολογική περιγραφή της βιωμένης εμπειρίας του χρόνου, Zeiterlebnis, όπου διακρίνει τον έμφυτο χρόνο όπως τον αισθάνεται άμεσα το υποκείμενο και τον ονομάζει immanente zeit ή ich-zeit και τον χρόνο που βιώνεται απ’ ευθείας με άλλα άτομα του περιβάλλοντος που ονομάζει μεταβατικό χρόνο (transennte zeit) ή χρόνο του κόσμου (weltzeit). Δεν πρόκειται τόσο για τον κοσμικό χρόνο των επιστημών, αλλά για την εμπειρία της κοινωνικής χρονιότητας, που μοιράζεται με τους άλλους μέσα σε αυτό που η γερμανική γλώσσα ορίζει με την απλή έκφραση και δύσκολα μεταφράσιμη του Mitsein (το είναι μαζί).
Ο Strauss παρατηρεί ότι πολύ συχνά, μέσα στην καθημερινή ζωή, αυτές οι δύο όψεις της βιωμένης εμπειρίας του χρόνου βρίσκονται σε αρμονία η μία με την άλλη, και το υποκείμενο περνά αυθόρμητα και χωρίς εμπόδιο από την πολύ ατομική εμπειρία στην κοινή εμπειρία. Σημειώνει όμως ότι μερικές φορές εμφανίζεται μία ορισμένη ασυμφωνία: ο άμεσος χρόνος βιώνεται σαν να πηγαίνει πιο γρήγορα από τον μεταβατικό χρόνο κι αυτό είναι μια εμπειρία μιας χαρούμενης γρηγοράδας. Ή, διαφορετικά ειπωμένο, αυτός ο άμεσος χρόνος φαίνεται να καθυστερεί σε σχέση με τον μεταβατικό χρόνο και τότε προκύπτει η εμπειρία της θλίψης και της ανίας. Τέτοιες παρατηρήσεις καταδεικνύουν αρκετά καθαρά ότι η φαινομενολογική σκέψη δεν δέχεται την έννοια της διάθεσης, Stimmung, ως τέτοιας, αλλά ψάχνει να ανακαλύψει τη χρονική δομή, με τρόπο ώστε η διάκριση της χαράς και της ανίας να παραπέμπει στις δύο ενδεχόμενες σχέσεις μεταξύ του άμεσου χρόνου και του μεταβατικού χρόνου.
Στην ενδογενή κατάθλιψη, για τον E. Strauss, ο άμεσος χρόνος βιώνεται ως επιβραδυμένος και μοιάζει μερικές φορές να σταματά, ενώ ο μεταβατικός χρόνος φαίνεται όμοιος με αυτόν που ήταν πριν. Αυτή η βιωμένη εμπειρία της επιβράδυνσης του χρόνου μεταφράζεται στην κλινική με διάφορα σημεία ψυχικής και κινητικής αναστολής, αλλά έχει τον αντίκτυπό της στο σύνολο της ψυχικής ζωής. Περιγράφει εκεί ιδιαιτέρως δύο: από τη μία, το υποκείμενο δεν καταφέρνει πια να τελειώνει με τις παρούσες καταστάσεις ή καλύτερα είναι ανίκανο να υπομείνει ότι μια δυσκολία παραμένει ακόμη, ενώ πρέπει να ξεπεραστεί: Έχει ανάγκη να τακτοποιήσει όλο το παρόν πριν μεταφερθεί προς ένα κοντινό μέλλον και όπως στην καθημερνή ζωή δεν θα μπορέσουμε ποτέ να προσαρμόσουμε οριστικά τα πάντα, χάνει τη φόρα του προς το μέλλον. Από την άλλη, έχει την αίσθηση που τον διαλύει, ότι όλο το παρελθόν έρχεται να καθορίσει το παρόν με έναν τρόπο ολοκληρωτικό και αμείωτο. Δεν έχει πια τίποτα να κάνει, το παρελθόν δεν είναι πια μόνο μια συνθήκη του παρόντος, αλλά αφαιρεί από αυτό κάθε περιθώριο ελευθερίας, έτσι που προκύπτει μια παθητική αναμονή της καταστροφής, που μπορεί να έχει ως θεματολογία την οικονομική καταστροφή, την αναξιότητα, το ανίατο και τον θάνατο.
Θα αντιληφθούμε την ποικιλομορφία της σημειολογίας που εντάσσεται σε μια ενιαία διαδικασία, αν ακολουθήσουμε τον E. Strauss κατά τον οποίο η επιβράδυνση του αμέσου χρόνου προκύπτει σχεδόν άμεσα από την υποτιθέμενη βιολογική αλλοίωση. Οτιδήποτε κι αν σκεφτούμε σχετικά με την αιτιοπαθογένεια, μια τέτοια εργασία φωτίζει μια θεμελιώδη διαταραχή, την αντίθεση ανάμεσα στον άμεσο επιβραδυμένο χρόνο και στον μεταβατικό χρόνο που μένει αυτός που ήταν, και από αυτή τη θεμελιώδη διαταραχή κατορθώνει να ενοποιήσει την εμπειρική ποικιλία των όψεων της κλινικής.
Τον ίδιο χρόνο, ο V. von Gebsattel δημοσίευε στο Der Nervenartzt ένα άρθρο που αφορά την παρακολούθηση ενός καταθλιπτικού επεισοδίου με σημαντικές αλλοιώσεις της βιωμένης εμπειρίας του χρόνου και φαινόμενα ψυχαναγκαστικής σκέψης, αυτό που σημαίνει ο όρος Zwangs-denken του τίτλου.
Η άρρωστη παραπονιέται πως νιώθει είναι υποχρεωμένη να λέει ακατάπαυστα στον εαυτό της ότι ο χρόνος περνά και να το ξαναλέει με τις ίδιες πάντα λέξεις. Δεν μπορεί να ακούσει ένα πουλί που τιτιβίζει χωρίς να παρατηρήσει ότι αυτό διήρκησε ένα δευτερόλεπτο, ούτε να ακούσει μια σταγόνα νερό που πέφτει χωρίς να σκεφτεί με παρόμοιο τρόπο. Γίνεται το ίδιο όταν πρόκειται να πάρει το τρένο και της είναι αποκρουστικό το ενδεχόμενο ενός γάμου της γιατί νιώθει να την καταπιέζει η διάρκεια της τελετής. Δεν κατορθώνει πια να αισθάνεται σε αρμονία με τους άλλους, γιατί οι άλλοι δεν συμφωνούν με αυτή την υποχρέωση να αναπαριστά χωρίς διακοπή τον χρόνο που περνά. Δεν θα μπορούσε να ευχαριστηθεί την επιστροφή της άνοιξης, γιατί η επιστροφή της άνοιξης μειώνει τη χρονική απόσταση που την χωρίζει από τον θάνατο. Έτσι όλα χάνουν το παραμικρό νόημα και αυτή η απώλεια νοήματος την κάνει να υποφέρει πολύ.
Ο V. Von Gebsattel μελετά την περίπτωση αυτού του καταθλιπτικού επεισοδίου αντιπαραβάλλοντας μια μέθοδο που ονομάζει ιστορική και γενετική με μια άλλη, που ονομάζει δημιουργική και γενετική. Η πρώτη συνίσταται στο να αναζητήσει με την άρρωστη ό,τι στο παρελθόν της μπορεί να εξηγήσει τη σημασία που πήρε η σκέψη του χρόνου κατά τη διάρκεια αυτού του επεισοδίου· για παράδειγμα, αν ο φόβος του γήρατος έπαιξε κάποιο ρόλο. Αλλά ο V. Von Gebsattel, χωρίς να αρνείται το ενδιαφέρον μιας τέτοιας έρευνας, θεωρεί ότι δεν μπορεί να φωτίσει παρά το περιεχόμενο των διαταραχών και ότι σχεδόν δεν κατανοεί τα φαινόμενα της ψυχαναγκαστικής σκέψης που βασανίζουν περισσότερο την άρρωστη. Γι’ αυτόν τον λόγο προτείνει να τη μελετήσει διαφορετικά.
Παρατηρεί ότι, στις καταστάσεις παροδικής κόπωσης, μπορούμε να βιώσουμε το συναίσθημα ότι ο άμεσος χρόνος ακινητοποιείται, ενώ ο μεταβατικός χρόνος διαφεύγει με τρόπο κενό και απογοητευτικό. Και θυμίζει ότι ο Ντοστογιέφσκι, περιμένοντας την εκτέλεσή του, από την οποία δεν γλίτωσε εξάλλου παρά την τελευταία στιγμή, κατέγραφε εξονυχιστικά όλες τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, λόγω ελλείψεως της δυνατότητας να συμμετέχει στην κίνηση του κόσμου.
Στην περίπτωση αυτού του καταθλιπτικού επεισοδίου, η άρρωστη κυριαρχείται από αυτή την αίσθηση του χρόνου που απλώς περνά χωρίς να συμμετέχει η ίδια. Αλλά καταγράφει όλα τα τυχαία συμβάντα με αυτήν τη χρονική ιδιαιτερότητα, δηλαδή όχι γι’ αυτά τα ίδια, αλλά απεικονίζοντας αυτήν τη μάταιη φυγή του χρόνου. Και καθώς λείπει μια ορισμένη κίνηση προς το μέλλον, όπου ο άμεσος χρόνος θα συναντούσε τον μεταβατικό χρόνο, κάθε ενδεχόμενο σχέδιο μετατρέπεται σε αόριστες υποδιαιρέσεις, όλο και περισσότερο απομονωμένων στοιχείων που την παραλύουν όλο και πιο πολύ, όντας υποχρεωμένη να τα καταγράψει με την απροσδιόριστη συνέχεια του καθενός από αυτά. Η σκέψη της έτσι προσηλωμένη σε αυτή την καταγραφή, γίνεται τότε η μόνη και μοναδική της δραστηριότητα, αλλά μια δραστηριότητα μη δημιουργική, επαναληπτική και υποχρεωτική. Η βιωμένη εμπειρία του άγχους της είναι πολύ ιδιαίτερη: μόνιμο άγχος συνδεόμενο με την αναπαράσταση του θανάτου, που πλησιάζει σε αυτήν μέσα από μια κενή και παράλογη ροή του χρόνου με κάποιο επαναληπτικό μεσοδιάστημα που δεν μπορεί παρά να την τρομοκρατεί. Εδώ ακόμη βρίσκουμε ένα παράδειγμα φαινομενολογικής μελέτης μιας αρκετά ειδικής περίπτωσης κατάθλιψης, όπου ο V. Von Gebsattel αναδεικνύει όλα όσα διδάσκει η έρευνα που έχει διεξαχθεί σε όλες τις όψεις της βιωμένης εμπειρίας της χρονιότητας.
Δύο κλινικές μονογραφίες4
[Η έννοια της δομής] εμφανίστηκε στο προσκήνιο μέσα από τη θεωρία της μορφής που εισήχθη ιδιαίτερα στην ιατρική από την ολιστική νευρολογία του Goldstein και η οποία προσδιορίζει έναν τύπο ερευνών για την αποσαφήνιση των σχέσεων με τις εμπειρίες του χρόνου και του χώρου που συμβαίνουν σ’ αυτές τις [αμφίθυμες] καταθλιπτικές καταστάσεις.
Ως προς τις αμφίθυμες καταθλίψεις, ο όρος θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια όσο θα μέναμε στη διχοτομία του Kraepelin με τη σθεναρή αντίθεση μεταξύ πρώιμης άνοιας και μανιοκατάθλιψης. Αλλά θυμίζουμε ότι κατάθλιψη από τη μια μπορούσε να καταδεικνύει ένα σύνδρομο όσο μια νόσο και ότι ο Bleuler, ανάμεσα στις διαταραχές που μπορούσαν να επέλθουν κατά τη διάρκεια εξέλιξης μιας σχιζοφρένειας, εντόπιζε μελαγχολικά επεισόδια, κλινικά λίγο ως πολύ ιδιαίτερα. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτό το ενδεχόμενο υπαινίσσεται εδώ ο Minkowski.
Έξαλλου εάν διαβάσουμε τις σημειώσεις κάτω στην πρώτη σελίδα της εργασίας του, θα συναντήσουμε εκεί γειτονικές εκφράσεις που δεν θα έπρεπε πια να μας εκπλήττουν, όπως σχιζοφρενική μελαγχολία, ψυχοδιανοητικός αυτοματισμός σε συνδυασμό με μελαγχολικό παραλήρημα, ψυχοδιανοητικός αυτοματισμός και κοιναισθητοπάθεια, πρεσβυοφρενική κατάθλιψη και ούτω καθεξής. Επισημαίναμε ήδη πιο πάνω την ιδιαίτερη προτίμηση των φαινομενολόγων ψυχίατρων για τις λιγότερο τυπικές πλευρές της ψυχικής νόσου […].
Η εργασία του Minkowski συνδέει δυο μονογραφίες, εκ των οποίων η πρώτη είναι πολύ πιο αναπτυγμένη από τη δεύτερη. Πρόκειται κατ’ αρχάς για έναν νέο άνδρα 26 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό, που κατά τη διάρκεια σχεδόν ενός χρόνου υποφέρει από βαριά κατάθλιψη, με σχεδόν πλήρη αδράνεια και απουσία κάθε δραστηριότητας. Ήταν προικισμένος στην αυτοπαρατήρηση και εμπιστευόταν φαίνεται πολύ εύκολα τον γιατρό, με τον οποίο κουβέντιαζε κάθε μέρα και μπορούσε έτσι να κρατήσει σημειώσεις καθημερινές και ακριβείς.
Καθώς τα παράπονα του αρρώστου έμεναν αμετακίνητα κατά τη διάρκεια όλου του επεισοδίου, δεν εκτίθενται με χρονολογική σειρά, αλλά πιο πολύ κατά θέματα, αυτά δε κατηγοριοποιημένα ταυτόχρονα σύμφωνα με την παραδοσιακή ορολογία, κατόπιν δε με τρόπο πιο πρωτότυπο. Ο Minkowski σημειώνει κατ’ αρχάς τις κοιναισθητικές και υποχονδριακές εκδηλώσεις, έπειτα επισημαίνει την αίσθηση που έχει ο άρρωστος ότι έχει γίνει τελείως διαφορετικός από τότε που έχει κατάθλιψη και την εντύπωση ότι δεν αισθάνεται τον εαυτό του μέσα στο σώμα του, ότι έχει χάσει κάθε ένδειξη ότι υπάρχει, ότι δεν βρίσκει πια καμιά σημασία σε εκφράσεις όπως οι λέξεις εγώ και εσύ. Προσθέτει ότι εάν του συμβαίνει ακόμη να βγαίνει, οι άνθρωποι που συναντά του δίνουν την εντύπωση φαντασμάτων, και τον εκπλήσσει το γεγονός ότι μπορούν να μιλούν και να δρουν.
Τα εξωτερικά γεγονότα, οι συμπεριφορές και οι ομιλίες των άλλων προσώπων επιβάλλονται στο υποκείμενο, που αισθάνεται να τον εξουσιάζουν χωρίς τίποτα να μπορεί να ολοκληρώσει μονός του. Και ταυτόχρονα, οι άλλοι του φαίνονται απρόσιτοι, δεν μπορεί να τους απευθύνει παρά ομιλίες παραπλανητικές. Θέλει να εμπιστευτεί τον γιατρό, αλλά δεν καταφέρνει να του επικοινωνήσει παρά το αντίθετο από αυτό που επιθυμεί να του εκφράσει.
Η δράση του είναι αδύνατη γιατί αισθάνεται ταυτόχρονα την επιθυμία να κάνει κάτι και να μην το κάνει, και αυτή η αμφιθυμία εκδηλώνεται επίσης και προς τον Minkowski, που τον ξαποστέλνει στον διάβολο και ταυτόχρονα παίρνει από αυτόν μια αίσθηση ασφάλειας. Μερικές φορές, φθάνει να είναι ξεκάθαρα αρνητικός, αλλά κυρίως δεν μπορεί πια να αισθανθεί ότι οι δράσεις διαδέχονται η μια την άλλη ούτε ότι μια δράση μπορεί να φθάσει στο τέρμα της. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί πια να σταματήσει μια πράξη στη διάρκεια της εκτέλεσής της και είναι ανίκανος να εγκαταστήσει και να διατηρήσει μια κατευθυντήρια γραμμή.
Από την αρχή κιόλας του καταθλιπτικού του επεισοδίου, αισθάνθηκε τη βεβαιότητα ότι είναι, όπως λέει ο ίδιος, ένας άρρωστος του χρόνου. Αισθάνεται τον χρόνο να δραπετεύει, χωρίς να κατορθώσει να συγχρονίσει την προσωπική του εμπειρία του χρόνου με αυτή του χρόνου των άλλων. Δεν μπορεί να αφομοιώσει την εξέλιξη των γεγονότων γύρω από αυτόν. Μπορεί να δει συγκεκριμένα ένα ακίνητο δένδρο, αλλά όχι ένα αυτοκίνητο που κινείται. Ζει τον χρόνο αποσπασματικά, μέσα σε μια στιγμή, χωρίς καμία σύνδεση που θα μπορούσε να οργανώσει τα διαδοχικά συμβάντα. Δεν αισθάνεται πια ποτέ το σύγχρονο των συμβάντων μέσα στα όποια ζει και που τον αφορούν. Δεν ζει πια με προσωπικό τρόπο την πρόοδο του χρόνου, τη διάδοχη των λεπτών και των ημερών. Το παρόν δεν είναι ποτέ συγκεκριμένο γι’ αυτόν. Το παρελθόν τον απασχολεί με επιβλητικό τρόπο, στον όποιο δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα και το μέλλον δεν υπάρχει. Ο χρόνος είναι βιωμένος σαν μια ματαιότητα και είναι πάντα πολύ αργά.
Η δεύτερη κλινική περίπτωση αφορά μια γυναίκα 37 χρονών, που ασχολήθηκε πολύ με τις απόκρυφες επιστήμες πριν αρρωστήσει, και υπέφερε κι αυτή από καταθλιπτικό επεισόδιο μεγάλης διάρκειας, γιατί διαρκεί ήδη ένα χρόνο όταν ο Minkowski αρχίζει να δουλεύει μαζί της. Όλα άρχισαν με την επιστροφή του συζύγου της από ένα μακρινό ταξίδι, με μια διχαστική εμπειρία, που βιώθηκε με άγχος και θλίψη. Παραμένει ανήσυχη, άπραγη, με μονότονα παράπονα. Δεν μπορεί να οδηγήσει τον εαυτό της, η σκέψη της δεν της ανήκει πια, το κεφάλι της πάει να σπάσει, υπάρχουν πολλά αλλά και όχι αρκετά σ’ αυτήν, δεν είναι πραγματική, κοιμάται και υποφέρει διπλά, σκέφτεται και η σκέψη την σκέφτεται, το έξω αντανακλάται μέσα της και διπλασιάζεται κ.λπ.
Η σημειολογία της βιωμένης εμπειρίας του χρόνου5
[…] Ο εν λόγω ασθενής έχει συνεχώς την αίσθηση μιας καθυστέρησης ανάμεσα στην ίδια την προσωπική του εμπειρία του χρόνου και την εξέλιξη αυτού που συμβαίνει στον περιβάλλοντα κόσμο. Συνήθως, όπως ήδη παρατηρούσε ο E.Strauss, ο καθένας έχει περίπου την εντύπωση μιας αντιστοιχίας και μιας εγγύτητας ανάμεσα στον υποκειμενικό χρόνο και τον χρόνο του περιβάλλοντος, ειδικά των κοντινών του ανθρώπων και των στοιχείων της καθημερινής ζωής. Δεν πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στον συγκεκριμένο χρόνο του υποκειμένου και στον αφηρημένο χρόνο της φυσικής, αλλά για τη διάκριση που επιτρέπει να αναγνωριστεί η εσωτερική διάσταση του χρόνου και η διάσταση του χρόνου του περιβάλλοντος. Στην κανονική ζωή δεν συγχέονται, αλλά συνυπάρχουν σε αρμονία και ο καθένας έχει έτσι την εμπειρία της συγχρονικότητας με αυτό που τον περιβάλλει, συμμετέχει αυθόρμητα στο γίγνεσθαι αυτού που τον περιβάλλει. Αντιθέτως, ο ασθενής που μελετάμε ζει μια αναντιστοιχία ανάμεσα στον άμεσο (immanent) χρόνο και στον μεταβατικό χρόνο (transitif) και έχει χάσει το αίσθημα μιας πραγματικής συμμετοχής του στα γεγονότα που τον περιβάλλουν και τον αφορούν.
Επιπλέον, δεν καταφέρνει να αισθανθεί αυτό που είναι καινούργιο σε κάθε στιγμή, αυτό που κάνει, παρά την επανάληψη αμέτρητων κινήσεων και καταστάσεων της προηγούμενης και της προ-προηγούμενης, κάθε πρωί να είναι το πρωί μιας καινούργιας μέρας. Στη συνηθισμένη εμπειρία, ο χώρος εγγυάται τη μονιμότητα του όμοιου και ο χρόνος βεβαιώνει τον ερχομό του καινούργιου και του διαφορετικού. Έχει χάσει την εντύπωση της αρχής ενός νέου πράγματος και γι’ αυτόν ότι συμβαίνει δεν καταλήγει παρά ως η επανεκκίνηση αυτού που έχει ήδη συμβεί, κι έτσι, αδυνατώντας να μπορεί να αρχίσει, δεν μπορεί να ξαναρχίσει: εάν βγει για περπάτημα, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει τη βόλτα των προηγούμενων ημερών.
Δεν μπορεί ούτε να αφομοιώσει ό,τι συμβαίνει γύρω του, όπως το αποκαλύπτει πολύ καλά η διαφορά που κάνει ανάμεσα στο δέντρο και το αυτοκίνητο. Μπορεί να δει ένα δέντρο που ριζωμένο δεν κινείται και φαίνεται ξένο στο γίγνεσθαι. Μπορεί επίσης το ίδιο καλά να δει ένα σταματημένο αυτοκίνητο, αλλά μόλις αυτό μετακινηθεί δεν μπορεί να ακολουθήσει την κίνησή του. Επισημαίνει εξάλλου ότι «βλέπει» πραγματικά το αυτοκίνητο που αλλάζει θέση, αλλά ότι αποτυγχάνει να αφομοιώσει στην προσωπική εσωτερική του εμπειρία αυτό το γρήγορο πέρασμα, το οποίο ξεπερνά αυτό το οποίο μπορεί να παρακολουθήσει συγκεκριμένα. Γι’ αυτόν τον λόγο μένει σπίτι του, στη σιωπή και τη μοναξιά, με ένα περιβάλλον σχεδόν ακίνητο και τίποτα δεν τον κάνει να υποφέρει τόσο πολύ, όσο ότι πρέπει να βιαστεί.
Αλλά, προστατευμένος από αυτή την απομόνωση, έχει την εντύπωση ότι ζει στιγμιαία, χωρίς καμία σχέση με τη στιγμή που προηγήθηκε ούτε με τη στιγμή που θα ακολουθήσει, η εμπειρία του χρόνου είναι μια διαδοχή απομονωμένων στιγμών η μια από την άλλη, χωρίς σχέση ούτε συνέχεια, ενός τεμαχισμού χωρίς καμία συνάφεια. Ο Minkowski αναδεικνύει εδώ ένα τυπικό παράδειγμα: όταν κρατά σημειώσεις δεν μπορεί να βρει ενδιαφέρον παρά μόνο στην τελευταία που μόλις σημείωσε, γιατί οι άλλες του είναι μακρινές και ξένες.
Η αρμονία των τριών δομών του χρόνου, αυτό που ο Husserl στα μαθήματά του που δημοσιεύθηκαν το 1928, ονόμαζε το παιχνίδι των κρατήσεων ή των προωθήσεων, είναι γι’ αυτόν τελείως αποδιοργανωμένη. Το παρόν δεν έχει πλέον κανένα συγκεκριμένο χαρακτήρα και περιορίζεται σε έναν απόλυτο ρεμβασμό, το παρελθόν δεν συνεχίζεται στο παρόν και βρίσκεται εξαναγκασμένος να επικαλείται χωρίς καμία ελευθερία πολλές αναμνήσεις αποσπασμένες οι μεν από τις δε, αλλά του επιβάλλονται σα να ήταν παρούσες. Δεν έχει καθόλου αίσθηση ότι το παρελθόν του, αν και είναι παρελθόν, περιβάλλει με συνεχόμενο τρόπο το παρόν και ομοίως το μέλλον, δεν μπορεί να το αναπαραστήσει παρά με αφηρημένα σχέδια, χωρισμένα τα μεν από τα δε και χωρίς καμία συνέχεια με το παρόν. Δεν κατορθώνει πια να ενσωματώσει τη συνέχεια του χρόνου και, κάτω από αυτό το πρίσμα, παρελθόν και μέλλον είναι γι’ αυτόν ισοδύναμα.
Συνήθως, ξαναζούμε το παρελθόν και χτίζουμε το μέλλον, ενώ ο άρρωστος υφίσταται και το ένα και το άλλο τελείως άγονα. Παρακολουθούμε έτσι τον Minkowski σε αυτή τη φαινομενολογική σπουδή του χρόνου του αρρώστου του, σπουδή που εκπληρώνει κάθε φορά συγκρίνοντας τις σχέσεις του υποκειμένου με τον χρόνο και τον χώρο με αυτό που συμβαίνει στη διάρκεια της ζωής κάθε μέρας. Γνωρίζει όμως ότι δεν μπορεί να έχει έτσι αντίληψη όλης της συμπτωματολογίας και γι’ αυτό τώρα θα παρακολουθήσουμε τις έρευνες σχετικά με τα σημεία που δεν φαίνονται και συνδέονται απ’ ευθείας με τη χρονικότητα και δεν μας επιτρέπουν να τα εντάξουμε στην έννοια της βιωμένης διάρκειας.
Άλλα σημεία
Πρώτα πρώτα, η επιβεβαίωση της ύπαρξης, που φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με το είναι και τον χώρο παρά με τον χρόνο. Όμως, δεν είναι έτσι παρά μόνο όσο θεωρούμε ότι το “Υπάρχω” ανήκει στη λογική ή τη γραμματική: όταν όμως τοποθετηθούμε στο πλαίσιο της ζωής, τότε πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό.
Εδώ πιστεύουμε πως επιβάλλεται μια παρέκβαση. Με αυτόν τον όρο, που μπορεί να δώσει λαβή σε αμφιβολίες, ο Minkowski δεν σκοπεύει καθόλου να αναφερθεί σε αυτό που σημάνει για τoν Bergson το 1907, στην εποχή της “δημιουργικής εξέλιξης”, δηλαδή μια μεγάλη κίνηση εφόρμησης, εν μέρει ρομαντική, όπου όλο το πεδίο του ζώντος, βοτανικού και ζωολογικού, αναπτύσσεται σύμφωνα με κάποιους μεγάλους άξονες, όπου, παρά τη διαφορά ανάμεσα στο ένστικτο και τη νόηση, η σημασία δίνεται στην ενότητα της ζωτικής εφόρμησης (élan vital). Μας φαίνεται ότι, παρά τον θαυμασμό του για τη μπερξονική φιλοσοφία και το λίγο του ενδιαφέρον για τον επιστημονισμό, ο Minkowski δεν εκτιμούσε πολύ αυτές τις μεγάλες συνθέσεις, τις οποίες έβρισκε λίγο συγκεχυμένες. Η λέξη ζωή δεν μας φαίνεται ότι χρησιμοποιείται από τον Minkowski με τον τρόπο που τη χρησιμοποιούσε ο φιλόσοφος Max Scheler, τον οποίο εκτιμούσε πολύ κατά τα άλλα. […]
Αυτό λοιπόν που εννοεί με τη λέξη “ζωή” μας φαίνεται να έχει περισσότερο σχέση με το γερμανικό ρήμα erleben, που σημαίνει “ζω”, αλλά επίσης ότι “έχω μια βιωμένη εμπειρία”, σύμφωνα με την έννοια που του έδινε ο Χούσερλ στο «κατευθυντήριες ιδέες για μια φαινομενολογία». Ακριβέστερα, είναι η βιωμένη εμπειρία του συγκεκριμένου κόσμου που τον περιβάλλει, με την παρουσία των άλλων και την ανάπτυξη αυτού που συμβαίνει εκεί και στο όποιο το υποκείμενο συμμετέχει […].
Η επιβεβαίωση της ύπαρξης αναφέρεται στη διάσταση του χρόνου γιατί συνδέεται πάντα με αυτό που μόλις κάναμε και με αυτό που θα κάνουμε με τους άλλους ή σε σχέση με τους άλλους. Και ξαναβρίσκουμε εδώ μια άλλη μπερξονιανή έμπνευση, που προέρχεται όμως από τον Maine de Biran: η εμπειρία του εγώ, μέσα στο αίσθημα της προσπάθειας, έτσι όπως μπορούμε να την βρούμε στα «Γραπτά πάνω στη φυσιολογία», τα οποία είναι συνέχεια στο « Νέες θεωρήσεις γύρω από τις σχέσεις του φυσικού και του ηθικού στον άνθρωπο».
Για την ακρίβεια, ο άρρωστος παραπονείται όχι για αμφιβολίες πάνω στην ύπαρξή του ως υποκείμενο, αλλά πως η βιωμένη εμπειρία του χρόνου δεν μπορεί πλέον να συμπλέει με την εμπειρία της χρονικότητας του περιβάλλοντός του. Με την ίδια έννοια, δεν είναι πλέον ικανός να πραγματοποιήσει ούτε να αισθανθεί την περάτωση οποιουδήποτε πράγματος. Όμως ο Minkowski δείχνει ότι η βιωμένη εμπειρία αυτής της περάτωσης δεν είναι το στατικό και χωρικό τέλος μιας πράξης, αλλά η ολοκλήρωση ενός σταδίου σε μια χρονική διαδικασία πολύ πιο μεγάλη.
Συμβαίνει το ίδιο και με ένα άλλο σύμπτωμα, το ελάττωμα που ονομάζει οργανοψυχική αλληλεγγύη. Η εμπειρία του “υπάρχω”, με τη χρονική της διάσταση και αίσθηση του προσωρινού σταματήματος του χρόνου, αφορά ταυτόχρονα και αλληλέγγυα την ψυχική εμπειρία και τη σωματική παρουσία, που προσφέρονται ταυτόχρονα ως ξεχωριστές και αλληλέγγυες η μια με την άλλη, γιατί δεν υπάρχουν τρεις εμπειρίες: του ψυχικού, του σωματικού και της σύνδεσής τους, αλλά μια εμπειρία αλληλέγγυας σύνδεσης του σωματικού και του ψυχικού, χωρίς όμως σύγχυση. Στον άρρωστο, η κάμψη του φαινομένου “υπάρχω” συνοδεύει την αποδιοργάνωση αυτής της αλληλεγγύης, την οποία σημειώνουν πολύ καθαρά η συνύπαρξη του συναισθήματος της συσσωρευμένης υλικότητας, όταν βιώνει τον εαυτό του ως σύνολο ζωικών λειτουργιών που είναι επώδυνες, και η εντύπωση πως είναι άυλος και αερικός […].
O Minkowski ακούει και παρατηρεί καθημερινά τον άρρωστό του, συγκεντρώνοντας έτσι μια πλούσια και λεπτομερειακή σημειολογία: Έπειτα δείχνει ότι κάθε μία από τις κύριες ομάδες συμπτωμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις πιθανές όψεις της αλλοίωσης της χρονιότητας. Και καθορίζει στη συνέχεια ότι, με κάποιες μικρές αποχρώσεις, αυτές οι διάφορες αλλοιώσεις αντιστοιχούν αρκετά σε αυτό που ο Erwin Strauss είχε περιγράψει ως διαταραχή ανάμεσα στον άμεσο και μεταβατικό χρόνο.
Δεν πρόκειται εκεί για μια κατασκευή περιορισμένη σε δυο επίπεδα, αλλά για την προοδευτική διαλεύκανση της θεμελιώδους ενότητας των στοιχείων που παρουσιάζονται καταρχάς ως πολλαπλά και διάφορα. Για να πιάσουμε το νόημα αυτής της ενοποίησης, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή συγκροτεί το πέρασμα από τη σημειολογία στην ψυχοπαθολογία.
Κλινική και ψυχοπαθολογία
Η περιγραφή των σχέσεων του ανθρώπου με τον χρόνο και τον χώρο συγκροτεί μια από τις θεμελιώδεις αναφορές. Με αυτή τη διευκρίνηση μπορούμε να κατανοήσουμε κάποια συμπτώματα και σύνδρομα ως τυπικές εκδηλώσεις ορισμένων αποδιοργανώσεων των σχέσεων με τη χρονικότητα και τη χωρικότητα, κάτι που επιτρέπει να περάσουμε από τη σημειολογική διασπορά σε μια γενεσιουργική μοναδική ή ενοποιητική διαταραχή. Και τότε να επιχειρήσουμε να πούμε, με γλώσσα αναπόφευκτα ανεπαρκή, πώς αυτή η γενεσιουργός διαταραχή θα εκφραστεί στη συνείδηση και τις συμπεριφορές του υποκειμένου […].Το σημείο εκκίνησης των θεωρήσεων του Minkowski, όπως και των V. von Gebsattel και E.Strauss, είναι η περίπλοκη οργάνωση της βιωμένης εμπειρίας και της δομής της διάστασης του χρόνου.
Στη βάση ακριβώς της εμπειρίας του χρόνου, ο Minkowski διακρίνει δύο στοιχεία δυνατά να διαχωριστούν, αλλά που λειτουργούν κανονικά ως σύνθεση: Το ένα είναι μάλλον δυναμικής φύσεως, οργανώνει την ενεργητική παρουσία του παρελθόντος και προετοιμάζει τη ζωτική κίνηση προς το μέλλον, και για το άλλο, μάλλον στατικής φύσεως, προτείνει με κάποιο δισταγμό την ονομασία “το αιώνιο”. Η εμπειρία του χρόνου προκύπτει από την αρμονία που τα ενώνει έτσι ώστε η χρονικότητα να μη φαίνεται ούτε σαν διαφυγή ούτε σαν καθήλωση. Όλες οι πιθανές αλλοιώσεις αυτής της αναγκαίας ενότητας θα καθορίσουν ορισμένες όψεις του παθολογικού. Από δω κι ύστερα, η αποσάθρωση αυτή, που θα επιφέρει άλλωστε και την, κατά τον E. Strauss, αποδιοργάνωση μεταξύ άμεσου και μεταβατικού χρόνου, συνιστά για τον Minkowski τον θεμελιώδη παράγοντα που θα κατευθύνει την ειδική δομή της ψυχικής ζωής του αρρώστου του και θα μορφοποιήσει την πραγματικά γενεσιουργό διαταραχή για όλες τις ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις που παρουσιάζει. Αυτή η έννοια της γενεσιουργού αιτίας συμπλησιάζει μέχρι ενός σημείου τα πρωταρχικά σημεία του Bleuler, καθώς επίσης και την ψυχική διαδικασία του K. Jaspers, έστω κι αν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους όρους.
Αυτή η γενεσιουργός αιτία συνιστά το πιο απλό στοιχείο που καθορίζει όλες τις μεταβολές της εμπειρίας του χρόνου και του χώρου του υποκειμένου, και η συμπτωματολογία του, ειδικά οι εκμυστηρεύσεις του γι’ αυτά που αισθάνεται, αντιστοιχεί στις προσπάθειές του να γίνουν αυτές οι μεταβολές εύλογες και κατανοητές στον ίδιο και τους άλλους. Η αρρώστια, θα μπορούσαμε να πούμε, δημιουργεί αυτή την γενεσιουργό διαταραχή, που καθορίζει με τη σειρά της και όλες τις διαταραχές της βιωμένης εμπειρίας, τις οποίες ο άρρωστος επιχειρεί να τις κάνει εύλογες και κατανοητές.
Η τρέχουσα γλώσσα είναι πάντα ακατάλληλη για να περιγράψει παρόμοιες εμπειρίες, έτσι ώστε ό,τι εντοπίζουμε ως σύμπτωμα να αντιστοιχεί ταυτόχρονα: (α) στις επιπτώσεις της γενεσιουργού διαταραχής, (β) στις προσπάθειες να γίνουν εύλογες και κατανοητές και (γ) στην ακαταλληλότητα της γλώσσας.
Τρία σημεία μένουν ακόμη να επισημάνουμε. Ας επανέλθουμε πρώτα σε αυτό που μια βιαστική κλινική εκτίμηση θα ονόμαζε υποχονδριακά παράπονα αυτού του αρρώστου. Όταν τα μελετούμε από κοντά, αυτά δεν μοιάζουν ούτε στις νοσοφοβίες, ούτε στις απαιτήσεις των διεκδικητικών υποχονδριακών, ούτε στα παραληρήματα σωματικών αλλαγών, αλλά εκφράζουν μάλλον, σε μια γλώσσα που δεν μπορεί να μεταδώσει την εσωτερική αποδιοργάνωση που νιώθει ο άρρωστος: παρατηρήσαμε ήδη ότι αισθάνεται ταυτόχρονα ως υποβαθμισμένος σε μια αποδιοργανωμένη υλικότητα και σαν αέρινος και το κατανοήσαμε σαν απόπειρα να εξηγήσει την καταστροφή της οργανοψυχικής αλληλεγγύης.
Ας σημειώσουμε επίσης μια παρατήρηση σχετικά με τις τύψεις, για τις οποίες μιλάει ο άρρωστος όταν διηγείται στον Minkowski το παρελθόν του. Ο άρρωστος θυμίζει ότι, πριν γίνει έτσι άρρωστος, αισθανόταν έντονα την ανάγκη ανεξαρτησίας, που δημιουργούσε πολλές διαμάχες με τον πατέρα του κι όταν του έρχονται τέτοιες αναμνήσεις –κι αυτό γίνεται πολύ συχνά– νιώθει θλίψη και ταυτόχρονα αισθάνεται τύψεις που μάλωνε με τον πατέρα του. Το 1930, ένας ψυχίατρος, στοιχειωδώς ενημερωμένος γι’ αυτά που συνέβαιναν στη Βιέννη και τη Ζυρίχη, θα έβρισκε συμπλέγματα σε αυτά τα λόγια, το Οιδιπόδειο ιδίως, και θα δοκίμαζε ίσως να τους αποδώσει κάποια αιτιολογική αξία. Ο Minkowski, παρά το συγκαταβατικό χιούμορ του, δεν απομακρύνει αυτή την πιθανότητα με κατηγορηματικό τρόπο, αλλά παρατηρεί ότι όλα αυτά τα παράπονα επιτρέπουν στον άρρωστο να δώσει λίγο ζωή και συναισθηματικό χρώμα σε αναμνήσεις χωρίς ζωή.
Παρατηρούμε τέλος ότι βρίσκει σ’ αυτό το υποκείμενο τις απαρχές για μια μερική προσαρμογή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον χρόνο. Το παρελθόν τον συνθλιβεί σκληρά, αλλά ταυτόχρονα οι αναμνήσεις του προσφέρουν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Το μέλλον του διαφεύγει, αλλά μπορεί να ξαναπιάσει από αυτό ένα μέρος, ικανοποιούμενος με μια αποστεωμένη και αφηρημένη αναπαράσταση του μέλλοντος.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 [ΣτΜ] Για τον G. Lanteri-Laura , ο E. Minkowski ήταν ένας από τους δασκάλους του. Γι’ αυτό κρίναμε σκόπιμο να δανειστούμε υλικό από τον επίλογο που έγραψε για την επανέκδοση του έργου του Μinkowski Δομή των καταθλίψεων Οι αμφίθυμες καταθλίψεις» [Εδ. du Nouvel Objet, 1993], που αφορά λίγα βιογραφικά στοιχεία, καθώς και το πλαίσιο της εποχής γύρω στα 1930, καθοριστικό για τις επιρροές που δέχθηκε ο Minkowski στο έργο του, πλαίσιο κυρίως φιλοσοφικό και ψυχιατρικό. Θα αναφερθούμε στην εξέλιξη της έννοιας της κατάθλιψης σύμφωνα με τη γερμανική παράδοση. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι δικοί μας.
2 [ΣτΜ] Ο Minkowski αναφέρεται ιδιαίτερα στο έργο του Bergson, που ήταν ο φιλόσοφος που τον επηρέασε περισσότερο στην ύπαρξή του. Μια πολύ σύντομη αναφορά στο μπερξονικό έργο θα διάκρινε τόσο την άρνηση της αφηρημένης φιλοσοφικής θεώρησης όσο και της πειραματικής γερμανικής ψυχολογίας και των εργασιών των Wundt, Weber, Fechner. Ο Lanteri-Laura αναφέρει ότι χωρίς να περιορίσουμε τη σκέψη του Bergson, που ήθελε να είναι ευέλικτη και διέφευγε όταν θα θέλαμε να της προτείνουμε ένα σχήμα, μπορούμε να πούμε ότι σ’ αυτήν τα πρωτεία είχαν η αυθόρμητη διαίσθηση, η εσωτερική παρατήρηση, το βαθύ εγώ του σκεπτόμενου ανθρώπου, ο χρόνος έτσι όπως βιώνεται στην εμπειρία της καθαρής διάρκειας και το συνεχές απέναντι στο ασυνεχές που είναι δυνατόν να μετρηθεί, στον παραμορφωμένο χρόνο από την αντικειμενική του εντόπιση, στο επιφανειακό εγώ του κοινωνικού ανθρώπου, στην εξωτερική παρατήρηση και στον πειραματισμό. O Minkowski επηρεάστηκε από τον Husserl κυρίως από δυο έργα του, τη Φιλοσοφία ως αυστηρή επιστήμη του 1910 και τα Μαθήματα για μια φαινομενολογία της προσωπικής συνείδησης του χρόνου του 1928. Ιδιαίτερα στο πρώτο, ο Husserl κριτικάρει την εμπειρική ψυχολογία της αγγλικής παράδοσης και την πειραματική ψυχολογία. Τέλος, όσον αφορά την φαινομενολογία, πλην του Husserl, η γνώση του Minkowski επηρεάζεται και από τα έργα του K. Jaspers και M. Scheler.
3 [ΣτΜ] Στους αρχαίους μας, η επίσχεση, η διακοπή, το σταμάτημα, στους σκεπτικούς φιλοσόφους, το «μη αποφαίνεσθαι περί ουδενός» (Λεξικό Δ. Δημητράκου). Στη φαινομενολογία του Husserl, η εποχή είναι διαδικασία στον αντίποδα της παραδοσιακής γνωσιολογίας: θέτω εντός παρενθέσεως την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου, χωρίς να την αρνούμαι, με σκοπό να φανεί το φαινόμενο του κόσμου στην καθαρότητά του. «Δεν αρνούμαι τον κόσμο σαν σοφιστής, δεν αμφιβάλλω για την ύπαρξή του σαν σκεπτικιστής, πραγματοποιώ τη φαινομενολογική εποχή που μου απαγορεύει απολύτως κάθε κρίση πάνω στη χωρο-χρονική ύπαρξη» (Husserl Ε. Idées directrices pour une phénoménologie pure et une philosophie phénoménologique (1913), Gallimard, coll. «Tel», 101-103).
4 [ΣτΜ] Κατά τον Lanteri-Laura, το άρθρο αυτό του 1930 με τις δυο μονογραφίες σημαδεύει μια αξιοσημείωτη περίοδο στην εξέλιξη της σκέψης του Minkowski μετά τη Σχιζοφρένεια το 1927 και πριν τον «βιωμένο χρόνο» το 1933. Έχει τίτλο Σπουδή πάνω στη δομή των καταθλιπτικών καταστάσεων (οι αμφίθυμες καταθλίψεις).
5 [ΣτΜ] Ο Lanteri-Laura προσηλωμένος στο κείμενο του Minkowski με τίτλο ‘’Οι αμφίθυμες καταθλίψεις’’ κάνει ένα διπλό σχόλιο, το ένα, σχετικά με τη διάσταση του χρόνου αλλά και τη διάσταση του χώρου, το άλλο, εξετάζει τους αμοιβαίους και συγκρουσιακούς δεσμούς της κλινικής και της ψυχοπαθολογίας. Σχολιάζοντας τις δύο μονογραφίες, ο Minkowski παρατηρεί ότι ένας ορισμένος αριθμός συμπτωμάτων που περιγράφονται εκεί έχουν καθαρά να κάνουν με τη βιωματική εμπειρία του χρόνου, και ότι θα μπορούσαν και άλλα συμπτώματα να αναφέρονται εκεί, αλλά με έναν τρόπο όχι και τόσο έκδηλο σε πρώτη εντύπωση.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.