Eugène Minkowski
σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]
[ Απόσπασμα από το Eugène Minkowski Le temps vécu (O Βιωμένος χρόνος), Delachaux et Niestle, 1968, σσ. 58-64 -Το πρώτο μέρος (le contact vital avec la réalité) του κεφαλαίου ΙΙΙ ]
Μετάφραση Γιάννης Δημόπουλος
Αν αποσπάσουμε το βλέμμα μας από την προσωπική μας εφόρμηση προς το μέλλον και συνεχίσουμε τη διαδρομή που διανύσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, και η οποία μας απομάκρυνε προοδευτικά από τo πρωτόγονο γίγνεσθαι για να του δώσουμε πιο ακριβή σχήματα, τότε δεν θα βρεθούμε ούτε μέσα σε κενό ούτε μέσα σε χάος, αλλά θα ανακαλύψουμε ένα καινούργιο φαινόμενο μπροστά μας, τη ζωτική επαφή με την πραγματικότητα.
Θα νιώσουμε έτσι απαλλαγμένοι από το βάρος το οποίο, εξαιτίας αυτού του περιορισμού, βάραινε πάνω μας μέσα στην προσωπική μας εφόρμηση προς το μέλλον και θ’ αδράξουμε με μιας το γίγνεσθαι, ταυτιζόμενοι μαζί του. Έτσι, το αίσθημα τάσης που χαρακτήριζε την εφόρμηση δίνει τώρα τη θέση του σε ένα αίσθημα ξεκούρασης και χαλάρωσης. Το κενό που υπήρχε προηγουμένως στις σχέσεις μας με το περιβάλλον [ambience] φαίνεται τώρα να γεμίζει. Νιώθουμε έτσι πως το γίγνεσθαι μας μεταφέρει προς τα εμπρός, σα να μας νανουρίζει γλυκά, κι αν φαίνεται πως έτσι απαρνιόμαστε τον εαυτό μας, ταυτόχρονα γευόμαστε ό,τι εξαίσιο υπάρχει στην ιδιότητά μας να ταυτιζόμαστε με το γίγνεσθαι που μας περιβάλει, να αισθανόμαστε ενωμένοι με αυτό όσο πιο στενά γίνεται, να διαλυόμαστε, για να το πούμε έτσι, μέσα σ’ αυτό, ενόσω αντιλαμβανόμαστε ταυτόχρονα την αξία αυτής της αμοιβαίας διείσδυσης.
Η απάρνηση για την οποία μιλάμε δεν έχει εξ άλλου τίποτα το οριστικό μέσα της. Το φαινόμενο της ζωτικής επαφής παραμένει εξαρτώμενο από την προσωπική μας εφόρμηση προς το μέλλον. Έτσι που, μόνο αν λάβουμε υπόψη μας τα δεδομένα που αυτή περιέχει, μπορούμε να αντιληφθούμε την εμβέλεια αυτού του φαινομένου. Υπάρχει εκεί μια φυσική αντίθεση, αντίθεση στην οποία η ζωτική εφόρμησή μας κατέχει ωστόσο την πρώτη θέση. Χωρίς αυτή, αν αποστρέφουμε τα μάτια από αυτή, θα ξαναπέσουμε στο χάος του γίγνεσθαι, θα αισθανθούμε κλονισμένοι ή εντελώς απορροφημένοι από αυτήν. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτε από όλα αυτά. Αντίθετα, σε μια τέλεια αρμονία ζούμε την ενδόμυχη διείσδυση στην οποία μας άγει το γίγνεσθαι, αλλά που ταυτόχρονα μας επιτρέπει να το απορροφήσουμε μέσα μας. Επιπλέον, η ζωτική επαφή με την πραγματικότητα, παρά την αξία της αυτή καθ’ αυτή που την κάνει να φαίνεται σαν αυτοσκοπός, θα είναι αυτή που θα τεθεί, εντελώς φυσικά, στην υπηρεσία της προσωπικής μας εφόρμησης. Δεν θα μπορούσαμε να γεμίσουμε τη ζωή με στοχαστική προσήλωση. Άλλωστε αυτή δεν παρεμβαίνει στην προσωπική μας εφόρμηση παρά μόνο για να την εμπλουτίσει με τις ζωντανές δυνάμεις της, σα μια νέα πρόσθετη πηγή που τοποθετείται δίπλα στη διάσταση του βάθους, καθώς έρχονται κι οι δυο μαζί να επανενδυναμώσουν την εφόρμησή μας, την τάση της για μια προσωπική δημιουργία προς το καλύτερο. Βέβαια, αυτή η τόσο καθαρή, όσο και η άλλη εξ άλλου πηγή, δεν μας φέρει καινούργιες γνώσεις με τη στενή έννοια της λέξης, αλλά αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την προσφορά της. Ακουμπάει όμως άμεσα τη ζωή την ίδια κι έτσι περιέχει δυνάμεις που, παρότι δεν μπορούμε να διατυπώσουμε, δεν μας δίνουν λιγότερη ώθηση. Υπ’ αυτή την έννοια, θα μιλούσαμε ευχαρίστως, για έμπνευση. Την έμπνευση που άλλοτε αναδύεται από το βάθος του είναι μας, άλλοτε προέρχεται από μια ενδόμυχη ένωση με το γίγνεσθαι του κόσμου που μας περιβάλλει.
Είναι προφανές πως η ζωτική επαφή με την πραγματικότητα είναι δυναμικής φύσης. Εδώ δεν πρόκειται ούτε να «αγγίξουμε» την υλική πραγματικότητα, ούτε να μας αγγίξει, ούτε για κάποιο φαινόμενο συγκρίσιμο με τέτοιες σχέσεις. Αυτό που έχουμε υπόψη μας είναι η ικανότητα να προχωρήσουμε αρμονικά με το γίγνεσθαι που μας περιβάλλει, ενόσω διεισδύει μέσα μας και αισθανόμαστε ένα με αυτό. Για να καταδείξουμε το φαινόμενο που μελετάμε, χρησιμοποιούμε επίσης, προς την ίδια κατεύθυνση, τον όρο του βιωμένου συγχρονισμού.
Αυτός ο όρος μας κάνει να σκεφτούμε πάνω σε δύο παράλληλες γραμμές. Υπάρχει πράγματι κάτι σαν προσχέδιο παραλληλισμού στη ζωτική επαφή με την πραγματικότητα. Είναι σαν δύο διάρκειες που θα κυλούσαν αρμονικά και σε αμοιβαία συμφωνία, η μία δίπλα στην άλλη. Αλλά η εικόνα του παραλληλισμού δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί εξολοκλήρου στο φαινόμενο που μελετάμε. Επειδή εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σχέσεις χωρικής τάξεως. Επίσης, βλέπουμε ότι οι δύο γραμμές μας, ενώ μένουν παράλληλες εφάπτονται, ακόμη-ακόμη αλληλοδιεισδύουν σε κάθε στιγμή της διαδρομής τους. Υπάρχει κάτι σαν μια διαρκής στενή ανταλλαγή ανάμεσά τους κι όμως δεν συγχέονται καθόλου. Αυτό μοιάζει παράλογο, αλλά δεν μας εκπλήσσει καθόλου. Για να υπογραμμίσουμε αυτόν τον ειδικό χαρακτήρα της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα, θα μιλήσουμε εδώ για την αρχή της διείσδυσης, όπως στα προηγούμενα κεφάλαια, μιλήσαμε για την αρχή της ανάπτυξης και την αρχή της ένωσης πέρα από το εγώ.
Για να κάνουμε πιο σαφές το σκεπτικό μας, αναφερόμαστε σε συνηθισμένα φαινόμενα της ζωής, που μπορούν να αναδείξουν τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα. Αυτά τα φαινόμενα δεν θα χρησιμεύσουν εξάλλου παρά σαν παραδείγματα καθώς η ζωτική επαφή με την πραγματικότητα μπορεί να γίνει κατανοητή στην καθαρή και πολύ γενική της μορφή, χωρίς να είναι απαραίτητο να τα επικαλεσθούμε.
Κατά τα άλλα, μιλήσαμε ήδη για ένα φαινόμενο αυτής της τάξεως. Είναι η στοχαστική προσήλωση. Αυτό που διακρίνει το προσηλώνω από το κοιτάζω δεν είναι καθόλου κάποιος μεγαλύτερος βαθμός προσοχής, όπως το ισχυρίζονται ακόμη κάποιοι ορισμοί. Όχι, είναι κάτι περισσότερο, είναι χαλάρωση που μας δίνει ακριβώς τη δυνατότητα να απορροφηθούμε εντελώς εκεί όπου προσηλωνόμαστε στοχαστικά και να αφήσουμε να εισχωρήσει μέσα μας. Ανάμεσα σε αυτόν που προσηλώνει στοχαστικά και στο αντικείμενο της προσήλωσής του υπάρχει κάτι σαν αδιάκοπη ανταλλαγή αμοιβαίων επαφών, κάτι σαν την άμπωτη και την πλημμυρίδα που αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, τόσο πυκνά άλλωστε που ούτε καν θα φανταζόμασταν να τα αποσυνδέσουμε σε ξεχωριστές φάσεις. Έτσι ακριβώς γεννιέται η εντύπωση ενός όλου μέσα στο οποίο το υποκείμενο και το αντικείμενο συγχέονται στην αρμονική τους κίνηση. Θα μας παρατηρήσουν, βέβαια, πως η στοχαστική προσήλωση βασίζεται πάντα πάνω σε μια οπτική αντίληψη εξωτερικών αντικειμένων. Αλλά αρκεί να αντιληφθούμε τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό μας πεδίο μέσα στην υλικότητά τους για να εξαφανίσουμε τελείως τη στοχαστική προσήλωση· όπως αρκεί επίσης να αναπαραστήσουμε μέσα μας αυτό που στοχαζόμαστε σαν μια «διατομή» της πραγματικότητας, για να αντιληφθούμε ότι η ιδέα αυτή είναι παντελώς ξένη προς τη στοχαστική προσήλωση, καθώς με αυτή εγκαθιστούμε, πάνω από την υποτιθέμενη διατομή, τη χαρακτηριστική επαφή με ολόκληρη τη ζωή ή καλύτερα, αντλούμε μέσα από αυτή τη διατομή ό,τι πραγματικά ζωντανό διαθέτει.
Θα ήμασταν διατεθειμένοι επίσης, να βρούμε την ακινησία και την παιδικότητα στη στοχαστική προσήλωση. Αλλά αυτή η υποτιθέμενη ακινησία δεν είναι κατά βάθος παρά το αίσθημα της αρμονίας και της ξεκούρασης, που προκύπτει από αυτήν τη βαθιά ένωση με το γίγνεσθαι που μας περιβάλλει, για το οποίο μιλήσαμε, και το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από την πραγματική ακινησία. Η ύπαρξη αυτής της διείσδυσης δεν αφήνει χώρο μέσα στη στοχαστική προσήλωση για την αντίθεση ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου. Προκύπτει έτσι μάλλον κάτι σαν ισοδυναμία ανάμεσά τους, γιατί αν με απορροφήσει αυτό που στοχάζομαι, τότε αυτό θα ζωντανέψει, θα γίνει τόσο ζωντανό όσο εγώ, θα διεισδύσει μέχρι το βάθος του είναι μου, θα γίνει η πηγή της έμπνευσής μου. Και εάν η θεολογία ορίζει με το όνομα της στοχαστικής προσήλωσης τη μυστικιστική κατάσταση μέσα από την οποία η ψυχή, ξεχνώντας τα εξωτερικά πράγματα, κρατά τα βλέμματά της συγκεντρωμένα στο Θεό, αυτό θα μας κάνει ίσως να σκεφτούμε τον υπερατομικό παράγοντα, που περιγράφηκε προηγουμένως, καθώς επίσης και τις δύο πηγές έμπνευσης για τις οποίες έγινε λόγος.
Υπάρχει ακόμη κι ένα άλλο φαινόμενο που πραγματοποιεί με έναν τρόπο ιδιαίτερα ζωντανό, την ζωτική επαφή με την πραγματικότητα. Είναι η συμπάθεια με την ετυμολογική έννοια της λέξης [συν-πάθεια]. Ονομάζουμε έτσι αυτό το υπέροχο δώρο που φέρουμε μέσα μας, να κάνουμε δηλαδή δικές μας τις χαρές και τις λύπες των ομοίων μας, να διεισδύσουμε εκεί εντελώς, να αισθανθούμε σε πλήρη κοινωνία, να γίνουμε ένα με αυτούς.
Δεν δυσκολευόμαστε να ξαναβρούμε μέσα στη συμπάθεια τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα. Η συμπάθεια δεν θα μπορούσε να είναι στιγμιαία, υπάρχει πάντα διάρκεια σε αυτήν και σε αυτήν τη διάρκεια σαν να υπάρχουν δυο γίγνεσθαι που, σε τέλεια αρμονία, ρέουν το ένα δίπλα στο άλλο. Κάνοντάς το, άλλωστε, διεισδύουν το ένα στο άλλο με έναν τρόπο τόσο βαθύ που, αντί να δεχθούμε την ύπαρξη ενός αισθήματος το οποίο, μέσα από κάποιο είδος απήχησης, θα δημιουργούσε ανάλογο αίσθημα σε άλλο άτομο, εδώ θα πρέπει να μιλήσουμε μάλλον για ένα και μόνο συναίσθημα που, ενώ παραμένει ένα, έρχεται να ενσωματωθεί σε δύο διαφορετικές ατομικές ζωές. Εδώ υπάρχει πραγματική συμμετοχή. Επιπλέον, η συμπάθεια έχει τον χαρακτήρα ενός ολοκληρωμένου πράγματος ή καλύτερα βρίσκει τον σκοπό της σε αυτή την ίδια. Κατέχει τη δική της αξία, δεν έχει ανάγκη από καμία εξωγενή επεξήγηση και, ως προς αυτό, έχει μέσα της κάτι που καθησυχάζει, με την έννοια πως είναι η πλέον κατάλληλη και απολύτως φυσική απάντηση στην συγκεκριμένη περιβάλλουσα κατάσταση, την οποία και εξαντλεί πλήρως, για να το πούμε έτσι, χωρίς να είναι αναγκαίο να ψάξει για κάτι άλλο. Αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συμπάθεια που μας δείχνουν, προ πάντων δε και ίσως ιδίως εκεί όπου, λόγω περιστάσεων, δεν μπορεί να εκδηλωθεί με τίποτε άλλο παρά μόνο μέσω αυτής της ίδιας. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μας συντρέξουν στη θλίψη μας, υπάρχουν άλλοι που δεν μπορούν παρά να μας προσφέρουν την συμπάθειά τους και τότε εκτιμούμε αυτή τη συμπάθεια πολύ περισσότερο γιατί ακριβώς δεν έχουν τίποτε άλλο να μας προσφέρουν.
Είναι άξιο παρατήρησης ότι η συμπάθεια εκδηλώνεται κυρίως με την ευκαιρία πόνων και θλίψεων, ίσως γιατί αυτά, αντίθετα με τη χαρά, προσβάλλουν πολύ πιο βαθιά το είναι μας και δίνουν έτσι στη συμπάθεια μια αποχώρηση πολύ πιο σοβαρή, πολύ πιο βαθιά.
Η συμπάθεια –και είναι ελάχιστα αναγκαίο να επιμείνουμε ιδιαίτερα σχετικά– είναι τελείως διαφορετική από τα φαινόμενα της συλλογικής χαράς ή λύπης. Μια νίκη μπορεί να προκαλέσει τον ενθουσιασμό ενός ολόκληρου έθνους, όπως μια ήττα μπορεί να το βουλιάξει στην απελπισία. Αλλά εδώ, καθώς θίγονται κοινά μας συμφέροντα και είμαστε μέλη της ίδιας συλλογικότητας, αντιδρούμε καθ’ όμοιο τρόπο, παρουσία του ίδιου γεγονότος. Ακόμα κι αν και η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα μεγαλοποιεί τα πράγματα, δεν πρόκειται καθόλου σε αυτή την περίπτωση να μας διαπεράσει ένα συναίσθημα του άλλου και να το κάνουμε δικό μας.
Η συμπάθεια είναι για μας ένα πρωταρχικό και βασικό φαινόμενο της ζωής. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι αναγώγιμο. Δεν ζητά καθόλου να αναχθεί σε φαινόμενα ας πούμε πιο απλά από αυτό. Η κλασική ψυχολογία, παίρνοντας για σημείο εκκίνησης αυτό που ονομάζει υποκειμενικά και βασικά συναισθήματα, υποχρεώνεται να αποσυνθέσει τη συμπάθεια σε δύο επίπεδα, το ένα, να καταλάβουμε την παρουσία ενός συναισθήματος σε κάποιον από τους ομοίους μας, το άλλο, να αντιδράσουμε σε αυτό με ανάλογο συναίσθημα. Εξάλλου, στο πρώτο επίπεδο, η ψυχολογία θα βρεθεί μπροστά σε μια αξεπέραστη δυσκολία, θεωρώντας την αντίληψη ως τη μόνη αποκαλυπτική της πραγματικότητας. Αφού διαχώρισε το φαινόμενο της συμπάθειας, θα υποχρεωθεί να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνουμε την παρουσία των συναισθημάτων στον άλλο και θα επικαλεστεί εξηγήσεις κατ’ αναλογία ή άλλα τεχνάσματα της ίδιας τάξεως, των οποίων δεν βρίσκουμε κανένα ίχνος στη συνείδησή μας. Στην πραγματικότητα, η συμπάθεια είναι ό,τι πιο φυσικό, ό,τι πιο «ανθρώπινο» σε μας. Χρησιμεύει ως στήριγμα, ως σκελετός στη ζωή μας. Τα ίδια μας τα συναισθήματα υπάρχουν για μας τόσο μόνο όσο είναι ικανά να καθορίσουν τη συμπάθεια γύρω από εμάς και αυτό δεν μπορούν να μην το κάνουν, γιατί η συμπάθεια είναι η ίδια η βάση της συναισθηματικής ζωής. Με άλλα λόγια, η συμπάθεια είναι για μας ακόμη πιο πρωτόγονη από τα «πάθη», εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, τα οποία φαίνεται να τα συμπεριλαμβάνει και τότε το αληθινό πρόβλημα είναι να γνωρίσουμε πώς φθάνουμε να θεωρούμε ως ανεξάρτητα αυτά τα πάθη που δεν συνθέτουν πρωταρχικά παρά ένα αόρατο όλο.
Η ψυχολογία, ανάγοντας τον ψυχισμό μας σε σωρό επιμέρους τμημάτων και κλείνοντάς τον κάπου μέσα μας, μας φυλακίζει μέσα σε έναν θώρακα όπου μάταια ψάχνει διέξοδο. Η συμπάθεια η ίδια μας κάνει να πούμε – και ας μου επιτραπεί εδώ αυτό το παράδοξο– ότι η ψυχή μας είναι παντού εκτός από μας τους ίδιους. Αφήνει από παντού ανοίγματα απέραντα μεγάλα απ’ όπου θα διαφύγει όλο μας το είναι στη φυσική του κίνηση προς το περιβάλλον και από όπου θα απορροφήσει, μέσα σε ένα πρωτόγονο συναίσθημα ισοδυναμίας και ανταποδοτικότητας, ό,τι βρεθεί στο διάβα του. Τα διατειχίσματα δεν θα μείνουν λιγότερο στεγανά και το εγώ μου δεν θα είναι καθόλου διαταραγμένο μέσα στην αληθινή εσωτερικότητά του. Κι ως προς την αντίληψη που εύκολα τη θεωρούμε, όπως μόλις ήδη είπαμε, ως τη μόνη που μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα, θα μας προκύψει ως το πλέον προβληματικό και το λιγότερο φυσικό φαινόμενο της ζωής μας. Γιατί, πώς να καταλάβουμε ότι αυτή η ζωή, που δεν είναι παρά πρόοδος, κίνηση, φορά, διείσδυση, φθάνει να ακινητοποιηθεί, σε σημείο να μπορέσει να αντιληφθεί ένα αντικείμενο που στερείται ζωής αυτό το ίδιο; Δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε χωρίς να δεχθούμε έναν ειδικό μηχανισμό στάσης και ακινητοποίησης τελείως ξένο στα φαινόμενα που μελετάμε εδώ και επιβεβλημένο, για να το πούμε έτσι, από έξω. Αλλά δεν είναι ακόμη η στιγμή να ψάξουμε από πού μπορεί να προέρχεται.
Ξαναβρίσκουμε το ίδιο φαινόμενο της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα μέσα σε αυτό το αίσθημα του μέτρου και των ορίων, που έρχεται να περιβάλλει, σαν ζωντανό κρόσσι, όλους μας τους κανόνες, κάνοντάς τους ατελείωτα ανθρώπινους, έχοντας ατελείωτες λεπτές αποχρώσεις. Το να έχουμε κανόνες συμπεριφοράς είναι καλό, το να ξέρουμε να τους εφαρμόσουμε είναι καλύτερο, αλλά το να τους εφαρμόσουμε χωρίς εξαίρεση καμία, αυτό σημαίνει να τους μετατρέψουμε σε δόγμα, ισχυρό ίσως, άλλα άκαμπτο, άγονο και νεκρό. Πρέπει να παραμείνουμε προσβάσιμοι στις ιδιαιτερότητες του είδους, αλλά αυτές δεν μπορούν καθόλου να κωδικοποιηθούν. Το να το κάνουμε, θα ήταν να τις βάλουμε από την πλευρά του ίδιου του κανόνα και να τις κάνουμε να μοιραστούν το πεπρωμένο του. Είναι η διαίσθηση και μόνο η διαίσθηση που χαράζει τη γραμμή της συμπεριφοράς μας, που, σε ειδικές περιπτώσεις, μας κάνει να αναιρέσουμε τους υιοθετημένους κανόνες. Ψάχνουμε μόνο να είμαστε σύμφωνοι με μας τους ίδιους και με τη ζωή διαμέσου του συναισθήματος φυσικά και όχι της λογικής. Χωρίς να μπορούμε να διατυπώσουμε κάτι, ξέρουμε αυτό που έχουμε να κάνουμε και είναι αυτό που κάνει τη δραστηριότητά μας ατελείωτα ευέλικτη, ατελείωτα εύπλαστη, ατελείωτα ανθρώπινη, «ανθρώπινη» όχι φυσικά με την έννοια του «ίδιου του ανθρώπου» ως μέλους της ζωικής κλίμακας, αλλά με την έννοια που σκοπεύει μια από τις ύψιστες αξίες πέρα από την οποία δεν θα μπορούσαμε να πάμε.
Είναι τέλος, η ίδια επαφή με την πραγματικότητα ή ο ίδιος ο βιωμένος συγχρονισμός που πιστεύουμε πως θα ξαναβρούμε μέσα στο γενικό συναίσθημα να βαδίζουμε με τον χρόνο, σε συμφωνία με αυτόν, καθώς μας συνοδεύει αμετάβλητα. Αυτή η γενική πρόοδος, που αισθανόμαστε τόσο καλά μέσα μας και έξω από εμάς, αλλά ακόμη και ο κοινός σε εμάς και στο γίγνεσθαι που μας περιβάλλει μοναδικός ρυθμός μας κάνουν –όποια κι αν είναι η συμπεριφορά μου ως προς τα γεγονότα της πραγματικότητας, όποια και να είναι η πραγματική συμμετοχή μου ή όποιες και να είναι οι διακοπές που επιβάλλονται στη δραστηριότητά μου από απρόβλεπτες συνθήκες–, να αισθανόμαστε ότι προχωράμε στη ζωή μας ταυτόχρονα με τον καιρό, πέρα από αυτή τη συμπεριφορά, πέρα από αυτές τις διακοπές,
Δύο σώματα που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση και με την ίδια ταχύτητα, θα λέμε πάντα εκ νέου. Αυτή η ισότητα στην ταχύτητα δεν είναι όμως απλώς οριακή περίπτωση διαφορετικών ταχυτήτων. Είναι κατ’ ανάγκη η ίδια. Είναι όπως μια σταθερή μπάρα που θα ανασυνέδεε τα δύο σώματα, αλλά μια μπάρα που, μόλις προσπαθούμε να την αγγίξουμε, γλιστράει ανάμεσα στα δάκτυλα, σαν να ήταν συντεθειμένη από άπιαστα νήματα, και όμως δεν καταστρέφεται, είναι ό,τι πιο στέρεο στον κόσμο.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.