Θανάσης Τζαβάρας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής και
Νευροεπιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]
αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers
Η Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινητείου συμμετέχει στις εκδηλώσεις που τιμούν την 100η επέτειο1 από την έκδοση της γνωστής Γενικής Ψυχοπαθολογίας του Karl Jaspers.2 Η αποδοχή από τη δικιά μου μεριά αυτής της πρόσκλησης δεν προέρχεται τόσο από το γεγονός ότι η γαλλική μου κουλτούρα μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω, όπως θα έπρεπε άλλωστε, το σημαντικό αυτό έργο του 1913 –θα πρέπει άλλωστε να θυμηθούμε ότι οι Γάλλο-γερμανικές διαμάχες διαπερνούν τις δεκαετίες και θα φτάσουν μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940. Το μόνο πράγμα που είναι σίγουρο είναι ότι το έργο του Jaspers μεταφράστηκε σχετικά εγκαίρως στα γαλλικά –το 1928– και βοηθοί στη μετάφραση και τις διορθώσεις υπήρξαν οι νεαροί τότε φοιτητές φιλοσοφίας, Paul Nizan και Jean-Paul Sartre. Στην ουσία, όπως σημείωσα, η ψυχοπαθολογική μας σκέψη διαμορφώθηκε σε μια αντί-γιασπερική κατεύθυνση, τούτο σημαίνει ότι η επίδραση στη γαλλική ψυχιατρική από τη γερμανική σκέψη προπολεμικά ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με τη σχολή του Kraepelin, παρά με τις προσφυείς παρατηρήσεις του Jaspers. [Επίσης σημαντική επιρροή είχε και το έργο του Eugene Bleuler, για την «σχιζοφρένεια», παρόλο ότι σχετικές μεταφράσεις εμφανίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1930]. Αντίθετα, χωρίς καμία αμφιβολία, στον χώρο της γαλλικής φιλοσοφίας, η επίδραση του Jaspers υπήρξε σημαντική, είτε τούτο στο έργο του Jean-Paul Sartre, Το είναι και το τίποτα, είτε πάλι στο έργο των φαινομενολόγων φιλοσόφων Paul Ricoeur και Levinas.3
Είναι περιττό να τονιστεί, και άλλοι αυτό θα το κάνουν καλύτερα από εμένα με την ευκαιρία του σημερινού εορτασμού, ότι ένα βασικό στοιχείο στη φιλοσοφική σκέψη του Jaspers υπήρξε η έκθεσή του στην ψυχοπαθολογία και το γεγονός ότι είναι σχεδόν o πρώτος, ο οποίος εγκαθίδρυσε αυτό που ονομάστηκε στη συνέχεια «βιογραφική μέθοδος» στην ψυχιατρική, εισάγοντας έτσι μία σημαντική επιστημολογική τομή στην κλινική δράση της ψυχιατρικής. Πρώιμα όμως, έχοντας πια εγκαταλείψει την ψυχιατρική και ασχολούμενος κατ’ αποκλειστικότητα με τη φιλοσοφία, ο Jaspers θα παρέμβει στον δημόσιο χώρο δημοσιεύοντας το 1931 το έργο του Η πνευματική συνθήκη της εποχής μας, στο οποίο εκδηλώνεται δημόσια σχετικά με την ανάγκη όλοι –κυρίως οι Γερμανοί βέβαια– να είναι προσεκτικοί, δεδομένου ότι ο Jaspers ένιωθε, όπως και άλλοι, όχι πάντως πολυάριθμοι Γερμανοί, τον κίνδυνο της ανόδου του ναζισμού, ναζισμός, που όπως είναι γνωστό, κατέκτησε με νόμιμο τρόπο την εξουσία το 1933.4 Το ιδιότυπο βιογραφικό στοιχείο της ζωής του Jaspers είναι ότι είχε παντρευτεί εβραία γυναίκα και με τον ανερχόμενο ναζιστικό ρατσισμό βρέθηκε ήδη τα χρόνια ’30 σε προσωπική δυσκολία, το δε 1937 «απηλλάγη» της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας για να την ξαναβρεί μόνον το 1945 στην κατεστραμμένη Χαϊδελβέργη υπό την προστασία του αμερικάνικου στρατού κατοχής.
Είναι τότε λοιπόν, το 1945, που ο Jaspers ξεκίνησε μία σειρά μαθημάτων που θα οδηγήσει στη δημοσίευση, το 1946 και με γενικό τίτλο Schulfrage, ενός σημαντικού βιβλίου. Την επόμενη χρονιά θα μεταφραστεί το κείμενο αυτό στα γαλλικά και τα εγγλέζικα, με τον γενικό τίτλο Περί της γερμανικής ενοχής.5 Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να κάνουμε μία γλωσσική παρένθεση, για την οποία με βοήθησαν οι γερμανοτραφείς του περιβάλλοντός μου, που είναι η εξής: στα γερμανικά, η έννοια schuld έχει τρεις διαφορετικές προεκτάσεις α) φταίξιμο, β) ενοχή και γ) χρέος, εξ ου και Schuldfrage-ζήτημα ενοχής και Schuldigkeit- καθήκον-υποχρέωση. Παρενθετικά, στην πρόσφατη ευρωπαϊκή κρίση, με πρωταγωνιστές τους Έλληνες και διαιτητές τους Γερμανούς, πολλοί γερμανοτραφείς έλληνες επιστήμονες τόνισαν το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η λέξη schuld σημαίνει, όπως ήδη επισημάναμε, στα τρέχοντα γερμανικά και ενοχή και χρέος κάτι που περιπλέκει την πολιτική στάση των κατοίκων και των πολιτικών της Γερμανίας. Αυτή η περιπλοκή μεταξύ ενοχής και χρέους οδηγεί κατ’ ανάγκη στη διερεύνηση των ηθικών προϋποθέσεων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
Ο λόγος για τον οποίο ονομάσαμε στον τίτλο αυτής της παρέμβασης τον Jaspers ηθικό υποκείμενο είναι ότι όχι μόνο κατά τη διάρκεια του 1931, που δημοσίευσε το πρώτο βιβλίο, και του 1946, που έκανε το μάθημα περί της γερμανικής ενοχής, αλλά και στη συνέχεια, κατά την εποχή της εγκαθίδρυσης της τότε Δυτικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, έπαιξε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, κυρίως ως προς το γεγονός ότι συνομιλούσε με τους διοικούντες τη Δυτική Γερμανία και προσπαθούσε, εν τέλει μη πείθοντας τον καγκελάριο Αντενάουερ, να κρατήσει μια μη μιλιταριστική στάση απέναντι στη δόμηση της καινούργιας Γερμανίας. Οι διαμάχες υπήρξαν μέγιστες και, ενώ ο Jaspers υπήρξε συνοδοιπόρος της τρέχουσας δυτικής ελευθεριότητας και κυρίως της αστικής κοινής λογικής, εν τέλει εγκατέλειψε τη Γερμανία, πήγε στη Βασιλεία της Ελβετίας, παραιτήθηκε και από τη γερμανική υπηκοότητα και εν τέλει, το 1968, έναν χρόνο πριν τον θάνατό του, έγινε ελβετός πολίτης.
Εάν τα ως άνω είναι σχηματικά το ιστορικό περίβλημα των γεγονότων στις δεκαετίες ’30 και ’40, ο ηθικός λόγος, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, του Jaspers θα περάσει από πολλές δοκιμασίες, κυρίως με την αντιπαράθεσή του με τον Χάιντεγκερ, ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε, για κάποια τουλάχιστον εποχή, συνοδοιπόρος των ναζί, αλλά συγχρόνως και αντιπαρατέθηκε με τον Thomas Mann, ο οποίος αυτός εγκατέλειψε τη Γερμανία για την Ελβετία, ενώ ο Jaspers μαζί με όλους τους κινδύνους που διέτρεχε λόγω του γάμου του με Εβραία, παρέμεινε στη Γερμανία, υπέστη διωγμούς και κράτησε ψηλά την άποψή του για τη δυνατότητα βελτίωσης της κατάστασης στην πατρίδα του.
Δυο λόγια για τα ηθικά πράγματα. Στα ελληνικά διαθέτουμε μία μόνο λέξη που περιγράφει εξίσου τα ethics και τα morals. Αυτό έχει μια ιστορία που ξεπερνάει τη σημερινή μας παρουσία εδώ, πλην όμως υπάρχει μια πρόταση που τα μεν ethics τα ονομάζει «ηθοποιητική συμπεριφορά», τα δε morals «ηθικοκανονιστική». Για την ηθικοποιητική, οι αρχαίοι λέγανε «ο τρόπος της λέξεως, τω της ψυχής ήθη έπεται». Το δε «ηθικοκανονιστικό» είναι η δημιουργία των αρχών του σωστού και του λάθους στη συμπεριφορά, δηλαδή η δημιουργία του «ορθώς συμπεριφέρεσθαι». Άλλωστε ο Αριστοτέλης στην Ποιητική (1449b, 37) λέει «καθ’ ό ποιους τινάς είναι τους πράττοντας», δηλαδή εν τέλει τα βουλητικά και ψυχικά γνωρίσματα των προσώπων. Με αυτές τις διευκρινίσεις ορίσαμε τον Jaspers ηθικό υποκείμενο στην ιστορία του τόπου του, αλλά και στην παγκόσμια ιστορία του 20ου αιώνα.
Σημείο σημαντικό στη συζήτηση για την ψυχοπαθολογία και εν τέλει τη φιλοσοφία του Jaspers είναι το γεγονός ότι δεν φαίνεται, όσο τουλάχιστον εμείς γνωρίζουμε, να συνομίλησε και να συνδιαλέχτηκε ποτέ με τους ψυχαναλυτές. Έστω και αν, κατά τη σημερινή μας γνώση, και τα περιβάλλοντα τα ψυχαναλυτικά υπέστησαν το πλήγμα της συνοδοιπορίας με τα ναζιστικά πρότυπα, σε σημείο που το Ινστιτούτο του Βερολίνου από το 1933 και μετά να παύσει να έχει ή να δέχεται εβραίους εργαζόμενους ή ασθενείς. Ο περιβόητος Mattias Heinrich Göring κατάφερε με την ανοχή των γερμανών-αρείων ψυχαναλυτών να αποδυναμώσει από τους Εβραίους πλήρως την Γερμανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, που είχε ιδρυθεί το 1926. Δεν είναι εδώ και πάλι να περιγράψουμε τις περιπέτειες της γερμανικής ψυχανάλυσης κατά τη διάρκεια της χιτλερικής περιόδου ή και πάλι μετά τον πόλεμο στη Δυτική και Ανατολική Γερμανία, αλλά το τραύμα της συμπεριφοράς των γερμανών ψυχαναλυτών είχε και έχει ακόμη σήμερα πολύ σοβαρές συνέπειες.
Σχετικά αργότερα, το 1964, από τους αντιστασιακούς γερμανούς ψυχαναλυτές, ο Mitscherlich και η δεύτερή του γυναίκα δημοσίευσαν το ρηξικέλευθο δοκίμιο με τίτλο «Η ανικανότητα του πένθους», στο οποίο περιγράφονται με πολύ αυστηρούς όρους τα περί ψυχοσύνθεσης του γερμανικού λαού, τα περί τάσης του στην προσαρμοστικότητα που οδηγεί σε μια ηθική παράλυση και εν τέλει στην ψυχική του νωθρότητα, που του επιτρέπει να ταυτίζεται με τον Φύρερ και να δέχεται με σχεδόν σιωπηρό τρόπο όλες τις αγριότητες του όποιου ναζιστικού καθεστώτος.
Δεν είναι σήμερα εδώ που θα περιγράψω, ούτε καν άλλωστε μπορώ να σας δώσω την ουσία του βιβλίου, στο οποίο κατά βάση αναφερόμαστε σήμερα, δηλαδή στο περί της Γερμανικής ενοχής. Πάντως αυτό που είναι σημαντικό, είναι ότι στην ανάλυσή του ο Jaspers διαχωρίζει την ηθική ενοχή από την πολιτική ενοχή και εν τέλει από την κοινωνική ενοχή. Το πώς το άτομο εγγράφεται και χρησιμοποιεί τις ποικίλες πηγές ενοχής που προέρχονται από το κοινωνικό του περιβάλλον ή από την προσωπική του ζωή, το πώς ανέχεται τα παράξενα ή τα παράδοξα της ιστορίας, του λαού του ή της οικογένειάς του, αυτό εν τέλει είναι ένα ζητούμενο, στο οποίο θα πρέπει όλοι μας να εκπαιδευτούμε και να ετοιμαστούμε για παν ενδεχόμενο. Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να αναφερθούμε στις διαφορές μεταξύ ενοχής, συνενοχής, υπευθυνότητας, συνυπευθυνότητας και ηθικής αδιαφορίας. Τις εν λόγω διαφοροποιήσεις τις έχουμε χρησιμοποιήσει όταν αναλύσαμε τις ευθύνες των ψυχιάτρων σε ποικίλες «παράνομες» δραστηριότητες.6 Ας μην ξεχνάμε λοιπόν εδώ και σήμερα τον εγκληματικό ρόλο ψυχιάτρων ναζί στην τραγωδία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου…
Το 1946-47, όταν μεταφράστηκε το βιβλίο του Jaspers σε εγγλέζικα και γαλλικά, οι μεν νικητές, δηλαδή οι σύμμαχοι, θέλανε να τα ρίξουν όλα στην πλάτη των «κακών» Γερμανών και να απαλλαγούν οι ίδιοι από τις όποιες ευθύνες τους, η δε συζήτηση στο εσωτερικό της Γερμανίας ήταν κατά πόσο ή πώς πρέπει οι μεν και οι δε να τιμωρηθούν για τις πράξεις του πολέμου. Στις επανειλημμένες εκδόσεις στα γαλλικά και τα αγγλικά, που γνωρίζουμε, της Γερμανικής ενοχής και κυρίως στους προλόγους σιγά-σιγά άρχισαν να αναφαίνονται η συμμετοχική ενοχή των συμμάχων σε ποικίλα παρατράγουδα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι η συνείδηση των σκεπτόμενων πολιτών σε ανατολή και δύση, όταν τούτο φυσικά δινότανε η ευκαιρία να γίνει, επέτρεψε το κήρυγμα του Jaspers να μην περιοριστεί μόνο στις βαρβαρότητες του γερμανικού στρατού, αλλά και στα ποικίλα σφάλματα Άγγλων, Γάλλων, Αμερικάνων και Ρώσων. Και ενώ η θέση του Jaspers υπήρξε πάρα πολύ σαφής, ότι η ατομική ευθύνη θα πρέπει να τιμωρηθεί ρηξικέλευθα, όπως π.χ. στις δίκες της Νυρεμβέργης και στην οριστική του καταδίκη για την εμπλοκή του Χάιντεγκερ, το ηθικοποιητικό του μήνυμα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία, δεδομένου ότι κανείς –και εννοώ κανείς– δεν είναι αθώος του αίματος των αθώων στις ποικίλες πολιτικάντικες ή οιωνεί πολιτικές τοποθετήσεις.
Εδώ θα ήθελα απλώς να κλείσω με το πώς έκλεισε η σειρά των ντοκιμαντέρ του BBC, με γενικό τίτλο Ναζί: «Το γεγονός ότι κάτι συνέβη είναι προειδοποίηση. Το να το ξεχνάς είναι ένοχο. Πρέπει να ξαναθυμόμαστε συνέχεια. Υπήρξε λοιπόν εφικτό το να συμβεί και μπορεί να ξανασυμβεί» .
1 Δες το editorial της World Psychiatry, Vol. 12, 1, February 2013.
2 Διαθέτουμε τη γαλλική μετάφραση που αναφέρουμε πιο κάτω σε σχετικά πρόσφατη επανέκδοση Karl Jaspers. Psychopathologie générale. Bibliothèque des introuvables. Paris: Claude Tchou Editeur, 2000.
3 Χωρίς να είναι εδώ ο στόχος της εργασίας μας, μπορούμε να αναφερθούμε στη συμμετοχή του Λεβινάς στον προβληματισμό μας, π.χ. στο Emmanuel Levinas. Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού. Αθήνα: Ελευθεριακή κουλτούρα, 2013.
4 Περιττό να θυμίσουμε σε αυτά τα περιβάλλοντα τον καταστροφικό ρόλο ναζιστών ψυχιάτρων στα ποικίλα ολοκαυτώματα που έχουν «διανθίσει» την περίοδο του γερμανικού ναζισμού. Δες π.χ. Ολυμπία Γλυκιώτη. «Αιτία θανάτου: Ευθανασία». Το ναζιστικό πρόγραμμα ευθανασίας των ψυχικά ασθενών. Σύγχρονα θέματα, τεύχος 116, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 66-72.
5 Karl Jaspers (1948). La culpabilité Allemande (préface de Pierre Vidal-Naquet). Paris: Les éditions de Minuit, 1990.
6 Θανάσης Τζαβάρας (1994). Φασισμός και Ψυχιατρική: Περί συνυπευθυνότητας και συνενοχής. Τετράδια Ψυχιατρικής, 47, σελ. 9-15
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.