Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Χαράλαμπος Παπαγεωργίου
Καθηγητής Ψυχιατρικής, Διευθυντής της
Β΄ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αττικό Νοσοκομείο,
Ερευνητικό Πανεπιστημιακό, Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ)

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Ο έμμετρος λόγος του Παρμενίδη η φαινομενολογία του Karl Jaspers & οι καθρεπτικοί νευρώνες. Παράλληλες μέθοδοι;

αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers

Ο Παρμενίδης, γιός του Πύρητος, Ελεάτης φιλόσοφος υπήρξε μαθητής του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου. Μαθητές του υπήρξαν ο ιατρός και φιλόσοφος Εμπεδοκλής και ο Ζήνων ο Ελεάτης. Έγραψε έργα φυσικής φιλοσοφίας και μερικά άλλα πεζά τα οποία αναφέρει ο Πλάτων. Το ποίημά του (300 στίχοι έχουν διασωθεί) διαιρείται σε δύο μέρη. Το 1ο διερευνά και ανατέμνει την ΑΛΗΘΕΙΑ. Στο 2ο εξετάζει τις αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων. Η (δοξασία) των κοινών ανθρώπων δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει ανάμεσα στο ΕΙΝΑΙ και το ΜΗ ΕΙΝΑΙ.

Στον έμμετρο λόγο του, ο ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ περιγράφει την πορεία προς τη θήρευση της αλήθειας και την ενόραση του όντος. Το δίλημμα είναι ανάμεσα στον εύκολο δρόμο της απάτης των αισθήσεων και στη δύσβατη ατραπό που οδηγεί στην δυσπρόσιτη αλήθεια. Ενδιαφέρεται να συλλάβει και αναλύσει το ΕΙΝΑΙ και το ΟΝ όχι ως κάτι αφηρημένο και μεταφυσικό, αλλά ως αντικειμενική οντότητα, δηλαδή αυτό που γεμίζει τον χώρο και δεν αφήνει κανένα κενό. Το ΟΝ στον ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ταυτίζεται με τον κόσμο, αλλά συγχρόνως υπερβαίνει την εμπειρία των αισθήσεων και ανάγεται στη σφαίρα της νόησης. Το ΟΝ νοείται επειδή υπάρχει, άρα ταυτίζεται το νοείν και το είναι. Προϋπολογίζοντας τα ανωτέρω, ο Παρμενίδης αρθρώνει τη ριζοσπαστική και στέρεη επιχειρηματολογία ότι η αλήθεια και το όν δεν επιδέχονται αμφίσημες απαντήσεις.

  • Είτε υπάρχει (είναι) είτε δεν υπάρχει (μη είναι).
  • Αρνείται την εγκυρότητα της αισθητηριακής γνώσης, τη γνώση δηλαδή που προσκομίζουν οι αισθήσεις στον άνθρωπο (Δοξασία).
  • Το επίτευγμά του ανήκει σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε γνωσιολογία. Θέτει με ρητό τρόπο το κρίσιμο ερώτημα.
  • Ποιο είναι το πρόβλημα της γνώσης και πώς ανακύπτει;
  • Ανακύπτει από την αμφιβολία, από την αβεβαιότητα για τις γνωστικές αξιώσεις μας. Από τη συνειδητοποίηση ότι αυτές οι αξιώσεις δεν είναι απολύτως βάσιμες, ότι στηρίζονται σε ανεπαρκή δικαιολόγηση.

Ακόμη από τη θεώρηση του Παρμενίδη συνάγεται ότι η γνήσια γνώση πρέπει να είναι έγκυρη και αξιόπιστη, πρέπει να αποδεικνύεται συλλογιστικά με αφετηρία προκείμενες που είναι βέβαιες.

  • τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι.
  • Δι’ αυτού του τρόπου αρθρώνεται για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου αυτό που εκφράζουμε με τον λόγο (έκφραση) και αυτό που εννοούμε με το νου (το νοείν). Πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει γιατί αλλιώς ούτε να το σκεφθούμε ούτε να το εκφράσουμε με τον λόγο μπορούμε αφού δεν υπάρχει.
  • Αντίθετα αυτό που δεν υπάρχει (το μη ΟΝ) δεν είναι νοητό (δεν μπορούμε να σκεφθούμε το ανύπαρκτο και φυσικά δεν μπορούμε να εκφράσουμε κάτι που δεν υπάρχει).

Σε μία συμπερασματική διατύπωση, ο Παρμενίδης συνέλαβε την ΕΝΝΟΙΑ του ΟΝΤΟΣ πέρα από την εμπειρία και τα σχήματα του αισθητού κόσμου. Προτείνει ότι για την ΑΝΤΙΛΗΨΗ της ΑΛΗΘΕΙΑΣ πρέπει να βασιζόμαστε στη δύναμη του ΝΟΕΙΝ.

  • Οι αισθήσεις προσπορίζουν σφαλερές εντυπώσεις, μόνο ο νους πρέπει να χρησιμοποιείται για την κατάκτηση της αλήθειας.
  • Είναι αδύνατο να εννοιοποιήσουμε την ανυπαρξία.
  • Νοητή και προφανής είναι η ύπαρξη.

 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι θέσεις του Παρμενίδη, κατά βάση, μορφοποίησαν τους θεμελιακούς νόμους της Λογικής, όπως:

  • Ο νόμος της ταυτότητας
    Α=Α
  • Ο νόμος της αντίθεσης
    Α δεν είναι ίσο με το –Α
  • Ο νόμος της του τρίτου απόκλισης
    η Α η μη Α, αλλά όχι τόσο Α όσο και –Α

 

μόνος δ̓ ἔτι μῦθος ὁδοῖο
λείπεται ὡς ἔστιν· ταύτῃ δ̓ ἐπὶ σήματ̓ ἔασι
πολλὰ μάλ̓ , ὡς ἀγένητον ἐὸν καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν,
ἔστι γὰρ οὐλομελές τε καὶ ἀτρεμὲς ἠδ̓ ἀτέλεστον·
οὐδέ ποτ̓ ἦν οὐδ̓ ἔσται, ἐπεὶ νῦν ἔστιν ὁμοῦ πᾶν,
ἕν, συνεχές·τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὐτοῦ;
πῇ πόθεν αὐξηθέν; οὐδ̓ ἐκ μὴ ἐόντος ἐάσσω
φάσθαι σ̓ οὐδὲ νοεῖν· οὐ γὰρ φατὸν οὐδὲ νοητόν
ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ̓ ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν
ὕστερον ἢ πρόσθεν, τοῦ μηδενὸς ἀρξάμενον, φῦν;
οὕτως ἢ πάμπαν πελέναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί.
οὐδέ ποτ̓ ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχύς
γίγνεσθαί τι παῤ αὐτό· τοῦ εἵνεκεν οὔτε γενέσθαι
οὔτ̓ ὄλλυσθαι ἀνῆκε Δίκη χαλάσασα πέδῃσιν,
ἀλλ̓ ἔχει· ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῷδ̓ ἔστιν·
ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν· κέκριται δ̓ οὖν, ὥσπερ ἀνάγκη,
τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον (οὐ γὰρ ἀληθής
ἔστιν ὁδός), τὴν δ̓ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.
πῶς δ̓ ἂν ἔπειτ̓ ἀπόλοιτο ἐόν; πῶς δ̓ ἄν κε γένοιτο;
εἰ γὰρ ἔγεντ̓, οὐκ ἔστ(ι), οὐδ̓ εἴ ποτε μέλλει ἔσεσθαι.
τὼς γένεσις μὲν ἀπέσβεσται καὶ ἄπυστος ὄλεθρος.
οὐδὲ διαιρετόν ἐστιν, ἐπεὶ πᾶν ἐστιν ὁμοῖον·
οὐδέ τι τῇ μᾶλλον, τό κεν εἴργοι μιν συνέχεσθαι,
οὐδέ τι χειρότερον, πᾶν δ̓ ἔμπλεόν ἐστιν ἐόντος.
τῷ ξυνεχὲς πᾶν ἐστιν· ἐὸν γὰρ ἐόντι πελάζει.

 

 

Αλλ’ απομένει ακόμα ένας μόνο σκοπός σ’ αυτόν
τον δρόμο, ότι υπάρχει (το ον).
Πάνω σ’ αυτόν τον δρόμο υπάρχουν πολλά σημάδια,
ότι το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο
όλον και μονοειδές, ακλόνητο και τέλειο.
Κι ούτε ήταν ποτέ ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο συμπαγές,
ένα και συνεχές·ποια γέννα, λοιπόν, θα ψάξεις να βρεις γι’ αυτό;
πως; από που να προήλθε; δεν θα σ’ αφήσω να πεις
ούτε και να σκεφθείς ότι κάποτε (προήλθε) εκ του μη όντος, γιατί δεν είναι δυνατόν
ούτε να πεις κι ούτε να σκεφθείς κάτι που δεν υπάρχει.
Ποια θα ήταν η χρεία, τάχα, που θα το ανάγκαζε
να ξεφυτρώσει αργότερα ή πρωτύτερα, αρχίζοντας απ’ αυτό που δεν υπάρχει;
Είναι ανάγκη, λοιπόν, ή να υπάρχει στην εντέλεια ή καθόλου.
Και ούτε ποτέ της πειθούς η δύναμη θα επιτρέψει
να γεννηθεί εκ του μη όντος κάτι κοντά σ’ αυτό·γι’ αυτόν τον λόγο
ούτε να γεννηθεί ούτε και να χαθεί επέτρεψε η θεά Δίκη
χαλαρώνοντας τα δεσμά της, αλλά το εξουσιάζει.
Το αποφασιστικό σημείο γι’ αυτά έγκειται σ’ αυτό εδώ το ερώτημα
είναι κάτι ή δεν είναι;
Αποφασίσαμε, λοιπόν, όπως ήταν ανάγκη, ν’ αφήσουμε τον ένα δρόμο
ανεξέταστο κι ανώνυμο (γιατί δεν είναι δρόμος της αλήθειας),
ενώ ο άλλος υπάρχει και είναι αληθινός.
Και πως, τότε, θα μπορούσε το ον ύστερα να χαθεί,
αφού υπάρχει; πως θα μπορούσε να γεννηθεί;
γιατί αν το ον γεννήθηκε, τότε δεν ήταν, ούτε και πρόκειται ποτέ να υπάρξει.
Έτσι χάνεται η γένεση και η φθορά είναι ανήκουστη.
Ούτε μπορεί να διαιρεθεί, γιατί όλο είναι ένα και το αυτό·
κι ούτε είναι εδώ κάτι περισσότερο (παρά εκεί), γιατί θα εμπόδιζε τη
συνοχή του, ούτε (αλλού) κάτι λιγότερο, αλλά το παν
είναι πλήρες από το ον.

 

Ενδεικτικές ενότητες από τα διασωθέντα αποσπάσματα του έμμετρου λόγου του Παρμενίδη στην πρωτότυπη εκδοχή και στη νεοελληνική μετάφραση (Βλέπε: Προσωκρατικοί. Οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα. Τόμος Α. Απόδοση στα Νέα Ελληνικά Κύρκος Β. Εκδόσεις Παπαδήμα Δ. Αθήνα 2005).

Σε συνάφεια με την ανεπανάληπτη κληροδότηση του Παρμενίδη, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι εμφανίζεται η φαινομενολογία του Jaspers «πρόθυμη» να συνδράμει στην εξασφάλιση της γνώσης που εμπεριέχεται τόσο στη Δια-γνωση όσο και στην Πρό-γνωση κατά την επιτέλεση της ιατρικής πράξης. Η φαινομενολογία του Jaspers θεωρείται η μέθοδος να εννοιοποιούμε με συνειδητό τρόπο και να χαρακτηρίζουμε ψυχικά φαινόμενα όπως πραγματικά είναι, αναλύοντας την υποκειμενική αυτοεκτίμηση του πάσχοντος. Με άλλα λόγια πρόκειται για την οριοθέτηση των ψυχικών εμπειριών και καταστάσεων δίχως «προκαταλήψεις». Στη φαινομενολογία του Jaspers αποδίδεται η συνεπής διάκριση της ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ από την ΕΞΗΓΗΣΗ με παραγωγική αξιοποίησή τους προς αποφυγή της «ΜΥΘΟΛΟΓΊΑΣ». Δι’ αυτού του τρόπου, συνεκτιμώνται η αιτιοκρατία, οι συμβατικές μετρήσεις, όπως και η στατιστική πρόβλεψη. Οι εμπειρίες του ασθενούς τροφοδοτούν το ΠΑΡ-ΟΝ (Vergegenwaertigung).Υποστηρίζεται ότι δι’ αυτού του τρόπου κατοχυρώνεται η αποκατάσταση της ενδοσκόπησης.

Αποστολή της φαινομενολογικής προσέγγισης είναι η οριοθέτηση των εμπειριών με εστίαση στις μορφές των (Erlebisformen). Η μορφή είναι ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε το αισθητηριακό / διαισθητικό περιεχόμενο. Ιδέες, συναισθήματα, κίνητρα, αυτεπίγνωση, όλα είναι μορφές ψυχικών φαινομένων, ενώ υποδηλώνουν τον τρόπο που βιώνουμε την ύπαρξη μας (Daseinweise). Το υποκειμενικό είναι η εννοιολογική μορφή που επιβάλλεται από τον ΝΟΥ. Το «αντικειμενικό» ενσκήπτει από τη διαισθητική ενημέρωση, από τη μελέτη της υποκειμενικής εμπειρίας, με στόχο την κατανόησή της με τη μετάθεση εντός (Hineinversetzen /tranfering into), τη συναισθηματική ταύτιση (Einfuelen/empathizing with) και την εμβίωση (Miterleben/living with) (Jaspers, 1968, p.1313).

Με εντυπωσιακό τρόπο η σύγχρονη νευρο-επιστήμη παρέχει συγκλίνουσες ενδείξεις που φαίνεται ότι δικαιώνουν τις παραδοχές του Jaspers, ειδικότερα όσον αφορά τη συναισθηματική ταύτιση (Einfuelen/empathizing with) και την εμβίωση (Miterleben/living with), πρόκειται για την ύπαρξη και λειτουργία των καθρεπτικών νευρώνων.

Σύστημα καθρεπτικών νευρώνων: Πρόκειται για νευρώνες που ενεργοποιούνται όταν πραγματοποιούμε μία πράξη και όταν παρατηρούμε κάποιον άλλον να την εκτελεί (Rizzolatti et al., 2001) – Εντόπιση: Οι συγκεκριμένοι νευρώνες εδράζονται κατά κύριο λόγο στον κατώτερο βρεγματικό λοβό και έναν τομέα του μετωπιαίου λοβού –κοιλιακός προκινητικός φλοιός και το οπίσθιο μέρος της κατώτερης πρόσθιας εγκεφαλικής έλικας.

Η παρατήρηση ενός ατόμου που εκτελεί μια πράξη δημιουργεί στο νευρικό σύστημα του παρατηρητή μία αναπαράσταση, η οποία του επιτρέπει όχι μόνο να μαθαίνει τις κινήσεις του ατόμου που εκτελεί την αποστολή, αλλά και πώς να την εκτελεί ο ίδιος.

Εκτιμάται ότι οι καθρεπτικοί νευρώνες που εδράζονται στις βρεγματο-μετωπιαίες εγκεφαλικές περιοχές εμπλέκονται στην «επίγνωση» της εκούσιας συμπεριφοράς. Όμοια οι καθρεπτικοί νευρώνες που εδράζονται στις μεταιχμιακές ανατομικές δομές είναι αφιερωμένες στην «επίγνωση» της συναισθηματικής συμπεριφοράς.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ορισμένες λειτουργικές διαταραχές, τυπικές για την κλινική εικόνα του αυτιστικού φάσματος, όπως διαταραχές στη διαδικασία της μίμησης, την συναισθηματική εν-συναίσθηση, όπως και διαταραχές στην ικανότητα να αποτιμάμε με συνέπεια τη σκοπιμότητα των άλλων, αποδίδονται σε καθοριστική εμπλοκή του συστήματος των καθρεπτικών νευρώνων.

Μία άλλη διάσταση με δυνητική κλινική σημασία του συστήματος των καθρεπτικών νευρώνων θεωρείται η διαδικασία «αποκατάστασης» της λειτουργικής επίδοσης των μελών του σώματος έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Υποστηρίζεται ότι οι εφαρμοζόμενες τεχνικές αποκατάστασης επάγουν την πλαστικότητα του εγκεφαλικού ιστού με την ουσιαστική συμβολή του συστήματος καθρεπτικών νευρώνων.

Ένα αυξανόμενο πλήθος δεδομένων της σύγχρονης νευροεπιστήμης θεμελιώνουν την παραδοχή ότι το σύστημα καθρεπτικών νευρώνων υπόκειται της εξέλιξης σύνθετων γνωσιακών, συναισθηματικών, συμπεριφορικών και κοινωνικών διεργασιών, όπως κατανόηση της δράσης, της μίμησης, της ενσυναίσθησης κ.ο.κ.

Συμπερασματικά: Προσεκτική αντιπαραβολή των τριών εκτεθέντων ενοτήτων (έμμετρος λόγος του Παρμενίδη, φαινομενολογία του Jaspers, καθρεπτικοί νευρώνες) – έστω σε μία επιγραμματική εκδοχή– οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι υφίσταται μεταξύ των αδιαμφισβήτητος κοινός τόπος, ο οποίος τόσο ρητά όσο και άρρητα (διαισθητικά) διαμορφώνει το θεμελιακό υπόβαθρο του ΚΑΤΑ-ΝΟΕΙΝ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Acharya S., Shukla S. Mirror neurons: Enigma of the metaphysical modular brain. J Nat Sci Biol Med. 2012; 3(2): 118-124.

Bonini L., Ferrari P.F. Evolution of mirror systems: a simple mechanism for complex cognitive functions. Ann N Y Acad Sci. 2011; 1225(1): 166-175.

Cartmill E. A., Beilock S., Goldin-Meadow S. A word in the hand: action, gesture and mental representation in humans and non-human primates. Phil. Trans. R. Soc. B (2012)367, 129-143.

Cattaneo L., Rizzolatti G. The Mirror Neuron System. Arch Neurol. 2009; 66 (5):557-560.

Coxon, A. H. 2009. The Fragments of Parmenides: A critical text with introduction, translation, the ancient testimonia and a commentary. Revised and expanded edition with new translations by Richard McKirahan. Las Vegas/Zurich/Athens: Parmenides Publishing.

Diels H., Kranz W. Οι Προσωκρατικοί. Οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα. Τόμος Α. Απόδοση στα Νέα Ελληνικά Κύρκος Β. Εκδόσεις Παπαδήμα Δ. Αθήνα 2005.

Finkelberg, Aryeh. 1986. “The Cosmology of Parmenides”. American Journal of Philosophy107, 303-17.

Finkelberg, Aryeh. 1999. “Being, Truth and Opinion in Parmenides.” Archiv für Geschichte der Philosophie81, 233-48.

Granger, Herbert. 2008. “The Proem of Parmenides’ Poem”. Ancient Philosophy 28, 1-20.

Granger, Herbert. 2010. “Parmenides of Elea: Rationalist or Dogmatist?” Ancient Philosophy 30, 15-38.

Hamilton A.F. (2013). Reflecting on the mirror neuron system in autism: a systematic review of current theories. Dev. Cogn. Neurosci. 3, 91-105.

Held, K. (2007), ‘Phenomenology of ‘Authentic Time’ in Husserl and Heidegger’, International Journal of Philosophical Studies, 15, 3: 327-347.

Hickok G. Eight Problems for the Mirror Neuron Theory of Action Understanding in Monkeys and Humans. J Cogn Neurosci. 2009 July; 21(7): 1229-1243.

Jaspers K. Allgemeine Psychopathologie. Fuenfte Unveraenderte Auflage. Springer Verlag, Berlin und Heidelberg, 1948

Miller, M., 2006. “Ambiguity and transport: reflections on the proem to Parmenides’ poem.” Oxford Studies in Ancient Philosophy, 30: 1-47.

Mourelatos, Alexander. 1979. “Alternatives in Interpreting Parmenides.” Monist62, 3-14.

Nehamas, Alexander. 1981. “On Parmenides’ Three Ways of Inquiry.” Deucalion 33/34, 97-111.

Nehamas, Alexander. 2002. “Parmenidean Being / Heraclitean Fire”. In V. Caston and D. Graham (eds.), Presocratic Philosophy: Essays in Honour of Alexander Mourelatos. Burlington VT: Ashgate.

Niehues-Pröbstig, H. (1987), ‘Überredungzur Einsicht: der Zusammenhang von Philosophie und Rhetorik bei Platon und in der Phänomenologie’, Philosophische Abhandlungen, 54, FrankfurtamMain: Vitt. Klostermann.

Plato,(1996a), Cratylus, Parmenides, Greater Hippias, Lesser Hippias, transl. H.N. Fowler, Loeb Classical library, Cambridge, Mass.: Harvard Univ. Press.

POEM OF PARMENIDES English translation: John Burnet (1892)

Popper K. Ο κόσμος του Παρμενίδη. Δοκίμια για τον Προσωκρατικό Διαφωτισμό. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2002.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.