Γιώργος Σταθόπουλος
Κλινικός Ψυχολόγος, Διδάκτωρ ψυχοπαθολογίας και
ψυχανάλυσης του Université Paris VII. Εργάζεται στην Αθήνα
σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]
Η κυρία Α. πάσχει από καρκίνο του στήθους, για τον οποίο χρειάστηκε να υποστεί μια ολική μαστεκτομή πριν αρκετά χρόνια. Σε μια συνεδρία μιλά για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τους γείτονές της. Βάζουν δυνατά τη μουσική κάθε μεσημέρι που εκείνη θέλει να κάνει τη μεσημεριανή της ανάπαυση. Τους έχει επανειλημμένα κάνει την παρατήρηση να σταματήσουν, εκείνοι δεν την ακούν. Περιγράφει ότι μια μέρα, στέκεται στην ανοιχτή τζαμαρία του σπιτιού της που βλέπει προς την αυλή που είναι κοινή με τους γείτονές της. Περιμένει να επιστρέψουν από την εργασία τους και όταν τους βλέπει σηκώνει αιφνίδια την μπλούζα της και τους δείχνει το στήθος της, στην ουσία το στήθος που λείπει, την ουλή του χειρουργείου. Σκοπός της «να τους τρομάξει», κάτι που πράγματι συνέβη. Το «κόλπο» πέτυχε, όπως θα αναφέρει. Οι γείτονές της δεν έβαλαν ποτέ ξανά δυνατά τη μουσική.
Η κυρία Ντ., μια νεαρή γυναίκα που επίσης πάσχει από καρκίνο του μαστού και η οποία, αντίθετα, επέλεξε μετά τη μαστεκτομή στην οποία υποβλήθηκε να υποβληθεί σε μια δεύτερη χειρουργική επέμβαση με σκοπό την αποκατάσταση του στήθους της, φέρνει συχνά στις συνεδρίες το παράπονό της σε σχέση με αυτήν τη δεύτερη επέμβαση. Το νέο της στήθος δεν την ικανοποιεί. Θα προτιμούσε, αν μπορούσε να γυρίσει πίσω τον χρόνο, «να μην το είχε κάνει». Οι σωματικές αισθήσεις στην περιοχή του αποκατεστημένου μαστού είναι τόσες και τέτοιες που δεν είναι απλώς ενοχλητικές για εκείνη, αλλά και δεν την αφήνουν στην ουσία να «ξεχάσει» το πρόβλημα που πέρασε. Μια μέρα μου διηγείται το ακόλουθο όνειρο: «Είμαι στην παραλία με την Ε., μια φίλη που είχε επίσης κατά το παρελθόν υποβληθεί σε μαστεκτομή και την οποία είχα γνωρίσει μέσω μιας κοινής μας φίλης που και εκείνη με τη σειρά της είχε προσβληθεί παλιότερα από έναν καρκίνο του στήθους. Είμαστε στην παραλία και η φίλη μου έρπεται στην άμμο, φορά ένα μπλουζάκι και μια φούστα και της λέω να βγάλει τη φούστα της, αντί να της πω να βγάλει το μπλουζάκι της, και να μην έχει ντροπή να δείξει την ουλή της. Μου τη δείχνει, σηκώνοντας για λίγο το μπλουζάκι της, πρόκειται για μια φρικτή πληγή. Περπατώ όρθια στο πλάι της. Όταν φτάνουμε στην ακρογιαλιά, βλέπω να περνά μια ζογκλέζ, γυμνή από τη μέση και πάνω και απαστράπτουσα. Από τη μέση και κάτω δεν τη βλέπω καθόλου. Κάνει διάφορα νούμερα. Παίζει με κάποιες βεντούζες με τις οποίες εκτελεί διάφορα ταχυδακτυλουργικά. Στο πλάι της βρίσκεται μια βοηθός που είναι μικρόσωμη και φορά μαύρα. Η ζογκλέζ είναι γυμνόστηθη, τα στήθη της δεν έχουν θηλές και πάνω τους κολλάει τις βεντούζες. Κερδίζει χρήματα κατά αυτόν τον τρόπο και σκέπτομαι ‘‘κοίτα να δεις! Αυτό που της έδωσε η φύση, εκείνη το εκμεταλλεύεται και επωφελείται’’. Ωστόσο, στο τέλος βλέπω ότι αυτή η γυναίκα ανάμεσα στα δύο στήθη και λίγο πιο πάνω, έχει ένα τρίτο μικρό στήθος και λέω ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αληθινό, ότι πρόκειται σίγουρα για ψεύτικο».
*
Ο ευνουχισμός, στην κλινική του καρκίνου, επιβάλλεται με τρόπο βίαιο στο σώμα, είναι κυριολεκτικός. Κάτι που σημαίνει ότι ξεφεύγει από τα σύνορα της φαντασίωσης. Ενώ αποτελεί, κατά τον Freud, μια εκ των λεγόμενων «πρωταρχικών φαντασιώσεων». Ο ευνουχισμός επιβάλλεται λοιπόν στον ογκολογικό ασθενή μέσω του ακρωτηριασμού ενός μέρους ή μέλους του σώματος, ακρωτηριασμού που μπορεί ή όχι να αφορά σε κάτι που είναι άμεσα ορατό και αντιληπτό. Σε κάτι, επίσης, που μπορεί ή όχι, ανάλογα με τις περιπτώσεις, να σχετίζεται με την εικόνα σώματος και την εξωτερική εμφάνιση.
Στην περίπτωση της μαστεκτομής, στα κλινικά παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω, αυτός ο ακρωτηριασμός είναι ορατός. Και στις δύο περιπτώσεις, κάποιος ή κάποιοι κοιτάζουν την περιοχή του στήθους. Στην πρώτη περίπτωση, κοιτούν τον ακρωτηριασμό και τρομάζουν. Στη δεύτερη, σε εκείνη του ονείρου, η εικόνα είναι ξανά εκείνη μιας «φρικτής πληγής». Στο ίδιο όνειρο επίσης, υπάρχουν στήθη «που δεν έχουν θηλές», αλλά και ένα τρίτο, μικρό, «μάλλον ψεύτικο» στήθος. Επειδή ο ακρωτηριασμός στην περίπτωση της μαστεκτομής είναι ορατός και, κυρίως, επειδή η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της θηλυκής ταυτότητας στη γυναίκα, έχει καθιερωθεί, ως ιατρική πρακτική, να προτείνεται μετά τη μαστεκτομή μια χειρουργική επέμβαση αισθητικής φύσης: η λεγόμενη «αποκατάσταση στήθους». Πρόκειται για μια δεύτερη χειρουργική επέμβαση η οποία στοχεύει στην «επανόρθωση» του ευνουχισμού που επέβαλλε η πρώτη επέμβαση. Ορισμένες από τις ασθενείς που έχουν υποστεί μαστεκτομή επιλέγουν αυτήν την οδό της αποκατάστασης στήθους, κάποιες άλλες όχι. Αυτή η δεύτερη επέμβαση γίνεται για λόγους «αισθητικής», επομένως για λόγους «ψυχολογικούς». Η πρώτη επέμβαση αντίθετα, εκείνη του ακρωτηριασμού, γίνεται για λόγους επιβίωσης, επομένως για λόγους καθαρά «ιατρικούς». Σε αυτό το πλαίσιο, θα έλεγε κανείς ότι το «ιατρικό», η ίδια η ιατρική επιστήμη έρχεται πότε να αντιταχθεί στο ψυχικό και πότε να το υπηρετήσει. Ωστόσο ως «αναγκαιότητα» δεν χαρακτηρίζεται παρά μόνο η πρώτη επέμβαση, εκείνη του ακρωτηριασμού. Επομένως, η «ιατρική αναγκαιότητα», δηλαδή οι ανάγκες του βιολογικού σώματος έρχονται να αντιπαρατεθούν εδώ με την ψυχική και συναισθηματική σφαίρα. Ιεραρχικά μάλιστα προηγούνται στις συλλογικές αναπαραστάσεις γιατρών αλλά και ασθενών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανώτερης ιεράρχησης των αναγκών του βιολογικού σώματος αποτελούν οι χειρουργικές επεμβάσεις αφαίρεσης του στήθους, με αμφιτερόπλευρες μαστεκτομές, για προληπτικούς λόγους, όταν επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει βεβαρυμμένη γονιδιακή προδιάθεση για πιθανή μελλοντική ανάπτυξη καρκίνου του στήθους. Στην ουσία, επιβάλλεται έτσι εκ των προτέρων ένας σωματικός ακρωτηριασμός προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος για έναν άλλο ευνουχισμό, μελλοντικό, που θα απειλούσε τη ζωή του υποκειμένου. Το ψυχικό έχει πάντως εισέλθει, με τον τρόπο αυτό, στη σκηνή μέσω του φόβου.
Αλλά ας επιστρέψουμε στην αποκατάσταση του στήθους μέσω χειρουργικής επέμβασης: το αν και σε ποιον βαθμό η ιατρική αποκατάσταση του στήθους επιφέρει και την ψυχική επούλωση του τραύματος, αποτελεί ένα ερώτημα του οποίου η απάντηση είναι μακριά από το να είναι μονοσήμαντη και απλή. Το νέο στήθος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να βιώνεται ως «ξένο σώμα», που αντί να επουλώνει το τραύμα φαίνεται, αντίθετα, να το επιδεινώνει. Τέτοια ήταν η περίπτωση της κυρίας Ντ. στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα. Η αποκατάσταση του στήθους, της υπενθύμιζε διαρκώς το ψυχικό τραύμα του καρκίνου αντί να της το επουλώνει. Το νέο στήθος ήταν για εκείνη ένα ξένο σώμα, επιπλέον ήταν ένα ψεύτικο σώμα (όπως και το τρίτο στήθος στο όνειρο που αφηγείται, στήθος το οποίο «πρέπει να ήταν ψεύτικο»), εφόσον οι αισθήσεις του δεν είχαν καμία σχέση με εκείνες της «άλλης πλευράς». Μιας άλλης πλευράς που μαρτυρά τη θεμελιώδη διχοτόμηση στην οποία υπόκειται το Είναι, του οποίου το σωματικό έρεισμα υφίσταται διαδοχικούς ακρωτηριασμούς.
Τα πεπρωμένα εκείνου του ευνουχισμού που προκύπτει εξαιτίας του καρκίνου είναι πολλαπλά, ποικίλουν δηλαδή ανάλογα με τις περιπτώσεις και φαίνεται να λαμβάνουν διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον κάθε ασθενή. Έτσι, ακολουθώντας τα κλινικά παραδείγματα που ανέφερα προηγουμένως, θα λέγαμε ότι ο ευνουχισμός αυτός μπορεί να διαψεύδεται, με τρόπο μανιακό, χάρη στο όνειρο και την ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας. Στο όνειρο της κυρίας Ντ., ο ευνουχισμός απορρίπτεται κατά κάποιον τρόπο από την ψυχική σκηνή, τίθεται εκτός: το σώμα της ζογκλέζ στο όνειρο δεν αποτελεί αντικείμενο θέασης παρά μόνο από τη μέση και πάνω. Έτσι, ο ευνουχισμός αναιρείται. Στη θέση του συναντάμε ένα τρίτο στήθος που τον αναπληρώνει και τον διαψεύδει. Οι βεντούζες του ονείρου, οι οποίες «κολλάνε» πάνω στα στήθη, κρύβοντας τις θηλές που λείπουν, υποδηλώνουν ταυτόχρονα μια απόπειρα, φετιχιστικού τύπου, διάψευσης του ευνουχισμού.
Άλλες φορές πάλι, φαίνεται σαν η ίδια η ουλή του ευνουχισμού να αποκτά έναν φαλλικό χαρακτήρα, αντίστοιχο με εκείνον που συναντάμε σε περιπτώσεις φετιχιστικής παρενδυμασίας, δηλαδή εκεί όπου εκείνο που φαλλικοποιείται είναι η έλλειψη πέους, με συνέπεια το τελευταίο να πρέπει να είναι απόν ή κρυμμένο, καλυμμένο από ένα ρούχο. Σε περιπτώσεις λοιπόν όπου εκείνο που επενδύεται είναι η απουσία, ακόμα καλύτερα η έλλειψη, η οποία αποκτά έτσι φαλλικό χαρακτήρα, η ασθενής έχει τότε την τάση, όπως συνέβη στην περίπτωση της κυρίας Α., να επιδεικνύει το απολεσθέν στήθος της, να επιδεικνύει την ουλή του χειρουργείου, σαν η ίδια η ουλή να είχε φαλλικοποιηθεί, έτσι που θα μπορούσε, δηλαδή θα είχε τη δύναμη, να τρομάξει ή και να σοκάρει τον άλλον, με τρόπο που θυμίζει τον επιδειξία. Βεβαίως, στην περίπτωση της κυρίας Α., εκείνο που επιδεικνύεται είναι η απειλή του ευνουχισμού. Αυτή η απειλή είναι που τρομάζει. Ωστόσο, ταυτόχρονα η ίδια η απουσία του στήθους αποκτά έναν φαλλικό χαρακτήρα. Κερδίζει αυτό που θέλει επιδεικνύοντας την ουλή της. Αυτή η «φαλλικοποίηση του ευνουχισμού» δανείζεται προφανώς από μια διαστροφική προβληματική, με τη διαφορά ότι εδώ εκείνο που φαίνεται να φαλλικοποιείται δεν είναι η παρουσία, αλλά η απουσία ενός μέλους του σώματος. Κατά μια έννοια, αυτή η προβληματική θυμίζει εκείνη των ατόμων που είναι αποφασισμένα να υποβληθούν ή υποβάλλονται σε ηθελημένες ακρωτηριαστικές επεμβάσεις χωρίς να συντρέχει ιατρικός λόγος. Στα άτομα αυτά φαίνεται να φετιχοποιείται η απουσία ενός μέλους του σώματος και όχι η παρουσία του. Η καλή συνάδελφος Ε. Ραρή έχει εργαστεί για χρόνια πάνω στο θέμα, πραγματοποιώντας μια ιδιαίτερα σημαντική διδακτορική διατριβή.1 Στο παράδειγμα της κυρίας Α., είναι αυτή ακριβώς η απουσία στήθους ή η ίδια η τομή του χειρουργείου που δρουν καταλυτικά. Επομένως, η απουσία στήθους και η τομή του χειρουργείου προσφέρονται, σε κάποιες περιπτώσεις, ως ένα προνομιακό πεδίο επένδυσης της λίμπιντο.
Ο τραυματισμός στην περίπτωση του καρκίνου είναι μονάχα σωματικός, το τραύμα όμως που προκύπτει είναι τόσο σωματικό όσο και ψυχικό: το Εγώ παραβιάζεται τόσο ως σωματική όσο και ως ψυχική υπόσταση. Απέναντι σε αυτές τις φιγούρες ευνουχισμού που επιβάλλει η νόσος και η ιατρική αντιμετώπισή της στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, το σώμα που προκύπτει ως αναπαράσταση μπορεί να είναι ή να γίνει ανυπόφορο στη θέασή του. Ο ασθενής αρνείται να το κοιτάξει μπροστά σε έναν καθρέφτη, όπως για πολύ καιρό έκανε η κυρία Ντ., κάτι που υποδηλώνει και τη ναρκισσιστική φύση του τραύματος. Η παραβίαση τόσο του ψυχικού όσο και του σωματικού Εγώ δύναται ωστόσο να κινητοποιήσει μια νέα ναρκισσιστική επένδυση του σώματος και του εαυτού. Η αναπαράσταση του σώματος παραμένει ωστόσο στιγματισμένη: διάτρητη, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και κατακερματισμένη, διαμελισμένη. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις πρόκειται για μια αναπαράσταση παραμορφωμένη, που κάνει έκκληση σε μια μορφή που έχει χάσει το σχήμα της, δηλαδή σε ένα Εγώ που έχει χάσει τα ερείσματά του, τα γνώριμα και οικεία αντιληπτικά του ερείσματα. Πρόκειται για μια εικόνα αποσχηματοποιημένη, όχι απλώς ζημιωμένη ή πληγωμένη.2 Απέναντι σε μια τέτοια αναπαράσταση του σώματος, οι λύσεις αυτοθεραπείας που μπορεί να οργανώσει ή όχι το υποκείμενο μπορεί να ποικίλουν, ωστόσο ιδιαίτερη θέση φαίνεται να κατέχει η φετιχικοποίηση ενός μέρους του σώματος. Μια φετιχικοποίηση που αποσκοπεί στο βάθος (όπως κάθε φορά που ένα φετίχ εισέρχεται στην ψυχική σκηνή) στη διάψευση του ευνουχισμού, χωρίς όμως το Εγώ να απολέσει την ικανότητα να αναγνωρίζει τον ευνουχισμό, δηλαδή χωρίς να πρέπει να τρελαθεί, έργο διττό που το Εγώ θα καταφέρει να επιτύχει μέσω σχάσης. Πλάι σε αυτήν τη λύση «φετιχιστικού τύπου», μια άλλη επίσης μπορεί να αναδυθεί: η υποχονδριακή ενασχόληση με μια συγκεκριμένη σωματική περιοχή. Και στις δύο περιπτώσεις φαίνεται ότι ο στόχος παραμένει κοινός και διπλός: από τη μία, η διάψευση του ευνουχισμού (κάτι που, στην περίπτωση της υποχονδρίας, επιτυγχάνεται χάρη στην αυτο-δημιουργία ενός νέου οργάνου, «νέου» για την ψυχική οικονομία, ενός οργάνου το οποίο, μέσω της υποχονδρίας, φαλλικοποιείται, συγκεντρώνοντας ταυτόχρονα μεγάλες ποσότητες ναρκισσιστικής λίμπιντο), κι από την άλλη, η διατήρηση του σώματος ως αντικειμένου επένδυσης (ως ερωτικού αντικειμένου), αλλά και η φαντασιωσική του σωτηρία. Όπως το φετίχ προστατεύει τον άντρα3 από το να γίνει ομοφυλόφιλος, επιτρέποντας παράλληλα – μέσω της διάψευσης του ευνουχισμού – να συνεχίσει η γυναίκα να αποτελεί για εκείνον το αντικείμενο αγάπης, διασώζοντας έτσι τη λιβιδινική επένδυση προς το γυναικείο κορμί, έτσι και στην περίπτωση της φετιχικοποίησης μιας περιοχής του σώματος ή της «υποχονδρικοποίησής» της, φαίνεται ότι το υποκείμενο καταφέρνει όχι απλώς να διαψεύσει τον ευνουχισμό, αλλά επιπλέον να διατηρήσει ένα ερωτικό ενδιαφέρον για το σώμα του, διασώζοντας τελικά αυτό το σώμα από τη λιβιδινική ανυποληψία.
Παράλληλα, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, φαίνεται ότι η γέννηση ενός «καινούριου οργάνου» για την ψυχική οικονομία, επιτρέπει στον ασθενή να νιώσει ότι το υπόλοιπο σώμα του (επομένως και η επιβίωσή του ως άτομο) δεν απειλείται. Το «κακό», η έκταση του κακού, περιορίζονται σε μια συγκεκριμένη και πεπερασμένη σωματική περιοχή και έτσι η καρκινική διασπορά που εκπροσωπείται από τις πιθανές μεταστάσεις της νόσου δεν αφορά στο υπόλοιπο σώμα.4
Όπως βέβαια έχει επισημάνει ήδη από το 1981 ο Michel de M’Uzan, οι ίδιες οι μεταστάσεις μπορεί να αντιστοιχούν σε «νέα όργανα» για την ψυχική οικονομία,5 κάτι που η κλινική πρακτική φαίνεται να επιβεβαιώνει. Ωστόσο, πριν τις μεταστάσεις ή και μετά από αυτές, «νέο όργανο» για την ψυχική οικονομία είναι (ή μπορεί να γίνει) κάθε περιοχή του σώματος η οποία έλκει λιβιδινική ενέργεια. Μια ενέργεια που εφόσον επιστρέφει στο Εγώ θα δικαιούμασταν να ονομάσουμε ναρκισσιστική. Όπως έχω υποστηρίξει σε προηγούμενες εργασίες,6 το υποχονδριακό όργανο που «γεννιέται» μετά από έναν καρκίνο φαίνεται να βρίσκεται σε φαντασιωσική συσχέτιση με το απολεσθέν (το εκλιπόν) όργανο, με εκείνο δηλαδή που του επιβλήθηκε ο ευνουχισμός, εξαιτίας της οργανικής νόσου. Επιτελεί μάλιστα, αυτό το υποχονδριακό όργανο, μια αντίστοιχη συμβολική λειτουργία με το πληγμένο (από τη νόσο και τις χειρουργικές επεμβάσεις) όργανο του σώματος.
Επομένως, η υποχονδρία στην περίπτωση ενός πραγματικού σωματικού ευνουχισμού δεν αντιστοιχεί σε μια άμυνα προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένας φαντασιωσικός κίνδυνος, αλλά αντιστοιχεί σε μια αμυντική προσπάθεια, απαραίτητη σε ορισμένους ογκολογικούς ασθενείς, προκειμένου να δοθεί ένα εκ των υστέρων νόημα στις φιγούρες του ευνουχισμού που επέβαλε η οργανική νόσος.
*
Το αντικείμενο που χάνεται εξαιτίας ενός σωματικού ακρωτηριασμού διατηρεί το στάτους ενός αντικειμένου του οποίου η αντικατάσταση παραμένει δύσκολη ως και ανέφικτη για το Εγώ. Η μη αντικαταστασιμότητα του αντικειμένου οφείλεται στο ότι το αντικείμενο αυτό αφορά σε μια περιοχή του ίδιου του σώματος και επομένως εμπλέκει το ίδιο το Εγώ του ασθενούς. Πρόκειται για ένα αντικείμενο του οποίου η φύση είναι ναρκισσιστική, επομένως εγγυητική για την ακεραιότητα του Εγώ. Βεβαίως, δεν θα πρέπει να εξαιρέσουμε εδώ τις περιπτώσεις εκείνες όπου ο κομμένος και χαμένος μαστός, συνέπεια μιας μαστεκτομής, μπορεί να αντιστοιχεί όχι μόνο σε ένα σωματικό σημείο προσβολής της θηλυκής υπόστασης, επομένως της θηλυκής ταυτότητας, της γυναίκας, αλλά επίσης και σε ένα σημείο που παραπέμπει, μέσω του θηλασμού, στη μητρότητα. Το τελευταίο φαίνεται να εμπλέκει την επαναδιαπραγμάτευση με τη μητρική imago, μια ψυχική διευθέτηση που δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα καταφέρει τελικά να αναλάβει το Εγώ. Έτσι, ορισμένες φορές, η απώλεια του μαστού μπορεί να αντιστοιχεί σε ένα είδος λύτρωσης του υποκειμένου, κι αυτό όχι απαραίτητα ή όχι πάντα χάρη στην ικανοποίηση του μαζοχισμού. Η λυτρωτική και ανακουφιστική διάσταση του ακρωτηριαστικού ευνουχισμού ίσως να συνδέεται, κάποιες φορές, με την απαλλαγή από εντός μιας κακής ή και διωκτικής μητρικής φιγούρας, η οποία είχε φαντασιωσικά τοποθετηθεί στο στήθος, σαν να ήταν εκεί ο τόπος κατοικίας της για το Ασυνείδητο. Στην περίπτωση αυτή, μαζί με την απαλλαγή από τον διώκτη-καρκίνο, ο ακρωτηριασμός φαίνεται να επιτρέπει και την απαλλαγή από το διωκτικό αντικείμενο-μητέρα, το οποίο είχε φαντασιωσικά εν-σωματωθεί. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε άραγε, για αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις ασθενών, ότι ακόμα και ο κυριολεκτικός ευνουχισμός, εκείνος που επιβάλλεται από το πραγματικό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του καρκίνου, θα μπορούσε να προσλάβει εκ νέου τα χαρακτηριστικά που έχει η φαντασίωση του ευνουχισμού, δηλαδή εκείνα ενός ψυχικού οργανωτή θεμελιώδους σημασίας;
Σύμφωνα με τον Freud, η φαντασίωση του ευνουχισμού προκύπτει (για το αγόρι) μετά τη λύση του οιδιπόδειου, ως κληρονόμος του τελευταίου. Αποτελεί το θεμέλιο, κυρίως όμως το απότοκο, της αναγνώρισης της ανατομικής διαφοράς των φύλων. Αυτή η αναγνώριση της ανατομικής διαφοράς γεννά στο αγόρι άγχος, το άγχος του ευνουχισμού, σηματοδοτώντας για εκείνο την έναρξη του ευνουχιστικού συμπλέγματος. Αντίθετα, στο κορίτσι, η ίδια αναγνώριση της ανατομικής διαφοράς των δύο φύλων καθίσταται η αιτία εισόδου στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, κάτι που, όπως έχει επισημάνει η Μ. Παπαγεωργίου,7 σηματοδοτεί για το κορίτσι μια τριπλή αλλαγή: α) μια αλλαγή στην επένδυση ερωτικού αντικειμένου: από τη μητέρα, που ήταν το αντικείμενο αγάπης, στρέφεται στον πατέρα), β) μια αλλαγή στην επένδυση ερωτογενούς ζώνης: από την κλειτοριδική διέγερση στρέφεται στην κολπική διέγερση. Πρόκειται στην ουσία για μια μετατόπιση και διάχυση της κυρίαρχης ερωτογενούς ζώνης και γ) μια αλλαγή του ενορμητικού στόχου: από τον ενεργητικό στόχο περνά τώρα στον παθητικό.
Η πραγματοποίηση (της απειλής) του ευνουχισμού που επιβάλλει μια σοβαρή σωματική πάθηση θα μπορούσε άραγε να επιτρέψει την κινητικότητα των επενδύσεων που αφορούν στο σώμα, χάρη στην επανοργάνωση τόσο του ναρκισσισμού όσο και του αυτοερωτισμού; Φαίνεται ότι τόσο η υποχονδρία όσο και η φετιχικοποίηση μιας σωματικής περιοχής έρχονται, σε αυτές τις περιπτώσεις, να αποτελέσουν τα μέσα προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η ναρκισσιστική επανοργάνωση, αλλά και η αυτοερωτική ανασυγκρότηση του υποκειμένου. Σε αυτήν την πορεία, η φαλλική αξία της οδύνης, και μέσω αυτής όχι μόνο ο ναρκισσιστικός αλλά και ο φαλλικός χαρακτήρας του μαζοχισμού, μπορεί να αποδειχτούν καθοριστικής σημασίας. Μια φαλλικοποίηση που επιτυγχάνεται μέσα από την υποχονδρικοποίηση ή τη φετιχικοποίηση μιας περιοχής του ίδιου του σώματος, η οποία ερωτικοποιείται, με αφετηρία τον σωματικό πόνο.
Επίλογος
Το ερώτημα που έθεσα στο κείμενο αυτό ήταν το ακόλουθο: ποιες είναι οι φιγούρες και, κυρίως, ποια μπορεί να είναι τα πεπρωμένα της προβληματικής του ευνουχισμού στον ογκολογικό ασθενή; Δηλαδή, σε έναν άνθρωπο που προκειμένου να επιβιώσει, η ιατρική πράξη έρχεται και πραγματοποιεί έναν σωματικό ακρωτηριασμό, έναν ευνουχισμό στο πραγματικό επίπεδο. Δύο κλινικές βινιέτες ασθενών με καρκίνο, που υπέστησαν ολική μαστεκτομή, μας επέτρεψαν μια σύντομη εισαγωγή στο θέμα. Η φετιχιστική απόπειρα διάψευσης του ευνουχισμού, καθώς και η γέννηση του υποχονδριακού οργάνου, δηλαδή ενός «νέου» οργάνου για τη λιβιδινική οικονομία, μελετήθηκαν ως δύο από τις πιθανές λύσεις που διαθέτει το υποκείμενο, προκειμένου να καταφέρει όχι μόνο να διαψεύσει τον ευνουχισμό, αλλά και να διατηρήσει ένα ερωτικό ενδιαφέρον για το σώμα του, διασώζοντάς το έτσι από την ανυποληψία του Εγώ.
Βιβλιογραφικές αναφορές
1 Rari I., Le corps, monnaie d’échange : étude des demandes d’amputation volontaire. Διδακτορική Διατριβή (εν εξελίξει). Πανεπιστήμιο Paris VII, Παρίσι: 2014.
2 De M’Uzan M., Στα σύνορα ζωής και θανάτου, μτφρ-επιστ. επιμέλεια: Γ. Σταθόπουλος, Αθήνα: Μετά, 2011, σ. 64.
3 Freud S. (1927), «Le fétichisme». Στο: La vie sexuelle, μτφρ. D. Berger, J. Laplanche κ.ά., Παρίσι: PUF, 1969, σ. 133-138.
4 Σταθόπουλος Γ., Επανεπενδύοντας το σώμα. Η υποχονδριακή λύση απέναντι στον καρκίνο, Αθήνα: Νήσος, 2013.
5 De M’Uzan M. (1981), «Dernières paroles». Στο: La bouche de l’Inconscient, Παρίσι: Gallimard, 1994, σ. 28 και: De M’Uzan M., Στα σύνορα ζωής και θανάτου, ό.π., σ. 70.
6 Σταθόπουλος Γ. (2012), Μια ειδική περίπτωση παθονεύρωσης: η παθο-υποχονδρία, Οιδίπους 7:128-145, Stathopoulos G. (2013), La pathohypocondrie et la solution hypocondriaque après la maladie cancéreuse, L’Évolution Psychiatrique 78(4), καθώς και: Σταθόπουλος Γ., Επανεπενδύοντας το σώμα. Η υποχονδριακή λύση απέναντι στον καρκίνο, ό.π.
7 Παπαγεωργίου Μ. (2013), «Αγάπη πατέρα και κόρης: επιθυμία και ταυτίσεις». Εισήγηση σε στρογγυλή τράπεζα κατά τη διάρκεια του 8ου Διεθνούς Ψυχαναλυτικού Συμποσίου Δελφών.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.