Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 30 [2013 – τόμος 09]

Henri Ey: Αρχές μιας οργανοδυναμικής αντίληψης της ψυχιατρικής

[ Αποσπάσματα από το κεφαλαιο «Principes d’une conception organo-dynamiste de la psychiatrie» του συγγράμματος του Henri Ey, Études Psychiatriques, Volume 1, Paris, Éditeur Desclée de Brouwer & Cie, 1948, (Coll. «Bibliothèque neuro-psychiatrique»), Νο 7, σελ.157-186 ]

Μετάφραση
Γιώργος Δημητριάδης

Αν η παλιά «αμιγώς» μηχανιστική αντίληψη της ψυχιατρικής αποδεικνύεται ανίκανη να εξηγήσει την ψυχική διεργασία των ψυχονευρωτικών και ψυχωτικών διαταραχών· αν μια «αμιγώς» ψυχογενετική αντίληψη, ακόμη και σύμφωνα με τους πρωταθλητές της, είναι ανίκανη να πει το πώς και το γιατί κάποιο «άλλο πράγμα», από την κίνηση και τις περιπέτειες της ψυχικής ζωής, παρεμβαίνει στον ντετερμινισμό των νευρώσεων και των ψυχώσεων, τότε είμαστε δικαιολογημένοι να ερευνήσουμε προς μια άλλη κατεύθυνση, χωρίς να παραιτηθούμε από την αρχή της αιτιότητας που θεμελιώνει την επιστήμη μας, ούτε από την αρχή της σημασίας που τη χαρακτηρίζει, και, λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία όλων αυτών των θεωριών, να επιχειρήσουμε να τις «ξεπεράσουμε». Προκειμένου όμως να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να αποκηρύξουμε τόσο τον δυισμό που διαχωρίζει πέραν του δέοντος όσο και τον μονισμό που δεν διαχωρίζει αρκετά τον ψυχισμό από τη ζωή. […]. Είναι σε σχέση με αυτό ακριβώς που προσπαθούμε με όλες μας τις δυνάμεις, όχι προκειμένου να θριαμβεύσει ένα είδος συμφιλίωσης ή μιας, λίγο έως πολύ, εκλεκτικής «σύνθεσης» αυτών των δύο συνήθων ρευμάτων ιδεών και δογμάτων, αλλά προκειμένου να τα ξεπεράσουμε και να τα εντάξουμε μέσα σε μια ψυχο-βιολογική ευρύτερη σύνθεση: τον οργανοδυναμισμό.

Είναι σύμφωνα με αυτό το πνεύμα που με τον J. Rouard το 1936 σκεφθήκαμε ότι οι αρχές του Hughlings Jackson θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην Ψυχιατρική, πέραν αυτού που ο διάσημος αυτός νευρολόγος είχε φανταστεί.

[…]

Ι. Η έννοια και οι επιπτώσεις της οργανοδυναμικής θεωρίας του H. Jackson

[…] Η πρώτη θέση του Jackson αφορά την ιεραρχία των ψυχικών λειτουργιών. Στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και του οργανισμού ολόκληρου όλα συμβαίνουν ως εάν να επιτελείται μια εξέλιξη των λειτουργιών που σχετίζονται με τις ζωικές σχέσεις, η οποία υποτάσσει τις πρώιμες και κατώτερες φάσεις στις ανώτερες οργανώσεις. Όλα φαίνεται να συμβαίνουν ως εάν να δημιουργείται μια τάξη που να εξασφαλίζει σε κάθε επίπεδο την ένταξη των κατώτερων επιπέδων. Αλλά (είναι το συμπλήρωμα που προσθέτουμε σε αυτή τη θέση) αν αυτή η εξέλιξη και αυτή η ιεραρχία, όσον αφορά τις κατώτερες λειτουργίες, αναπαρίστανται στον χώρο από τη διάταξή τους σε επίπεδα του νευρικού συστήματος, δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε, όπως το τόνισαν ο Monakow και ο Mourgue, ότι η λειτουργική εξέλιξη αναπτύσσεται στα ανώτερα επίπεδα ως σύστημα ενέργειας που αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο. Αυτό επιβεβαιώνει την ιδέα που είχε ο Janet γύρω από την ιεραρχία των ψυχικών λειτουργιών μέσα στο ενεργειακό σύστημα της ψυχικής τάσης.[…]. Αυτή η θέση της ιεραρχίας των λειτουργιών συνιστά αντίδραση στον μηχανιστικό ατομικισμό, ο οποίος δεν βλέπει και δεν μπορεί να δει στην κανονική και παθολογική ψυχική ζωή παρά μόνο ένα άθροισμα ατόμων που διατίθενται σε ένα επίπεδο.

Η δεύτερη πρόταση διευκρινίζει ότι οι παθολογικές καταστάσεις αντιπροσωπεύουν μία κίνηση αποδόμησης (dissolution) υπαρχουσών λειτουργιών. Σε αυτή την κίνηση αποδόμησης αντιστοιχεί, σύμφωνα με τη θεωρία του Jackson, η απελευθέρωση των υποκείμενων δομών (instances). Αυτό σημαίνει ότι η ασθένεια αντιπροσωπεύει την παλινδρόμηση του λειτουργικού συστήματος σε ένα κατώτερο επίπεδο που προηγείται από αυτό και υπόκειται σε αυτό. Η παθογενετική θεωρία αντίκειται λοιπόν ως προς αυτό στη μηχανική γένεση των διαταραχών. Γι’ αυτήν, πράγματι υπάρχουν αρνητικές διαταραχές ή ελλείμματα (απευθείας αποτέλεσμα της γενεσιουργού τους διαδικασίας ) και θετικά συμπτώματα, τα οποία είναι η «αντιδραστική» διεργασία επαναδημιουργίας και «επανένταξης» στο εναπομείναν επίπεδο. Έτσι διαφωτίζεται ζωηρά ο εξελικτικός χαρακτήρας (ζωικός και ψυχικός) και η δυναμική δομή αυτών των καταστάσεων αποδόμησης. Επί τούτου έχουμε σημειώσει αυτό που είχε περάσει απαρατήρητο, πόσο δηλαδή η θεωρία του είναι κοντά στη θεωρία των συμπτωμάτων του Bleuler. Ο τελευταίος, μελετώντας υπό τον όρο σχιζοφρένεια την κίνηση αποδόμησης την πλέον συνήθη, διέκρινε στην παθογένεια αυτών των συμπτωμάτων τη διπλή σειρά των πρωτογενών και δευτερογενών διαταραχών, που είναι το κλειδί όλης του της ψυχοπαθολογίας. Αυτή η διάκριση μας φαίνεται ακριβώς ισοδύναμη στην περίφημη και θεμελιώδη κατάταξη των αρνητικών και θετικών συμπτωμάτων που χρωστούμε στον Jackson.

Η τρίτη άποψη της θεωρίας που μας φαίνεται θεμελιακή, αλλά ελάχιστα επεξεργασμένη από τον Jackson, είναι η διάκριση των ολικών αποδομήσεων (που ονομάζει ομοιόμορφες) από τις μερικές αποδομήσεις (που ονομάζει εντοπισμένες). Η σημασία αυτής της διάκρισης φαίνεται να έχει διαφύγει και από τον ίδιο τον συγγραφέα, γιατί το ακριβές της βεληνεκές προϋποθέτει τη διεύρυνση της αρχής των λειτουργικών ιεραρχιών, δηλαδή αυτού ακριβώς που ήδη επιχειρήσαμε να περιγράψουμε παραπάνω. Αν, πράγματι, υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε την ανάπτυξη των λειτουργιών που σχετίζονται με τις ζωικές σχέσεις σε μία σειρά επιπέδων που πάνε από τις πρωταρχικές λειτουργίες, οι οποίες είναι εντοπισμένες στον νευράξονα, μέχρι τις ανώτερες ενεργειακές λειτουργίες, οι οποίες δημιουργούν τις πιο ευρείες λειτουργικές συνθέσεις της ψυχικής ζωής, τις πράξεις της συνείδησης και της προσωπικότητας, είναι εύκολο να καταλάβουμε την πιο βαθιά σημασία της διάκρισης που κάνει ο Jackson μεταξύ ολικών και μερικών αποδομήσεων. Η αποδιοργάνωση των μερικών λειτουργιών, που είναι εγγεγραμμένη και οργανωμένη μέσα στη νευρωνική διάταξη της οποίας η δραστηριότητα είναι κανονικά ενταγμένη στη συμπεριφορά, ταυτίζεται με τις αισθητικοκινητικές αποδιοργανώσεις που μελετά η Νευρολογία. Οι αποδομήσεις των ανώτερων λειτουργικών κύκλων –οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι ολικές γιατί είναι στη φύση τους να ελέγχουν το σύνολο της ψυχικής ζωής και να την ανεβάζουν στο πιο ψηλό σημείο ένταξης– συνιστούν το αντικείμενο της Ψυχιατρικής.

Η τέταρτη αρχή του Jackson, την οποία ελάχιστα υπέδειξε, είναι η αντι-νοσολογική αρχή που κατ’ ανάγκη συνδέεται με αυτά που είπαμε. Η ιδέα την οποία αποκτούμε μέσω μίας τζακσόνιας επεξεργασίας της κλινικής εικόνας (δηλαδή από το γεγονός των ανέπαφων υποκείμενων δομών) μειώνει ακόμη περισσότερο την άμεση δράση της παθογενούς αιτίας και απομακρύνει από την έννοια της ειδικής ανατομοκλινικής οντότητας. Αυτό που η Κλινική μελετά είναι λίγο έως πολύ τα τυπικά επίπεδα αποδόμησης τα οποία δημιουργούνται από διαφορετικούς αιτιολογικούς παράγοντες. Λοιπόν, αυτή η «συνδρομική» φύση των ψυχώσεων, τόσο συχνά αναφερόμενη αλλά σε αντίφαση με τις κλασικές θεωρίες, αντίκειται στην υπόθεση των κλασικών ειδικών ανατομοκλινικών οντοτήτων.

Αυτές είναι οι αρχές που οφείλουν να συνιστούν την τζακσόνια έμπνευση της οργανοδυναμικής θεωρίας της οποίας θα περιγράψουμε τις δύο εκδοχές.[…].

ΙΙ. Ο Οργανικισμός

[…] Ο πιο αυθεντικός τύπος ολικής ψυχιατρικής αποδόμησης είναι ο ύπνος που δημιουργεί το όνειρο. Αυτή η υπνική αποδόμηση συνιστά ένα σχήμα εξήγησης για μια ολόκληρη σειρά ψυχοπαθολογικών καταστάσεων, όπως θα δούμε στη μελέτη που αφιερώνουμε [σε επόμενο κεφάλαιο] σε αυτό το κεφαλαιώδες πρόβλημα. Ενώ στον ύπνο και το όνειρο πρόκειται για μια αποδόμηση πολύ απότομη και πολύ βαθιά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλοι οι ενδιάμεσοι βαθμοί ταχύτητας και βάθους συνιστούν μια κλίμακα επιπέδων που μας καθιστά εξηγήσιμο αυτό που συμβαίνει στις ανώμαλες μορφές της ψυχικής ζωής […].

Το ότι οι ψυχικές ασθένειες οφείλονται σε οργανικές διεργασίες και κυρίως εγκεφαλικές δεν σημαίνει ότι εξομοιώνουμε την ψυχιατρική με τη νευρολογία. Αυτό που διαχωρίζει πράγματι για εμάς τη Νευρολογία από την Ψυχιατρική δεν είναι το ότι η Νευρολογία είναι η παθολογία του εγκεφάλου και η Ψυχιατρική δεν είναι τίποτα, ή, το ότι το αντικείμενό της είναι μόνο οι καθαρά ψυχολογικές παραλλαγές (πράγμα που είναι το ίδιο)· αλλά μάλλον το ότι, αν και οι δυο τους είναι παθολογίες του εγκεφάλου, η μια –η Νευρολογία– έχει ως αντικείμενο τις μερικές αποδομήσεις, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές της ψυχικής ζωής, ενώ η άλλη –η Ψυχιατρική– έχει ως αντικείμενο τις ολικές αποδομήσεις οι οποίες αλλοιώνουν, αν δεν αλλοτριώνουν την ψυχική ζωή.

Όσον αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τα εγκεφαλικά κέντρα, μας φαίνεται ότι είναι δυνατόν να κάνουμε τον διαχωρισμό ανάμεσα σε εργαλειακά λειτουργικά κέντρα (αναλυτές αντίληψης, κέντρα λόγου κ.λπ.) και ενεργειακά κέντρα ή κέντρα ρύθμισης της ψυχικής ζωής. Ο ακριβής εντοπισμός αυτών των κέντρων σε κάποιο σημείο του νευρικού συστήματος δεν είναι αντίθετος στην υπόθεσή μας, η οποία επίσης δεν τον απαιτεί, καθότι ένα «κέντρο ρύθμισης» μπορεί ανεξάρτητα να βρίσκεται σε ένα σημείο ή σε αναρίθμητα σημεία. Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο η ανατομοπαθολογία του εγκεφάλου ίσως απαντήσει κάποτε. Επίσης, το ίδιο όσον αφορά στο αν τα κέντρα αυτά βρίσκονται πάντα και κατ’ ανάγκη στον εγκεφαλικό φλοιό ή, ακόμα, και στο αν εντοπίζονται στον εγκέφαλο.

Θα θέλαμε να δείξουμε με τη βοήθεια παραδειγμάτων τον τρόπο σκέψης μας. Η προϊούσα γενική παράλυση, δηλαδή η μορφή άνοιας που προκαλεί η συφιλιδική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, είναι μια αρρώστια προφανώς οργανικής φύσης και εγκεφαλική. Είναι όμως και παραμένει μια από τις πιο αυθεντικές μορφές τρέλας την οποία μελετάει η Ψυχιατρική: ανήκει στην Ψυχιατρική και όχι στη Νευρολογία. Γιατί; Γιατί αντιπροσωπεύει μια ολική αποδόμηση των ψυχικών λειτουργιών, στο μέτρο που, στην πιο ουσιαστική τους εκδοχή, αυτά τα συμπτώματα συνιστούν μια παλινδρόμηση της συνείδησης και της προσωπικότητας. Η νωτιαία φθίση, αντίθετα, (χωρίς ολικές διανοητικές διαταραχές) είναι νευρολογική, όχι μόνο γιατί αντιπροσωπεύει μια αρρώστια του νευράξονα (που είναι και η περίπτωση της προϊούσας γενικής παράλυσης), αλλά γιατί εμφανίζεται με αποδιοργάνωση μερική των στοιχειωδών λειτουργιών – δηλαδή στην εν λόγω περίπτωσή με πρωταρχικές αισθητηριακές διαταραχές. Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση αυτού του συνόλου των τυπικών εξελίξεων ψυχικών διαταραχών που κατατάσσουμε υπό τον γενικό όρο «σχιζοφρένεια». Δεν πρόκειται στα μάτια μας για μια ψυχογενετική ασθένεια, δηλαδή δεν οφείλεται σε παράγοντες καθαρά ψυχικούς, όπως θα ήταν «το καταφύγιο μέσα στην ασθένεια», «μια αντίδραση σε μια ζωτικής σημασίας κατάσταση», μια «λίγο έως πολύ συνειδητή εσωστρέφεια», κ.λπ. Αν επρόκειτο μόνο για τροποποίηση της σκέψης και της συμπεριφοράς τέτοιου τύπου, ή καλύτερα αυτού του επιπέδου, θα ήμασταν μπροστά σε ψυχικές παραλλαγές εντελώς «κατανοήσιμες» –υπό την έννοια του Jaspers–, πλαστικές και αναστρέψιμες· δηλαδή θα επρόκειτο για κανονικές αντιδράσεις και δεν θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τη συμπεριφορά ενός ερημίτη από αυτήν ενός σχιζοφρενή. Λοιπόν, αυτό που αποδίδει σε τέτοιες καταστάσεις τον παθολογικό τους χαρακτήρα (ανεξάρτητα από τους συχνά άγνωστους σε εμάς αιτιολογικούς παράγοντες ) είναι ότι στη δομική ανάλυση φαίνονται να είναι το αποτέλεσμα μιας παλινδρόμησης, μιας αποδόμησης της οποίας οι αρνητικές διαταραχές συνιστούν την απόδειξη και που καμία ψυχογένεση δεν θα καταφέρει να εξηγήσει. Δηλαδή στα μάτια μας η «σχιζοφρένεια» συνιστά αρρώστια οργανικής προέλευσης, μια «σωμάτωση» και μάλλον μια ασθένεια του εγκεφάλου. Μήπως αυτό σημαίνει ότι εξομοιώνουμε καθαρά και απλά τη σχιζοφρένεια με μια νευρολογική ασθένεια; Δεν μας φαίνεται καθόλου ότι πρόκειται για μωσαϊκό στοιχειωδών διαταραχών, όπως είναι για παράδειγμα ένα παρκινσονικό σύνδρομο με τις διαταραχές του τόνου, την βραδυλαλία, την ηχολαλία, τις ψευδαισθήσεις κ.λπ. Όπως θα ήταν επίσης, σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς, μια ηβηφρένεια, υπό την έννοια της υπόθεσης μιας παράθεσης υποτιθέμενων (καθότι στοιχειώδη και μερικά) νευρολογικών συμπτωμάτων: στερεοτυπίες, παρορμήσεις, καταληψία, ψευδαισθήσεις, παραληρηματικές ιδέες, φαινόμενα ψυχικού αυτοματισμού…

[…]

ΙΙΙ. Ο Δυναμισμός

[…] Εξ ορισμού δεχόμαστε ότι οι ψυχονευρώσεις και οι ψυχώσεις είναι το αποτέλεσμα ενός ενεργειακού ελλείμματος. Είναι μια συγκεκριμένη ενέργεια, μια «ψυχική τάση», η οποία κανονικά διατηρεί σε κατάσταση εγρήγορσης την ισορροπία των ενστίκτων και εξασφαλίζει την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα των πράξεων και των σκέψεών μας. Η προσαρμογή δε αυτών στο πραγματικό προϋποθέτει αναρίθμητες λειτουργίες, πράξεις μνήμης, προσοχής, αντίληψης, ελέγχου κ.λπ. Η ψυχική ζωή εκτυλίσσεται ως σειρά χαμηλών και υψηλών τάσεων όπως έχει καταδείξει ο Pierre Janet […]. Η μελέτη της μακράς και δύσκολης ανάπτυξης των ψυχικών λειτουργιών στο παιδί, η οποία διαρκεί χρόνια, καταλήγει απαραίτητα στην έννοια των επιπέδων και των βαθμίδων οι οποίες δεν διατάσσονται παρά σε σχέση με την έννοια μιας δύναμης, όπως η έννοια των φάσεων της σωματικής ανάπτυξης, συνεπάγεται αυτήν του ενστίκτου. Θεωρούμε λοιπόν πως η παλινδρόμηση των ψυχικών λειτουργιών προς κατώτερα επίπεδα επέρχεται από την κάμψη αυτού του συστήματος των πραγματικών δυνάμεων.

Ο τρόπος που σκεφτόμαστε συνεπάγεται επίσης μια άλλη δυναμική διάσταση: την απελευθέρωση του εναπομείναντος μέρους. Η παθολογική διαδικασία δεν επιδρά πάνω σε μία αδρανή ύλη, αλλά πάνω σε ένα κληρονομημένο ή επίκτητο σύστημα οργανωμένων ενεργειών.1 Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά διαίσθηση του «τζακσονισμού». Η ψύχωση είναι καμωμένη από την άναρχη απελευθέρωση των μέχρι τούδε πειθαρχημένων και καταπιεσμένων υποκείμενων τάξεων και τώρα ενταγμένων σ’ ένα κατώτερο επίπεδο. Κάθε μείωση των ανώτερων ψυχικών δυνάμεων επιφέρει την απελευθέρωση των ενεργειών που προσδιορίζονται με τους όρους Ασυνείδητο και ένστικτο. Η τρέλα απελευθερώνει τις ζωικές τάσεις, η ψευδαίσθηση είναι ένα νεόπλασμα του ενστίκτου, ο ύπνος λύει τα δεσμά της «τρελής του χωριού», ιδού κάποιες εικόνες που δείχνουν έναν τρόπο σκέψης που απέμεινε μέχρι τώρα περισσότερο στον τομέα της εκλαΐκευσης από ό,τι έγινε αντικείμενο μίας επιστημονικής θεωρίας. Θέλουμε, λοιπόν, να επανέλθουμε σε αυτό το φυσικό σύστημα εξηγήσεων, που είναι η έννοια «της διαφυγής από τον έλεγχο», που είναι ακόμα πιο προφανής, τουλάχιστον σ’ εμάς, στον τομέα της Ψυχιατρικής (όπου αντιστεκόμαστε να την αποδεχτούμε) παρά στον τομέα της Νευρολογίας (όπου έχει γίνει κλασική η έννοια αυτή).

Η τρίτη δυναμική διάσταση της προοπτικής μας συνίσταται στην εξαίρετη σημασία που αποδίδουμε στην εξελικτική διαδικασία της ψύχωσης. Ονομάζουμε έτσι τις μεταμορφώσεις που πραγματοποιούνται μέσα στη συνείδηση και την προσωπικότητα του αρρώστου υπό τη διπλή επίδραση του ενεργειακού ελλείμματος και των ζωηρών αντιδράσεων των ψυχικών δομών που απέμειναν ή ακόμη των τάσεων που συνιστά η προσωπικότητα. Αυτή η διεργασία, αυτή η δραστηριότητα δεν περιορίζεται για μας ούτε από την έννοια της αποκλειστικά μηχανιστικής διαδικασίας (χρειάστηκε ο De Clérambault με το τεράστιο ταλέντο του, που γνωρίσαμε και του αναγνωρίσαμε, για να εισαχθεί στην ψύχωση –την οποία θεωρούσε ριζικά διαφορετική από την ψυχική δραστηριότητα–, αυτή η τεχνητώς δημιουργημένη κίνηση ως συνέπεια ενός συνδυασμού αμιγώς μηχανικών φαινομένων) ούτε από εννοιολογικές οντότητες όπου δεν αποδέχονται καμία εξελικτική κίνηση. Για εμάς το σύνολο των ψυχώσεων και των νευρώσεων αντιπροσωπεύει τις τυπικές εξελικτικές μορφές που επηρεάζουν τα επίπεδα αποδόμησης τα σχετικά με την προσωπικότητα. Αυτά αντιπροσωπεύουν τις βαθμίδες παλινδρόμησης που η ασθένεια επιφέρει σε μία κανονική ψυχική εξέλιξη.2 Η κλίμακα των επιπέδων αποδόμησης είναι αλληλέγγυα ενός σχήματος ιεράρχησης των λειτουργιών τα οποία, το ένα όπως και το άλλο, δεν μπορούν να συναχθούν παρά μόνο ύστερα από μακροσκελείς και λεπτομερείς αναλύσεις, των οποίων δεν μπορούμε να δώσουμε ενδεικτικά εδώ παρά μόνο μία προσωρινή εικόνα.

Μερικές βαθμίδες φαίνονται εξ αρχής σημαντικές:

  1. Η αποδόμηση των ανώτερων λειτουργιών, οι οποίες εξασφαλίζουν την κοινωνική ένταξη της προσωπικότητας (συμπεριφορές προσαρμογής, ηθική και κοινωνική πειθαρχία κ.λπ.).
  2. Η αποδόμηση των λειτουργιών που εξασφαλίζουν «τη θυμική ισορροπία», δηλαδή την ένταξη των ενστικτωδών και συναισθηματικών δυνάμεων όσον αφορά την προσαρμογή στο πραγματικό.
  3. Η αποδόμηση των λειτουργιών που εξασφαλίζουν την αντιληπτική οργάνωση του εξωτερικού και του εσωτερικού κόσμου και την καθαρά βιωμένη διάκριση του υποκειμενικού από τον αντικειμενικό κόσμο.
  4. Η αποδόμηση των θεμελιακών νοητικών λειτουργιών.

 

Αυτά τα διάφορα επίπεδα (αντικείμενα γενικών μελετών ψυχοπαθολογίας) εμφανίζονται στην κλινική υπό τη μορφή διαταραχών της συμπεριφοράς (1), επεισοδίων μανίας ή μελαγχολίας (2), ονειροειδών και ψευδαισθητικών επεισοδίων, παραληρημάτων εξωτερικής επιβολής ή αποπροσωποποίησης (3), συγχυτικο-ονειρικών επεισοδίων (4). Όλες αυτές οι καταστάσεις συνιστούν μια πρώτη ομάδα τυπικών ψυχικών διαταραχών στο μέτρο που πρόκειται για μεταβολές της δομής της συνείδησης, δηλαδή της δομής της εγρήγορσης που μας επιτρέπει να προσαρμοζόμαστε σε κάθε παρούσα στιγμή. Φαινομενολογικώς χαρακτηρίζονται από ψυχοπαθολογικά «βιώματα» που προσφέρονται μέσα στην συγχρονία της «συνάντησης» (Begegung) του αρρώστου με τον ψυχίατρο. Αντιστοιχούνε κυρίως σε αυτό που ο Jaspers ονόμαζε «πρωτογενείς παραληρηματικές εμπειρίες» και είναι αντικείμενο μιας «Daseinanalyse», που αποκαλύπτει τις μεταβολές στις ανταλλαγές μεταξύ του «είναι» και του περιβάλλοντός του, δηλαδή την ανατροπή της ενεστώσας ψυχικής ζωής, στην οποία είναι δυνατή μια «εγκάρσια τομή» [για να τη διερευνήσουμε].

Αλλά η δομική δυναμική των ψυχώσεων δεν σταματάει εδώ, γιατί απαιτεί τη διεύρυνση και τη συμπλήρωσή της μέσα σε μια άλλη διάσταση: την οργάνωση των επιπέδων αποδόμησης ως μορφών μεταβολής της δομής της προσωπικότητας. Σχετικά με αυτό, μερικές ψυχώσεις, οι οποίες τότε ονομάζονται «οξείες», συμπεριφέρονται ως απλές καταστάσεις παροδικής αποδόμησης της συνείδησης χωρίς ενσωμάτωση του «βιώματός» τους η οποία να διαρκεί στη διαδρομή της προσωπικότητας. Άλλες συνιστούν «χρόνιες» αλλοιώσεις με φόντο σταθερή ή προοδευτική παραμονή διαταραχών συνείδησης (σχιζοφρένεια, άνοια). Άλλες τέλος συνιστούν χρόνιες νευρωτικές ή παραληρηματικές αλλοιώσεις της προσωπικότητας, ως αποτέλεσμα της υποκείμενης ή προηγηθείσας διεργασίας των διαταραχών της συνείδησης. Χαρακτηρίζονται όλες από εννοιολογική και ηθική αναστάτωση της προσωπικότητας ως ιδεολογικού συστήματος και ζωτικού προγράμματος. Αντιστοιχούν στις δευτερεύουσες παραληρηματικές διαδικασίες του Jaspers και είναι το αντικείμενο μιας «Daseinanalyse», που συλλαμβάνει τη μεταβολή της προσωπικότητας στο μέτρο που αυτή συγκροτεί ένα σύστημα αξιών και μια ιστορική ανάπτυξη, όπου είναι δυνατή μια «διαχρονική τομή» [για να διερευνηθούν].

[…]

1  O Otto Kant [Evolution of Dynamics etc., Journal of Nervous & Mental Diseases, Ιανουάριος 1948] αναφέρεται στις ψυχοβιολογικές έννοιες του A. Meyer και στις αρχές της πολλαπλών διαστάσεων διάγνωσης του Birnbaum και Kretschmer που μας φαίνεται ότι προσεγγίζει την οπτική μας.

2  Η μη-εξέλιξη ενός ψυχισμού που δεν αναπτυσσόταν κανονικά.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.