σύναψις 30 [2013 – τόμος 09]
Εκδόσεις Κονδύλι 2013, σελ. 267.
Ταξίδι γύρω από ένα ντιβάνι
Θανάσης Καράβατος
Δάνειος ο τίτλος που έθεσα σε τούτη την παρουσίαση του βιβλίου «Ακούω όπως αγαπάω. Ψυχαναλυτικές ιστορίες καθημερινότητας», του ψυχαναλυτή Γιάννη Βαϊτσαρά, φίλου και συνεργάτη από παλιά, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Κονδύλι, παράλληλα με την έκδοσή του στα γαλλικά (Ecouter comme aimer. L’Harmattan, 2012). Με αυτόν ακριβώς τον τίτλο, ο Jean-Louis Hue εισάγει το αφιερωμένο στους συγγραφείς και την ψυχανάλυση τεύχος του περιοδικού Magazine Littéraire (Νο 473, 2008). Να κιόλας ένας χαρακτηρισμός του βιβλίου: Ταξίδι του αναλυόμενου πρώτα, πάνω στο ντιβάνι, κι ύστερα ένα δεύτερο ταξίδι, με τη γραπτή αφήγηση του αναλυτή για όσα ακούστηκαν πάνω και γύρω από το ντιβάνι, παραλλαγμένα φυσικά. Όπως ο ίδιος ο Γιάννης Βαϊτσαράς μας λέει προλογικά: Χτίζει μια ιστορία και το σκηνικό της, όπου κυριαρχεί το «ντιβάνι», όταν «μια λέξη, μια πρόταση ή μια σκηνή που θα ειπωθεί την ώρα της συνεδρίασης» θα συναντηθεί με μια δική του φαντασίωση. Κι ύστερα όλες αυτές οι ιστορίες «μπλέκονται μεταξύ τους, γιατί γράφτηκαν ακολουθώντας την ίδια τακτική των συνεδριών, δηλαδή τον ελεύθερο συνειρμό». Ακόμα κι ο ψυχαναλυτής του βιβλίου «μοιάζει σε πολλά» με τον συγγραφέα του βιβλίου, «αλλά δεν είναι ο ίδιος. Είναι ένας Άλλος»
Το αποτέλεσμα είναι οι «μυθοπλασίες» του βιβλίου του Βαϊτσαρά. «Μυθοπλασίες» με το υλικό που συλλέγει ο ψυχαναλυτής πίσω από το ντιβάνι κι ύστερα το αποθησαυρίζει σταλάζοντάς το λίγο λίγο σε λέξεις. Που σημαίνει πως δεν πρόκειται για επιστημονικό σύγγραμμα, αλλά για τις «εκμυστηρεύσεις» ενός ψυχαναλυτή. πως δεν είναι συρραφή «περιστατικών», αλλά διήγηση «ιστοριών» που έχουν έναν βασικό «ήρωα» κι ένα δεύτερο πρόσωπο, τον ψυχαναλυτή-συγγραφέα, ο οποίος προσφέρει τη διαθέσιμη ακρόασή του, την επιπλέουσα προσοχή του, από όπου θα αναδυθεί το ασυνείδητο, και θα αντιμετωπιστεί η ψυχική οδύνη του αναλυόμενου. Οι «ιστορίες» του Βαϊτσαρά είναι «επιτυχημένες» αναλύσεις που μεταφέρονται στο κοινό ως μεταπλασμένες δια της μυθοπλασίας εμπειρίες.
Ως «αρχαιολόγο» που αναζητά να αναπλάσει μια ιστορία ανασκάπτοντας παλιά ερείπια και ίχνη, αλλά και ως «ντεντέκτιβ», που γνωρίζει πως ο εγκληματίας, όπως και ο υστερικός, έχει κάτι να κρύψει, μόνο που ο δεύτερος δεν το γνωρίζει, έχει παρομοιάσει ο ίδιος ο Φρόυντ τον ψυχαναλυτή. Κι ο Βαϊτσαράς φροντίζει να μας ενημερώσει για την ιδιόμορφη σύνδεση του ψυχαναλυτή με τη λογοτεχνία, καταφεύγοντας στον J.-B Pontalis που γράφει: «Με τον τρόπο του ο ψυχαναλυτής πλησιάζει τον μυθιστοριογράφο, αλλά μια ψυχανάλυση δεν μπορεί να μεταγραφεί σε μυθιστόρημα. Ανάμεσά τους υπάρχει κάτι περισσότερο από διαφορά: μια αντινομία. Δεν μπορεί κανείς να διηγηθεί μια ψυχανάλυση που είναι προφορική υπόθεση που ανθίσταται στον γραπτό λόγο». Πλησιάζει, άρα ίσως και να τον φτάσει. Ανθίσταται, άρα ίσως μπορεί και να …υποκύψει..
Το ομιλείν και το γράφειν μοιάζουν, αλλά δεν είναι δυο απολύτως απομακρυσμένες διαδικασίες, προσθέτει ο Jean-Louis Hue στο προαναφερθέν άρθρο του. Το ντιβάνι, λέει, ευνοεί αναμφίβολα το λέγειν που κατασκευάζει μια ομιλία σε αναζήτηση μιας αλήθειας και μοιάζει με ένα υπό κατασκευή μυθιστόρημα. Αφθονούν τα μυθιστορήματα, που γέμουν ψυχανάλυσης, ιδίως σήμερα.1 Άλλωστε, είναι γνωστές από παλιά οι αμοιβαίες εκατέρωθεν ωσμώσεις λογοτεχνίας και των τριών «Ψ» [ψυχολογίας – ψυχιατρικής – ψυχανάλυσης], όπως και με τις φυσικές επιστήμες που διερευνούν κι αυτές την εμπειρία χρησιμοποιώντας την αποδεικτική ισχύ του πειράματος.2
Ας σταθούμε όμως σε όσα από τον Pontalis και τον Hue τόνισα πλαγιογραφώντας τα, κι ας προστρέξουμε στην αγαπητή μας φίλη, την ψυχαναλύτρια και ανθρωπολόγο Ελένη Τζαβάρα, που τόνισε πρόσφατα πως, αντίθετα προς τη θέση του Saussure [η «γλώσσα είναι ανεξάρτητη από τη γραφή»], ο Benveniste υποστήριζε πως «στην ιστορία της ανθρωπότητας η γραφή είναι η δεύτερη μεγάλη ανατροπή, μετά την ανακάλυψη της φωτιάς. […] Η καταγραφή του προφορικού λόγου, με την παρέμβαση του χεριού, με το ιδιαίτερο σε κάθε πολιτισμό σύστημα, επιτρέπει με την ανάγνωση την επιστροφή και πάλι στον προφορικό λόγο. Δηλαδή, απλά λεγμένο, το πέρασμα από την ακοή στην όραση και από την όραση πάλι στην ακοή, είναι μέρος του συμβολικού χαρακτήρα της γλώσσας».3 Με τα λόγια του Benveniste: «Η γραφή είναι λοιπόν ένας ενδιάμεσος σταθμός της ομιλίας, είναι ομιλία καθ’ εαυτή, σταθεροποιημένη σε ένα δευτερογενές σύστημα σημείων. Όσο όμως κι αν αυτό το σύστημα είναι δευτερογενές, εξακολουθεί να είναι ομιλία, ικανό πάντα να ξαναγίνει ομιλία».4
Με το «διάβασμα» των «ψυχαναλυτικών ιστοριών καθημερινότητας» του Γιάννη Βαϊτσαρά μπορούμε, όντως, να τις ξανακάνουμε «ομιλίες».
1 Hue J.-L. Voyage autour d’un divan (Avant-Propos). Magazine Littéraire 2008, 473, 3.
2 Helmut Heissenbuttel. Λογοτεχνία και επιστημονική γνώση. Δευκαλίων, 1970, 3, 232-257.
3 Τζαβάρα Ε. Ο Αίλιος Αριστείδης και το «σώμα του γραπτού ίχνους». Σύγχρονα Θέματα, περίοδος Β΄, τόμος 34, τχ 118-119, 134-136.
4 Benveniste E. Dernières leçons: Collège de France, 1968-1969. Gallimard/Seuil Paris 2012, 132.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.