Karine de Vion
σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]
Η Karine de Vion είναι Ψυχίατρος-Ψυχαναλύτρια.
Εργάζεται στη Μονάδα περιγεννητικής παιδοψυχιατρικής στο Centre Myriam David, Fondation de Rotschild, Paris 13, καθώς και ιδιωτικά. Συνεργάζεται με την Παιδοψυχιατρική Υπηρεσία της Γ΄ Ψυχιατρικής Κλινικής (ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη) και τον Επιστημονικό Σύλλογο της Μέριμνας Παιδιού & Εφήβου
Τα επαγγέλματά μας είναι πολύ διαφορετικά, έχουν όμως κοινά σημεία και κοινά ενδιαφέροντα. Οι αρχιτέκτονες σκέφτονται και κατασκευάζουν για άλλους ανθρώπους χώρους χειροπιαστούς, που τους υποδέχονται. Ένας ψυχαναλυτής πρέπει επίσης να δημιουργήσει έναν χώρο για να υποδεχθεί τον ασθενή του, έναν χώρο συνάντησης. Οι αρχιτέκτονες βρίσκονται αντιμέτωποι με το κενό, με την ύλη, εγώ βρίσκομαι αντιμέτωπη με τη σιωπή και με τις λέξεις, η γλώσσα είναι το δικό μου υλικό. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει μια σχετική αναλογία ανάμεσα στο κενό που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τη σιωπή που αφορά έναν ψυχαναλυτή.
Θα προσπαθήσω λοιπόν να αναπτύξω τις έννοιες του κενού και του κοίλου, μέσα από διαδρομές ανάμεσα στα υλικά του καθενός. Η σχέση μας με το αρσενικό και το θηλυκό έχει μια επίδραση, μια επίπτωση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το πλήρες και το άδειο (creux). Το άδειο, το κοίλο, συνδέονται στην καρδιά της σκέψης μας με το θηλυκό, χωρίς καν αυτό να μας περνά από το μυαλό. Έχουμε να κάνουμε με κάτι που ξεπερνά μια απλή ανατομική διαπίστωση. Ένας απλός τρόπος να το διαπιστώσει κανείς είναι προτείνοντας μια μαυρόασπρη ασαφή φιγούρα σε ένα μεικτό κοινό, π.χ. φοιτητικό, στο οποίο ζητά να περιγράψουν τι βλέπουν. Τα αγόρια θα δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στο μαύρο, στο πλήρες, αυτό που κάτι αναπαριστά, και θα δουν μια νυχτερίδα, μια γάμπα, έναν ακροβάτη με το κεφάλι κάτω κ.ο.κ. Το γυναικείο κοινό θα θεωρήσει το λευκό ως κυρίαρχο στοιχείο, και θα δει ένα βάζο, ένα βουνό, ένα ηφαίστειο. Κάτι που να έχει να κάνει με το κοίλο, κάτι που τα αγόρια σπάνια βλέπουν. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι σε κάποια αφρικανική γλώσσα, όλα τα συνήθη αντικείμενα που περιέχουν ένα κενό (ένα μπολ, ένα βάζο, μια κολοκύθα) ονομάζονται σε θηλυκό γένος. Βρίσκουμε λοιπόν αυτό τον δεσμό σε μια πρωταρχική γλώσσα (με την έννοια που χαρακτηρίζουμε ως πρωταρχική την αφρικανική τέχνη). Μια γλώσσα δηλαδή στην οποία οι λέξεις βρίσκονται πιο κοντά στην ουσία, τη «φύση» των πραγμάτων.
*
Το πλήρες και το άδειο αποτελούν λοιπόν έννοιες που δεν είναι αποκλειστικά (δια)νοητικές, δεν υπάρχουν με «αντικειμενικό» τρόπο, στο μέτρο που η αντίληψή τους εξαρτάται εν μέρει από τον παρατηρητή, δεν μπορούμε να τις σκεφτούμε ανεξάρτητα από τη σχέση μας με το σώμα. Το κενό δεν εξαρτάται μόνο από τον παρατηρητή, έχει τις ιδιότητές του. Ας τις αναλογιστούμε. Έχετε ποτέ αισθανθεί ότι ένας κενός χώρος, όπως και μια σιωπή, μπορούν να μας κάνουν να νιώσουμε πολύ διαφορετικά πράγματα: ένα αίσθημα πληρότητας ή κενού, έντασης ή ανάπαυσης, στηρίγματος ή πτώσης; Σε τι οφείλεται αυτό;
Ας φανταστούμε έναν οδοιπόρο στην έρημο ή έναν ιστιοπλόο στο μέσο του ατλαντικού. Νιώθουν τις ίδιες αισθήσεις με έναν αλεξιπτωτιστή έτοιμο να πηδήξει ή με έναν ορειβάτη που ισορροπεί πάνω σε έναν απότομο βράχο; Η εμπειρία μας είναι αρκετή για να απαντήσουμε όχι. Στην πρώτη περίπτωση το κενό είναι οριζόντιο και προκαλεί το αίσθημα του μεγέθους και της διάρκειας. Η οριζόντια διάσταση, με τη μορφή του άξονα, του βέλους, μας χρησιμεύει για να συμβολίσουμε τον χρόνο. Μπορούμε να πεισθούμε για αυτό αν δοκιμάσουμε μια απλή, γνωστή μας εμπειρία: κλείνουμε τα μάτια και προσπαθούμε να «δούμε» μια πρόσφατη ή παλιότερη ανάμνηση. Πού βρίσκεται; Θα τη δούμε να εμφανίζεται αριστερά στον χώρο ή στο πίσω μέρος. Αντίθετα αν προσπαθήσουμε να οπτικοποιήσουμε ένα γεγονός που πρόκειται να συμβεί, αυτό θα εμφανισθεί δεξιά ή μπροστά μας. Σε κάθε περίπτωση ο άξονας είναι οριζόντιος.
Ας επανέλθουμε στον αλεξιπτωτιστή μας. Με μια γενική έννοια, το να βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με ένα κάθετο κενό κινητοποιεί την αντίληψη ή τον φόβο της πτώσης. Όσοι έχουν ζήσει τον ίλιγγο το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά. Αν το κενό είναι κάθετο και κατευθύνεται από κάτω προς τα πάνω, αν βρίσκεται κανείς στο κάτω μέρος ενός ψηλού βράχου και κοιτά προς τα πάνω, θα νιώσει πόσο μικρός είναι, ίσως και μια έλξη προς τον ουρανό, βάθρο της πνευματικής αναζήτησης. Χωρίς αμφιβολία εκεί βρίσκεται και το νόημα της παρουσίας της κάθετης φοράς στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.
Σε τι οφείλονται λοιπόν αυτά τα τόσο διαφορετικά συναισθήματα, αν όχι στη μορφή του κενού, άρα λοιπόν στα τοιχώματά του; Γιατί στην πραγματικότητα μιλήσαμε κάπως βιαστικά για το κενό. Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να το διευκρινίσουμε: πρόκειται κυρίως για το κοίλο. Το κοίλο, η κοιλότητα, προϋποθέτουν ένα κενό που περικλείεται από τοιχώματα, το κοίλο δεν αποτελεί ένα κενό χωρίς όρια. Ένα κενό που περικλείεται από κενό, θα ήταν σαν μια σιωπή που περιβάλλεται από σιωπή ή σαν την πολύ ωραία έκφραση του Ζώρζ Μπατάιγ «νερό μέσα στο νερό». Θα χανόμασταν μέσα του, θα διαλυόμασταν. Χρειάζονται τοιχώματα για να νιώσει κανείς τον χώρο.
Πρόκειται λοιπόν για μια κοιλότητα, της οποίας ο προσανατολισμός δίνεται από τα χείλη: το περίγραμμα του τοπίου στα παραπάνω παραδείγματα. Το τοπίο σχηματίζει μια πρώτη αρχιτεκτονική, μια φυσική αρχιτεκτονική θα μπορούσαμε να πούμε, αν αυτό δεν αποτελεί μια παράδοξη έκφραση. Η ποιότητα υποδοχής ενός χώρου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι νιώθουμε αυτό που τον περιβάλλει (τα γύρω γύρω του), όχι τόσο κοντινά που να μας πνίγουν, όχι τόσο μακρινά ώστε να μη μπορεί κανείς να κρατηθεί.
Οι αρχιτέκτονες και οι ψυχαναλυτές ανασκάπτουν χώρους για να υποδεχθούν μέσα τους τη ζωή, αυτή μπορεί να θεωρηθεί και η πρωταρχική λειτουργία των επαγγελμάτων τους. Πρόκειται λοιπόν για μια θέση ψυχαναλυτή, αλλά επίσης για μια θέση αρχιτέκτονα, αν πιστέψουμε τον Peter Zumthor. Τον παραθέτω: «σύμφωνα με τον τρόπο που καταλαβαίνω τα πράγματα, η αρχιτεκτονική δεν είναι αρχικά ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα σημείο, αλλά ένα περίβλημα, ένα βάθος πεδίου (φόντο) για τη ζωή που περνά, ένας διακριτικός υποδοχέας για τα βήματα στο πάτωμα, για τη συγκέντρωση στη δουλειά, για την ηρεμία του ύπνου».
Αυτά τα τοιχώματα μπορούμε να τα φανταστούμε να υλοποιούνται με συγκεκριμένο τρόπο. Ένας ψυχαναλυτής τα κάνει να υπάρχουν με τις λέξεις, με την ένταση της φωνής του, με το άκουσμά του, με την παρουσία του. Χρειάζεται σώμα. Όχι το καθημερινό μας σώμα, αλλά αυτό που θα αποκαλούσαμε σώμα του αρχιτέκτονα ή σώμα του ψυχαναλυτή και το οποίο συμβολίζεται στα τοιχώματα.
Υπάρχει σίγουρα μια διαβάθμιση των τοιχωμάτων, ανάλογα με την παρουσία που θέλουμε να τους προσδώσουμε: απλό κατώφλι ή περιστύλιο ή πλήρη τοιχώματα. Σκέφτομαι για παράδειγμα το καφέ που υπάρχει στο Παρίσι ανάμεσα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το Palais de Tokyo: είναι υπαίθριο και περιβάλλεται από ένα περιστύλιο. Αυτή η διαδοχή από υψηλές κολόνες αρκεί στο μάτι ώστε να υπάρξει μια αίσθηση πλήρους τοιχώματος και να δημιουργηθεί μια εντύπωση περιβλήματος.
Το να ενδιαφερθεί κανείς για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των τοιχωμάτων είναι σίγουρα σημαντικό, μα μου φαίνεται ακόμη πιο βασικό για έναν αρχιτέκτονα να τον απασχολήσει ο σχεδιασμός των σχέσεων τους με το κοίλο, αλλιώς διατρέχει τον κίνδυνο να είναι απλώς ένας αρχιτέκτονας προσόψεων.
Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: το βάζο που φτιάχνει ο αγγειοπλάστης. Όπως γράφει ο Λακάν, «Αυτό το βάζο οφείλει το βασικό του νόημα στο κενό που περιέχει, η ιδέα αυτού του κενού οδηγεί τον αγγειοπλάστη στη δουλειά του». Και μπορούμε να προσθέσουμε ότι αυτό το κενό δεν προϋπήρχε της εργασίας του αγγειοπλάστη – την ίδια στιγμή που δημιουργεί ένα βάζο δημιουργεί και ένα κενό. Υπάρχει λοιπόν εδώ ένα γύρισμα, μια αναστροφή των προτεραιοτήτων: το πλήρες είναι στην υπηρεσία του κενού.
Σε ένα άλλο πεδίο, ο Miles Davisδηλώνει ακριβώς το ίδιο πράγμα: «η αληθινή μουσική είναι η σιωπή, και όλες οι νότες απλώς πλαισιώνουν τη σιωπή». Παρεμπιπτόντως βρίσκουμε ακριβώς την ίδια φράση και στη βιογραφία του Keith Richards που πρόσφατα κυκλοφόρησε. Για να το πούμε με άλλα λόγια, το βάζο δίνει μια μορφή στο κενό και η μουσική στη σιωπή. Αυτή η σχέση αλληλεξάρτησης και έντασης που υπάρχει μεταξύ χώρου και τοιχωμάτων είναι κάτι το αποφασιστικό, αυτή δημιουργεί την ατμόσφαιρα. Μπορούμε να αντιληφθούμε τη σημασία της σε ότι αφορά τη γλώσσα μέσα από την τέχνη της πλάκας, του αστείου.
Αν σας διηγηθώ μια αστεία ιστορία που είναι πετυχημένη, θα υπάρξει αμέσως μετά τα λόγια μου μια σιωπή και μετά ένα ξέσπασμα γέλιου, που έρχεται να δηλώσει ότι κάτι συνέβη μέσα στη σιωπή, ανάμεσα στις λέξεις του αστείου. Σε αυτή τη σχισμή, σε αυτόν τον κενό χώρο κάτι αναπτύχθηκε. Τελείως διαφορετικά έχουν τα πράγματα αν το αστείο είναι αποτυχημένο, θα υπάρξουν τότε λέξεις και μετά μια σιωπή που τραβά σε μάκρος. Το αποκαλούμε αυτό «φλοπ», κάνει φλαπ, πέφτει και η πτώση είναι άσχημη, γιατί είναι ατέλειωτη.
Το κακό αστείο δημιουργεί μια στιγμιαία διακοπή και μας εγκαταλείπει στην πορεία. Εάν το αστείο είναι καλό, αλλά χωρίς ένταση, χωρίς κενό, τότε δεν υπάρχει κωμικό αποτέλεσμα. Ένα αστείο που το εξηγούμε αντί απλώς να το πούμε δεν έχει πλάκα, είναι υπερβολικά πλήρες, υπερβολικά επεξηγηματικό.
Το ευφυολόγημα για να έχει αποτέλεσμα έχει ανάγκη από χώρο, από μισόλογα, έτσι ώστε ο αφηγητής να κάνει ένα μέρος της διαδρομής και μετά να αφήνει το χέρι μας και να μας περιμένει στο τέλος της πτώσης, που είναι ένα τοίχωμα. Εξαρτάται από εμάς αν θα τον ξαναβρούμε. Η σιωπή του αστείου δεν είναι φτιαγμένη από το τίποτα. Θα αναφερθώ εδώ στον ορισμό που δίνει η Marguerite Yourcenar για τη σιωπή: «Η σιωπή φτιάχνεται από λόγια που δεν είπαμε». Αυτό ταιριάζει απόλυτα στη σιωπή του αστείου, δεν είναι ένα τίποτα, είναι μια αφαίρεση, μια κοιλότητα. Η τέχνη του αστείου είναι μια τέχνη σκαψίματος για να υπάρξει αποτέλεσμα. Είναι μια έκθλιψη σε λεπτές δόσεις, που πρέπει να αφήσει επαρκώς τοιχώματα, αλλά όχι μια υπερβολική πληρότητα, έτσι ώστε να μείνει χώρος για τον άλλον. Το γέλιο που προκύπτει μπορεί να είναι πλήρες και καλό ή σαρδόνιο. Ανάλογα με την πλάκα.
*
Το αρχιτεκτονικό κενό είναι ίδιας υφής, ποια είναι η λειτουργία του; Και εδώ έχουμε τρεις πρωταγωνιστές: ο αρχιτέκτονας που αφηγείται (εξάλλου έχω την εντύπωση ότι η έκφραση «ποια ιστορία μας αφηγείται;» αποτελεί μέρος του λεξιλογίου των αρχιτεκτόνων), το κτίριο που περιέχει, που κρατά το κενό, και ο άλλος που διαδρά με το κτίριο. Όταν η αλχημεία λειτουργεί, όταν η ιστορία είναι πετυχημένη, υπάρχει επίσης αποτέλεσμα.
Αυτό που προσπαθώ να πω με λέξεις, ο Peter Zumthor το εκφράζει πλήρως σε μια μικρή κατασκευή που οι αρχιτέκτονες σίγουρα γνωρίζουν καλά, και που από τη μεριά μου ανακάλυψα τυχαία ξεφυλλίζοντας ένα είδος βίβλου που καταγράφει έναν εντυπωσιακό αριθμό κτιρίων ανά τον κόσμο.
Το μάτι μου «καρφώθηκε» σε αυτές τις φωτογραφίες: Η εξωτερική όψη αρχικά είναι συγκλονιστική, γιατί μας είναι συγχρόνως ξένη και οικεία. Παρόλη την ανατροπή των συνηθισμένων κωδίκων, νιώθουμε αμέσως ότι πρόκειται για ένα παρεκκλήσι: το καμπαναριό είναι μέσα στην πόρτα και η οικοδόμηση αυτού του κτιρίου μόνου μέσα στη φύση στηρίζει αυτή τη διαίσθησή μας. O Peter Zuthmor μας δίνει μια ένδειξη με την εξωτερική όψη του κτιρίου και στη συνέχεια προσφέρει την επιβεβαίωση με το εσωτερικό του, μια παρουσία και μια νηφαλιότητα εξίσου ισχυρές η μια με την άλλη. Πρόκειται για έναν κοίλο χώρο που παράγει ένα αποτέλεσμα: χώρος ονειροπόλησης, χώρος ποιητικός που απορροφά και αποδίδει αυτό που δεν έχει ειπωθεί και παρόλα αυτά κρατά αυτό που είναι το βασικό.
Ορίστε λοιπόν η πραγματοποίηση μιας επιτυχημένης ιστορίας, καθώς μας παίρνει από το χέρι, δεν μας αφήνει παθητικούς, μας δίνει χώρο και τοιχώματα. Στην αντίθετη κατεύθυνση, υπάρχει μια άλλη μορφή ανταλλαγής όσον αφορά τη γλώσσα, που είναι η ειρωνεία.
Η ειρωνεία είναι αυτή η ικανότητα να εξαλείφουμε, να σβήνουμε τα τοιχώματα με λέξεις, να αφαιρούμε κάθε στήριγμα από αυτόν που μας απευθύνεται χάρη σε μια πιρουέτα, να του τραβούμε το χαλί κάτω από τα πόδια.
Θα τέλειωνα λοιπόν με αυτό το ερώτημα: υπάρχει στα αρχιτεκτονικά δεδομένα μια αρχιτεκτονική την οποία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ειρωνική;
1 Ο όρος έχει πολλαπλές έννοιες τις οποίες είναι δύσκολο να αποδώσουμε με μία λέξη στα ελληνικά. Παραπέμπει στο κοίλο, την εσωτερική κοιλότητα, το βάθος, το κενό, το κούφιο, το βαθούλωμα..
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.