Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κωνσταντίνος Ρ. Περτσεμλίδης
Αρχιτέκτων Μηχανικός
Συνεργάτης του Γραφείου Δοξιάδη (1970-1975)

σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]

4 δοκίμια για τον Κ. Α. Δοξιάδη, του Δημοσθένη Αγραφιώτη

/συνάψεις, Αθήνα 2010, 128 σ.

Ο Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης (1913-1975) αποφοίτησε ως Αρχιτέκτων-Μηχανικός από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1935, και ανακηρύχτηκε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Charlottenburg του Βερολίνου το 1936. Το 1937, διορίστηκε προϊστάμενος της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στην περίοδο του πολέμου (1940-1945) ήταν αρχηγός μιας μικρής αντιστασιακής ομάδας με το όνομα Ήφαιστος, που συγκέντρωνε πληροφορίες για εγκαταστάσεις-στόχους της Εθνικής Αντίστασης. Ορίστηκε ως Υφυπουργός στο Υπουργείο Ανοικοδομήσεως (1945-48) και Υπουργός-Συντονιστής του Ελληνικού Προγράμματος Ανοικοδομήσεως (1948-51). Το 1951, ίδρυσε το «Γραφείο Δοξιάδη», μια ιδιωτική επιχείρηση συμβούλων μηχανικών που επεκτάθηκε σε 5 ηπείρους και σε 40 χώρες. Το 1959, ο Δοξιάδης ίδρυσε τον Αθηναϊκό Τεχνολογικό Όμιλο, έναν οργανισμό έρευνας και εκπαίδευσης. Η Οικιστική είναι ένα όρος που δημιούργησε ο Δοξιάδης με βάση το ρήμα οικίζω, που σημαίνει εγκαθίσταμαι, και δηλώνει την ολιστική οπτική της επιστήμης των ανθρώπινων οικισμών, τους οποίους αντιμετωπίζει ως ζωντανούς οργανισμούς. Με τη μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης και της συγχρονικής δομής και λειτουργίας των ανθρώπινων οικισμών, η Οικιστική εφοδιάζεται με την ικανότητα να λύνει τα σημερινά προβλήματά τους.

Παραναγνώριση 4 δοκίμια για τον Κ. Α. Δοξιάδη, του Δημοσθένη ΑγραφιώτηΣτο βιβλίο του Παραναγνώριση: 4 δοκίμια για τον Κ. Α. Δοξιάδη, ο Δημοσθένης Αγραφιώτης παρουσιάζει το έργο του Δοξιάδη ως μια εξαιρετική περίπτωση στο ελληνικό τοπίο της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας και των μεταπτυχιακών σπουδών της περιόδου 1950-1975. Κατά την περίοδο εκείνη υπήρχαν και άλλες ερευνητικές ομάδες διακεκριμένων ερευνητών, καμιάς όμως οι δραστηριότητες δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές της ομάδας Δοξιάδη. Το βιβλίο περιέχει τέσσερα δοκίμια τα οποία σκιαγραφούν την πορεία του Δοξιάδη στην ελληνική πολιτιστική σκηνή. Είναι γραμμένα στο πλαίσιο του κοινωνιολογικής έμπνευσης πεδίου της «Επιστήμης, Τεχνολογίας, Κοινωνίας» (Ε/Τ/Κ) (Cutcliffe and Mitcham, 2001).

Το πρώτο δοκίμιο, με τίτλο «Οικιστική: Μια νέα επιστήμη ή ένα εργαλείο δράσης;», εξηγεί γιατί το έργο του συνιστά ένα παράδοξο στο ελληνικό ερευνητικό τοπίο, με την έννοια ότι, η φιλοδοξία του Δοξιάδη να δημιουργήσει ένα νέο επιστημονικό πεδίο, και ενδεχομένως μια επιστημολογική περιοχή, με το όνομα «Οικιστική», ξεπερνά το ελληνικό πλαίσιο. Συσχετίζεται με τη διεθνή δυναμική της επιστήμης και της τεχνολογίας και βέβαια, με τη δυναμική των ανθρώπινων οικισμών. Από το 1950 η ελληνική κοινωνία εισήλθε σε μια φάση εκσυγχρονισμού που χαρακτηριζόταν από λειτουργική αναντιστοιχία του οικονομικού παραγωγικού συστήματος και της κοινωνικής και πολιτιστικής ενότητας. Μια σύγκρουση κατευθύνσεων που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Αυτή η ένταση επηρεάζει την Έρευνα, την Επιστήμη, και την Τεχνολογία. Στις μέρες του Δοξιάδη, η ζήτηση για έρευνα στην Ελλάδα ήταν πολύ περιορισμένη και η προσφορά της ήταν πρακτικά αδύνατο να εκτιμηθεί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το «παράδοξο» Δοξιάδη μπορεί να αναλυθεί σε αρκετά «υποπαράδοξα»:

  • Τα πλείστα από τα σπουδαία έργα του εκτελούνταν εκτός Ελλάδας.
  • Η υψηλή ποιότητα οργανωτικής πολυπλοκότητας που απαιτούσαν οι δραστηριότητες της έρευνας, της εκπαίδευσης και της κατασκευής που πέτυχε, θεωρείται δύσκολα επιτεύξιμη ακόμη και σήμερα και μάλιστα, σε τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες.
  • Η επιθυμία για καλλιέργεια μιας επιστημονικής, διεπιστημονικής και ολιστικής προσέγγισης εξασφάλιζε τις συνθήκες για μια συνεχή εκτίμηση της πολυπλοκότητας.
  • Οι διασυνδέσεις με χώρες με ισχυρές παραδόσεις στους τομείς της έρευνας και της εκπαίδευσης (π.χ., ΗΠΑ) επέτρεπαν την πρόσβαση στις πλέον πρόσφατες πρακτικές και γνώσεις της εποχής.
  • Η οργάνωση γεγονότων (Συμπόσια), με τη συμμετοχή σπουδαίων προσωπικοτήτων από διάφορες περιοχές των φυσικών και ανθρωπιστικών επιστημών, οδήγησε στον σχηματισμό πολιτιστικών μοντέλων διεθνών διαστάσεων.
  • Η ανάπτυξη ενός ιδιαίτερα παραγωγικού πλαισίου θεωρίας-δράσης και εργαλείων και προτύπων έρευνας-δράσης.
  • Η ανάδυση διεθνών δικτύων πελατών, θεσμών και πολεοδόμων εκπαιδευμένων στη Μεταπτυχιακή Σχολή του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου (του μόνου υπάρχοντος τότε στην Ελλάδα, εφοδιασμένου με πλήρως αναπτυγμένες δομές και διαδικασίες).
  • Η αφιέρωση στη δημιουργία καινοτόμων θεωρητικών εργαλείων, προτύπων και τεχνικών (κυβερνητική, ψηφιακές βάσεις δεδομένων, κ.λπ.) και η αναζήτηση του «νέου» εξασφάλιζαν μια δυναμική παρουσία στο διεθνές φόρουμ των μελετών και της γνώσης.

Το πρώτο λοιπόν δοκίμιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Δοξιάδης ήταν ένας έξοχος χειριστής του τοπικού και του παγκόσμιου, του τωρινού και του μελλοντικού, του εθνικού και του διεθνούς: δυαδικότητες εντός των οποίων τοποθέτησε την Οικιστική.

Στο δεύτερο δοκίμιο, με τίτλο «Ο Κ. Α. Δοξιάδης ως εφευρέτης του επιστημονικού πεδίου της Οικιστικής», ο συγγραφέας χειρίζεται το παράδοξο Δοξιάδη ως μια περίπτωση, η οποία του επιτρέπει να συλλογιστεί πάνω (α) στο ενδεχόμενο μιας τοπικής πρωτοβουλίας ικανής να δημιουργήσει και να συντηρήσει ένα επιστημονικό πεδίο και (β) στις ερευνητικές διαδικασίες που τροφοδοτούν την παραγωγή επιστημονικής γνώσης. Μια τέτοια συζήτηση είναι χρήσιμη στο να προσδιοριστούν οι αναγκαίες συνθήκες δημιουργίας, συντήρησης, προώθησης και «επιβολής» ενός νέου επιστημονικού πεδίου στο παγκόσμιο επίπεδο. Για την αντιμετώπιση του θέματος αυτού υπάρχουν πολλοί τρόποι, τρεις από τους οποίους συζητιούνται στο δοκίμιο αυτό. Ο πρώτος: Πώς ο ίδιος ο Δοξιάδης συνέλαβε τη συμβολή του στην επιστημονική γνώση; Ο δεύτερος: Πώς οι άλλοι μελετητές, επιστήμονες, πολιτικές προσωπικότητες και μηχανικοί αντιλήφθηκαν τη συμβολή του Δοξιάδη; Ειδικοί όπως ο George McGhee (Πρώην Πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα), ο Jean Gottmann (Καθηγητής Γεωγραφίας) και ο Arnold Toynbee (Επίτιμος Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) αναφέρονται ως παραδείγματα. Ο τρίτος τρόπος είναι η εφαρμογή μιας επιστημονικής δοκιμασίας βασισμένης στο διάγραμμα διαδικασιών του Barnes (1989), το οποίο είναι συμβατό με την προσέγγιση κοινωνιολογικής έμπνευσης που ανήκει στο ευρύ πεδίο της «Ε/Τ/Κ». Πρόκειται για ένα διεπιστημονικό πρόγραμμα μελέτης της κυκλικής αιτιότητας μεταξύ (α) των πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών αξιών και (β) της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας.

Ο Αγραφιώτης ακολουθεί την τρίτη προσέγγιση επειδή πιστεύει ότι αυτό που διακρίνει την επιστήμη από τις άλλες κοινωνικές πρακτικές είναι ένα σύνολο θεσμικών και διαδικαστικών χαρακτηριστικών. Με άλλα λόγια, η ουσία της επιστήμης αναδεικνύεται μέσω μιας ειδικής διάταξης της κοινωνικής μηχανικής και των πολιτισμικών κανόνων. Χρησιμοποιώντας το σχήμα του Barnes ως πρότυπο αφήγησης της ιστορίας της Οικιστικής, ο συγγραφέας συμπεραίνει πως η Οικιστική ικανοποιεί πολλά από τα κρίσιμα κριτήρια επιστημονικότητας που εφαρμόζει αυτή η προσέγγιση. Ωστόσο, πιστεύει ότι η Οικιστική έχει να αντιμετωπίσει ορισμένες πρόσθετες προκλήσεις: (α) να ξεχάσει την αυτονομία της, (β) να επανεξετάσει την ονομασία της ανάλογα με το επίπεδο ανάλυσης και (γ) να υιοθετήσει νέες μορφές διακυβέρνησης στις περιοχές της τεχνολογίας και της έρευνας. Τελικά, το ερώτημα εάν ο Δοξιάδης είναι εφευρέτης ενός επιστημονικού πεδίου ή ενός εργαλείου δράσης παραμένει ανοικτό.

Το τρίτο δοκίμιο, με τίτλο «Γνώση και διεπιστημονικότητα ως κοινωνικο-πολιτιστικές αβεβαιότητες», περιγράφει το παράδοξο Δοξιάδη σε ένα κόσμο κοινωνικών και πολιτιστικών αβεβαιοτήτων σχετικών με τη γνώση και τη διεπιστημονικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αγραφιώτης διατυπώνει ορισμένες ερωτήσεις σαν κι αυτές:

  • Ποιο είναι το επιστημονικό επίπεδο της Οικιστικής στο πλαίσιο της σύγχρονης επιστήμης;
  • Πώς η Οικιστική διαμορφώνει την πορεία της σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία;
  • Είναι εφικτό επιστήμονες και μηχανικοί να στηρίξουν την Οικιστική;
  • Σε ποιο βαθμό η προσωπικότητα του εφευρέτη προδιαγράφει την εξέλιξη της εφεύρεσής του;
  • Τι τίτλο θα διεκδικήσει η Οικιστική στο μέλλον; Επιστημονική περιοχή, σχολή σκέψης / δράσης ή διανοητικός ορίζοντας;
  • Αν ο Δοξιάδης ζούσε σήμερα, τι καινοτόμα προγράμματα και οράματα θα πρότεινε στους πολίτες του παγκοσμιοποιημένου και πολύπλοκου κόσμου μας;

Επειδή ο συγγραφέας δεν είναι βέβαιος ότι μπορεί να δώσει απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, ούτε εάν αυτές οι ερωτήσεις είναι έγκυρες, εκθέτει ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις κοινωνικο-πολιτιστικές προκλήσεις που πηγάζουν από την επιστημονική γνώση και την τεχνολογία των κοινωνιών που αισθάνονται ανασφαλείς. Ο Αγραφιώτης εκθέτει συστηματικά ορισμένες τυπολογίες της γνώσης, αναφέρεται στο ερώτημα της διεπιστημονικότητας και κλείνει με αναφορά στις εγγενείς αβεβαιότητες. Από αυτές εστιάζει στις τρείς πιο κρίσιμες από κοινωνικο-πολιτιστική άποψη: Η πρώτη αβεβαιότητα αναφέρεται στη συλλογική μνήμη, η δεύτερη αναδύεται από την έκφραση “κοινωνία της γνώσης” και η τρίτη έχει να κάνει με την κατανομή των τρόπων γνώσης. Έχοντας αυτά κατά νου, ο συγγραφέας πιστεύει ότι εάν ο Δοξιάδης είχε την ευκαιρία να ξαναρχίσει την περιπέτειά του σήμερα, κάποιες από τις ιδέες και τις αναλύσεις του θα ήσαν σωστές, αποτελεσματικές και γόνιμες. Για παράδειγμα, η ιδέα των δικτύων είναι σήμερα μια παγκόσμια έννοια και η διεπιστημονική του έφεση θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μια έννοια-κλειδί, όχι μόνο για καθαρή επιστημονική έρευνα, αλλά επίσης για λήψη αποφάσεων σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα ανάλυσης και έμπνευσης θα χρειάζονταν τροποποίηση.

Στο τέταρτό του δοκίμιο, με τον τίτλο «Κοινωνία της Γνώσης. Πολιτιστικά και μετα-πολιτιστικά ζητήματα: Επιπτώσεις για την Οικιστική προσέγγιση», ο Αγραφιώτης εκθέτει μια τυπολογία των πολιτισμών από μια κοινωνικο-πολιτιστική πλευρά και θέτει ορισμένα ερωτήματα σαν αυτά: Σε ποιο βαθμό η δομή και η υποδομή μιας πόλης προωθεί μια ειδική διάρθρωση των πολιτιστικών συμπλεγμάτων; Σε ποιο βαθμό η πλαστικότητα του χώρου και η πλαστικότητα του πολιτισμού συνιστούν τους κόμβους ενός κυκλικού σχήματος αιτίου-αιτιατού, όταν αναδύονται μονο-πολυ-δια-υπερπολιτιστικές κοινωνίες; Αν μια τέτοια διερεύνηση γίνει αποδεκτή ως νόμιμη και γόνιμη, ο συγγραφέας πιστεύει ότι θα οδηγούσε ενδεχομένως σε κάποια τροποποίηση της φιλοσοφίας και της πρακτικής της Οικιστικής. Με ποιους μηχανισμούς, διανοητικούς, επιστημονικούς και κοινωνικοπολιτικούς η παράδοση και η κληρονομιά του Δοξιάδη θα προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και επιθυμίες;

Πλεοναστική πληροφορία

Πού είναι η σοφία που χάσαμε στην γνώση;
Πού είναι η γνώση που χάσαμε στην πληροφορία;
Τ. Σ. Έλιοτ (Χορικά από το «Βράχο», 1934)

Υποκύπτοντας στην πρόκληση Αγραφιώτη σχετικά με τους διανοητικούς μηχανισμούς επικαιροποίησης της Οικιστικής παράδοσης, επιχειρώ μια προσαρμογή του μοντέλου οργάνωσης της Οικιστικής γνώσης σε σημερινούς προβληματισμούς συμβατούς με την πορεία της ανθρωπότητας προς τις κοινωνίες της γνώσης (UNESCO, 2005). Η προσέγγιση που ακολουθώ στη συνέχεια, εντάσσεται στη συνεχώς μειούμενη αλλά ακόμη ανοιχτή διαμάχη για το «σχίσμα», δηλαδή για την ασυνέχεια ή συνέχεια μεταξύ των επιστημών της Φύσης (Sciences) και των επιστημών του Ανθρώπου (Humanities). Μια προσέγγιση που υιοθετεί τη θέση της συνέχειας και συνεπάγεται τη στάση του φυσικαλιστικού αναγωγισμού. Οι σκέψεις που ακολουθούν εκμεταλλεύονται επίσης την εμπειρία που απέκτησε ο γράφων εργαζόμενος υπό τις οδηγίες του Δοξιάδη την περίοδο 1971-1975, περίοδο κατά την οποία επανασχέδιασε το μοντέλο ταξινόμησης της Οικιστικής γνώσης.

Έχω την πεποίθηση ότι η τρέχουσα αντίληψη για την οργάνωση της γνώσης, γνωστή με τον όρο διεπιστημονικότητα (interdisciplinary), συντηρεί έναν εκτεταμένο πλεονασμό πληροφορίας, ο οποίος αυξάνει, αναπόφευκτα, την αβεβαιότητα και την αντιφατικότητα της γνώσης. Στη διεπιστημονική οργάνωση της γνώσης αναφέρθηκε ο Rosnay (1975: 393-404) ως εξής: «Η εκπαίδευσή μας παραμένει απελπιστικά αναλυτική, επικεντρωμένη σε λίγους επιστημονικούς τομείς, όπως ένα πάζλ, τα κομμάτια του οποίου επικαλύπτονται αντί να κουμπώνουν μεταξύ τους. Είναι μια εκπαίδευση που δεν μας προετοιμάζει για την ολιστική προσέγγιση των πολύπλοκων προβλημάτων και των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων». Διεπιστημονική ήταν και η αρχική σύλληψη του Δοξιάδη για την Οικιστική γνώση, όπως δείχνει η Εικόνα 1(α), των πέντε επικαλυπτόμενων πεδίων γνώσης.

Ωστόσο, ο Δοξιάδης άρχισε να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα των επικαλύψεων ως ένα είδος φεουδαρχικού συστήματος οργάνωσης της επιστημονικής επικράτειας, ξανασκέφτηκε το θέμα ως εξής: «Για να συγκεντρώσουμε την αναγκαία γνώση και να αναπτύξουμε την επιστήμη των ανθρώπινων οικισμών πρέπει να φύγουμε από τη διεπιστημονική και να προχωρήσουμε σε μια συνεπιστημονική (condisciplinary) προσέγγιση της γνώσης· το να κάνουμε συνδέσεις ανάμεσα στις επιστήμες δεν αρκεί. Αν έχουμε ένα αντικείμενο χρειαζόμαστε μία επιστήμη» (Doxiadis, 1970: 2). Ξεκινώντας από τη θέση αυτή, ο Δοξιάδης πρότεινε ένα πλέγμα δύο βασικών διαστάσεων για την οργάνωση της γνώσης γενικά και της Οικιστικής ειδικά, όπως φαίνεται στην Εικόνα 1(β), των συμπληρωματικών στρωμάτων γνώσης:

  • Ένα οριζόντιο σύστημα συμπληρωματικών (δηλαδή χωρίς επικαλύψεις) στρωμάτων γνώσης. Κάθε στρώμα αντιπροσωπεύει μια απλή επιστήμη (π.χ. Βιολογία, Γεωγραφία, Αστρονομία) που καλύπτει ένα απλό αντικείμενο (π.χ. έμβια όντα, γη, σύμπαν).
  • Ένα κατακόρυφο σύστημα που συνδέει σύνολα απλών επιστημών σε σύνθετες επιστήμες (π.χ. Οικολογία, Οικιστική) που καλύπτουν σύνθετα αντικείμενα (π.χ. οικοσυστήματα, ανθρώπινοι οικισμοί).
Εικόνα 1: Τρεις οπτικές για την οργάνωση της γνώσης
Εικόνα 1: Τρεις οπτικές για την οργάνωση της γνώσης

Σε αυτόν τον δισδιάστατο χώρο ενέταξε ο Δοξιάδης το σύστημα αναφοράς της Οικιστικής γνώσης με τη μορφή ενός πλέγματος σχέσεων, το οποίο ονόμασε Μοντέλο του Ανθρωπόκοσμου. Έτσι, κάθε δουλειά αντιστοιχεί σε ένα υποσύνολο σημείων αυτού του χώρου: Από την καταγραφή των απλών εννοιών μιας συζήτησης έως τη γενική ταξονομία των οικισμών, από την επιχειρησιακή έρευνα έως την κατασκευή μαθηματικών αλγορίθμων και από την ανάλυση δεδομένων έως την κατασκευή γνωσιακών βάσεων δεδομένων σε υπολογιστές (Δοξιάδης, 1974. Περτσεμλίδης, 2009).

Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Δοξιάδης μελέτησε διεξοδικά το Μοντέλο του Ανθρωπόκοσμου, δεν έθεσε το επόμενο ερώτημα, το οποίο σήμερα φαίνεται αυτονόητο: Έχει η διάταξη των συμπληρωματικών στρωμάτων της γνώσης κάποιο ιδιαίτερο νόημα; Τη χρονιά που ο Δοξιάδης έφευγε από κοντά μας, ο Rosnay (1975: 274) πρότεινε τα στρώματα γνώσης να διαταχθούν σύμφωνα με τον βαθμό πολυπλοκότητας των συστημάτων της Γης: «Οι δύο σημαντικότερες ιδέες που μας κληροδότησε ο δέκατος ένατος αιώνας, η ιδέα της εξέλιξης στη βιολογία και η ιδέα της εντροπίας στη θερμοδυναμική, κατέστησαν δυνατή την κατακόρυφη ολοκλήρωση των επιπέδων πολυπλοκότητας της φύσης». Και αργότερα, οι μελέτες του COBE (COsmic Background Explorer), του πρώτου δορυφόρου για τη μελέτη της κοσμικής ακτινοβολίας με σκοπό την κατανόηση της εξέλιξης του σύμπαντος, επιβεβαίωσαν ότι τα εξελικτικά στάδια και η πολυπλοκότητα των συστημάτων της φύσης και της κοινωνίας έχουν ίδια κατεύθυνση. Το συμπέρασμα αυτό δημοσιοποιήθηκε το 1992. Η εφημερίδα Independent το συνόψισε εύγλωττα στο πρωτοσέλιδό της που φαίνεται στην Εικόνα 1(γ) των διατεταγμένων στρωμάτων.

Ο Δοξιάδης είχε γνώση των εξελικτικών σταδίων. Είναι χρήσιμο, έλεγε (1968: 54), να θυμόμαστε τις τρεις φάσεις της εξέλιξης όπως τις περιγράφει ο Sir Julian Huxley (1964: 9-34): Έχουμε προχωρήσει πέρα από την κοσμολογική και τη βιολογική φάση και βρισκόμαστε τώρα στην ψυχοκοινωνική. Ωστόσο, δεν συνέδεσε ρητά τη διάταξη των επίπεδων του γνωστικού του μοντέλου, δηλαδή τα Πέντε Στοιχεία της Οικιστικής (Φύση, Άνθρωπος, Κοινωνία, Κελύφη, Δίκτυα), με την εξέλιξη των συστημάτων του πλανήτη. Το έκανε όμως διαισθητικά: Χρησιμοποίησε το βιολογικό μοντέλο για να περιγράψει την οικιστική συμπεριφορά των ατόμων (Πέντε Αρχές της Οικιστικής) και το εξελικτικό μοντέλο για να ερμηνεύσει τη μορφογένεση των ανθρώπινων οικισμών (11 Δυνάμεις, Ιεραρχία των Ανθρώπινων Οικισμών, Δυνάπολη και Οικουμενόπολη). Διατύπωσε δηλαδή μια θεωρία των ανθρώπινων οικισμών ως οργανισμών υποκείμενων σε εξέλιξη μέσω μιας διαδικασίας δοκιμής και λάθους και ενός μηχανισμού σύγκρισης. Ωστόσο, ο γράφων γνωρίζει ότι αισθανόταν άβολα κάθε φορά που επιχειρούσε να διατυπώσει τις σχέσεις των Οικιστικών στοιχείων Άνθρωπος και Κοινωνία.

Άνθρωπος και Κοινωνία

Δεν ήταν ο μόνος: Η σύγχυση αυτή συνεχίζει να ταλαιπωρεί τις επιστήμες του Ανθρώπου, θετικά και κανονιστικά, και εμφανίζεται συνήθως με τη μορφή της κυκλικής αναφοράς μεταξύ μεθοδολογικού ατομισμού και μεθοδολογικού κολεκτιβισμού: Αν διατυπώσουμε μια θεωρία βασισμένη στην ατομική συμπεριφορά, πώς μπορούμε να περιγράψουμε φαινόμενα σε κλίμακα κοινωνίας όπως, π.χ., οι κοινωνικοί θεσμοί; Αν ξεκινήσουμε με μια θεωρία για τους κοινωνικούς θεσμούς, όπως κάνουν πολλοί κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι, πώς μπορούμε να περιγράψουμε τις ατομικές συμπεριφορές (Richerson and Boyd, 2005: 246-247); Παραπλήσια ερωτήματα απασχολούσαν τον Δοξιάδη στην προσπάθειά του να ορίσει την ιεραρχία των ανθρώπινων οικισμών: Πώς συνδέεται η μικροκλίμακα του ατόμου στο Δωμάτιο, στο Σπίτι, στο Χωριό με την μακροκλίμακα της κοινωνίας στην Πόλη, στη Μητρόπολη, στην Οικουμενόπολη (Οικιστική Κλίμακα Χώρου); Και όσο τη σχέση την όριζε με συγγενικούς δεσμούς (Άτομο, Οικογένεια, Ευρεία Οικογένεια) δεν αισθανόταν το πρόβλημα. Από και κει και πέρα, συνειδητά μίλαγε με αυθαίρετα πληθυσμιακά μεγέθη (Οικιστική Κλίμακα Πληθυσμού). Όμως, οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο της Οικιστικής ή κάποιας άλλης μεμονωμένης επιστήμης, αλλά στο επίπεδο της γενικής συντακτικής και σημασιολογικής δομής της επιστημονικής περιγραφής.1

 

Εικόνα 2: Προς μια συνθετική οργάνωση της γνώσης
Εικόνα 2: Προς μια συνθετική οργάνωση της γνώσης

Η Εικόνα 2(α) εντάσσει τη σχέση Άνθρωπος – Κοινωνία στο ιεραρχικό σύστημα οργάνωσης το οποίο έχει αναδυθεί κατά τα 13,7 δισεκατομμύρια έτη (Ga) της εξέλιξης του Σύμπαντος. Στη στήλη (β), τα συστήματα αυτά ταξινομούνται σε τέσσερα στρώματα με κριτήριο την κατηγορία του συστήματος πληροφορίας καθενός:2

  • Φυσικό στρώμα: Η εξέλιξη του φυσικών συστημάτων στην επιφάνεια της γης πρακτικά έληξε πριν 5 Ga. Αυτό σημαίνει ότι οι κανόνες σύνθεσης των στοιχειωδών σωματιδίων (κουάρκ και ηλεκτρόνια), δηλαδή οι θεμελιώδεις αλληλεπιδράσεις (ισχυρή πυρηνική, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής πυρηνική, και βαρυτική), παραμένουν σταθεροί και ρυθμίζουν την ανταλλαγή πληροφορίας που οργανώνει τα σωματίδια σε άτομα, αυτά σε μόρια, κ.ο.κ.
  • Γενετικό στρώμα: Η σταθεροποίηση των φυσικών συστημάτων της γης και του ήλιου επέτρεψε πριν 4 Ga την εμφάνιση μιας μορφής οργάνωσης της ύλης την οποία ονομάζουμε ζωή. Περιλαμβάνει όλους τους φυτικούς και ζωικούς πληθυσμούς, η μορφοποίηση και επιβίωση των οποίων εξαρτάται από τη γενετική πληροφορία που διατηρείται σε κωδικοποιημένη μορφή στο μόριο DNA, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα όλων των κυττάρων όλων των οργανισμών. Η γενετική πληροφορία μεταδίδεται με την αναπαραγωγή και υπόκειται σε Δαρβινική εξέλιξη.
  • Νευρολογικό στρώμα: Πριν 1 Ga ξεκίνησε η εξειδίκευση ορισμένων κυττάρων σε νευρώνες, δίκτυα των οποίων συγκρότησαν σταδιακά τον εγκέφαλο στον οποίο καταχωρούνται προγράμματα επεξεργασίας ερεθισμάτων και μετάδοσης των αποτελεσμάτων με γενετικά προσδιορισμένα ηλεκτροχημικά σήματα (signals). Τα έμφυτα αυτά προγράμματα (όπως της γλώσσας, της κοινωνικότητας, της λογικής και των άλλων ενστίκτων) αποτελούν το εγγενές στρώμα του νοητικού συστήματος των ζώων και των ανθρώπων, το οποίο θέτει τα όρια και ρυθμίζει αυτόματα, ασυνείδητα θα λέγαμε, τις ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, και το οποίο φαίνεται ότι αποτελεί την έδρα του ασυνείδητου (Es: το Φροϋδικό «Εκείνο»).
  • Πολιτισμικό στρώμα: Πριν 5 εκατομμύρια έτη (Μa), ο εγκέφαλος ορισμένων ζώων, και κυρίως των ανθρώπων, εμφάνισε την ικανότητα να συσχετίζει σήματα (σημαίνοντα) και νοήματα (σημαινόμενα) και να τα οργανώνει σε συστήματα σημείων (signs), όπως ιδέες, πεποιθήσεις, αξίες, γνώσεις, και δεξιοτεχνίες. Ονομάζουμε κουλτούρα (culture) ένα σύστημα σημείων, που αποθηκεύεται (1) στον ανθρώπινο εγκέφαλο επεκτείνοντας το εγγενές νοητικό σύστημα των ατόμων κατά τη διάρκεια της ζωής τους και (2) στις τεχνολογικές επεκτάσεις του ανθρώπινου νου (βιβλία, βάσεις δεδομένων και ψηφιακά δίκτυα). H κουλτούρα λοιπόν, είναι ένα σύστημα πληροφορίας που αποκτάται ή τροποποιείται (νευρωνική πλαστικότητα) μέσω κοινωνικής μόρφωσης: Μίμηση, διδασκαλία και άλλες μορφές μάθησης (Lenski, 2005. Richerson and Boyd, 2005). Η κουλτούρα αποτελεί το λογισμικό που δίνει μορφή στον τεχνητό κόσμο των πολιτιστικών συστημάτων (human civilization), δηλαδή στα κοινωνικά συστήματα (π.χ., Θεσμοί) και στα φυσικά συστήματα (π.χ., τα Κελύφη και τα Δίκτυα της Δοξιαδικής Οικουμενόπολης). Η κουλτούρα χωρίζεται σε δύο στρώματα εξαιρετικής σημασίας για τη ζωή του Ανθρώπου, αλλά και την Ανθρωπότητα ολόκληρη: Αυτήν που δημιουργείται υποσυνείδητα στη βρεφική και νηπιακή ηλικία (Über-Ich: το Φροϋδικό «Υπερεγώ», η βαθειά κουλτούρα) και αυτή που αναπτύσσεται συνειδητά στην υπόλοιπη ζωή του ατόμου (Ich: το Φροϋδικό «Εγώ»).

Η προηγούμενη προσέγγιση στην έννοια της κουλτούρας όχι μόνο είναι συμβατή με τα φύση του πολιτιστικού γίγνεσθαι στην παγκόσμια Ανθρωπότητα, όπως την περιγράφει ο Αγραφιώτης, αλλά και την ενισχύει υποδεικνύοντας το βιολογικό της υπόστρωμα. Ο Αγραφιώτης χρησιμοποιεί όμως τον όρο «πολιτιστικό μόρφωμα» (culture) και επιμένει στη διαφοροποίηση μεταξύ του ‘πολιτιστικού’ και του ‘πολιτισμικού’(civilizational) και δίνει προτεραιότητα στο ‘πολιτιστικό’ σε σχέση με το ‘κοινωνικό’. Τέλος, θεωρεί ότι το ‘πολιτιστικό’ και το ‘βιολογικό’, για να συσχετιστούν, απαιτούν τη μεγάλη κλίμακα του χρόνου που προσμετρείται με τις χιλιετίες. Στη δική μας προσέγγιση τα στρώματα αναδύονται σε μια χρονική γραμμικότητα και εγγράφονται σε μια εξελικτική προοπτική. Η θεώρηση του Αγραφιώτη πριμοδοτεί τη συγχρονία και η δική μας τη διαχρονία.

Προϋπόθεση λοιπόν για την εξέλιξη της πολυπλοκότητας των συστημάτων είναι η ανάδυση νέων συστημάτων ανταλλαγής πληροφορίας πάνω σε ήδη υπάρχοντα συστήματα. Για τον λόγο αυτό, όσο πληρέστερη είναι η γνώση μας για τη διάταξη των στρωμάτων αυτών τόσο μεγαλύτερη  μείωση της αβεβαιότητας, δηλαδή του πλεονασμού και της αντιφατικότητας της γνώσης, πετυχαίνουμε. Με βάση πορίσματα της σύγχρονης γνωσιακής επιστήμης, μια αρκετά ασφαλής μέθοδος μείωσης της αβεβαιότητας της γνώσης είναι η εφαρμογή της αρχής του συνθετικού φυσικαλισμού (compositional physicalism):

  • Φυσικαλισμός (physicalism): (1) Όλα τα πράγματα που υπάρχουν στον χωροχρόνο (κόσμος) είναι υλικά στοιχεία και δομές αποτελούμενες αποκλειστικά από υλικά στοιχεία. Δεν υπάρχει κάτι άλλο μέσα ή έξω από τον κόσμο που δεν είναι υλικό. (2) Όλες οι δομές συμπεριφέρονται σύμφωνα με φυσικούς νόμους. (3) Κάθε φαινόμενο στον κόσμο μπορεί να εξηγηθεί μόνο φυσικά, αν βέβαια μπορεί να εξηγηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η αιτιότητα είναι μια σχέση αντικειμένων και γεγονότων στον κόσμο, όχι μια σχέση μεταξύ εννοιών ή περιγραφών. Ωστόσο, ο φυσικαλισμός δεν μας εμποδίζει νε περιγράφουμε και να εξηγούμε τον κόσμο σε διάφορα επίπεδα νοητικής αφαίρεσης και σε διάφορες γλώσσες, εφόσον η οργάνωση αυτών των νοητικών επιπέδων είναι συνθετική (Kim, 2005).
  • Συνθετικότητα (compositionality) είναι η ιδιότητα ενός συστήματος αναπαράστασης το οποίο (1) περιέχει πρωτογενή σύμβολα και σύμβολα που είναι συντακτικά και σημασιολογικά σύνθετα και (2) τα σύνθετα κληρονομούν τις συντακτικές και σημασιολογικές των απλών (Fodor and Lepore, 2002: 1). Η συνθετικότητα λοιπόν είναι η ιδέα ότι τα νοήματα των σύνθετων εκφράσεων ή εννοιών κατασκευάζονται από τα νοήματα λιγότερο σύνθετων εκφράσεων ή εννοιών, που αποτελούν τα συστατικά τους στοιχεία (Ibid., 43). Παρόλο ότι η ισχύς και η αιτιολόγηση της συνθετικότητας ως συνθήκης αναγκαίας για την ακεραιότητα των συστημάτων αναπαράστασης αμφισβητούνται ακόμη, είναι αλήθεια ότι η συνθετικότητα αναγνωρίζεται ευρέως ως κεντρικό θέμα στη γνωσιακή επιστήμη και παραμένει μια πρόκληση για τα διάφορα γνωσιακά μοντέλα που βρίσκονται σε εμφανή σύγκρουση με αυτήν (Werning et al., 2012).3
  • Συμπέρασμα: Αν μια πρόταση p στο επίπεδο L παραβιάζει κάποιον νόμο στο επίπεδο L-1, τότε η p είναι σίγουρα ψευδής. Αλλιώς, η p μπορεί ενδεχομένως να επαληθευτεί εμπειρικά. Όπως η περιγραφή ενός βιολογικού συστήματος πρέπει να θεωρηθεί άκυρη αν παραβιάζει τους κανόνες της χημείας, έτσι και ένα νομικό σύστημα, για παράδειγμα, πρέπει να θεωρείται ανεφάρμοστο αν αντιτίθεται στην επικρατούσα βαθειά κουλτούρα μιας κοινωνίας. Κατά συνέπεια, η γνώση ενός στρώματος συνοψίζεται σε προτάσεις που αποτελούν τα αξιώματα του επόμενου στρώματος. Τέτοια αξιώματα που αντλούνται από το βιολογικό (γενετικό και νευρολογικό) στρώμα είναι οι πέντε αρχές της Οικιστικής συμπεριφοράς των ατόμων. Οι ένδεκα μορφογενετικές δυνάμεις της Οικιστικής είναι υπολογισμοί δεύτερης και τρίτης τάξης, βασισμένοι σε φυσικά, γενετικά, νευρολογικά και πολιτισμικά αξιώματα.4

Η ιεραρχική λοιπόν διάταξη των πεδίων γνώσης που σκιαγραφείται στην Εικόνα 2(γ) –επιστημολογική έκφραση της οντολογίας του κόσμου– συνεπάγεται εντυπωσιακή μείωση αντικρουόμενων πλεονασμών και εντυπωσιακή αύξηση της αξιοπιστίας των επιστημονικών μοντέλων. Παράδειγμα: οι Λαμαρκιανοί δεν δέχονταν την άποψη των Δαρβινιστών ότι τα επίκτητα χαρακτηριστικά δεν μεταφέρονται στους απογόνους όσο η διαμάχη διεξαγόταν στο γενετικό επίπεδο. Πείστηκαν, όταν ανακαλύφτηκε στο επίπεδο της βιοχημείας ότι τα νουκλεϊκά οξέα (DNA) λειτουργούν ως πρότυπο για τη σύνθεση πρωτεΐνης, αλλά το αντίστροφο είναι αδύνατο. Άλλο παράδειγμα: Η οικονομική θεωρία άρχισε εδώ και σαράντα περίπου χρόνια να προσαρμόζει τη δικής της κατασκευής οντότητα Homo Economicus σε κατώτερα στρώματα γνώσης, όπου οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων έχουν μελετηθεί κατά τεκμήριο ορθότερα από επιστήμονες, όπως οι Ηerbert Simon (1916-2001), Amos Tversky (1937-1996), Daniel Kahneman (1934-), και μελετιούνται σήμερα από μια νέα γενιά νευρο-οικονομολόγων.

Η μεγαλύτερη προσπάθεια του ανθρώπινου νου ήταν πάντα και είναι και σήμερα η σύνδεση των επιστημών της Φύσης και του Ανθρώπου (Wilson, 1998: 6). Οι επιστήμες της Φύσης (Sciences) μελετούν τα φυσικά και γενετικά συστήματα, ενώ τα νευρολογικά και πολιτισμικά είναι αντικείμενο των επιστημών του Ανθρώπου (Humanities). Αρχικά, η σύνδεση των δύο εθεωρείτο αδιανόητη. Σήμερα, έπειτα από έντονες διαμάχες, οι αντιπαραθέσεις περιορίστηκαν στο μέγεθος του χάσματος. Είναι αλήθεια πως δεν συνηθίσαμε ακόμη να σκεφτόμαστε με την υπόθεση της ύπαρξης πολλών λεπτών διατεταγμένων στρωμάτων προσβάσιμων αναλυτικά (από πάνω προς τα κάτω) αλλά και συνθετικά (από κάτω προς τα πάνω). Συγκρίνουμε απομακρυσμένα μεταξύ τους επίπεδα πολυπλοκότητας, όπου οι διαφορές είναι πολύ έντονες, όπως π.χ., οι κοινωνικοί θεσμοί και η δομή του DNA. Με τι ακροβατικούς συλλογισμούς να γεφυρώσει κανείς ένα τέτοιο χάσμα; Όμως, όπως η θεωρία της βιολογικής εξέλιξης άρχισε να γίνεται κατανοητή και αποδεκτή όταν σκεφτήκαμε ότι η απόσταση από τα υποατομικά σωματίδια στις βιολογικές κοινωνίες γεφυρώνεται από ένα τεράστιο πλήθος ενδιάμεσων επιπέδων, τα οποία δημιουργήθηκαν σε ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, μέσω ενός τεράστιου πλήθους μη γραμμικών αλληλεπιδράσεων, έτσι και η θεωρία της νοητικής και πολιτισμικής εξέλιξης μπορεί να γίνει κατανοητή αν σκεφτούμε με ανάλογο τρόπο. Κάτι τέτοιο υπολανθάνει στη Φροϋδική θεωρία για τη δομή του νου σε τρία διατεταγμένα στρώματα: Ασυνείδητο, υποσυνείδητο και συνειδητό. Σήμερα, η σύνδεση του ασυνείδητου με τη γενετική πληροφορία είναι αναμφισβήτητη.

Το γεγονός ότι τα τρία στρώματα του νου είναι συμβατά με τη θεωρία του συνθετικού φυσικαλισμού, μας επιτρέπει να εκτιμούμε τις πιθανότητες επιτυχίας πολιτιστικών έργων, όπως πολιτικές, οικονομικές και άλλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και τεχνικά έργα μετασχηματισμού του φυσικού περιβάλλοντος. Οποιαδήποτε πολιτιστική κατασκευή, έργο δηλαδή ανθρώπινης κοινωνικής ή φυσικής τεχνολογίας, αντιτίθεται στο γενετικό στρώμα (Εκείνο) και στο στρώμα της βαθειάς κουλτούρας (Υπερεγώ), είναι θέμα χρόνου να καταρρεύσει. Το πρώτο θεωρείται πρακτικά αναλλοίωτο και το δεύτερο ζει επί χιλιετίες (π.χ., θρησκείες και παραδοσιακοί τρόποι ζωής). Όπως εξηγεί ο Fernand Braudel, ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, έπειτα από 1.000 χρόνια ζωής στη Μέση Ανατολή, κατέρρευσε με το πρώτο χτύπημα αραβικού σπαθιού το 634 μ.Χ. Το πολεοδομικό σχέδιο του Islamabad του Δοξιάδη έγινε δεκτό από τον τοπικό πληθυσμό χωρίς πρόβλημα επειδή σεβάστηκε την κουλτούρα της περιοχής για τη χωροθέτηση κυβερνητικών και θρησκευτικών λειτουργιών και για τους χώρους κατοικίας.
(http://www.doxiadis.org/page/default.asp?la=1&id=49)

Τα άτομα αισθάνονται φυλακισμένα στους κοινωνικούς θεσμούς επειδή βραχυπρόθεσμα οι μεμονωμένες αποφάσεις τους δεν έχουν αισθητή επίδραση στους θεσμούς και όταν αυτές οι μεμονωμένες αποφάσεις συσσωρευτούν μακροπρόθεσμα και αλλάξουν τους θεσμούς, είναι αδύνατο να αντιληφτούν ότι αυτά τα άτομα τις προκάλεσαν. Αυτό σημαίνει ότι η πληροφορία που περιέχεται στις αποφάσεις των ατόμων δεν χάνεται –παρόλο ότι αυτές εξαφανίζονται ως γεγονότα–, αλλά έχει αλλάξει την κατάσταση του συστήματος, οπότε το σύστημα αντιδρά με τις νέες αλλαγμένες δομές του (Richerson and Boyd, 2005. Luhmann, 1995). Οι επιπτώσεις των μικροαποφάσεων επιβεβαιώνονται από πρόσφατες εργασίες μιας νέας γενιάς μελετητών: Πολλές μορφές κοινωνικών αλλαγών δεν είναι αποτέλεσμα ορατών, συνειδητών, μεγάλης κλίμακας οικονομικών δυνάμεων, πολιτικών, γεωγραφικών παραγόντων ή χαρισματικών ηγετών. Συχνά είναι το αποτέλεσμα μυριάδων, αόρατων, ακούσιων ανταλλαγών αντιτιθέμενων συμφερόντων και σχέσεων, ανάμεσα στις οποίες, μη συνειδητές ορμές για δημιουργία εμπιστοσύνης, για υπέρβαση φόβου, για επιβεβαίωση κυριαρχίας και για χτίσιμο υπόληψης είναι συχνά σπουδαιότερες από άλλες συνειδητές επιδιώξεις για επίτευξη επιχειρηματικών ή κυβερνητικών σκοπών (Clippinger, 2007: 78). Οι μικροαποφάσεις λοιπόν των ατόμων αλλάζουν το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον των ατόμων, αλλά και τη νοητική αναπαράσταση του περιβάλλοντος και του Εγώ τους.

Σε αυτό το πνεύμα, η κοινωνία δεν είναι ένα σύνολο ατόμων, αλλά ένα εξελισσόμενο σύνολο εξειδικευμένων συστημάτων επικοινωνίας που επιτρέπουν τη συνεργασία και τον συντονισμό των ατόμων. Επομένως τα άτομα (συστήματα βιολογικών και ψυχικών πράξεων) και η κοινωνία (συστήματα επικοινωνίας) είναι δομικά συζευγμένα, ανήκουν δηλαδή τα μεν στο περιβάλλον των δε: χωρίς τις πράξεις των ατόμων δεν μπορούν να υπάρξουν κοινωνικά συστήματα, ακριβώς όπως, αντίστροφα, τα άτομα αποκτούν την ικανότητα να δρουν μόνο μέσω κοινωνικών συστημάτων (Luhmann, 1995: 210-218).5 Δηλαδή ένας συνδυασμός ήδη υπαρχόντων ατομικών ικανοτήτων αναδύεται ως μια πρακτική δυνατότητα χάρη στην ενεργοποίηση ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφορίας.

Έτσι, η φράση του Αριστοτέλη ότι το όλο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του, δεν πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να παραβιάζει την αρχή του συνθετικού φυσικαλισμού. Το όλο δεν έχει επιπλέον ιδιότητες, αλλά είναι μια από τις πολλές μορφές σύνθεσης των στοιχείων και των σχέσεων των στοιχείων που το συγκροτούν. Έχοντας αναλύσει ένα σύστημα στα στοιχεία και στις σχέσεις τους, πρέπει συνθέτοντας τα στοιχεία αυτά με αποκατάσταση των σχέσεων τους να προκύπτει ακριβώς το ίδιο σύστημα. Αυτό το έχουν πετύχει σε σημαντικό βαθμό οι φυσικές επιστήμες, κάπως ικανοποιητικά οι βιολογικές, αλλά οι κοινωνικές έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν.

Συμπέρασμα

Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ανήκει στους πρωτοπόρους γεφύρωσης του «μεγάλου σχίσματος» της ανθρώπινης γνώσης επειδή είχε επίγνωση της ενοποιητικής ισχύος της θεωρίας συστημάτων και ιδιαίτερα του βιολογικού και του εξελικτικού μοντέλου αναφοράς όπως αυτά τα χρησιμοποιούσαν στις μέρες του διάσημοι βιολόγοι-φιλόσοφοι και ειδικά οι Sir Julian Huxley (1887-1975), Theodosius Dobzhansky (1900-1975), Denis Gabor (1900-1979), René Dubos (1901-1982), George G. Simpson (1902-1984) και Conrad H. Waddington (1905-1975), το έργο των οποίων γνώριζε ή με τους οποίους είχε άμεση επαφή κατά τη διάρκεια των περίφημων Συμποσίων της Δήλου. Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης είχε το θάρρος να ανοίξει νέες περιοχές σκέψης, να ανακαλύψει νέες μεθόδους εργασίας και βέβαια, να εξερευνήσει νέες μορφές σύνθεσης της επιστημονικής γνώσης. Ο Δημοσθένης Αγραφιώτης επιμένει στον καινοτομικό χαρακτήρα των προσπαθειών του Δοξιάδη και προτείνει, με σκοπό την προσαρμογή και την επέκταση της Οικιστικής προσέγγισης, να ληφθεί υπόψη η κοινωνικο-πολιτιστική αναδιάταξη του παγκόσμιου και παγκόσμιου/τοπικού κόσμου. Σε αυτό το πνεύμα, θα μπορούσαμε να ήμασταν και μείς εξίσου θαρραλέοι όπως ο ιδρυτής της Οικιστικής.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Στο πλαίσιο της σημειολογικής τριχοτομίας, που ανέπτυξαν οι Charles Morris, Rudolph Carnap, και C. S. Peirce πριν από το 1930, το συντακτικό υπόβαθρο αφορά τις τυπικές σχέσεις μεταξύ των σημείων (κανόνες σύνθεσης), η σημασιολογία αφορά τις σχέσεις των σημείων με τα σημαινόμενά τους (κανόνες νοηματοδότησης: context-free meaning) και η πραγματολογία ασχολείται με τις σχέσεις των σημείων με τους χρήστες και ερμηνευτές των σημείων (κανόνες αποτελέσματος: context-dependent meaning).

2  Ύλη, ενέργεια, και πληροφορία: Πρωταρχικές έννοιες, δηλαδή η διαισθητική αντίληψή μας για αυτές επαρκεί για τη χρήση τους, όπως, πρωταρχικές είναι και οι έννοιες χώρος και χρόνος. Όπως ένα σύστημα που περιέχει ενέργεια έχει τη δυνατότητα να παράγει έργο, έτσι και ένα σύστημα που περιέχει πληροφορία έχει τη δυνατότητα να οργανώνει τον εαυτό του (άτομο), αλλά και συστήματα έξω από τον εαυτό του (κοινωνία). Όπως χρησιμοποιούμε τους όρους μάζα και θερμότητα για να αναφερόμαστε στις ποσότητες ύλης και ενέργειας, έτσι χρησιμοποιούμε τον όρο οργάνωση για να αναφερόμαστε στην ποσότητα πληροφορίας που περιέχει ένα σύστημα. Την πληροφορία ανταλλάσουν τα μέρη ενός συστήματος ώστε να διαχειρίζονται την ενέργεια με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να συντηρεί την υλική μορφή του συστήματος μέσα στο περιβάλλον του (Stonier, 1992. Heylighen, 2008).

3  Το 1989, ο γράφων εφάρμοσε την αρχή της συνθετικότητας στον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας πολύπλοκης βάσης δεδομένων για τις ανάγκες παρακολούθησης των διαδικασιών ενός ομίλου τριών εμπορικών εταιριών. Αποτελέσματα: Ο όγκος των δεδομένων και των προγραμμάτων περιορίστηκε εντυπωσιακά σε σχέση με παλαιότερες αντίστοιχες εφαρμογές και μέχρι σήμερα (2013) δεν εμφανίστηκε κάποιο λάθος στο επίπεδο της σύνταξης ή της σημασίας (βλ. Pertsemlidis, 2012).

4  Ο γράφων εντυπωσιάστηκε όταν, 40 χρόνια μετά τη διατύπωση των Πέντε Αρχών της Οικιστικής από τον Δοξιάδη, δηλαδή το 2005, έπεσε στην αντίληψή του αντίστοιχος κατάλογος για τα βιολογικά θεμέλια των ανθρώπινων κοινωνιών (βλ. Lenski, 2005: 46-47).

5  Ένα απλοποιημένο παράδειγμα: Από τα τρία άτομα που χτίζουν μάντρες ο Α μπορεί να σηκώνει πέτρες βάρους 30 kg το πολύ, ο Β 20 kg, και ο Γ 10 kg. Επιπλέον ο Γ γνωρίζει να σκαλίζει σχέδια στην πέτρα. Όλοι συμμετέχουν στο χτίσιμο μιας μάντρας, αλλά η κατασκευή και τοποθέτηση σκαλιστών υπέρθυρων βάρους 40 kg απαιτεί τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού συστήματος, γιατί κανένα άτομο δεν μπορεί να το τοποθετήσει μόνος του. Πρέπει λοιπόν να δημιουργήσουν ένα νέο σύστημα επικοινωνίας, κάπως ως εξής: οι Α και Β θα συνεννοούνται ώστε οι δύο μαζί να σηκώνουν το υπέρθυρο των 40 kg [= 2 άτομα x min(20 kg, 30 kg)] αφού προηγουμένως θα το έχει σκαλίσει ο Γ όσο αυτό βρισκόταν στο έδαφος. Έτσι, τα τρία άτομα δημιούργησαν ένα σύστημα με την ικανότητα κατασκευής να σκαλίζει και να τοποθετεί υπέρθυρα, ικανότητα την οποία κανένα από τα άτομα δεν διαθέτει.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Clippinger, John Henry, 2007. A Crowd of One. The Future of Individual Identity. New York, NY: Public Affairs.

Doxiadis, C. A., 1968. Ekistics, an Introduction to the Science of Human Settlements. New York, NY: Oxford University Press.

Doxiadis, C. A., 1970. Ekistics, the Science of Human Settlements. Science, Vol. 170, No. 3956, October 1970, pp. 393-404.

Δοξιάδης, Κ. Α., 1974. Τα Βάθρα της Οικιστικής, Ομιλία στο σεμινάριο Ταξονομία και Οικιστική στις 13/04/1974, R-ACE-146, Αθήνα: Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής.

Δοξιάδης, Κ. Α., 1974β. Οικιστική και Μαθηματικά. Ομιλία στο σεμινάριο Ταξονομία και Οικιστική στις 16/01/1974, R-ACE-126, Αθήνα: Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής.

Fodor, J. A. and Lepore E., 2002. The Compositionality Papers. Oxford, UK: Clarendon Press.

Heylighen, Francis, 2008. Accelerating socio-technological evolution. From ephemeralization and stigmetry to the Global Brain. In G. Modelski, T. Devezas, and W. R. Thompson (Eds), Globalization as Evolutionary Process. Modeling Global Change. London, UK: Routledge.

Huxley, Julian, 1962. Evolutionary Humanism. New York, NY: Prometheus Books, 1992.

Kim, Jaegwon, 2005. Physicalism, or Something Near Enough. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Lenski, Gerhard, 2005. Ecological-Evolutionary Theory. Principles and Applications. London, UK: Paradigm Publishers.

Luhmann, Niklas, 1995. Social Systems. Translated from German by J. Bednarz and D. Baecker. Stanford, CA: Stanford University Press.

Piaget, Jean, 1937. La Construction du réel chez l’enfant. Neuchâtel: Delachaux et Niestlé.

Περτσεμλίδης, Κ. Ρ., 2009. Τα Βάθρα της Οικιστικής: Σχέδιο Τυποποίησης της Οικιστικής Θεωρίας και Γνώσης. Στο Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και το Έργο του, Αθήνα: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σ. 348-375, Τ. 1.

Pertsemlidis, K. R., 2012. The Accounting Properties of Economic Events. Part I: Theory, Part II: Formalization. http://papers.ssrn.com/sol3/cf_dev/AbsByAuth.cfm?per_id=1391427

Richerson, P. J. and Boyd, R., 2005. Not by Genes Alone. How Culture Transformed Human Evolution. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Rosnay, Joël de, 1975. Le macroscope, Vers une vision globale. Paris : Editions du Seuil.

Simon, Herbert, 1996. The Sciences of the Artificial. Third Edition. Cambridge, MA: MIT Press.

Stonier, Tom, 1992. Beyond Information. The Natural History of Intelligence. London: Springer-Verlag

UNESCO, 2005: Towards Knowledge Societies. Paris: UΝ Educational, Scientific and Cultural Organization. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: [http//www.unesco.org/publications] (πρόσβαση στις 28/09/2012).

Werning, M., Hinzen, W., and Machery, E., eds., 2012. The Oxford Handbook of Compositionality. Oxford, UK: Oxford University Press.

Wilson, Edward, 1998. Consilience. The Unity of Knowledge. GB: Abacus.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.