Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αδάμ Αδαμόπουλος,1 Μαρίνα Οικονόμου1,2

σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]

Η Τύχη ως αρχετυπική, θεοποιημένη έννοια και η εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια ως σύγχρονη εκδοχή ψυχολογικής παθολογίας - Mια ιστορική και θεωρητική προσέγγιση

1 Α΄ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
2 Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, ΕΠΙΨΥ

1. Η «θεά τύχη» και τα «τυχερά παιχνίδια»

Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια αποτελεί μια δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου που συναντάται σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις ιστορικές περιόδους του ανθρώπινου πολιτισμού. Ως ελεγχόμενη πρακτική αποτελεί μια κοινωνικά αναγνωρισμένη και αποδεκτή μορφή ψυχαγωγίας. Παρόλα αυτά, για μια μερίδα του πληθυσμού, η σχέση με τον τζόγο ενδέχεται να αποβεί, και συχνά συμβαίνει, προβληματική. Για την ψυχιατρική επιστήμη, η προβληματική σχέση με τον τζόγο περιγράφεται ως μορφή παθολογικής εξάρτησης. Το φαινόμενο του τζόγου ως διαδεδομένη κοινωνική πρακτική, αλλά και ως αντικείμενο παθολογικής εξάρτησης, στην Ελλάδα θεωρείται, από επιστημονικής άποψης, σχεδόν άγνωστος τόπος και περίπου παρθένο πεδίο για την έρευνα. Οι παθολογικοί τζογαδόροι στη χώρα μας συχνά δεν έχουν επίγνωση του παθολογικού χαρακτήρα της ενασχόλησής τους με τον τζόγο και εμπλέκονται σε αυτήν τη δραστηριότητα πρακτικά αβοήθητοι από την πολιτεία και την επιστημονική κοινότητα. Έτσι, οι παθολογικοί τζογαδόροι εμφανίζονται ως έμπλεοι ελπίδας, αλλά ανήμποροι «ικέτες» της «θεάς τύχης» (κατά τον τετριμμένο δημοσιογραφικό ή διαφημιστικό λόγο), ίσως αγνοώντας ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πράγματι θεοποιήσει την τύχη, επιφυλάσσοντάς της μια περίοπτη θέση στο θρησκευτικό τους πάνθεον.

Η κεφαλή υπερμεγέθους αγάλματος της Θεάς Τύχης (Ιεροθυσίο Αντιόχου Ι, Βασιλιά της Κομμαγηνής, μέσα 1ου αιώνα π.Χ.. Όρος Νεμρώδ, ανατολική Τουρκία)
Η κεφαλή υπερμεγέθους αγάλματος της Θεάς Τύχης (Ιεροθυσίο Αντιόχου Ι, Βασιλιά της Κομμαγηνής, μέσα 1ου αιώνα π.Χ.. Όρος Νεμρώδ, ανατολική Τουρκία)

2. Ορισμοί και ιστορική αναδρομή. Οι έννοιες της τύχης, της μοίρας και του κλήρου

Στον πυρήνα του τζόγου ως φαινομένου και κοινωνικής πρακτικής, βρίσκεται η έννοια της τύχης, έννοια που από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας έχει υπάρξει αντικείμενο διερεύνησης τόσο της φιλοσοφίας όσο και της επιστήμης. Σύμφωνα με το φιλοσοφικό λεξικό: «τυχαίο θεωρείται κάθε γεγονός το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει κάποιας αιτίας». Ο Επίκουρος στήριζε στην έννοια της τύχης την ελεύθερη βούληση, καθώς, κατά την επικούρεια θεώρηση, η ψυχή, έχουσα υλική υπόσταση, αποτελείται από άτομα ύλης που ενίοτε κινούνται αναίτια, τυχαία, γεγονός που επιτρέπει στον φορέα της ψυχής, τον άνθρωπο, να αυτενεργεί και να κινείται κατά απρόβλεπτους τρόπους. Τον 20ο αιώνα, ο γερμανός φυσικός, Werner Heisenberg, στήριξε στην έννοια της τύχης, στην πεποίθηση δηλαδή ύπαρξης αναίτιων γεγονότων, την περίφημη Αρχή της Απροσδιοριστίας. Ο βρετανός αναλυτικός φιλόσοφος, Bertrand Russell, παρ’ όλα αυτά, πίστευε ότι η πεποίθηση στην ύπαρξη του τυχαίου οφείλεται απλά: «…στην αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίζει τις αιτίες όλων των γεγονότων. ό,τι αποκαλείται «αναίτιο» είναι στην πραγματικότητα το επί του παρόντος άγνωστο».1

Η έννοια της τύχης κατέχει σημαντική θέση στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ιδιαιτέρως σε σύνδεση με τις έννοιες της μοίρας και του κλήρου. Η διερεύνηση των αρχαϊκών αυτών εννοιών έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μέσα από τις μυθολογικές αφηγήσεις αποκαλύπτονται οι βαθιές ασυνείδητες σημασίες που οι έννοιες έφεραν για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αλλά και, στον βαθμό που η τύχη αποτελεί αρχετυπική έννοια, ενδεχομένως είναι δυνατόν να αντληθούν πληροφορίες χρήσιμες και για τη σύγχρονη εποχή. Σύμφωνα με τον Carl Jung,2 τα αρχέτυπα λειτουργούν για όλους τους ανθρώπους και δεν δημιουργούνται από τις εμπειρίες της ατομικής ύπαρξης, αν και βεβαίως αναδύονται στο φως αφορμώμενα από αυτές. Όταν έχουν λάβει συγκεκριμένη μορφή στους μύθους και τις τελετουργίες μιας κοινωνίας, τα αρχέτυπα αναδύονται αβίαστα στη συνείδηση και παίρνουν αντικειμενική υπόσταση μέσω των λατρευτικών τελετών. Υπό αυτό το πρίσμα, εξετάζεται παρακάτω η θεοποιημένη έννοια της Τύχης στην αρχαία Ελλάδα.

Η Τύχη ήταν μια από τις πολλές κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος, της μεγάλης θαλάσσιας θεάς. Γενικά η τύχη συνδέεται με τη θάλασσα, καθώς για τους Έλληνες η τελευταία ήταν το στοιχείο από το οποίο ανέμεναν τα αγαθά της αφθονίας, αυτά που προσκόμιζαν από τα εμπορικά τους ταξίδια, αλλά και πηγή του αγνώστου, του απρόβλεπτου και του επικίνδυνου. Κατά τον θρησκειολόγο, μαθητή του Jung και γνώστη της ελληνικής μυθολογίας, Karl Kerenyi: «…η Τύχη ήταν η θεά του μοιραίου, του τυχερού χωρίς δική της ιστορία, αλλά με κάποια δύναμη που, παρόμοια με τη δύναμη των τριών Μοιρών και της τρίμορφης Εκάτης, αποδεικνυόταν ισχυρότερη από την κυριαρχία του Διός».3

Η Τύχη ήταν η θεά της σύμπτωσης, του απρόβλεπτου και απρόσμενου, αλλά και της προσδοκίας, του αναμενόμενου και ποθούμενου ευτυχούς συμβάντος. Ίσως λιγότερο ισχυρή από τις Μοίρες και το πεπρωμένο, η Τύχη παρ’ όλα αυτά παριστάνεται ως ευμενής θεότητα («αγαθός δαίμων»), τροφός ή μητέρα του Πλούτου. Με την επωνυμία «Αγαθή Τύχη» λατρευόταν ιδιαιτέρως στην Ολυμπία και ετίθετο ως πολιούχος θεά-προστάτης (Πολιάς Θεά) αρκετών ελληνικών πόλεων. Λέγεται ότι στο ναό της Θεάς Τύχης στο Άργος, ο Παλαμήδης είχε αφιερώσει τα πρώτα ζάρια (κύβοι) που, κατά την παράδοση, ο ίδιος είχε επινοήσει. Από το αρχαϊκό αυτό τυχερό παίγνιο των κύβων, προέρχονται και οι έννοιες διακυβεύω και διακύβευση, που έχουν καταγραφεί στην ελληνική γλώσσα ως : «..θέτω κάτι σε κίνδυνο μπροστά στο αβέβαιο αποτέλεσμα γεγονότος ή εγχειρήματος. τα παίζω όλα για όλα…».4

Η Τύχη ως θεότητα απαντάται βεβαίως σε όλους του πολιτισμούς της αρχαιότητας. Στοιχεία της ορφικής θεολογίας, που γενικά θεωρούνται δάνεια της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας, περιγράφουν ότι στη γέννηση του κάθε ανθρώπου παρίστανται τέσσερις θεότητες: ο Δαίμων, η Τύχη, ο Έρως και η Ανάγκη. Το λατινικό αντίστοιχο της Τύχης ήταν η Fortuna, ενώ, κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, συνδέθηκε με την Ίσιδα. Σε πολλές ελληνιστικές πόλεις η Τύχη ανακηρύχθηκε πολιούχος θεά, συνδεδεμένη με την ασιατική Μητέρα Θεά. Ευρέως γνωστή ήταν η Τύχη της Αντιόχειας, η οποία σε νομίσματα της περιόδου παριστάνεται σε θρόνο επί της κορυφής βουνού, όπως παρουσιάζεται και στο διάσημο άγαλμα του γλύπτη Ευτυχίδη. Σε πολλές πόλεις της Μ. Ασίας, όπως στην Έφεσο και την Πέργαμο, ναοί και μεγαλοπρεπή λατρευτικά μνημεία ήταν αφιερωμένα στη θεά Τύχη.5

Αναφέρθηκε ήδη η στενή σχέση της έννοιας της τύχης με αυτήν της μοίρας. Κόρες της Νύκτας, της αρχέγονης μητέρας που απέναντί της έστεκε έμφοβος ακόμα και ο Δίας, ήταν οι Μοίρες, οι τρεις υφάντριες: Η Κλωθώ (αυτή που υφαίνει τον μυστηριώδη και ακατάλυτο ιστό του ανθρώπινου πεπρωμένου), η Λάχεσις (η «απονέμουσα» αυτού που θα μας «λάχει», απ’ όπου ετυμολογικά προέρχεται και το «λαχείο») και η Άτροπος (η αναπότρεπτη).6 Στην Ιλιάδα, ο όρος μοίραν, ως απρόσωπη δύναμη, επανέρχεται συχνά και σχετίζεται με το ρήμα μερίζω που σημαίνει μοιράζω, διαιρώ: «Η μοίρα είναι λοιπόν η μοιρασιά, το μερίδιο, ο κλήρος, η τύχη».7 Η μοίρα συνδέεται ετυμολογικά με τον μόρο (mort στα λατινικά), τον θάνατο, αφού ο τελευταίος αποτελεί το, σε τελική ανάλυση, «…κατεξοχήν μερίδιο του ανθρώπου». Έτσι, για τους ανθρώπους η μοίρα προσδιορίζει το μήκος της ζωής τους, όπως τους έλαχε κατά την αρχική μοιρασιά. εξ ου και η έκφραση μόρσιμον ήμαρ, η ημέρα του θανάτου, που, αν και άγνωστη για τον καθένα μας, είναι προκαθορισμένη. Συναφώς προκαθορισμένα επομένως είναι και τα όρια του βίου μας, οι δεδομένες δυνατότητές μας να πράξουμε μέχρι κάποιου σημείου, από όπου και η μοίρα, όχι ως απόλυτος προκαθορισμός του πεπρωμένου μας, αλλά ως δεσμευτικό πλαίσιο ύπαρξης και δράσης.

Στενά συνδεδεμένη με την τύχη και τη μοίρα είναι η πολύ σημαντική για τον ελληνικό πολιτισμό έννοια του κλήρου. Ο κλήρος είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, της κλήρωσης, κατά την οποία η τύχη αποφάσιζε την κατανομή γης μεταξύ των αποίκων κατά την διαδικασία ίδρυσης μιας νέας πόλης την περίοδο του ελληνικού αποικισμού (από όπου επιβιώνει μέχρι σήμερα και η έννοια «κλήρος γης»), την κατανομή της οικογενειακής περιουσίας (κληρο-νομιά) μεταξύ των τέκνων του οίκου, καθώς και την απόδοση αξιωμάτων μεταξύ των πολιτών του Δήμου. Μεταφορικά, ο κλήρος ήταν συνώνυμος της μοίρας και η ίδια η ζωή των ανθρώπων, οι συνθήκες της γέννησής τους, η κοινωνική θέση και η κληρο-νομημένη οικογενειακή περιουσία, εθεωρούντο κλήροι της μοίρας και της τύχης. Και οι θεοί ακόμα μοίραζαν τα πεδία της κυριαρχίας τους με κλήρωση: με κλήρο οι τρεις αδελφοί, ο Δίας, ο Ποσειδών και ο Άδης, έλαβαν αντίστοιχα ως βασίλεια τον ουρανό και τα άστρα, τη θάλασσα και τον κάτω κόσμο. Για τον Αριστοτέλη (Πολιτικά), η κλήρωση μάλλον των αξιωμάτων, τυπικό χαρακτηριστικό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, παρά η εκλογή αποτελεί το συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος, με την εκλογή να συνδέεται περισσότερο με το ολιγαρχικό ή αριστοκρατικό πολίτευμα. Γιατί στις εκλογές, οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν τους άριστους (τους ειδικούς ή τους τεχνοκράτες θα λέγαμε σήμερα), δηλαδή τους ήδη προβεβλημένους και ισχυρούς πολίτες, οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους θα τείνουν να βαθαίνουν το χάσμα ισχύος, γνώσης και εμπειρίας που τους χωρίζει από τους απλούς πολίτες. Αντιθέτως, απέναντι στην κληρωτίδα, οι πολίτες όλων των τάξεων και ικανοτήτων στέκουν με ίσες πιθανότητες να καταλάβουν δημόσιες θέσεις, όπου και θα εκπαιδευτούν στην υπευθυνότητα και θα βελτιώσουν τις πολιτικές δεξιότητές τους. Αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (Ιστορίαι) ότι: «Η αρχή (κυριαρχία) του Δήμου έχει το δικαιότερο όνομα όλων, ισονομία, και ποτέ δεν επιδίδεται σε αυτά που ένας μονάρχης συνηθίζει. Η κλήρωση αποδίδει τα αξιώματα, καθιστά την εξουσία υπόλογη και την ευθύνη κοινή για όλο τον λαό».

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η κλήρωση απέκτησε τη δημοσιονομική διάσταση που ακόμα και σήμερα εμφανίζεται στα διάφορα κρατικά λαχεία ειδικού ή γενικού σκοπού. Λέγεται ότι ο Αυτοκράτορας Αύγουστος ήταν ο πρώτος που θέσπισε λαχειοφόρο αγορά με έπαθλο γη και σκοπό την άντληση οικονομικών πόρων για την επισκευή των τειχών της Ρώμης. Κατά τον Μεσαίωνα, οι πρώτες λαχειοφόρες αγορές μαρτυρούνται στη Βουργουνδία και το Βέλγιο κατά τον 15ο αιώνα.8 Στις λαχειοφόρες αγορές, με σκοπό την άντληση πόρων εκ μέρους της πολιτείας, διατηρείται ακόμα, τρόπον τινά, ο δημόσιος χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κλήρωσης, όπου η ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου μεταφέρεται στην ισότητα ενώπιον της τύχης. Στην περίπτωση των λαχείων για δημοσιονομικούς σκοπούς, η μεμονωμένη επιτυχία του νικητή σε σχέση με την αποτυχία των υπολοίπων υπερκαλύπτεται από το συλλογικό όφελος που προκύπτει και το οποίο αναμένεται να διανεμηθεί εκ νέου στην κοινωνία εκ μέρους της δημοσιονομικής αρχής.

3. Τύχη, κλήρωση και τυχερά παιχνίδια

Αυτή την τεχνητά διαμορφωμένη ισότητα όλων των πολιτών, που βασίζεται στην ανωνυμία και το άνευ προϋποθέσεων δικαίωμα με το οποίο όλοι συμμετέχουν σε μια αμερόληπτη διαδικασία η οποία εξισώνει τις «μοίρες», τα μερίδια, χάρη στην ενεργοποίηση του νόμου των πιθανοτήτων, τη συναντάμε ξανά σε όλα τα τυχερά παίγνια που στηρίζονται στην ίδια αρχή. Εδώ όμως, η ισότητα απέναντι στην τύχη αποτελεί το μέσο και όχι τον σκοπό της διαδικασίας. Αντιθέτως, η προσδοκία του κέρδους, ειδικά σε παιχνίδια με μεγάλες αποδόσεις, όπως λαχεία, λόττο κ.λπ., στηρίζεται στην ελπίδα ή στη φαντασίωση της προσωρινής ή ακόμα και μόνιμης απόσπασης από τη μεγάλη μάζα των «συμπαικτών» και την, συνήθως, κοινά μοιραζόμενη κατάσταση της οικονομικής δυσπραγίας. Στα δε παιχνίδια δεξιοτήτων, όπου οι συμμετέχοντες αντιπαρατίθενται (χαρτοπαίγνια, ρουλέτα, μπιλιάρδο κ.λπ.), οι παίκτες εισέρχονται στο παιχνίδι με άνισους όρους οικονομικού αποθέματος και δεξιοτήτων, με σκοπό την κατανίκηση του αντιπάλου. Σημαντικό στοιχείο ακόμα αποτελεί το γεγονός ότι στον τζόγο οι συμμετέχοντες καλούνται να καταβάλουν ένα, χρηματικό συνήθως, τίμημα με σκοπό σε περίπτωση επιτυχίας την επίτευξη κάποιου κέρδους, την επιστροφή δηλαδή του τιμήματος συν κάποιο κέρδος, που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και σημαντικά μεγάλο. Στην αντίθετη, και συχνότερη, περίπτωση της α-τυχίας, οι παίκτες ζημιώνονται το τίμημα που εξ αρχής έχουν καταβάλει. Σύμφωνα με τον Davis,9 «…τζόγος είναι να διακινδυνεύεις κάτι με αξία σε συμβάντα των οποίων το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο». Εν αντιθέσει λοιπόν με την αρχαία πρακτική της κλήρωσης, στις περιπτώσεις όπου το διανεμόμενο αγαθό δεν προσφερόταν σε ισόποσα με τους ενδιαφερόμενους μερίδια, και όπου οι συμμετέχοντες σε περίπτωση αποτυχίας απλώς δεν αποκτούσαν αυτό που ποτέ έτσι και αλλιώς δεν είχαν, γη ή αξιώματα, ο τζόγος αποτελεί μια τυπική κατάσταση του τύπου: «κερδίζω – χάνω» (win-lose). Σε αυτό το σημείο πιθανώς λανθάνει και η δυναμική της τάσης που συχνά αναπτύσσεται στη σχέση με τον τζόγο, η επιστροφή δηλαδή και η κατ’ επανάληψη διακύβευση, με σκοπό όχι μόνο την επίτευξη κέρδους, αλλά και την επανάκτηση των χαμένων.

Για τον σύγχρονο τζογαδόρο, ο τζόγος διατηρεί ακόμα κάτι από τις μαγικές ιδιότητες που οι αρχαίοι πιστοί απέδιδαν στη θεά Τύχη. Οι τζογαδόροι συχνά είναι προληπτικοί, επιστρατεύουν διάφορα αντικείμενα, ενδύματα ή ακόμα και πρόσωπα ως «γούρια», αναζητούν και βρίσκουν «σημάδια» σε φαινομενικώς άσχετα γεγονότα που υποτίθεται ότι τους υποδεικνύουν τους αριθμούς της κληρωτίδας, πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα μιας κλήρωσης ή ενός αθλητικού γεγονότος με τη «δύναμη του μυαλού» τους κ.λπ. Έτσι, το έντονο μεταφυσικό στοιχείο, που πάντοτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες αντιλήψεις για το τυχαίο, επιβιώνει και σήμερα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα ανθρώπους κάθε μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου. Αν όμως στο παρελθόν η θεά Τύχη εμφανιζόταν να παραστέκει ως αρωγός σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, εγγυήτρια της ευημερίας σε οικονομικό, συναισθηματικό, προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο, στη σημερινή εποχή η «λατρεία της Τύχης» αφορά σχεδόν αποκλειστικά την προσδοκία χρηματικού κέρδους, μέσω οικονομικών-επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που συνθέτουν μια ολόκληρη βιομηχανία ψυχαγωγίας.

4. Τα τυχερά παιχνίδια στη σύγχρονη κοινωνία

Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και ο στοιχηματισμός, ο τζόγος, είναι ένας συνήθης, κοινωνικά αποδεκτός και νόμιμος τρόπος ψυχαγωγίας στις περισσότερες κοινωνίες και πολιτισμούς του πλανήτη. Παρότι ο τζόγος είναι μια πανάρχαια πρακτική και συναντάται σε όλους σχεδόν τους παραδοσιακούς πολιτισμούς, στη σύγχρονη κοινωνία το φαινόμενο τείνει να αποκτά καινοφανή χαρακτηριστικά. Η οικονομία της αγοράς, κυρίως στις χρηματοπιστωτικές της εκδοχές, εμπεριέχει μια εγγενή κουλτούρα ρίσκου και επενδυτικής διακινδύνευσης με σκοπό το οικονομικό κέρδος, στοιχεία που βρίσκονται εξάλλου και στον πυρήνα του φαινομένου του τζόγου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ τα χαρτοπαίγνια, ειδικά το πόκερ, συχνά εκλαμβάνονται ως «εκπαιδευτικές» διαδικασίες προσομοίωσης της πραγματικής, οικονομικής ζωής και τα στελέχη των επιχειρήσεων συνηθίζουν να δανείζονται όρους και στρατηγικές από το εν λόγω παιχνίδι. Όχι συμπτωματικά επομένως, τα τυχερά παιχνίδια φαίνεται να έχουν εμπνεύσει ακόμα και επιστημονικές θεωρίες, όπως μας δείχνει, από το όνομά της ακόμα, και το παράδειγμα της Θεωρίας των Παιγνίων (game theory). Ο συνοπτικός ορισμός της θεωρίας συνδέει ευθέως τον ανταγωνισμό της κοινωνικής και οικονομικής ζωής με το παιχνίδι: «Η θεωρία των παιγνίων είναι μια μεθοδολογία ανάλυσης καταστάσεων μεταξύ μιας ομάδας λογικών ατόμων η οποία ανταγωνίζεται με σκοπό ο κάθε ένας να αποκτήσει το μεγαλύτερο όφελος».10 Στο πλαίσιο αυτό, ο τζόγος αποτελεί σήμερα ένα, κατά κάποιο τρόπο, καθρέφτισμα στο πεδίο του ελεύθερου χρόνου και της διασκέδασης, της κυρίαρχης οικονομικής κουλτούρας, μια δραστηριότητα όπου όλοι οι πολίτες, ασχέτως οικονομικής επιφάνειας, μπορούν, σε φαντασιωσικό επίπεδο, να προσομοιώσουν συμπεριφορές και προσδοκίες οικονομικού κέρδους των μεγάλων και προβεβλημένων «παικτών» της διεθνούς χρηματιστηριακής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η ευκαιριακή ενασχόληση με το χρηματιστήριο με σκοπό το γρήγορο κέρδος, στη σύγχρονη βιβλιογραφία και στα σχετικά ερευνητικά εργαλεία που έχουν εκπονηθεί, συμπεριλαμβάνεται στις εξεταζόμενες μορφές τζόγου, αν και τα όρια μεταξύ του τζογαδόρου και του επενδυτή συχνά είναι συγκεχυμένα. Συνακόλουθα, ο τζόγος στις ημέρες μας συγκροτεί ένα διακριτό πεδίο οικονομικής δραστηριότητας, όπου επενδύονται σημαντικά κεφάλαια και επιτυγχάνονται μεγάλες κερδοφορίες, μια ολοκληρωμένη «βιομηχανία» με όχι ευκαταφρόνητο μερίδιο στην ευρύτερη βιομηχανία ψυχαγωγίας (entertainment) και διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου.

Κάθε μορφή τζόγου συνίσταται, κατά κύριο λόγο, στη διακύβευση μιας υλικής αξίας, συνήθως χρημάτων, σε κάποιο παιχνίδι ή σε κάποιο γεγονός των οποίων το αποτέλεσμα είναι απρόβλεπτο και σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από την τύχη.11 Για την πλειονότητα του πληθυσμού, ο τζόγος αποτελεί μια ψυχαγωγική δραστηριότητα χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις. Παρόλα αυτά, για μια, όχι ευκαταφρόνητη, μειονότητα η ενασχόληση με τα τυχερά παίγνια είναι πιθανό προοδευτικά να οδηγήσει σε πρόβλημα με τον τζόγο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Τύχη από θεά παραστάτης και αρωγός μετατρέπεται σε πρόξενο δεινών. Σήμερα, ο παθολογικός τζόγος αντιμετωπίζεται ως ασθένεια που μπορεί να θεραπευθεί. Στη χώρα μας, το φαινόμενο ακόμα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και οι κοινωνικές-θεραπευτικές παρεμβάσεις είναι επί του παρόντος αποσπασματικές και περιορισμένες. Είναι ανάγκη όμως, οι σύγχρονοι πιστοί της «θεάς τύχης» να μπορέσουν και στη χώρα μας να σταθούν κριτικά και ορθολογικά απέναντι σε αυτήν τη δραστηριότητά τους και στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο να τύχουν θεραπευτικής συνδρομής. Γιατί, κατά την εμπλοκή του με τον τζόγο, ο εκάστοτε παθολογικός τζογαδόρος δεν αντιμετωπίζει την εύνοια ή τη δυσμένεια της θεάς Τύχης, αλλά τα δικά του ψυχικά ελλείμματα και αδυναμίες. Και εδώ ακριβώς έγκειται η πρόκληση για την ψυχιατρική κοινότητα να απαντήσει, αναπτύσσοντας τις κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις, υπηρεσίες και πρακτικές.

Βιβλιογραφία

1   Πελεγρίνης Θ, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004.

2   Jung C, Ο άνθρωπος και τα σύμβολά του, Αρσενίδης, Αθήνα, 1980.

3   Kerenyi K, Η μυθολογία των Ελλήνων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 1984.

4   Μπαμπινιώτης Γ, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, 1998.

5   Foundation of the Hellenic World (συλλογικό), Tyche, Lotteries and games of Change through time, Foundation of the Hellenic World, Αθήνα, 2012.

6   Kerenyi K, Η μυθολογία των Ελλήνων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 1984.

7   Καστοριάδης Κ, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμος Α΄, Κριτική, Αθήνα, 2007.

8   Foundation of the Hellenic World(συλλογικό), Tyche, Lotteries and games of Change through time, Foundation of the Hellenic World, Αθήνα, 2012.

9   Davis Β, Gambling in America: Α Growth Industry, Franklin Watts, New York, 1992.

10 Βλαχοπούλου Α, Εμπειρική προσέγγιση της Nash Ισορροπίας, Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2010.

11 Ladouceur R, Sylvain C, Boutin C, et al., Understanding and Treating the Pathological Gambler, Chichester: John Wiley & Sons, 2002.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.