Γ.Ι. Μουσσάς
Ψυχίατρος- Δ/ντης Ψυχιατρικού Τομέα
– Επίκουρος Καθηγητής
Α. Παχή
Επιμελήτρια Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του Γ.Ν.Ν.Θ.Α.
«Η ΣΩΤΗΡΙΑ»
σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]
Η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση Σήμερα
Ημερίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας & του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών / Αθήνα 15 Μαρτίου 2013
«While it is dangerous tο oversimplify
dangerous problems,
the only problem we can ever
is to ignore the dreaming background to reality»
Arnold Mindell, Dreaming While Awake
Εισαγωγή
Με φόντο το δυσδιάκριτο από επιστημονικής και ανθρωπιστικής πλευράς όραμα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, στη ζοφερή πραγματικότητα οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που περνάει η χώρα μας, επιχειρείται η επικαιροποίηση του συμφώνου Σπίντλα για τη διασφάλιση της συνεχιζόμενης χρηματοδότησης, μετά την αναθεώρηση του προγράμματος «Ψυχαργώς Γ΄», καθώς και η αναδιοργάνωση του Οργανισμού του Υπουργείου Υγείας. Στο μεταίχμιο της κρίσης προκύπτουν ερωτήματα ως προς τη διαχείριση προβληματισμών:
Από παλιά οι αντιστάσεις και ο φόβος, και τώρα η δημοσιονομική λογική με τις έξωθεν παρεμβάσεις διαμορφώνουν το κλίμα στο οποίο θα δοθούν απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, σε μια ιστορική στιγμή οικονομικής και κοινωνικής επισφάλειας και κρίσης των θεσμών.
Αν γίνει αφαίρεση των παραγόντων της οικονομικής κρίσης, που είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, ο δικός μας προβληματισμός έχει να κάνει με μια βασική υπόθεση, ότι δηλαδή η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα δεν είναι ούτε αποτυχημένη ούτε ανίκανη, αλλά καταγράφει εξαιρετικά σημαντικά πράγματα, φτιάχνει εξαιρετικά σημαντικά έγγραφα, έχει ωραιότατες προτάσεις, όλα αυτά όμως προορίζονται για εσωτερική χρήση και διαμορφώνουν μια κατά προσέγγιση πραγματικότητα η οποία απέχει της αληθινής πραγματικότητας. Αυτή η εικόνα εξυπηρετεί έναν αυτιστικό τρόπο λειτουργίας, ο οποίος αποκόπτει εν τοις πράγμασι όλους όσοι οφείλουν να γνωρίζουν – κυρίως την πολιτική ηγεσία– από το τι πραγματικά συμβαίνει σε διάφορους χώρους της ψυχικής υγείας και ιδιαιτέρα στους Ψυχιατρικούς Τομείς των Γενικών Νοσοκομείων.
Οι Ψυχιατρικοί αυτοί Τομείς, εδώ και μια δεκαετία περίπου, μέσω της αυξημένης μεταφοράς ασθενών, και ιδιαίτερα των ασθενών με αναγκαστική νοσηλεία οι οποίοι είναι το 50% των εισαγωγών σε ετήσια βάση, έχουν μετατρέψει τον σιδηρούν βραχίονα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης –όσον αφορά όσους έχουν ανάγκη νοσηλείας, καθώς και τους κατά πρώτον νοσούντες– σε άθλιους χώρους ασυλικής νοσηλείας.
Η γραφειοκρατία δεν παρουσιάζει αξιόπιστα τα ζητήματα αυτά, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να γίνουν πράξη, το σύνολο δε των οποίων έχει ονομαστεί Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση και για την οποία το ελληνικό κράτος έχει χρηματοδοτηθεί γενναία από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην παρούσα φάση βέβαια έχουν υπεισέλθει και οι παράγοντες της οικονομικής κρίσης έτσι ώστε, από την αρχή της κρίσης μέχρι και σήμερα, η χώρα μας να προβληθεί ως το απόλυτο αρνητικό παράδειγμα από τα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως και τότε με τη δραματική δημοσιότητα που έλαβε η κατάσταση που επικρατούσε στην «αποικία ψυχοπαθών της Λέρου», γεγονός που οδήγησε στην άνθηση του κινήματος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης.
Το ανθεκτικό στον χρόνο και ισχυρό σε δυναμική κίνημα της μεταρρύθμισης πάσχει εγγενώς από το γεγονός ότι η αποασυλοποίηση έχει ταυτισθεί με τη μεταρρύθμιση. Από το 1984 έως σήμερα, το θέμα της αποασυλοποίησης έχει σχεδόν «μονοπωλήσει» την προσπάθεια Υπουργείου και στελεχών ψυχικής υγείας. Αποασυλοποίηση και Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση σχεδόν ταυτίστηκαν, παρότι η μελέτη – Κανονισμός 815/1984 –, που θεωρείται αρχή της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, προέβλεπε την παράλληλη ανάπτυξη Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης και πραγματοποίηση της Αποασυλοποίησης. Εάν είχε υλοποιηθεί η μελέτη, ίσως οι εξελίξεις τα τελευταία 40 χρόνια να ήταν διαφορετικές.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν έχει επικρατήσει μια μεγέθυνση των ζητημάτων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που σχετίζονται με την αποασυλοποίηση, η οποία μέσω της ακραίας «εξειδίκευσης» έχει επιφέρει μια μακρά αποσιώπηση του τι συμβαίνει στις υπόλοιπες δομές ως προς την ποιότητα λειτουργίας τους, τις συνθήκες νοσηλείας ασθενών και της φροντίδας τους, συμπεριλαμβανομένων και των Ψυχιατρικών Τομέων των Γενικών Νοσοκομείων. Η κατάσταση αυτή οδηγεί συχνά σε αντιπαραθέσεις προσώπων και όχι απόψεων, επειδή θεωρείται πως το «πού» εργάζεται κάποιος αποτελεί σημαντικότερο κριτήριο σε σχέση με το «πώς» εργάζεται για να θεωρηθεί εξ ορισμού υπέρμαχος ή όχι της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.
Είναι σαφές ότι τα τελευταία χρόνια η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας διέρχεται σοβαρή κρίση, η οποία σε κάποια επίπεδα αγγίζει τα όρια της κατάρρευσης, παρότι αναγνωρίζεται αφενός η αξία της σε σχέση με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και αφετέρου ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει ως φιλοσοφία για τον εκσυγχρονισμό εν γένει των προνοιακών υπηρεσιών.
Παρά τα πολλά χρήματα τα οποία επενδύθηκαν, τα αποτελέσματα είναι μάλλον φτωχά, γεγονός που απαιτεί μακρά συζήτηση με τη συμμετοχή, εκτός των ασχολούμενων με την ψυχική υγεία, και των πολιτικών, οι οποίοι αποφάσισαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, και άλλων επιστημόνων όπως κοινωνιολόγων και ειδικών για τα οικονομικά της υγείας.
Επιδημιολογικά δεδομένα: Το μέγεθος του προβλήματος
Μέγιστης σημασίας είναι η αναζήτηση του επιδημιολογικού προτύπου των ψυχικών διαταραχών για την κατανόηση της ανάγκης για φροντίδα. Η αληθινή διάσταση των ψυχικών διαταραχών φάνηκε από μεγάλες επιδημιολογικές έρευνες που έγιναν στην κοινότητα σε διάφορες χώρες του κόσμου. Αυτές οι επιδημιολογικές έρευνες αποτελούν βασικό εργαλείο για την εκτίμηση των αναγκών σε επίπεδο ψυχικής υγείας και την οργάνωση προγραμμάτων (Thornicroft, 2001). Διεθνείς μελέτες της τελευταίες δεκαετίας αναφέρουν ότι περίπου 450 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως υποφέρουν από μια ψυχική ή συμπεριφορική διαταραχή (7% του συνολικού πληθυσμού). Εντούτοις, μόνο μια μικρή μειοψηφία λαμβάνει έστω και την πιο στοιχειώδη θεραπεία (Serrano-Blanco, 2009). Σε ποσοστά 12.2-48.6% ανέρχεται ο δια βίου επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών ενηλίκων διεθνώς και σε 8.4-29.1% ο 12μηνος επιπολασμός (World Health Organization, 2008).
Στην Ελλάδα οι μελέτες του επιπολασμού των ψυχιατρικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό είναι περιορισμένες και αφορούν κυρίως αστικά περιβάλλοντα. Παλαιότερες σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι ένα ποσοστό 14 -16% του γενικού πληθυσμού στην Ελλάδα πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή (Mavreas et al, 1986 – Μαδιανός, 2003). Επίσης, αποτελέσματα μελέτης (2004) έδειξαν ότι από σχιζοφρένεια πάσχουν περίπου 100.000 άτομα, από κατάθλιψη 200.000 άτομα, ενώ συνολικά από κάποια ψυχονοητική διαταραχή πάσχουν περί τα 750.000 άτομα. Σε έρευνα στον γενικό πληθυσμό, στο πλαίσιο πολυκεντρικής μελέτης από συνεργαζόμενο κέντρο του ΠΟΥ, σε δείγμα 50.000 ατόμων, βρέθηκε ότι το 29% έπασχε από τουλάχιστον μία ψυχική διαταραχή (Stylianidis et al, 2005 ). Στην έρευνα του ΠΟΥ στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (ΠΦΥ) βρέθηκε ότι ο επιπολασμός των ψυχιατρικών διαταραχών στην ΠΦΥ, στην Ελλάδα, σε ένα μήνα ήταν 22% (Stylianidis et al, 2010). Οι πιο συχνές διαγνώσεις ήταν οι αγχώδεις διαταραχές (14.9%), η κατάθλιψη (6.4%), το αίσθημα ανεξήγητης κόπωσης και καταβολής (4.6%) και η κατάχρηση αλκοόλ (3.5%).
Η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει αποδεδειγμένα τραγικές επιπτώσεις σε όλους τους δείκτες υγείας και ψυχικής υγείας του πληθυσμού. Από σχετικές έρευνες αποδεικνύεται ότι η αύξηση κατά 1% της ανεργίας προκαλεί αύξηση κατά 0,8% στις αυτοκτονίες, στις ηλικίες κάτω των 65 ετών, καθώς και αύξηση κατά 0,8% στις ανθρωποκτονίες. Αύξηση δε πάνω από 3% στην ανεργία προκαλούσε αύξηση άνω του 4% στις αυτοκτονίες και στους θανάτους από χρήση αλκοόλ (Stuckler et al, 2009). Μία ενδελεχής μελέτη της βιβλιογραφίας από τους Paul και Moser σχετικά με τις επιδράσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία έδειξε πως ο μέσος όρος των ατόμων που είχαν ψυχολογικά προβλήματα ήταν υπερδιπλάσιος για τους ανέργους (34%), συγκρινόμενος με τα άτομα που εργάζονταν (16%) (Paul & Moser, 2009).
Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης έχουν ήδη αρχίσει να αντανακλώνται στους δείκτες ψυχικής υγείας και στη χώρα μας. Οι κλήσεις στη μία εθνική γραμμή βοήθειας για την αυτοκτονία έχουν παρουσιάσει αύξηση 70%. Το ποσοστό αυτοκτονιών έχει αυξηθεί από 2,8 ανά 100.000 πληθυσμού το 2008 σε 5,2 το 2010 (Giotakos, Karabelas, Kafkas, 2011). Η πιο πρόσφατη εθνική επιδημιολογική έρευνα δείχνει υψηλή θετική συσχέτιση ανάμεσα στην εκδήλωση επιθυμίας θανάτου και την ανεργία, αλλά και την εμφάνιση σοβαρής ψυχοπαθολογίας και ανεργίας (Mavreas et al., 2010). Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, 1 στους 6 Έλληνες, ηλικίας 18-70, έχει αναπτύξει κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία και ένας στους 12 (600.000) σοβαρή ψυχοπαθολογία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι 75% του πληθυσμού που εμφανίζουν κάποιου είδους ψυχοπαθολογία δεν λαμβάνουν κάποιου είδους θεραπεία για το πρόβλημά τους.
Δύο πρόσφατες μελέτες (Wittchen & συν 2011, Gustavvson & συν 2011) συνδύασαν τα επιδημιολογικά δεδομένα των ψυχικών και νευρολογικών διαταραχών από 30 χώρες της Ευρώπης (27 χώρες της ΕΕ, Ελβετία, Νορβηγία, Ισλανδία) προκειμένου να προσδιορίσουν τον επιπολασμό των διαταραχών αυτών, την κοινωνική επιβάρυνση που προκαλούν, καθώς και το ετήσιο οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η φροντίδα τους. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως ο ετήσιος επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών των ενηλίκων ανέρχεται στο 27,1% του πληθυσμού, ενώ η κοινωνική επιβάρυνση που προκαλούν φθάνει το 21,6% της συνολικής επιβάρυνσης από προβλήματα υγείας. Όσον αφορά στο οικονομικό κόστος των ψυχικών διαταραχών στις 30 ευρωπαϊκές χώρες, υπολογίσθηκε σε 798 δις €, με το 37% να αφορά σε άμεσο υγειονομικό κόστος, το 23% σε άμεσο μη υγειονομικό κόστος και το 40% σε έμμεσο κόστος που προκύπτει από την απώλεια παραγωγικότητας.
Πιο συγκεκριμένα για τη χώρα μας, με βάση τα παραπάνω ποσοστά, ο αριθμός των ασθενών με ψυχωτική διαταραχή ανέρχεται στους 132.000 και ο αριθμός των ασθενών με διπολική διαταραχή ανέρχεται στους 99.000 (όπως προκύπτει από αναγωγή των ευρωπαϊκών δεδομένων –Wittchen & συν 2011, Gustavvson & συν 2011– στον ελληνικό πληθυσμό). Μιλάμε δηλαδή για 200.000 περίπου ασθενείς που χρήζουν σταθερής νοσοκομειακής, προ- και μετα- νοσοκομειακής φροντίδας – κοινοτικής φροντίδας, σε πρωτογενές, δευτερογενές και τριτογενές επίπεδο περίθαλψης.
Ο κατακερματισμένος όμως τρόπος με τον οποίο ασχολούμαστε με τη φροντίδα αυτών των ασθενών δεν μας δίνει πάντα το δικαίωμα να αντιληφθούμε τον όγκο, αριθμητικό όχι ποιοτικό, των ανθρώπων που πρέπει να φροντίσουμε και επομένως η ικανότητά μας να τους φροντίσουμε συναρτάται με τα ποιοτικά ή άλλα κριτήρια που διαθέτουμε.
Ιστορική αναδρομή και αποτίμηση του εθνικού σχεδίου δράσης Ψυχαργώς
Στη χώρα μας η κατάσταση άλλαξε αξιοσημείωτα κατά την περίοδο 1981-2001. Το 1981 υπήρχε μόνο μία Ψυχιατρική Μονάδα σε Γενικό Νοσοκομείο (16 κλίνες) και 6 Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Το 2000 υπήρχαν 30 μονάδες σε Γενικά Νοσοκομεία (365 κλίνες) και 28 Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Επιπροσθέτως, υπήρχαν άλλες 10 Ψυχιατρικές Μονάδες σε Γενικά Νοσοκομεία (χωρίς εγκαταστάσεις εσωτερικών ασθενών), που πρόσφεραν συμβουλευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εξωτερικών ιατρείων.
Η εφαρμογή της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης ξεκίνησε στη χώρα μας με την ψήφιση του νόμου για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ν.1397/83), διευρύνθηκε με τον Ν.2071/92 και παγιώθηκε με τον Ν. 2716/99 «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και άλλες διατάξεις». Το πρόγραμμα διαμορφώθηκε κατά το 1997 για την περίοδο 1997-2006 και αναθεωρήθηκε το 2001 για την περίοδο 2001-2010. Τότε καταργήθηκαν 4 από τα 9 ψυχιατρικά νοσοκομεία και μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των χρόνιων ασθενών που νοσηλεύονταν στα εναπομείναντα ψυχιατρικά νοσοκομεία. Ως συνέπεια του προγράμματος αποασυλοποίησης, οι ψυχικά νοσούντες που διαβιούσαν σε 452 Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (ΜΨΑ) ανέρχονταν το 2009 σε 2689 (2002: 1289 ασθενείς σε 146 ΜΨΑ), ενώ αντίστοιχα οι ασθενείς μακράς διαμονής που νοσηλεύονταν στα ΨΝ ήταν λιγότεροι από 2000. Στον εξωνοσοκομειακό-κοινοτικό τομέα, αναπτύχθηκε δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών από τον Δημόσιο Τομέα, αλλά και από ΝΠΙΔ (ΜΚΟ) [ΨΥΧΑΡΓΩΣ Γ΄(2011-2020), Σχέδιο αναθεώρησης του Προγράμματος ΨΥΧΑΡΓΩΣ].
Α. Από το Δημόσιο Τομέα
Β. Από τα ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
Η συνολική αποτίμηση του προγραμματισμού του ΥΥΚΑ, για την περίοδο 1984-2009, καταδεικνύει ότι ο σχετικός σχεδιασμός ήταν υπηρεσιοκεντρικός και επικεντρωμένος στην υλοποίηση της αποασυλοποίησης, δευτερευόντως δε στην ανάπτυξη κοινοτικών υπηρεσιών. Ποιος όμως υποχρέωσε το υπουργείο να κάνει υπηρεσιοκεντρική παροχή υπηρεσιών και επέλεξε να είναι η αποασυλοποίηση το μείζον ζήτημα;
Πάντως η εκπόνηση ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού, η χρηματοδότηση της υλοποίησής του από κοινοτικούς πόρους και η πρόταξη του οράματος της κοινοτικής περίθαλψης συνιστούσαν μια νησίδα καινοτομίας σε ένα τοπίο μιας ασυνάρτητης και μυωπικής δημόσιας διοίκησης. Οι αιτίες για την απουσία μιας ισόρροπης στρατηγικής ήταν κυρίως η σύνδεσή της με τα κοινοτικά χρηματοδοτικά πλαίσια (Καν.815/84, Β’ και Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης), η απουσία διασύνδεσης με τους φορείς υλοποίησης, η αδυναμία υποβολής ολοκληρωμένων προτάσεων από τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας (ΜΨΥ), οι οποίες να υπερβαίνουν τη συντεχνιακή λογική ενίσχυσης της στελέχωσης υφιστάμενων υπηρεσιών, η έλλειψη αποκεντρωμένων υγειονομικών περιφερειών και η απουσία εξειδικευμένων στελεχών στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου ΥΚΑ. Τροχοπέδη, επίσης, στην ισόρροπη υλοποίηση του σχεδιασμού αποτέλεσε η οικτρή κατάσταση των ΨΝ, που αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1999, ο οποίος έπληξε το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.
Εξαιτίας του σεισμού του 1999 μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού, που κατευθυνόταν προς τη δημιουργία νέων δομών, διατέθηκε για την αποκατάσταση του 80% των κτηριακών υποδομών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Εδώ υπάρχει μια αντίφαση. Η Διοίκηση που υπογράφει το κλείσιμο των Ψυχιατρείων κατευθύνει ποσά στην ανακατασκευή κτηρίων, τα οποία πρόκειται να εγκαταλείψει και να μεταφέρει στα Γενικά Νοσοκομεία. Η διοίκηση δηλαδή επιλέγει λύσεις που δεν μπορεί να υπηρετήσει, τις περιγράφει με μεγάλη επάρκεια, κατηγορεί γι’ αυτό ενδεχομένως τον εαυτό της (;!) και μετά προχωρεί σε συμπεράσματα.
Παράλληλα, στο ίδιο χρονικό διάστημα, δημιουργήθηκε ένα Κέντρο Ημέρας για πρόσφυγες ψυχικά ασθενείς, ένα Κέντρο Ημέρας για ψυχικά ασθενείς μουσουλμανικού θρησκεύματος, ένα Κέντρο Ημέρας για ψυχικά ασθενείς και κατασκευάστηκαν έξι νέα Ψυχιατρικά Τμήματα σε νέα κτήρια Γενικών Νοσοκομείων. Σύμφωνα με την εξωτερική αξιολόγηση του προγράμματος «Ψυχαργώς», τα αδύναμα σημεία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος ήταν τα παρακάτω:
Τα πιο πάνω προβλήματα όπως παρουσιάζονται συνιστούν ένα ακόμη «αυτιστικό» κομμάτι περιγραφής, όπου χρησιμοποιούνται υπηρεσίες, διοικητικοί μηχανισμοί, επαρκέστατοι υπάλληλοι, ομάδες έρευνας, ομάδες εργασίας, καταγράφονται τα προβλήματα τα οποία κάνουν μια εσωτερική κυκλοφορία στο υπουργείο, στους γραμματείς, στους αρμόδιους, σε συνεχή ανακύκλωση, χωρίς κανείς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει ώστε να διορθωθεί.
Ποιοί διαμορφώνουν αυτή την εικόνα; Ποιος απαγόρευσε στο Υπουργείο να ορίσει μέχρι τώρα ένα συντονιστικό όργανο; Κανείς δεν απαντά, κανείς δεν γνωρίζει, γιατί κανείς δεν αποφάσισε, απλά έτσι δεν έγινε. Οι αλλαγές που πρότεινε η επιτροπή αξιολόγησης αφορούν στη βελτίωση των παραπάνω σημείων, επικεντρώνονται όμως πέραν της κάλυψης των υπαρχόντων κενών, στη δημιουργία ενός Ενιαίου Φορέα Ψυχικής Υγείας με αποκεντρωμένη διάρθρωση, ο οποίος θα διοικεί και θα συντονίζει την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στη χώρα.
Σύμφωνο SPIDLA
Ως συνέπεια των προβλημάτων υλοποίησης της Β΄ φάσης του Προγράμματος «Ψυχαργώς» και για να διασφαλιστεί η συνεχής χρηματοδότηση των κοινοτικών δράσεων ψυχικής υγείας, συνάφθηκε, από την άνοιξη του 2009, το Σύμφωνο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Κυβέρνησης το γνωστό ως «Σύμφωνο Spidla», που περιελάμβανε συμφωνημένα σημεία στα οποία έπρεπε να υπάρξουν δράσεις από την πλευρά της Ελληνικής Κυβέρνησης, με επικέντρωση στη συνέχιση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης μέσω του προγράμματος ΕΣΠΑ και την ανάγκη αξιολόγησης των μέχρι τότε δράσεων. Τα κύρια σημεία του Συμφώνου είναι τα παρακάτω:
Ως συνέπεια του Συμφώνου, το Υπουργείο Υγείας υποχρεούται να εναρμονίσει τη στρατηγική του με τα σημεία που περιέχονται σε αυτό και να υποβάλει σε τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις για την πρόοδο που σημειώνεται στην υλοποίησή τους.
Στην παρούσα φάση, η επικαιροποίηση του συμφώνου Σπίντλα για τη χρηματοδότηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αναμένεται να υπογραφεί από το υπουργείο Υγείας και τον προϊστάμενο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ). Το αναθεωρημένο σύμφωνο Σπίντλα θα προβλέπει την επαναχρηματοδότηση των φορέων της αποασυλοποίησης των ψυχικώς πασχόντων, καθώς και τους τρόπους εποπτείας και ελέγχου του τρόπου λειτουργίας του συνολικού συστήματος των σχετικών δομών Ψυχικής Υγείας και αποασυλοποίησης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπογραφή του, εκτός των ανωτέρω, είναι ο προσδιορισμός σταθερού ύψος δημοσίας χρηματοδότησης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και της αποασυλοποίησης των ψυχικώς πασχόντων στη χώρα μας, η επιστροφή όλων των αποσπασμένων από το δημόσιο σύστημα Ψυχικής Υγείας ψυχιάτρων, ψυχολόγων και άλλων εργαζομένων σε θέσεις του προγράμματος «Ψυχαργώς», καθώς και η υπογραφή συμβολαίων μεταξύ του υπουργείου Υγείας και των φορέων των δομών αποασυλοποίησης ψυχικώς πασχόντων του προγράμματος.
Παράλληλα η ελληνική πλευρά έχει διαβεβαιώσει τη διαχειριστική αρχή του προγράμματος «Ψυχαργώς» ότι είναι σε θέση να προχωρήσει μέσα στο 2014 στην οριστική αναστολή της λειτουργίας των υφισταμένων ψυχιατρείων της χώρας, αλλά η διαχειριστική αρχή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να καταρτίσουν ένα πιο ρεαλιστικό και αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και της αποασυλοποίησης των ψυχικώς πασχόντων στην Ελλάδα.
Τομεοποίηση – Ψυχιατρικός Τομέας Γενικού Νοσοκομείου
Ο νόμος 2716/99 για την «Ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών ψυχικής υγείας» θεσμοθέτησε την τομεοποίηση των ψυχιατρικών υπηρεσιών (ακρογωνιαίος λίθος του κοινοτικού συστήματος ψυχικής υγείας είναι ο Τομέας Ψυχικής Υγείας – ΤοΨΥ). Οι Υγειονομικές περιφέρειες της χώρας μας διαιρούνται σε ΤοΨΥ με κριτήρια γεωγραφικά και πληθυσμιακά. Ο ΤοΨΥ λειτουργεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας που σκοπό έχουν την πρόληψη, τη διάγνωση, τη θεραπεία, την περίθαλψη, καθώς και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη ενηλίκων, παιδιών και εφήβων με ψυχικές διαταραχές.
Στους ΤοΨΥ εντάσσονται οι Μονάδες Ψυχικής υγείας, οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες στα άτομα με ψυχικές διαταραχές που κατοικούν στην περιοχή αρμοδιότητας του τομέα. Ο Τομέας Ψυχικής Υγείας περιλαμβάνει:
Οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας του ΤοΨΥ θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες στον πληθυσμό και για να καταστεί αυτό δυνατό θα πρέπει οι μονάδες αυτές να λειτουργούν σε δίκτυο που θα παρέχει τις ακόλουθες υπηρεσίες: (α) πρόληψη και πρώιμη παρέμβαση, (β) διαγνωστική εκτίμηση και εκτίμηση αναγκών, (γ) συμβουλευτική και θεραπευτικές παρεμβάσεις, (δ) ημερήσια φροντίδα και ψυχοκοινωνική στήριξη, (ε) υποστήριξη των οικογενειών, (στ) στεγαστικές λύσεις στην κοινότητα, (ζ) επαγγελματική κατάρτιση και αποκατάσταση, (η) ευαισθητοποίηση του πληθυσμού σε θέματα ψυχικής υγείας και καταπολέμησης του στίγματος της ψυχικής ασθένειας και (θ) προαγωγή της ψυχικής υγείας.
Με τον ίδιο νόμο ως υπεύθυνη για τη λειτουργία των Μονάδων του ΤοΨΥ, το συντονισμό του έργου τους, την αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, τον σχεδιασμό και προγραμματισμό νέων μονάδων ορίζεται η Τομεακή Επιτροπή Ψυχικής Υγείας -ΤΕΨΥ.
Σε αντίθεση με τον ιδανικό τρόπο που αναγράφεται το ζήτημα της «τομεοποίησης» των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματικό με υποτυπώδη δικτύωση των εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών με τις μονάδες νοσηλείας και ανεπαρκή οριζόντια επικοινωνία ανάμεσα στις εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες.
Ειδικότερα, είχε επισημανθεί ότι πρέπει να: (α) ενισχυθεί η οριζόντια επικοινωνία μεταξύ των εξωνοσοκομειακών δομών και η δικτύωση των εξωνοσοκομειακών δομών ψυχικής υγείας με τις ψυχιατρικές κλινικές, (β) επανεξεταστούν οι αρμοδιότητες των ΤΕΨΥ, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με ευρείας κλίμακας καθήκοντα συντονιστικού τύπου μεταξύ των υπηρεσιών, χωρίς αποφασιστικό ρόλο, (γ) αναβαθμιστούν οι ΤΕΨΥ από γνωμοδοτικό σε αποφασιστικό όργανο, (δ) συνεδριάζουν οι τομείς ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Ουσιώδες τμήμα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι οι Τομείς των Γενικών Νοσοκομείων, στους οποίους από ιδρύσεως ανατέθηκε η νοσηλεία των ψυχικά πασχόντων με στόχο τη νοσηλεία τους σε ένα νοσοκομείο όπως και κάθε άλλου ασθενή. Η νοσηλεία στους τομείς των Γενικών Νοσοκομείων, πέραν των ιατρικών, ψυχιατρικών και ανθρωπιστικών παραμέτρων, έχει και οικονομικές παραμέτρους. Η βραχεία νοσηλεία και η ταχύτερη επιστροφή στην Κοινότητα είναι δικαίωμα κάθε πάσχοντος. Όμως η σωρεία των ακούσιων νοσηλειών (εισαγγελικών εντολών), περισσότερο από το 50% (50.2-55% κατά μέσο όρο), των συνολικών εισαγωγών, έχουν μετατρέψει τους ΨΤΓΝ σε τόπους όπου κυριαρχούν οι παραβάσεις των δικαιωμάτων των ασθενών και ιδιαίτερα των νέων ασθενών πρώτης νόσησης, οι οποίοι δικαιούνται νοσηλεία που θ’ αυξάνει τις πιθανότητες αποκατάστασης και επιστροφής τους στην κοινότητα και όχι νοσηλεία που θα τους προσβάλει και θα τους περιθωριοποιεί.
Στο δημόσιο, όπως αναφέρεται, υπάρχουν 33 ψυχιατρικά τμήματα Γενικών Νοσοκομείων. Πόσα όμως λειτουργούν με επάρκεια; Κάποια έχουν αναπτυγμένες ψυχιατρικές ομάδες, χωρίς κλίνες και κάποια το αντίθετο.
Ο Ψυχιατρικός Τομέας του Γ.Ν.Ν.Θ.Α., «η Σωτηρία», περιλαμβάνει:
Εδώ θα θέλαμε να κάνουμε ένα σχόλιο για το πώς οι Διοικήσεις των Γενικών Νοσοκομείων αντιλαμβάνονται την ύπαρξη του Ψυχιατρικού Τομέα του Νοσοκομείου τους. Η αντίληψη τους οριοθετείται στο επίπεδο μιας Ψυχιατρικής Κλινικής και πέραν αυτού ουδέν. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα λοιπά όργανα του νοσοκομείου, περιλαμβανομένων των ιατρικών εκπροσωπήσεων.
ΨΥΧΑΡΓΩΣ Γ΄ 2011-2020
Τα προγράμματα «Ψυχαργώς» είναι άψογα στη δομή και αν τα διαβάσετε βρίσκετε εξαιρετικά κεφάλαια όπου τα πάντα είναι καταγεγραμμένα. Παραμένει βέβαια το ερώτημα γιατί δεν εφαρμόζονται. Το σχέδιο δράσης του «Ψυχαργώς Γ΄» διαρθρώνεται σε 3 άξονες:
Με διάρκεια αποστολής 6 μηνών, για την κατάρτιση ενός νέου δεκαετούς προγράμματος για το «Ψυχαργώς» (2011-2020), συγκροτήθηκε «ομάδα εργασίας», με «συμβουλευτικό χαρακτήρα», οι προτάσεις της οποίας αφορούσαν:
Τη σύσταση Ενιαίου Φορέα Ψυχικής Υγείας με τέσσερις διαφορετικές επιλογές:
Τα σχόλια σε αυτό το σχέδιο δράσης επικεντρώνονται:
(α) στην εξίσωση του Κέντρου Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) και του Κέντρου Ημέρας, αφού ένας ΤoΨΥ (Τομέας Ψυχικής Υγείας) μπορεί να έχει ή το ένα ή το άλλο,
(β) στην «κατάργηση των ψυχιατρείων» και τη μεταφορά των ψυχιατρικών κλινικών τους στα γενικά νοσοκομεία είτε ως ψυχιατρικά τμήματα είτε ως «Κέντρα Κρίσης»,
(γ) σε προτάσεις βασισμένες σε λογικές «αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας»,
(δ) στη φιλοξενία ασθενών σε στεγαστικές δομές «απευθείας από την κοινότητα», χωρίς, δηλαδή, προηγούμενη νοσηλεία,
(ε) στον «ηλεκτρονικό φάκελο» για κάθε ασθενή,
(στ) στο κόστος δράσεων: ελέγχεται το οικονομικό κόστος των δράσεων σε συνάρτηση με τους συνολικούς διατιθέμενους πόρους, και στο «σύστημα ψυχικής υγείας» (το οποίο δεν περιγράφεται, ούτε καν αναφέρεται) – μόνο σκόρπιες αναφορές σε «δομές» και «δράσεις» (κατακερματισμένες και αποσπασματικές).
Επίκαιροι προβληματισμοί
Κλείνοντας δεκατέσσερα χρόνια από την ψήφιση του νόμου 2716/1999 «περί εκσυγχρονισμού των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», θα πρέπει κάποια στιγμή να αξιολογήσουμε επακριβώς τα βήματα τα οποία έχουν γίνει στη χώρα μας όσον αφορά στην αποκαλούμενη ψυχιατρική μεταρρύθμιση και να επαναπροσδιορίσουμε τις ενέργειες εκείνες που απαιτούνται ώστε τα σχέδια να μην μείνουν στα χαρτιά και το πρόγραμμα να μην μετατραπεί σε παραμύθι που λίγο έως πολύ θα διηγούμαστε στους νεώτερους, αλλά να γίνει πραγματικότητα, παρά το δεδομένο περιορισμό των πόρων κατά την οικονομική κρίση που διανύουμε.
Το σχέδιο αναθεώρησης του «Ψυχαργώς Γ΄», όπως και τα προηγούμενα σχέδια, ήταν αποτελέσματα επίπονων προσπαθειών, όμως συχνά οι «ασκήσεις επί χάρτου», ως γνωστόν, δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα, γιατί, ενώ μπορεί να είναι θεωρητικά σωστές, στην πράξη δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες. Επιπρόσθετα για να εφαρμοστούν αυτά τα σχέδια απαιτείται συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών, όπως: (α) Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας (ΥΥΠ), (β) Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ), (γ) Δ/ση Ψυχικής Υγείας, (δ) Διοικήσεις Γενικών Νοσοκομείων, (ε) Δ/σεις Ψυχιατρικών Τομέων Γενικών Νοσοκομείων, (στ) Ειδικά Ψυχιατρικά Νοσοκομεία, (ζ) Πανεπιστήμιο, (η) Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, (θ) Ερευνητικό Κέντρο Προαγωγής Υγείας (ΕΚΕΠΥ), ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ που όμως δεν υφίσταται στην πραγματικότητα.
Συγκεκριμένα το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας (ΥΥΠ) είναι ένας εξαιρετικά γραφειοκρατικός και συγκεντρωτικός μηχανισμός, όπου το κάθε τμήμα έχει στεγανά, δεν υπάρχει δηλαδή επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων τμημάτων, μεταξύ των οποίων υπάρχει αλληλοεπικάλυψη που καταλήγει συχνά σε αδιέξοδα γύρω από τη χάραξη πολιτικής. Το υπάρχον προσωπικό του Υπουργείου με τις ταχείες αλλαγές και την έλλειψη εξειδίκευσης δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τα προβλήματα και το όριο της κατανόησης εξαντλείται –πλην των εξειδικευμένων υπαλλήλων– στην αναγνώριση της έννοιας της ψυχιατρικής κλινικής. Η έννοια του Τομέα, της σύνθεσης και της κοινότητας είναι άγνωστη στους περισσότερους.
Οι Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ) είναι σταθμοί μεταστάθμευσης εγγράφων από το Υπουργείο προς τα Νοσοκομεία και από τα Νοσοκομεία προς το Υπουργείο. Αν υπάρχουν εκεί εργαζόμενοι με εμπειρία στα ψυχιατρικά θέματα, κατανοούν τα πράγματα, οι δε υπόλοιποι είναι πνιγμένοι σε τεράστιους όγκους εγγράφων και ασχολούνται με τη διακίνησή τους, αλλά έτσι χάραξη πολιτικής δεν γίνεται.
Η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας είναι μια δομή που κατέχει πολλά, αλλά δεν είναι ξεκαθαρισμένη η ιεραρχία της. Δηλαδή πού αναφέρεται και αυτά που γνωρίζει πού θα τα πει. Επίσης κάθε φορά που θα συνδιοργανώσει κάτι υπάρχει ανταγωνισμός. Είναι η ΥΠΕ ή η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας που το διοργάνωσε; Mε αποτέλεσμα το απόλυτο χάος.
Οι Διοικήσεις των Γενικών Νοσοκομείων έχουν προσανατολιστεί στη σωματική νόσο που έχει τον επείγοντα χαρακτήρα και είναι τελείως ανέτοιμες και ανενημέρωτες σχετικά με τα ζητήματα της ψυχικής υγείας. Η πιθανή δε μεταφορά κλινικών από τα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία στα Γενικά έχει να σκοντάψει σε απίστευτες δυσκολίες με πρώτη και πιο σημαντική αυτήν της πλήρους άγνοιας.
Οι Διευθύνσεις Ψυχιατρικών Τομέων Γενικών Νοσοκομείων είναι κουρασμένες, ασυντόνιστες, με διαφορετικές προοπτικές και στόχους και δεν μπορούν να αποτελέσουν μια συνεκτική ομάδα παρέμβασης που θα κινηθεί γύρω από ενιαίους άξονες, με αποτέλεσμα να λειτουργούν με διαφορετικά πρότυπα και δεν διστάζω να πω ότι η ομάδα Ιατρών και Διευθυντών που εργάζονται στα νοσοκομεία έχουν μερίδιο ευθύνης γι’ αυτήν την κατάσταση.
Τα Ειδικά Ψυχιατρικά Νοσοκομεία αντανακλούν μια συσσώρευση αριθμού γιατρών ειδικευμένων και ειδικευομένων σε μια αντιφατική δομή η οποία αυξάνεται τη στιγμή που καταργείται. Παγιδευμένοι οι εργαζόμενοι εκεί στη μεγάλη φαντασίωση της αποασυλοποίησης, βλέπουν τη μόνη πλευρά της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που αναπτύχθηκε να καταλήγει τελικά κι αυτή σ’ ένα αναποτελεσματικό σχέδιο δράσης και λειτουργίας.
Το Πανεπιστήμιο παραμένει μακριά απ’ όλα αυτά. Δεν ασχολείται και ούτε καν προσεγγίζει το πρόβλημα, γιατί αν το κάνει πρέπει να επικαλυφθεί από ένα μέρος αυτού του προβλήματος. Έχει επιλέξει να παραμείνει μακριά από αυτήν την κρίσιμη μάχη που γίνεται, που δεν θα την πω μάχη για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, αλλά καθημερινή μάχη για τα ζητήματα του ψυχικά πάσχοντος, της υγείας, των ιατρών, των νοσηλευτών κ.ά.
Η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, ενώ έχει εξαιρετικές δυνατότητες και έχει κάνει προσπάθειες να οργανώσει τα πράγματα, μένει στο να διατηρεί μια θέση ισορροπιών. Αντίθετα έπρεπε να κινείται, να επισκέπτεται τα Γενικά Νοσοκομεία, να δει που δουλεύουν αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν αναλάβει το δόρυ της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, κάτω από ποιες συνθήκες εργάζονται, με ποια σύνθεση πληθυσμού και με τι σύνθεση ειδικευμένων και ειδικευομένων και σε τι κτήρια. Αν επισκέπτονταν τις διοικήσεις των Νοσοκομείων και τις ευαισθητοποιούσαν τα πράγματα, θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα, όσον αφορά τουλάχιστον την επίγνωση του προβλήματος.
Το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο (ΕΚΕΠΥ) έχει τεράστιες ευθύνες και όχι μόνο διοικητικές, διότι, παρότι είναι πολύ καλός γνώστης των συνθηκών λειτουργίας των Ψυχιατρικών Τομέων των Γενικών Νοσοκομείων, δεν απαντά στις καθημερινές κραυγές αγωνίας και υποδύεται ότι τα πάντα βαίνουν καλώς. Έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης στην κρατούσα κατάσταση για τις παράνομες και εν πολλοίς επικίνδυνες συνθήκες νοσηλείας που επικρατούν.
Το σύστημα ψυχικής υγείας στη χώρα μας ήταν ανέκαθεν δυσλειτουργικό. Οι επικριτές του το χαρακτηρίζουν και νεοϊδρυματικό, με την έννοια της χωροταξικής μετεγκατάστασης των ασθενών στο πλαίσιο του «Ψυχαργώς» χωρίς την αλλαγή του επιστημονικού παραδείγματος, που αποτελεί μεταφορά της ιδρυματικής λογικής στην κοινότητα, γιατί η αποασυλοποίηση, χωρίς τη συνδυαστική λήψη μέτρων για την κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας, οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις απλώς στη μετεγκατάσταση και όχι στην αποϊδρυματοποίησή τους, με συνέπεια οι ασθενείς να εξακολουθούν να τελούν σε συνθήκες de facto εγκλεισμού και περιθωριοποίησης.
Το ιδρυματικό μοντέλο κυριαρχεί διότι υλοποιήθηκε η μεταρρύθμιση είτε με την εργολαβική εκδοχή της είτε μέσω προγραμμάτων αποσπασματικά, χωρίς σκοπό και στόχους. Αποτέλεσμα ήταν η διασπορά αυτού του ιδρυματικού μοντέλου και στις κοινοτικές δομές, γεγονός που οδήγησε σε άνθηση μέτρων περιορισμού των ελευθεριών των ασθενών που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα της ελληνικής ψυχιατρικής.
Συνέπεια των ως άνω είναι ότι η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση δεν έχει ακόμη εδραιωθεί στην Ελλάδα. Έχει τονιστεί η έλλειψη μιας ιδεολογίας, ενός κινήματος, το οποίο θα επικεντρώνεται στη συνεργασία των εργαζομένων στον τομέα της ψυχικής υγείας μεταξύ τους και με τους πάσχοντες και τις οικογένειες τους. Στην ελληνική ψυχιατρική περίθαλψη εμφανίζονται διαχρονικά ατομικές πρωτοβουλίες, οι οποίες κλήθηκαν να καλύψουν την απουσία μιας σφαιρικής κρατικής αντιμετώπισης των θεσμικών ελλείψεων και προβλημάτων.
Η μέχρι τώρα πορεία της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης αξιολογήθηκε ως «στρεβλή», διότι:
Για να δρομολογηθεί πραγματικά κάποια αλλαγή στον χώρο της ψυχικής υγείας, εκτός από τα χρήματα που χρειάζονται, απαιτούνται: (α) ένα εφαρμόσιμο στρατηγικό σχέδιο για τον χώρο της ψυχικής υγείας, (β) μια διοίκηση που θα μετατρέψει τις νομιμοποιημένες επιλογές σε αγαθά και υπηρεσίες, αλλά που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση και (γ) ο χώρος των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να υιοθετήσει ένα άλλο ψυχιατρικό παράδειγμα, που δεν θα εστιάζει στα συμπτώματα του ασθενή αλλά στις ανάγκες του.
Μια ψυχιατρική των δικαιωμάτων, που θα βοηθά τον άρρωστο να αναλαμβάνει την υπαρξιακή και κοινωνική του ευθύνη. Όμως μια τέτοια ψυχιατρική δεν ευδοκιμεί στο καθεστώς της λιτότητας, της μείωσης των πόρων. Αντίθετα κινδυνεύουν με κατάρρευση και παλινδρόμηση και όσα θετικά έγιναν όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Επίτροπος Andor επισημαίνει τη μεγάλη σημασία που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην «ανάπτυξη στα κράτη-μέλη πολιτικών που αφορούν στην ψυχική υγεία, οι οποίες δίνουν έμφαση στην καλύτερη ποιότητα περίθαλψης στην κοινότητα και εστιάζονται λιγότερο στην περίθαλψη σε ιδρύματα», αλλά διαπιστώνει πως οι σχετικές δράσεις στη χώρα μας δεν προχωρούν ικανοποιητικά, τουλάχιστον όσον αφορά στην απορρόφηση των πόρων, που είναι μόλις 5,18% (στοιχεία 10/2012), και υπενθυμίζει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει από το 2011 η Ελλάδα, με βάση το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Πνευματική Υγεία και Ευημερία SPIDLA, και καταλήγει τονίζοντας ότι «η Επιτροπή παρακολουθεί προσεκτικά την κατάσταση που αναφέρεται στο μέλλον των μονάδων ψυχικής υγείας».
Σε αυτή τη δύσκολη φάση που διανύουμε, όχι μόνο η δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών, που είναι το ζητούμενο στην Ελλάδα, τίθεται, πλέον, υπό αμφισβήτηση, αλλά και οι νέο-ιδρυματικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία κ.ο.κ., με τη δημιουργία των οποίων ταυτίστηκε η ελληνική «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», μπαίνουν σε άμεσο κίνδυνο να κλείσουν (ήδη μερικά έκλεισαν), να συγχωνευθούν κ.ο.κ., για πλείστους λόγους (έλλειψη προσωπικού, περικοπές κ.λπ.).
Η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί μέχρι σήμερα από την εφαρμογή των προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, τόσο στον διεθνή χώρο όσο και στην Ελλάδα, απέδειξε την αναγκαιότητα αφενός της ύπαρξης σταθερής πολιτικής βούλησης και αφετέρου της ισχυρής κρατικής υποστήριξης προκειμένου αυτά να εφαρμοσθούν με σχετική επιτυχία. Στη σημερινή όμως πραγματικότητα της οικονομικής και της συνακόλουθης κοινωνικής κρίσης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης βάλλονται σε όλες τους τις διαστάσεις.

Από την πλευρά μας, ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας, έχουμε ηθική και δεοντολογική υποχρέωση να γίνουμε συνεχιστές του ανθρωπιστικού οράματος ενάντια στις προκαταλήψεις και να υπερβούμε την εσωστρέφειά μας, αποτέλεσμα πολλαπλών ματαιώσεων και συσσωρευμένης απογοήτευσης για το μετέωρο βήμα της αποκαλούμενης «μεταρρύθμισης», γιατί η πρόκληση της παροχής ποιοτικής περίθαλψης και φροντίδας στην σημερινή περίοδο είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ακόμα, πρέπει να δούμε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τους θεσμούς της όχι μόνο ως πηγή χρηματοδότησης, αλλά ως πεδίο προκλήσεων, ανταλλαγών, τεχνογνωσίας.
Είναι σημαντικό επίσης, να μη σκεφτόμαστε μονοδιάστατα το πρόβλημα της δημόσιας ψυχικής υγείας με όρους διεκδίκησης και καταγγελίας του αναξιόπιστου κράτους, αλλά και να προωθούμε νέου τύπου συνέργειες, καινοτομίες, δικτύωση με φορείς και άτομα που δεν ανήκουν μόνο στον κλειστό χώρο της ψυχικής υγείας.
Το πρόβλημα δεν είναι η προστασία της ιδιαιτερότητας της ψυχιατρικής, αλλά η επαναδιαπραγμάτευσή της με άλλους κοινωνικούς συνομιλητές στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Γιωτάκος Ο, Καράμπελας Δ, Καυκάς Α. (2011) Επίπτωση της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία στην Ελλάδα. Ψυχιατρική 22,109-119.
Μαδιανός Μ. (2003). Κλινική Ψυχιατρική, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, σελ.524.
Mavreas, V.G., Beis, A., Mouyias, A., Rigoni, F., Lyketsos, G.C. (1986). Prevalence of psychiatric disorders in Athens: a community study. Social Psychiatry, 21, 172-181.
Mavreas VG. (2010) Socio-economic inequity and mental health. Epidemiological Research for mental disorders, Greece, 2010.
Gustavsson A, Svensson M, Jacobi F et al. (2011).Cost of disorders of the brain in Europe 2010. European Neuropsychopharmacology 21, 718-779.
Serrano-Blanco, A., Palao, D.J., Luciano, J.V., Pinto-Meza, A., Lujan, L., Fernandez, A., et al. Prevalence of mental disorders in primary care: results from the diagnosis and treatment of mental disorders in primary care study (DASMAP). Soc Psychiatry and Psychiatric Epidemiol, 2010; 45, pp. 201-210.
Paul K, & Moser K, (2009) Unemployment impairs mental health: Meta-analyses. J of Vocational Behavior, 74:264-282.
Στυλιανίδης Σ, Παντελίδου Σ, Χόνδρος Π. (2005). Συνοπτική παρουσίαση και αποτελέσματα της έρευνας: Η ψυχική υγεία στο γενικό πληθυσμό: Εικόνες και πραγματικότητες. Τετράδια Ψυχιατρικής 90, 130-133
Στυλιανίδης Σ, Σκαπινάκης Π, Παντελίδου Σ, Χονδρός Π, Αυγουστάκη Α, Ζιακούλης Μ. (2010). Επιπολασμός κοινών ψυχιατρικών διαταραχών σε μια νησιωτική περιοχή. Εκτίμηση αναγκών και σχεδιασμός δράσεων ψυχικής υγείας. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 27, 4, 675-683.
Stuckler D, Basu S, Suhrcke M, Mc Kee M. (2009). The health implications of a financial crisis: a review of the evidence. Ulster Med J, 78, 142-145.
Stuckler D, Basu S, Suhrcke M et al. (2009) The public health effect of economic crisis and alternative policy responses in Europe: an empirical analysis. Lancet 374, 315-323.
Thornicroft, G. Measuring Mental Health Needs (2nd edition). Gaskell, Royal College of Psychiatrist, London, 2001.
Φωτιάδου Α, Πρίφτης Φ, Κυπριανός Σ. (2004). O ρόλος της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην αντιμετώπιση των ατόμων με ψυχική διαταραχή. Εγκέφαλος – Αρχεία Νευρολογίας και Ψυχιατρικής, 2004, 41, 1.
Wittchen HU, Jacobi F, Rehm J, Gustavsson A, et. al. (2011) The size and burden of mental disorders and other disorders of the brain in Europe 2010. Eur Neuropsychopharmacol, 21, 9, 655-79.
World Health Organization (2008): MHGAP: Mental Health Gap Action Programme: scaling up care for mental, neurological and substance use disorders. Geneva, Switzerland: World Health Organization 2008.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.