Jacques Hochmann
Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής
Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λυών (Ι)
και Επίτιμο Μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας των Παρισίων
σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]
Εκφωνήθηκε στην «αποχαιρετιστήρια τελετή» που οργανώθηκε μετά την κηδεία, Λυών 6 Ιουλίου 2011
μετάφραση Θανάσης Καράβατος
Ο Marc Jeannerod ήταν ένας άνθρωπος διακριτικός, σχεδόν κλειστός. Το ’χουν πει πολλοί. Πίσω όμως από αυτή την εντελώς λυωνέζικη επιφυλακτικότητα, όλοι αισθάνονταν τη βαθιά του ευαισθησία. Έτρεφα πάντα γι’ αυτόν μεγάλη αγάπη και εκτίμηση και πιστεύω πως αυτό ήταν αμοιβαίο. Αναφέρονται στον ερευνητή, γι’ αυτό το ερευνητικό πάθος, για την επιθυμία γνώσης και κατανόησης. Ήμουν μάρτυς ο ίδιος, εδώ και μισό αιώνα. Διότι γνώρισα τον Marc αυτή την εποχή στο εργαστήριο του Michel Jouvet σε ένα σύντομο πέρασμά μου από εκεί, ψάχνοντας να διαλέξω ανάμεσα σε μια καριέρα κλινικού ή ερευνητή, μέχρι που διάλεξα την κλινική.
O Marc πήρε τον δρόμο αντίστροφα και διάλεξε την έρευνα, αφού στο μεταξύ είχε επηρεαστεί από τον Marcel Colin, τον κοινό μας δάσκαλο στην ψυχιατρική. Συχνά όμως έλεγε πως αν γινόταν κλινικός, ψυχίατρος θα γινόταν, γι’ αυτό και ποτέ δεν σταμάτησε να ενδιαφέρεται πριν απ’ όλα για τη λειτουργία του ανθρώπινου νου σε όλες της τις διαστάσεις, τις ψυχοπαθολογικές ιδίως. Συγκροτήσαμε έτσι, μαζί με μερικούς φίλους ακόμα, μια ομάδα από εσωτερικούς βοηθούς στη νευρολογία, τη νευροχειρουργική, τη νευροφυσιολογία και την ψυχιατρική για να συζητούμε, σαν νεοφώτιστοι, τις σχέσεις του ψυχισμού και του εγκεφάλου. Με είχε εντυπωσιάσει από τότε η φιλοσοφική παιδεία του Marc και το βάθος της σκέψης του.
Ξαναβρεθήκαμε στην Καλιφόρνια, όπου κάναμε και οι δυο τον μεταδιδακτορικό μας χρόνο. Κάναμε συχνές βόλτες, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά μας, και κρατήσαμε έτσι όμορφες εικόνες από τη δενδροφυτεμένη και ανθισμένη έρημο και τις πλαζ… Ο Marc ήρθε επίσης από το Los Angeles στη La Jolla, όπου βρισκόμουν για να συμμετάσχω σε ένα συνέδριο για «τον άνθρωπο και την επιστήμη». Θα συζητούσαν εκεί επιστήμονες και φιλόσοφοι γύρω από τη δυνατότητα της αναγωγής του ανθρώπου στους επιστημονικούς του προσδιορισμούς.
Ο καθένας μας ακολούθησε στη συνέχεια τον δρόμο του κι η τύχη τα ’φερε έτσι που ειδωθήκαμε ελάχιστα, παρακολουθώντας συνάμα αυτό που ο άλλος γινόταν. Αργότερα, μετά την έκδοση ενός βιβλίου, στο οποίο μου φάνηκε πως ο Marc υποστήριζε βεβιασμένα μια αφομοίωση της ψυχιατρικής στις νευροεπιστήμες που τότε ήταν ανερχόμενες, του έγραψα για να του εκφράσω τον θαυμασμό μου για το βιβλίο του και τις έρευνές του, αλλά και να προσθέσω κάποιες επιφυλάξεις μου. Ο Marc μου απάντησε με το ζωηρό, γλαφυρό και ρέον στυλ που τον ξεχώριζε, κι έτσι αρχίσαμε μια αλληλογραφία που κράτησε δυο τρία χρόνια. Ξαναπιάναμε έτσι τους παλιούς προβληματισμούς της νιότης μας, εμπλουτισμένους τώρα με τις προόδους των νευροεπιστημών που τον αφορούσαν και, από την πλευρά μου, με την ψυχαναλυτική εμπειρία. Αν και δεν την είχα ακόμη και ήμουν κριτικός σε ορισμένες εξελίξεις της αναλυτικής θεωρίας, ο Marc, που γνώριζε καλά το έργο του Freud και εκτιμούσε τουλάχιστον το σκεπτικό του, έδειχνε πως μπορούσε να αποφεύγει τις προκαταλήψεις σε έναν τομέα που του ήταν ξένος. Στο πέρας αυτών των ανταλλαγών, που μας θύμιζε τα σκαλοπάτια του Chambord, όπου οι άνθρωποι βλέπονται, συνομιλούν αλλά δεν συναντιόνται, αποφασίσαμε να γράψουμε ένα βιβλίο για τις εκδόσεις της Odile Jacob. Η προώθηση του βιβλίου αυτού μας έφερε να ταξιδεύουμε στη χώρα και να συζητούμε μεταξύ μας μπροστά σε κοινό. Προέκυψε έτσι σειρά ολόκληρη γόνιμων συζητήσεων και μέσω του mail. Από τότε κρατάει και η συνήθεια μου να υποβάλλω στον Marc τα γραπτά μου, όταν σκεφτόμουν πως το θέμα θα τον ενδιέφερε. Το ίδιο έκανε κι αυτός με μένα κι είναι σκληρό που θα μου λείπει πλέον αυτή η πολύτιμη συνεργασία.
Μου έμαθε πολλά ο Marc. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω και το αντίστροφο, αν δηλαδή του πρόσφερα κάτι που ν’ αξίζει γι’ αυτόν. Το ελπίζω, γιατί ήταν περίεργος για τα πάντα και μπορούσε να εκτιμήσει, κάποτε με μια ελαφρά ειρωνεία, τις ψυχαναλυτικές επεξεργασίες.
Η φιλοσοφική του παιδεία με εντυπωσίαζε. Είχε αρχίσει με τη φαινομενολογία, ιδίως με το έργο του Merleau Ponty, την εποχή που εργαζόταν κοντά στον δάσκαλό του, τον Hecaen, που τόσο συνέβαλε στην εκπαίδευσή του. Αργότερα, με τον Pierre Jacob, ανοίχτηκε στην αγγλοσαξωνική φιλοσοφία του νου. Του οφείλω όμως την ανακάλυψη ενός γάλλου φιλοσόφου των αρχών του 19ου αιώνα, που αδίκως αγνοείται σήμερα, του Maine de Biran. Σ’ αυτόν τον φιλόσοφο της προσπάθειας και του αγώνα, βρήκε τον πρόδρομο αυτού που ο ίδιος επεξεργάστηκε ως «φυσιολογία της βούλησης». Ίσως να ανακάλυπτε σε αυτόν και κάποια πράγματα που είχε βιώσει ως παιδί με το σωματικό του πρόβλημα στο πόδι. Κι ακόμα, μαζί με την προσκόλλησή του στην χριστιανική του εκπαίδευση, να ανακάλυπτε εκεί τη μεγάλη ανεκτικότητα και το άνοιγμα στον κόσμο. Με την ευκαιρία ενός ταξιδιού, μαζί με τις γυναίκες μας, στο Bergerac για κάποιο συνέδριο, ψάξαμε να βρούμε την κατοικία του Maine de Biran, που περιέγραφε επί μακρόν στο ημερολόγιό του, που κι οι δυο μας διαβάζαμε με μεγάλη προσήλωση. Μόνο πολύ αργότερα ανακαλύψαμε μαζί με τη γυναίκα μου τον μικρό του πύργο. Σκεφτήκαμε μάλιστα να έρθουμε σε επαφή με τον ιδιοκτήτη του, για να οργανώσουμε εκεί με τον Marc ένα πιθανό συνέδριο.
Δεν το θέλησε η τραγική μοίρα. Γνωρίζω ότι ο Marc είχε αρχίσει να αλληλογραφεί τον τελευταίο καιρό με έναν θεολόγο, ελπίζοντας να βγει κάποιο βιβλίο. Αναρωτιέμαι αν ανακάλυπτε εκ νέου ένα παλιό σχέδιο, για το οποίο μου είχε μιλήσει, με σκοπό να συλλογιστούμε πάνω στις αξίες ως όρια στην επιστημονική έρευνα.
Στωικός απέναντι στον πόνο, απόλυτα συνειδητός για την αμείλικτη παρακμή του σώματος, με πλήρη όμως διαύγεια και διαρκές το ενδιαφέρον του για τα θέματα του νου, έλεγε με οξυδέρκεια: «Δεν θα ’χω τον χρόνο».
Ο χρόνος, αυτή η στόφα με την οποία είμαστε όλοι φτιαγμένοι, σχίστηκε, πράγματι, γι’ αυτόν, αφήνοντας πίσω του μια επώδυνη σιγή.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.