Θανάσης Τζαβάρας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής και Νευροεπιστημών
στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας
σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]
Νευροψυχανάλυση: Αντίσταση ή νέο παράδειγμα;
Ο Φρόυντ, νευροφυσιολόγος και τέκνο του Διαφωτισμού, επέλεξε στο τέλος του 19ου αιώνα να διαμορφώσει μια καινούργια θεωρία για τον ψυχισμό, παρακάμπτοντας τον καρτεσιανό δυϊσμό, ακολουθώντας το πειραματικό μοντέλο της φυσικοχημείας. Στο παράδειγμα αυτό η μόνη αντικειμενική (επιστημονική) ύπαρξη ήταν η res extensa του Καρτέσιου, ενώ η res cogitans παρέμενε άθικτη και αλώβητη, καθότι δεν μπορούσανε να τη μελετήσουν εμπειρικά και να δομήσουν αντικειμενικές αποδείξεις για την ύπαρξη και τη λειτουργία της. Ο Φρόυντ μαζί με άλλους επιστήμονες της αναδυομένης ψυχολογίας (όπως η σχολή του Wundt) έδειξαν εκόντες άκοντες ότι η αντίθεση μεταξύ res extensa και res cogitans ήταν πλασματική, γιατί η πειραματική ή και κλινική προσέγγιση του ψυχισμού μπορούσε να δείξει, με μοναδικό βέβαιο τρόπο, τα ενικά φαινόμενα της ψυχολογίας. Παράλληλα, επηρεασμένος για ιδεολογικούς λόγους από τα ως άνω, ο Φρόυντ εξέφρασε μια πλήρη απέχθεια προς τον φιλοσοφικό λογισμό, την οποία του ανταπέδιδαν με ίσο τρόπο οι φιλόσοφοι της εποχής του. Ταυτόχρονα η φιλοσοφική άποψη περί υλιστικού μονισμού οδήγησε στα αδιέξοδα του μπηχαβιορισμού και έτσι, παρ’ όλη τη μεγάλη πρόοδο που έγινε κυρίως μετά τον πόλεμο στις νευροεπιστήμες, τα σύγχρονα εργαλεία αυτών των επιστημών βρισκόντουσαν σε συνεχή αδυναμία να περιγράψουν με ένα ολοκληρωμένο τρόπο τα φαινόμενα της συμπεριφοράς. Ως αντίδραση σε αυτή την κατάσταση έχει προκύψει η πρόταση της Νευροψυχανάλυσης. Ακολουθώντας το μοντέλο του dual aspect monism επιχειρεί να γεφυρώσει τα χάσματα της κατανόησης του ψυχισμού. Το εάν είναι αντίσταση απέναντι στις προόδους της ψυχανάλυσης ή είναι ένα καινούργιο παράδειγμα, είναι το αντικείμενο αυτής της εισήγησης.
Νευροψυχανάλυση: Αντίσταση ή νέο παράδειγμα 2;
Η Νευροψυχανάλυση είναι ένα πρόσφατο (των τελευταίων 30 χρόνων) διώνυμο ή ένα label, με το οποίο επιχειρείται να καθοριστεί ένας οιονεί καινούργιος δρόμος μετεξέλιξης στις ποικίλες σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις και σχολές, ο οποίος τονίζει κατά κύριο λόγο ότι το καινούργιο στην ψυχανάλυση θα προέλθει από την συνάντηση και πάλι του ψυχαναλυτικώς σκέπτεσθαι με τα αποτελέσματα των σύγχρονων Νευροεπιστημών. Όπως είναι τοις πάσι γνωστό, ο γιατρός Φρόυντ με σπουδές στα μέσα του 19ου αιώνα στη Βιέννη επέλεξε –και για λόγους προσωπικούς του, αλλά και για λόγους κοινωνικής αδυναμίας και πίεσης– να ασχοληθεί, κατά κύριο λόγο, με νευροφυσιολογικά ζητήματα της εποχής του. Έτσι, αποκτώντας την «ειδικότητα» της Νευρολογίας, ασχολήθηκε με διάφορα πειραματικά ζητήματα και συνέγραψε ένα προψυχαναλυτικό, σημαντικό για την εποχή μας και εκείνη την εποχή, βιβλίο σχετικά με την Αφασία.
Ανήκει και αυτός στα τέκνα του Διαφωτισμού, που καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μεταξύ άλλων, επεχείρησαν να διεκπεραιώσουν τα ζητήματα που έθετε ο καρτεσιανός δυϊσμός. Πολύ σχηματικά λεγμένο, ο Φρόυντ μαζί με άλλους επιστήμονες της αναδυόμενης ψυχολογίας (όπως πχ. η σχολή του Wundt) έδειξαν για πρώτη φορά, εκόντες άκοντες, ότι η αντίθεση μεταξύ res extensa και res cogitans ήταν πλασματική, γιατί η πειραματική ή και κλινική προσέγγιση του ψυχισμού μπορούσε να δείξει, με μοναδικό βέβαια τρόπο, τα ενικά φαινόμενα της ψυχολογίας και κατά συνέπεια να τα καταστήσει μετρητά και άρα πειραματικά μελετήσιμα.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι όλοι αυτοί οι επιστήμονες, βρέθηκαν μπροστά σε μια επιστημολογική σύγκρουση. Από τη μια μεριά, λοιπόν, μελετούσαν την ενικότητα και μοναδικότητα των ανθρωπίνων υποκειμένων και από την άλλη μεριά αρδεύονταν από τη μεθοδολογία των κραταιών φυσικοχημικών επιστημών με τις σχετικές ιδιοτυπίες τους. Να τονιστεί επίσης, ότι μέσα σε αυτόν τον 19ο αιώνα, με τα κρατούντα φυσικοχημικά μοντέλα, επικράτησε τελικά η επιστημολογική επιλογή του αναγωγικού υλισμού, έστω και αν πολλές φορές η στοιχειώδης αναγωγή από το απλό στο πολύπλοκο έδωσε αφελή αποτελέσματα και οδήγησε σε καταστροφικά συμπεράσματα.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί το σημαντικό θέμα του κατά πόσον οι επιστήμονες έχουν ή πρέπει να έχουν φιλοσοφική μόρφωση και να διαμορφώνουν φιλοσοφικές υποθέσεις. Όσο μιλάμε για το τέλος του 19ου αιώνα και για την περίοδο του 20ου, μέχρι περίπου τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι όποιοι «θετικοί» επιστήμονες διέθεταν μεν κλασική παιδεία με τους βασικούς φιλοσοφικούς προβληματισμούς –με αναφορές σε αρχαίους Έλληνες, Λατίνους, Αναγεννησιακούς φιλοσόφους – δεν είχαν δε μια συστηματική φιλοσοφική εκπαίδευση και πρακτική, σε σημείο που στον γενικό επιστημονικό χώρο, των σκληρών επιστημών κυρίως αλλά και των άλλων, να υπάρχει στην πραγματικότητα ένας αμοιβαίος αποκλεισμός μεταξύ του επιστημονικώς πράττειν και του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι.
Στην ίδια αυτή κατηγορία ανήκει φυσικά και ο Φρόυντ. Παρ’ όλη την κλασική του παιδεία –διάβαζε αρχαία ελληνικά και λατινικά και ήταν ενήμερος για τις φιλοσοφικές θέσεις όλων των μειζόνων συγγραφέων, Γερμανών, Γάλλων και Εγγλέζων – καμωνόταν πως για να μπορέσει να φτιάξει την ψυχολογική του θεωρία, θα πρέπει να είναι απαλλαγμένος από πάσα φιλοσοφική επιρροή και να φτιάξει την πρώτη επιστημονική ψυχολογία, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι μια φυσική επιστήμη. Στη διαμόρφωση της θεωρίας του περιέγραψε, το 1922, τρεις διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς στόχους: 1) τη διερεύνηση των νοητικών υπόρρητων διεργασιών, 2) τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών και 3) μια καινούργια σύλληψη της ψυχικής λειτουργίας του ανθρώπου. Αυτό δηλαδή που τελικά κατάφερε είναι να προσφέρει στον δυτικό άνθρωπο την ιστορικά πρώτη ολοκληρωμένη θεωρία της ψυχολογίας.
Σε αυτό το σημείο καταγράφεται μια δυνάμει ατιμία του ιδίου του ιδρυτή της Ψυχανάλυσης. Στην πραγματικότητα, παρ’ όλη την αντίθετη προς τούτο δήλωσή του, ο Φρόυντ είχε στενές σχέσεις νοημάτων και ιδεών εξίσου με τον Καντ, αλλά κυρίως με τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε. Ένα επεισόδιο στη ζωή του Φρόυντ είναι χαρακτηριστικό: Από την αρχή του 19ου αιώνα οι φοιτητές της ιατρικής της Βιέννης είχαν την υποχρέωση να παρακολουθούν μαθήματα φιλοσοφίας τρεις ώρες την εβδομάδα και τούτο για τρία χρόνια. Η υποχρέωση αυτή καταργήθηκε με τον εκμοντερνισμό του προγράμματος σπουδών το 1873, δηλαδή, κατά σύμπτωση, τη χρονιά που ο Φρόϋντ γράφτηκε στην ιατρική σχολή. Κατά ενδιαφέρουσα, όμως, επιλογή του φοιτητή Ζίγκμουντ, ο νεαρός παρακολουθούσε εθελοντικά και επί χρόνια τα σεμινάρια και τις ομάδες εργασίας του φιλοσόφου και ψυχολόγου, καθηγητή Brentano. Να λοιπόν που βρισκόμαστε σε μια τυπική περίπτωση ψυχαναλυτικής απάρνησης…
Επιπλέον, οι μελετητές της αλληλογραφίας του Φρόυντ με το alter ego του, της πρώτης εποχής εκείνης, τον ιατρό Fliess, από καιρό έχουν αποκωδικοποιήσει τη ρητή έλξη του Φρόυντ από τη φιλοσοφική εικοτολογία. Αυτή την έλξη, ο Φρόυντ τελικά την απώθησε προσπαθώντας να δομήσει μια επιστήμη της Φύσης και της Παρατήρησης, αλλά σχετικά σύντομα εκών άκων, όπως άλλωστε κατ’ ανάγκη όλοι οι περί τον άνθρωπο τυρβάζοντες, ενεγράφη και χρησιμοποίησε τις μεθόδους και τη λογική των επιστημών της εικασίας.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει μια ιστορική επανόρθωση. Ο Φρόυντ δεν εγκατέλειψε ή απαρνήθηκε το Σχεδίασμα για μια Επιστημονική Ψυχολογία, όπως πολλοί –κυρίως της κίνησης της Νευροψυχανάλυσης– ισχυρίζονται. Στην πραγματικότητα, με τον φίλο του τον Fleiss είχαν συμφωνήσει να μοιράσουν τις αρμοδιότητες για μια τελική θεωρία περί ανθρωπίνου ψυχισμού, ο Fleiss ασχολούμενος με τα οργανικά-νευροφυσιολογικά στοιχεία και ο Φρόυντ με τα κλινικο-ανθρωπολογικά. Το γεγονός ότι η σχέση μεταξύ των δύο ανδρών σταμάτησε και το Σχεδίασμα παρέμεινε αδημοσίευτο, για να ανακαλυφθεί χρόνια μετά στα αρχεία του Fleiss, οφείλεται σε μια μάλλον μετεξέλιξη και αποστασιοποίηση του Φρόυντ ως προς το νευροφυσιολογικό μοντέλο, παρά σε μια άρνησή του για ότι είχε λεχθεί και προγραμματιστεί.
Θα πρέπει να τονιστεί, επίσης, ότι σε αυτή την προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο, υπήρξε δυνητικά και ένα πρόβλημα ιστορίας των ιδεών. Σε αυτή λοιπόν την αρχή του 20ου αιώνα, δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη η γνωσιοθεωρία, η Erkenntnistheorie, και η έννοια της φιλοσοφίας της επιστήμης και ακόμη περισσότερο η έννοια της επιστημολογίας αναπτύχθηκε και λειτούργησε, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε ως επιστημολογία αγγλοσαξονικού τύπου, δηλαδή ως θεωρία της γνώσης, είτε ως επιστημολογία του γαλλικού τύπου, φιλοσοφία και ιστορία της γνώσης. Λίγο πιο απλά λεγμένο το πράγμα, ενώ μέχρι περίπου την αρχή του 20ου αιώνα ήταν η φιλοσοφία που έδινε το status στην επιστήμη, στη συνέχεια η επιστήμη έγινε ανεξάρτητο φιλοσοφικό αντικείμενο μελέτης και στοχασμού.
Αυτή η τελευταία παρατήρηση απαιτεί μια διευκρίνιση. Χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα – εννοούμε στη δεκαετία του 1960 και μετά–, το ζήτημα της φιλοσοφίας της επιστήμης και των επιστημών, μπόρεσε να τεθεί με καινούργιους όρους. Εμείς εδώ θα χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της σκέψης του γάλλου φιλοσόφου Louis Althusser, ο οποίος, σε μια σειρά από σεμινάρια με τους συνεργάτες του στα μέσα της δεκαετίας του ’60, έθεσε με καινούργιους όρους τη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης (Louis Althusser, Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists). Πολύ περιληπτικά, πρόκειται για την πρόταση οργάνωσης σειράς μαθημάτων με τίτλο «Μαθήματα εισαγωγής στη φιλοσοφία για επιστήμονες», που οργανώθηκαν λοιπόν από το 1967-1968 στην École Normale Supérieure στο Παρίσι. Πολύ σχηματικά, η θέση του Althusser και των μαθητών του έχει δύο εκδοχές, η μία είναι ότι οι επιστήμονες στερούνται επαρκούς φιλοσοφικής εκπαίδευσης και τα εισαγωγικά τους μαθήματα θα τους επέτρεπαν να είναι σαφέστεροι στις επιλογές, κυρίως στα συμπεράσματά τους, και η δεύτερη είναι ότι έτσι κι αλλιώς πας σοβαρός επιστήμων «σκληρής» ή «μαλακής» επιστήμης έχει ή και δημιουργεί μια δική του φιλοσοφική άποψη.
Η κατάσταση αυτή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα για τον λόγο ότι στις Νευροεπιστήμες, που μας απασχολούν εδώ, αλλά και συχνά στην Ψυχανάλυση, μια υπόρρητη φιλοσοφική παραδοχή είναι ο δυϊσμός, π.χ. κατά Καρτέσιο, όπως τον αναφέραμε πιο πάνω, και επιπλέον υπάρχουν επιφανειακές και επιπόλαιες, αλλά λειτουργικές επιστημολογικές επιλογές που δίνουν δημοσιεύσιμα αποτελέσματα και κατά συνέπεια έλκουν χρηματοδότηση, ενώ από την άλλη μεριά υπάρχει μια προσκόλληση στο δυϊστικό μοντέλο. Λεγμένο και λίγο διαφορετικά, ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που υπάρχουν γενικά στη βιολογία και ιδιαίτερα στις Νευροεπιστήμες είναι η ανάγκη για μια συστηματική προσχώρηση και λειτουργική χρησιμοποίηση αυτού που ονομάζεται dual aspect monism (Chalmers). [Κάτι για το οποίο ο τρέχων επιστήμονας δεν είναι προετοιμασμένος.]
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πάντως, άρχισε μια αλληλοδιείσδυση του φιλοσοφικού προβληματισμού με το ψυχαναλυτικό σκέπτεσθαι. Κατ’ αρχήν, είναι οι μαρξιστές φιλόσοφοι που ασχολήθηκαν με το επιστημολογικό status της Ψυχανάλυσης και προβάλανε διάφορες κριτικές ή εποικοδομητικές προτάσεις, π.χ. ο Politzer και ο Marcuse. Στη συνέχεια, οι φαινομενολόγοι Sartre και Merleau-Ponty, οι ερμηνευτές, όπως ο Ricoeur, και φυσικά όλο το αναλυτικό λόμπι, με αρχηγό τον Wittgenstein. Οι φιλόσοφοι της επιστήμης, με κύριους αντιπρόσωπους τον Popper και τον Grunbaum, δώσανε σοβαρές αναλύσεις περί επιστημονικότητας της Ψυχανάλυσης, θέτοντας τον εαυτό τους στην υπηρεσία μιας επιστημονοφανούς αντιψυχαναλυτικής κίνησης.
Στον τίτλο αυτής της εισαγωγικής παρέμβασης αναρωτηθήκαμε κατά πόσο η Νευροψυχανάλυση είναι ένα καινούργιο παράδειγμα ή μια κλασική αντίσταση στις βασικές θεμελιακές αρχές της Ψυχανάλυσης και κυρίως στις αρχές περί Ασυνειδήτου, που θεμελίωσε ο Φρόυντ. Πάσα κριτική ή πάσα καινούργια σύνθεση καλείται, σύμφωνα με την επιστημολογία που ακολουθούμε, να καθορίζει για ποια ψυχανάλυση μιλάμε, ποια ιστορική στιγμή και σε τι πολιτιστικό περίγυρο. Αυτή η απαίτηση επιτρέπει να μην έχουμε παγιωμένες θέσεις σχετικά με το κατά πόσον μια καινούργια πρόταση είναι αντίσταση ή ένα καινούργιο παράδειγμα στο πεδίο του ψυχαναλυτικού προβληματισμού, αλλά επιτρέπει να προσεγγίζουμε με το δυνατόν πιο σεμνό τρόπο τα δεδομένα τα οποία διαθέτουμε.
Με κάποια παραδείγματα θα κλείσουμε αυτή την εισήγηση, προτού δώσουμε στους συναδέλφους μας τον λόγο για να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους:
α) Ο γνωστός Βρετανός ψυχαναλυτής, W. Clifford M. Scott, δημοσιεύει στο International Journal of Psychoanalysis (1948, Vol. XXIX, Part 3, pp. 141-155) μια πολύ σοβαρή προσπάθεια σύνθεσης των καινούργιων εμβρυολογικών, νευρολογικών, ψυχιατρικών και ψυχαναλυτικών δεδομένων για τον ορισμό της εικόνας του σώματος, που δείχνει μια σαφή τάση σύνθεσης των καινούργιων δεδομένων από ποικιλία πηγών, που θα ευχαριστούσε πάρα πολύ τους πρωταγωνιστές της σύγχρονης Νευροψυχανάλυσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, εάν και κατά πόσο θα είχε κάνει άλλη σύνθεση, εάν είχε γράψει το κείμενο αυτό μόλις πέντε χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε το Project for a Scientific Psychology, το 1950 στα γερμανικά και τα αγγλικά. Σημαίνει με απλό υπολογισμό ότι η εξέλιξη της σκέψης των ψυχαναλυτών, ανάλογα βέβαια με την εκπαίδευσή τους, δεν περίμενε την αποκάλυψη του Σχεδιάσματος για να επιχειρεί καινούργιες συνθέσεις. Μάλλον εισηγητές της Νευροψυχανάλυσης, όπως ο Solms, θα πρέπει να αναζητήσουν εννοιολογικά και επιστημολογικά τη μετεξέλιξη στις διάφορες περιοχές της δυτικής επιστήμης των χώρων της Νευρολογίας, της Ψυχιατρικής, της Νευροψυχιατρικής και της Πειραματικής Ψυχολογίας, παρά να χρεώνουν στον Φρόυντ και τους ψυχαναλυτές της πρώτης γενιάς φιλοσοφικο-ανθρωπιστικές παρεκκλίσεις. [Το θέμα των απαραίτητων προϋποθέσεων για να μπορέσει ένας υποψήφιος να γίνει δεκτός σε μία ψυχαναλυτική διαμόρφωση ταλαιπώρησε το διεθνές ψυχαναλυτικό κίνημα τις δεκαετίες 1920 και 1930, η δε θέση του ιδίου του Φρόυντ υπήρξε σαφής – στο δοκίμιο On lay analysis–, η δε αντιπαράθεσή του με τους Άγγλο-σάξονες κυρίως ψυχαναλυτές υπήρξε ριζική.]
β) Ένας χώρος στον οποίο, κατά τη γνώση μας, δεν έχει γίνει μια επαρκής και λεπτομερής επιστημονική μελέτη είναι ο χώρος της δράσης placebo, κατά την υλοποίηση πάσας θεραπευτικής προσπάθειας. Έτσι ώστε, θα πρέπει κάποτε να πάψουν ψυχαναλυτές και μη, να μυρικάζουν τη δήθεν μη αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής θεραπείας σε σύγκριση με άλλες βιολογικές ή ψυχοθεραπευτικές προτάσεις. Η σχετικά πρόσφατη και ήρεμη εκτίμηση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συνεπειών ποικίλων θεραπειών επιτρέπει να μετακινηθεί η κρατούσα αρνητική άποψη για την αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής θεραπείας (S. De Maat et al. (2009). Harvard Rev. Psychiatry, 17, 1, pp. 1-23).
γ) Last but not least, νευροεπιστήμονες και ψυχαναλυτές θα χρειαστεί να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να ενσωματώσουμε νέα εμπειρικά [και θεωρητικά] δεδομένα, με κύριο παράδειγμα τη νεοπαγή απόδειξη ύπαρξης πλαστικότητας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ακόμη και στην ενήλικο ζωή.
Αν πράγματι μπορέσουμε με αυτό ή με άλλα παραδείγματα να μετακινηθούμε ως προς τα αρχικά μας δεδομένα, και κυρίως τον αφελή και μονήρη υλιστικό αναγωγισμό μας, τότε η Νευροψυχανάλυση θα είναι πράγματι ένα νέο παράδειγμα και ποσώς μια κλασική αντίσταση στις ιδέες της φροϋδικής ψυχανάλυσης.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.