Στέφανος Παρασκευαΐδης
Φιλόλογος – Ιστορικός
σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]
Ελισάβετ Κούκη: εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2012, σελ. 373
Ένα νέο σημαντικό βιβλίο ήλθε πολύ πρόσφατα να εμπλουτίσει την ελληνική βιβλιογραφία για την μεταβατική περίοδο των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων. Πρόκειται για τη νέα σχολιασμένη έκδοση και μετάφραση στη νεοελληνική των Ιερών Λόγων του Αίλιου Αριστείδη, την οποία εκπόνησε με μεγάλο κόπο και φροντίδα η κλινική ψυχολόγος και ψυχαναλύτρια Ελισάβετ Κούκη. Άλλωστε, με αυτή την ιδιότητα υπήρξε προνομιακή αναγνώστρια των Ιερών Λόγων, δηλαδή της καταγραφής και αφήγησης μιας μακράς σειράς ονείρων ενός συγγραφέα με ιδιόμορφη ψυχοσύνθεση, που έχει συγκεντρώσει κατά το παρελθόν το ενδιαφέρον (αλλά και τα πυρά) πολλών μελετητών. Το ενδιαφέρον της Ε. Κούκη για τον Αίλιο Αριστείδη κρατάει από παλιά, από το τέλος των σπουδών της στην αρχαιολογία. Έκτοτε, όμως, επέστρεφε σε αυτόν τακτικά στις διάφορες μελέτες της για την ερμηνεία και τη θεραπευτική λειτουργία του ονείρου στην αρχαιότητα. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το επιστέγασμα της ενασχόλησής της με τον Αριστείδη, στο οποίο παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα του συγγραφέα και του έργου του, συνοψίζοντας τη νεότερη έρευνα γύρω από αυτόν.
Ο Αίλιος Αριστείδης (περίπου 117 – 185 μ.Χ.) ανήκει στις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας της ρωμαϊκής περιόδου, που συγκέντρωσε ίσως τους περισσότερους αρνητικούς χαρακτηρισμούς, κυρίως από τη νεότερη έρευνα. Ήδη από τον 18ο κιόλας αιώνα είχε χαρακτηριστεί ως υποχόνδριος, υστερικός, νευρασθενής, μεγαλομανής, επιτήδειος υποκριτής, φρενοβλαβής βλάκας κ.λπ. Η παγίωση μιας τέτοιας εικόνας έκανε έναν από τους σπουδαιότερους μελετητές του Αριστείδη, τον Boulanger, να απολογηθεί για την απόφασή του να αφιερώσει σε αυτόν μια εκτενή μελέτη.1 Εκείνο που δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν είναι η αξία του Αριστείδη ως ρήτορα.
Υπήρξε γιος ενός πλούσιου κτηματία από τη Μυσία της Μικράς Ασίας και ιερέα στο ιερό του Ολυμπίου Διός στην αγροτική περιοχή του Ολύμπου, μεταξύ βόρειας Μυσίας και Βιθυνίας. Έλαβε την καλύτερη δυνατή μόρφωση από τον Αλέξανδρο, διάσημο γραμματικό και κλασικό αττικιστή, που αργότερα δίδαξε και τον Μάρκο Αυρήλιο. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του ακούγοντας ομιλίες των μεγαλύτερων ρητόρων της εποχής, όπως του Πολέμωνα και του Ηρώδη του Αττικού. Σε ηλικία είκοσι ετών ήταν ήδη ένας λαμπρός ομιλητής.
Ο Αίλιος Αριστείδης ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων που το έργο του (πενήντα τρεις λόγοι) έφτασε σχεδόν ακέραιο ως τις μέρες μας. Μαζί με τον Ηρώδη τον Αττικό και τον Πολέμωνα ήταν από τους επιφανέστερους ρήτορες της Δεύτερης Σοφιστικής, ένας από τους 5 επίσημους ρήτορες της Σμύρνης που απολάμβανε ατέλεια. Ως εκπρόσωπος της πόλης απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και πέτυχε την ανοικοδόμησή της μετά τον μεγάλο σεισμό του 178 μ.Χ. Υπήρξε άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας και οι λόγοι του αποτελούν σήμερα το καλύτερο δείγμα που διαθέτουμε, όντας πολύτιμη μαρτυρία για τη ρητορική της Δεύτερης Σοφιστικής.
Στην εισαγωγή του βιβλίου της η Ε. Κούκη παρουσιάζει ευσύνοπτα την αντιμετώπιση που είχε το έργο του Αριστείδη από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Η ρητορική του δεινότητα αναγνωρίστηκε αμέσως από μεταγενέστερους συγγραφείς, εθνικούς και χριστιανούς, όπως ο Ευνάπιος, ο Λιβάνιος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Μ. Βασίλειος και τα έργα του αποτέλεσαν μέρος της παιδείας των βυζαντινών χρόνων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διατήρησή τους μέχρι σήμερα.2
Οι περισσότερες επιθέσεις στο πρόσωπό του βασίζονται όχι τόσο στους ρητορικούς του λόγους όσο στους Ιερούς Λόγους, ένα έργο με πολλές ιδιομορφίες, ο ιδιότυπος χαρακτήρας των οποίων ξεδιπλώνεται από τη συγγραφέα στην εισαγωγή του βιβλίου. Το πρώτο πρόβλημα σχετίζεται με το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει, που δεν είναι άλλο από ένα νέο λογοτεχνικό είδος, την αυτοβιογραφία· μια αυτοβιογραφία όμως με πολλές ιδιαιτερότητες.
Ο τίτλος του έργου υποδηλώνει ότι είναι προϊόν αποκαλύψεων κάποιας θεότητας σε κάποιον εκλεκτό πιστό. Πράγματι ο Αριστείδης εμφανίζεται ως ο εκλεκτός του Ασκληπιού και στόχος του, σε πρώτο επίπεδο, είναι να αποκαλύψει τη δύναμη του θεού και να τον εγκωμιάσει. Όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο, όπως εύστοχα παρατηρεί η συγγραφέας, στόχος του είναι μέσα από αυτό το εγκώμιο να μιλήσει για τον εαυτό του. Οι Ιεροί Λόγοι –ένα «κείμενο μεταξύ βιωμένης εμπειρίας και λογοτεχνίας»– «μετέχουν του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος και του προσωπικού ημερολογίου».3
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για ημερολόγιο νυκτός, ένα νυκτολόγιο όπως το αποκαλεί ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, αφού σημαντικό του μέρος καταγράφει λεπτομερώς τα όνειρα του συγγραφέα.4 Από την άποψη αυτή θα του ταίριαζε και ο χαρακτηρισμός ονειροβιογραφία διότι περιέχει περί τα 130 όνειρα, που δεν αφορούν μόνο τα πάθη του σώματος. Διαφέρει βέβαια από ονειροκριτικά έργα, όπως η συλλογή του Αρτεμίδωρου, και εντάσσεται στην κατηγορία εκείνων των προσωπικών ονείρων των πιστών που προσέφευγαν στον Ασκληπιό αναζητώντας τη θεραπεία τους. Οι Ιεροί Λόγοι αποτελούν την εκτενέστερη καταγραφή θεραπευτικών ονείρων, ανήκουν δηλαδή σε κατηγορία ανάλογη με τα Ιάματα της Επιδαύρου. Ενώ όμως εκείνα καταγράφουν τα όνειρα των ασθενών φιλτραρισμένα από τη σκοπιά των θεραπόντων του ναού, το έργο του Αριστείδη είναι το μόνο στο οποίο ο ασθενής περιγράφει ο ίδιος τα όνειρα που έβλεπε κατά την εγκοίμησή του σε ναό του Ασκληπιού. Το έργο μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί νοσοβιογραφία, καθώς σε αυτό καταγράφεται ολόκληρη η πορεία των ασθενειών ενός από τους πιο διάσημους ασθενείς της αρχαιότητας. Σπάνια κι εδώ η περίπτωση, καθώς είναι το ίδιο το πάσχον υποκείμενο και όχι κάποιο εξωτερικός παρατηρητής που μιλάει για ασθένειές του.5
Ο Αριστείδης άρχισε να καταγράφει συστηματικά τις αρρώστιες του και τα όνειρα που του έστελνε ο Ασκληπιός από τη στιγμή που κατέφυγε στο Ασκληπιείο της Περγάμου. Για είκοσι πέντε χρόνια κρατούσε αυτό το είδος του ημερολογίου, το οποίο αποτέλεσε και τη βάση για τη σύνθεση των Ιερών Λόγων. Χρονικά, η περίοδος που καλύπτουν ξεκινά από το 143, όταν ο Αριστείδης υπέστη ένα άσχημο κρυολόγημα σε μία από τις αγροικίες του στην Τρωάδα και φτάνει μέχρι το 170/171, οπότε αρχίζει και η συγγραφή τους.6 Ωστόσο οι σημειώσεις του, που είχαν φτάσει τις 300.000 γραμμές, ήταν σε κατάσταση χαοτική, όπως παραδέχεται ο ίδιος, και δεν ήταν εύκολο για κάποιον ούτε να τις διαβάσει ούτε να τις τοποθετήσει σε χρονική σειρά, αφού είχε αφήσει τις διάφορες καταγραφές αχρονολόγητες και είχε παραλείψει να σημειώσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν έβλεπε το κάθε όνειρο. Έτσι, όταν άρχισε να συνθέτει τους Ιερούς Λόγους αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη μνήμη του. Ο ίδιος προαναγγέλλει ότι θα αφηγηθεί τα γεγονότα όπως τα ανακαλεί στη μνήμη του και όπως τον καθοδηγεί ο Ασκληπιός, του οποίου τη βοήθεια επικαλείται για να φέρει σε πέρας τη συγγραφή των Ιερών Λόγων (Β΄, 1 – 4). Το αποτέλεσμα είναι ότι ο συγγραφέας παρουσιάζει τα όνειρά του, τις περιπέτειες της υγείας του και τη ρητορική του δραστηριότητα με τρόπο συνειρμικό, χωρίς να ακολουθεί ή να ενδιαφέρεται για τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που καταγράφει.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί στον αναγνώστη σημαντική δυσκολία να παρακολουθήσει την εξελικτική πορεία του συγγραφέα. Η ανάγκη όμως για μια ιστορική προσέγγιση και πληρέστερη κατανόηση του έργου επιβάλλει την τοποθέτηση του αφηγήματος στον άξονα του χρόνου, κάτι που η Ε. Κούκη το πέτυχε με τρεις τρόπους. Πρώτον, με υποσέλιδες σημειώσεις, σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο της μετάφρασης του κειμένου, στις οποίες δίνει τη χρονική στιγμή του αντίστοιχου αφηγηματικού στιγμιότυπου. Δεύτερον, με τα σχόλια που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου, όπου συχνά παραπέμπει σε άλλα σημεία της αφήγησης τα οποία ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο, αποσαφηνίζοντας έτσι τη διαδοχή των γεγονότων και κάνοντας δυνατή την παρακολούθηση της εξελικτικής πορείας του Αριστείδη μέσα στον χρόνο. Τρίτον, με την εισαγωγή της, όπου δίνει στον αναγνώστη ένα λεπτομερές περίγραμμα της χρονικής αλληλουχίας των σωματικών, ονειρικών και επαγγελματικών επεισοδίων που εμφανίζονται διάσπαρτα σε όλο το έργο.
Αυτή η προσπάθεια ανασύνθεσης της βιογραφίας του Αριστείδη δεν θέτει μόνο τον άξονα του χρόνου με ξεκάθαρο τρόπο, αλλά μετατρέπεται στα χέρια της Ε. Κούκη σε ένα πολύτιμο ερμηνευτικό εργαλείο. Διότι η συγγραφέας δεν αρκείται να δώσει στον αναγνώστη σε αδρές γραμμές τα απαραίτητα βιογραφικά στοιχεία του Αριστείδη συνοδευμένα από καίριες παραπομπές στις πηγές και τη βιβλιογραφία, αλλά προβάλλει την ψυχική και συναισθηματική ιστορία του Αριστείδη, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από τα συμπτώματα, τα όνειρα, τη ρητορική του δραστηριότητα ή αδράνεια. Μέσα από διάφορες αφηγήσεις, διάσπαρτες σε όλη την έκταση του έργου, ανασυνθέτει βιώματα της παιδικής ηλικίας του ήρωα, την ιδιαίτερη και βαθειά σχέση του με τους τροφούς, την αινιγματική σχέση με τους γονείς του, οι οποίοι εμφανίζονται στον λόγο του μόνο δύο φορές, όταν ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ετοιμοθάνατο. Κάτι που δεν είναι τυχαίο, «διότι σε ακραίες καταστάσεις ή την έσχατη στιγμή, όταν το πεπρωμένο ετοιμάζει κάποιον να εξέλθει από τα όρια του χρόνου, μοιάζει να είναι βαθιά ανθρώπινη, έμφυτη, η ανάγκη της επίκλησης και της ύστατης εγγραφής του στη γραμμή της καταγωγής του, στη γενεαλογία».7 Σε κάθε χρονική περίοδο, τα βασικά γεγονότα του βίου του, όπως ο θάνατος του πατέρα ή ο θάνατος του αγαπημένου του τροφέα, τα συναισθήματα, τα συμπτώματα της σωματικής νόσου και τα όνειρα συνεξετάζονται ως όψεις μιας ενιαίας σωματικής και ψυχικής κατάστασης, η οποία καταλήγει στην υπέρβαση της αρνητικής ψυχολογίας και ταυτόχρονα της ασθένειας. Και ενώ στην έρευνα είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Αριστείδης δεν αναφέρεται ονομαστικά στον πατέρα του, η Ε. Κούκη εντοπίζει το σημείο όπου υπάρχει αυτή η ονομαστική αναφορά, που εκφέρεται με λέξη συνδηλωτική του ονόματός του, πηγάζοντας μέσα από το πένθος για την απώλεια του πατέρα.8
Η μετάφραση του κειμένου είναι προσεγμένη στη λεπτομέρεια και δίνεται σε έναν δόκιμο, σφιχτοδεμένο και ρέοντα νεοελληνικό λόγο, που ανταποκρίνεται άριστα στο ύφος του πρωτοτύπου και σέβεται τη δομή και τις φραστικές επιλογές του συγγραφέα. Η μεταφράστρια διατηρεί όρους που έχουν ειδική βαρύτητα και είναι φορτισμένοι με πολυσήμαντο περιεχόμενο, φροντίζοντας κάθε φορά να αναλύει αυτήν την πολυσημία στα σχόλια. Ενδεικτική της προσοχής που έχει δοθεί στη λεπτομέρεια είναι η συνειδητή επιλογή να μεταφράζονται οι αναφορές του Αριστείδη σε πάσχοντα μέλη του σώματός του χωρίς την προσθήκη της κτητικής αντωνυμίας. Η επιλογή αυτή ανταποκρίνεται απόλυτα στη στάση που τηρεί ο συγγραφέας απέναντι στο πάσχον σώμα του, το οποίο φαίνεται να το βλέπει από κάποια απόσταση και να το αντιμετωπίζει ως κάτι διαφορετικό από τον εαυτό.
Η ολοκληρωμένη και συγκροτημένη εικόνα για τον Αριστείδη και το έργο του που μας δίνεται στην εισαγωγή συμπληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο στον πλούσιο σχολιασμό του κειμένου. Οι πραγματολογικές παρατηρήσεις είναι καίριες, όσες ακριβώς χρειάζονται για την πλήρη κατανόηση του κειμένου και της εποχής του, αποφεύγοντας την απεραντολογία μιας υπερβολικής παράθεσης στοιχείων και παρέχοντας τις απαραίτητες βιβλιογραφικές παραπομπές που καθοδηγούν τον ερευνητή για περαιτέρω έρευνα. Επιπλέον η Ε. Κούκη ανοίγει το κείμενο του Αριστείδη σε μια ευρύτατη γκάμα επιμέρους θεμάτων και διαφορετικών προσεγγίσεων. Στα σχόλια που επιλέγει να ενσωματώσει στο βιβλίο της, αλλά και στη βιβλιογραφία που παραθέτει αντικατοπτρίζονται σφαιρικά οι ποικίλες οπτικές γωνίες της έρευνας, καθώς οι Ιεροί Λόγοι έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον μελετητών από διαφορετικά γνωστικά πεδία, όπως φιλολόγων, θρησκειολόγων, ιστορικών της ιατρικής και της λογοτεχνίας, ψυχαναλυτών, αρχαιολόγων.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει αβίαστα ο μέσος αναγνώστης του εν λόγω βιβλίου είναι ότι όσο ιδιάζουσα προσωπικότητα και αν ήταν ο Αίλιος Αριστείδης και όσες ιδιαιτερότητες και αν έχει το συγκεκριμένο έργο του, οι Ιεροί Λόγοι μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ένα παράδειγμα ενδεικτικό για την εποχή του. Διότι είναι αλήθεια πως οποιοδήποτε κείμενο μπορεί να δώσει απαντήσεις μόνο ανάλογα με το είδος των ερωτημάτων που του θέτει κανείς. Ανεξάρτητα από το αν ο Αριστείδης ήταν «ψυχικά πάσχων» ή αν είχε αδύναμη κράση, οι εμπειρίες που περιγράφει στους Ιερούς Λόγους δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά και εξαιρέσεις, αλλά είναι γεννήματα και ταυτόχρονα καθρέφτες της εποχής τους. Τα ερωτήματα που έχουν τεθεί από τη νεότερη έρευνα είναι πολλά και η Ε. Κούκη στην εισαγωγή της παρουσιάζει συνοπτικά τα πιο ενδιαφέροντα από αυτά.9
Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να δει το έργο του Αριστείδη ως αυθεντικό θρησκευτικό βίωμα, ως μαρτυρία της προσωπικής θρησκείας και της μυστικής συνάντησης με τον θεό και ως παράδειγμα θρησκευτικής μεταστροφής. Μπορεί επίσης να αξιοποιήσει τη μαρτυρία του Αριστείδη ως τεκμήριο της ασκληπιακής λατρείας και της θεραπευτικής λειτουργίας του ονείρου ή να την εντάξει στο πλαίσιο της θεματικής του θεραπευτικού προσκυνήματος. Θα μπορούσαν ακόμα να τεθούν ερωτήματα που αφορούν τη σχέση του Αριστείδη με το πάσχον σώμα του και να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα φάρμακα και οι θεραπείες. Εναλλακτικά θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Αριστείδης αυτοπαρουσιάζεται ώστε να ενδυναμώσει τη θέση του ως επαγγελματία ρήτορα, αλλά και γενικότερα τη θέση του στην κοινωνία.
Στην εισαγωγή και στα σχόλιά της, η Ε. Κούκη, παρακολουθεί με διεισδυτική ματιά την παράλληλη εξέλιξη της νόσου του σώματος και της ρητορικής δραστηριότητας του Αριστείδη αποκαλύπτοντας το σύνθετο πλέγμα σχέσεων που υπάρχει ανάμεσά τους. Σε αυτά που βιώνει ο Αριστείδης διαφαίνεται ένας άρρηκτος δεσμός ανάμεσα στο μέλημα της ίασης, την ονειρική εμπειρία και τη ρητορική δραστηριότητα. Η Ε. Κούκη το θέτει αυτό κάνοντας λόγο για τρεις τόπους, εκείνους του σώματος, του ονείρου και της πνευματικής δημιουργίας, που εναλλάσσονται λειτουργώντας σε συνεχή και αμοιβαία εξάρτηση.10
Πιο συγκεκριμένα, στους Ιερούς Λόγους η έξαρση της σωματικής νόσου συνοδεύεται συνήθως από απραξία στη ρητορική δραστηριότητα και αντίστροφα η επαναφορά στη δράση γίνεται παράλληλα με τη βελτίωση της υγείας. Λογικό θα μπορούσε να πει κανείς. Όμως ανάμεσα σε αυτές τις δύο ακραίες καταστάσεις υπάρχει και ο ενδιάμεσος χώρος στον οποίο η προσπάθεια επανάκτησης της υγείας μέσω ονείρων γίνεται ταυτόχρονα με την προσπάθεια επανάκτησης της ρητορικής ιδιότητας, πάλι μέσω ονείρων. Μάλιστα τα όνειρα που στρέφονται γύρω από τη ρητορική είναι εξίσου σημαντικά και τουλάχιστον ισάριθμα με τα θεραπευτικά όνειρα. Τα δύο αυτά στοιχεία συμπλέκονται τόσο στενά ώστε δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα αν ο Αριστείδης επανέρχεται στη ρητορική δράση επειδή κατάφερε να θεραπευτεί με τη βοήθεια του θεού ή αν θεραπεύεται επειδή επιδιώκει την επάνοδο στη ρητορική δράση με θεϊκή παρότρυνση.
Όταν ο Αριστείδης πήγε στο Ασκληπιείο της Περγάμου ως ασθενής, το 145 μ.Χ., είχε οξέα συμπτώματα που τον παρέλυαν, καταλαμβανόταν από έντονους φόβους θανάτου και μοναξιάς και είχε ήδη εγκαταλείψει τη ρητορική. Όταν βγαίνει από το Ασκληπιείο, το 147, είναι πεπεισμένος για δύο πράγματα: πρώτον ότι ο θεός απομάκρυνε τον θάνατο και δεύτερον ότι η ρητορική του δεινότητα έχει ιερατικό χαρακτήρα.11 Πώς επιτεύχθηκε αυτή η μεταμόρφωση του Αριστείδη και ποια είναι η σχέση της εξέλιξης αυτής με τις ασθένειες του σώματος;
Μία από τις πρώτες εντολές του θεού που έλαβε ο Αριστείδης στον ύπνο του ήταν να συνεχίσει την ενασχόλησή του με τη ρητορική. Στην αρχή οι απαιτήσεις του δεν ήταν υπερβολικές: του ζήτησε να εκφωνήσει τα πρώτα δείγματα των λόγων του στη στοά του ιερού κοντά στο θέατρο. Η εντολή αυτή ήλθε σε στιγμή που ο Αριστείδης ένιωθε βαριά ασθενής και ανήμπορος καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την αναπνοή του. Η τήρησή της δεν ήταν γι’ αυτόν ούτε εύκολη ούτε απολύτως κατανοητή. Αφενός θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει την εντολή, αλλά δεν πίστευε ότι θα κατάφερνε να πει περισσότερα από ένα – δυο λόγια. Σκεφτόταν λοιπόν να αρκεστεί σε μια τυπική τήρηση της επιθυμίας του θεού.
Στο κρίσιμο αυτό σημείο η ενίσχυση ήλθε όχι από τον θεό, αλλά από ανθρώπους που ανήκαν στο περιβάλλον του ναού. Εξομολογήθηκε τον προβληματισμό του σε έναν άλλο θαμώνα του Ασκληπιείου, μια μέρα που όλοι έλειπαν σε κάποια γιορτή της πόλης. Ο μορφωμένος συνομιλητής του απάντησε ότι δεν θα πρέπει να προβεί σε μια τυπική τήρηση της θεϊκής εντολής, αλλά να αγωνιστεί με ζήλο. Όσο για την ανησυχία του αν θα είχε την απαιτούμενη δύναμη, αυτό ήταν ζήτημα που έπρεπε να το αφήσει στον θεό. Διότι πώς μπορούσε κανείς να ξέρει αν το όνειρο δεν οδηγούσε σε κάτι περισσότερο; Του αφηγήθηκε μάλιστα και μια άλλη περίπτωση, στην οποία ο θεός είχε προστάξει κάποιον να λάβει μέρος σε παρόμοιο αγώνα, με αποτέλεσμα να ιδρώσει καθώς αγωνιζόταν και να απελευθερωθεί ολοκληρωτικά από την αρρώστια. Τα λόγια αυτά, καθώς και η εμφάνιση και δεύτερου προσώπου με την ίδια άποψη, έπεισαν τον Αριστείδη να προσπαθήσει σοβαρά να εκφωνήσει λόγο. Το αποτέλεσμα εξέπληξε πρώτα από όλους τον ίδιο. Η δύναμή του στον λόγο ήταν τέτοια που μόνο ένας θεός μπορούσε να χαρίσει. Η χρονιά δεν θα περνούσε με σιωπή, αλλά με άσκηση. Έκτοτε τα όνειρα με τη ρητορική πολλαπλασιάστηκαν και ο Αριστείδης γινόταν όλο και πιο απαιτητικός από τον εαυτό του (Δ΄ 14 – 20).
Σε αυτήν την προσωπική προσπάθεια ποτέ δεν ήταν μόνος. Μέσα στο Ασκληπιείο γινόταν αποδέκτης της σταθερής ενθάρρυνσης εκ μέρους φίλων και προσωπικού. Παρόν πάντα είναι ένα κοινό που αντιμετωπίζει με ανεπιφύλακτη αποδοχή τις πρώτες αυτές προσπάθειές του. Ο Αριστείδης είχε επίγνωση πως η αποδοχή αυτή δεν οφειλόταν τόσο στο περιεχόμενο του λόγου του όσο στο θέαμα της προσπάθειας που κατέβαλε να ξεπεράσει το πρόβλημά του. Όποτε έχανε το κουράγιο του ή ατονούσε η προσπάθειά του εμφανίζονταν άλλοι πιστοί που του αφηγούνταν όνειρα τα οποία έδειχναν ότι έπρεπε να συνεχίσει να ασχολείται με τη ρητορική. Ένας από αυτούς μάλιστα του είπε κάποτε ότι σε κάποιο όνειρό του άκουσε πως η ασθένεια ήταν πρόφαση για την αδράνειά του και ότι η πραγματική αιτία βρισκόταν στην ίδια τη θέλησή του. Οι προτροπές και η στήριξη έρχονταν από παντού και ο Αριστείδης αυτό το απέδιδε στον θεό (Δ΄ 21 – 24).
Η θεϊκή εντολή να εκφωνεί λόγους, όταν μάλιστα είχε αναπνευστικά προβλήματα, μπορεί φυσικά να ερμηνευτεί από ιατρική σκοπιά. Η Ε. Κούκη θέτει υπόψη μας την ιατρική ερμηνεία αυτής της εντολής παρατηρώντας ότι η εκφώνηση λόγων παραπέμπει στη θεραπευτική χρήση της ρητορικής ως άσκησης και ελέγχου της αναπνοής, κάτι που ήταν αποδεκτό από τους αρχαίους γιατρούς.12 Υπάρχουν πολλά σημεία στους Ιερούς Λόγους που δείχνουν ότι η επιστροφή στην ενασχόληση με τη ρητορική και την πνευματική δημιουργία γενικότερα αποτελούσε μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας και είχε θετικό αποτέλεσμα στην ασθένεια του σώματος. Βλέπουμε, για παράδειγμα, έναν ενοχλητικό πόνο στο στόμα να εξαφανίζεται μέχρι να τελειώσει η εκφώνηση ενός λόγου (Δ΄ 30).
Η θεραπεία όμως του σώματος μέσα από τη ρητορική ενασχόληση δεν ήταν εξασφαλισμένη και πιθανότατα δεν αποτελούσε και τον πρώτο στόχο. Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι η τάση εκείνων που στήριζαν τις προσπάθειες του Αριστείδη ήταν να τον ωθήσουν στη ρητορική δραστηριότητα παρά την ασθένεια, τον προέτρεπαν να αγνοήσει τις δυσκολίες που προέβαλλε το σώμα του αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο στο τέλος αυτής της πορείας να τον περιμένει η οριστική θεραπεία. Αυτό βέβαια το ήξερε μόνο ο θεός. Όμως μέσα από αυτήν την προσπάθεια η ενίσχυση και η ικανοποίηση που λάμβανε ο Αριστείδης συχνά τον έκαναν να δίνει λιγότερη σημασία στην αρρώστια του και τα συμπτώματα να φαίνονται ότι υποχωρούν. Αυτό το νόημα, για παράδειγμα, φαίνεται πως είχε η εντολή να συνθέσει ένα άσμα για τη γέννηση του Ασκληπιού σε μια φάση επιδείνωσης της υγείας του: συνέθεσε τα τραγούδια ήρεμα και τόσο συγκεντρωμένος στον εαυτό του, ώστε όλες οι δυσκολίες λησμονήθηκαν (Α΄ 73). Ενδεικτικό επίσης είναι το ότι όταν άκουγε χορωδίες να εκτελούν τα τραγούδια του ένιωθε μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Οι γιατροί του το είχαν καταλάβει κι έτσι έβαζαν τα παιδιά να τραγουδήσουν τα τραγούδια του όταν τον έπιανε κάποια κρίση, με αποτέλεσμα να χαλαρώνει και καμιά φορά η ενόχληση να εξαφανίζεται εντελώς (Δ΄ 38).
Μέσα από αυτή τη θεραπευτική διαδικασία ο Αριστείδης βελτίωνε ταυτόχρονα και τη ρητορική του δεινότητα, κάτι που ο ίδιος απέδιδε στους βασικούς στόχους του θεού. Ισχυριζόταν ότι συχνά του έρχονταν στα όνειρα ιδέες για ρητορικούς λόγους, θέματα μαζί με παραδείγματα για την ανάπτυξή τους, κάποιες από τις καλύτερες διατυπώσεις, ακόμα και ασκήσεις για την ανάπτυξη συγκεκριμένων δεξιοτήτων (Δ΄ 25 – 29). Επιπλέον, ο Ασκληπιός τον βοήθησε να αναπτύξει ταλέντα που ο ίδιος δεν γνώριζε ότι κατέχει, όπως να γράφει έμμετρους ύμνους, να συνθέτει τραγούδια και λυρική ποίηση, να συντηρεί παιδικές χορωδίες και να διοργανώνει σχετικές εκδηλώσεις (Δ΄ 31, 38, 43 – 45). Όλα αυτά του έδειχναν ότι ο θεός επιδίωκε γι’ αυτόν κάτι περισσότερο από το να σώσει τη ζωή του μόνο (Δ΄ 29).
Τον Αριστείδη βέβαια τον απασχολούσε κυρίως η απήχηση που θα είχαν όλα αυτά στους άλλους. Είναι εμφανές στην επιμονή του να περιγράφει τις πάντα θετικές και ενθουσιώδεις αντιδράσεις του κοινού του. Ο θεός το γνώριζε πολύ καλά και γι’ αυτό του παρείχε απλόχερα την πρώτη και σπουδαιότερη αποδοχή της αξίας του ως ρήτορα. Ο Ασκληπιός εμφανιζόταν να επιδοκιμάζει τον Αριστείδη για τα έργα του, να τον συγκρίνει με τον Δημοσθένη ή τον Θουκυδίδη και να αποκαλεί τους λόγους του ιερούς, κάτι που «μοιάζει με συνολική εκτίμηση της αξίας του ρήτορα». Όλα αυτά έκαναν τον Αριστείδη να πιστεύει στην θεϊκή προέλευση και την ιερή αξία των λόγων του, κάτι που συνοψίζεται στη διττή σημασία του όρου καθέδρα, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Ε. Κούκη. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται από τον Αριστείδη για να αναφερθεί στη μακρά του παραμονή στο ιερό του Ασκληπιού και εμπεριέχει την έννοια της αδράνειας και της απραξίας, αλλά και την έννοια της αυθεντίας, του από καθέδρας λόγου, που είναι θεϊκά εμπνευσμένος και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Είναι ακριβώς η απραξία του λόγω της ασθένειας και η παραμονή του στο ναό που τον φέρνουν σε επαφή με τον θεό και δίνουν στον λόγο του μια αίσθηση αυθεντίας και ιερότητας, την οποία αξιοποιεί ως ρήτορας.13
Τα αποτελέσματα αυτής της θεραπευτικής διαδικασίας ήταν εκπληκτικά. Ο Αριστείδης επιδόθηκε σε μία εντατική ενασχόληση με την πνευματική δημιουργία που δεν είχε προηγούμενο. Όπως λέει ο ίδιος, από τη στιγμή που ο θεός χαρακτήρισε τους λόγους του αιώνιους και είπε ότι το όνομά του θα έμενε στις μελλοντικές γενιές, απέκτησε μεγαλύτερο ζήλο και θεωρούσε ότι έπρεπε να αφιερωθεί με όλες του τις δυνάμεις στη ρητορική (Δ΄ 47). Περνούσε σχεδόν όλη τη μέρα γράφοντας, αγορεύοντας, διορθώνοντας γραπτά του, και συνέχιζε να εργάζεται τις περισσότερες φορές και μετά τα μεσάνυχτα (Α΄ 60). Συνέθετε ύμνους από μνήμης ακόμα και όταν μεταφερόταν κάπου με άμαξα ή περπατούσε στον δρόμο (Δ΄ 41).
Η ένταση με την οποία ο Αριστείδης κατέφυγε στη δημιουργική ενασχόληση με την παρότρυνση του θεού, αλλά και η ποιότητα του αποτελέσματος έκαναν κάποτε τον Παρδαλά, γνωστό του και βαθύ γνώστη της ρητορικής, να του πει ότι τελικά η αρρώστια του προέκυψε από θεϊκή πρόνοια ώστε συναναστρεφόμενος με τον θεό να επιδείξει αυτή την αξιοθαύμαστη βελτίωση στη ρητορική (Δ΄ 27). Σύμφωνα με την άποψη αυτή ο βασικός λόγος για τον οποίο ο Αριστείδης βρισκόταν στο Ασκληπιείο δεν ήταν η θεραπεία της ασθένειας του σώματος, που αποτελούσε μόνο την αφορμή, αλλά η βελτίωση της επάρκειάς του ως ρήτορα. Αυτή η παρατήρηση μας οδηγεί σε ένα άλλο ερώτημα, το οποίο έχει επίσης αναδείξει η Ε. Κούκη: μήπως τελικά το αίτημα θεραπείας δεν αφορά μόνο το σώμα αλλά εξίσου, ίσως και περισσότερο, τη σχέση του Αριστείδη με τη ρητορική;
Είναι αλήθεια ότι η σχέση του Αριστείδη με τη ρητορική δεν ήταν πάντα η καλύτερη δυνατή και η εμπιστοσύνη του στις ρητορικές του δυνάμεις δεν ήταν δεδομένη. Η Ε. Κούκη δικαίως δίνει έμφαση στο πιο σκοτεινό κομμάτι της ζωής του Αριστείδη, τη σύντομη παραμονή του στη Ρώμη, την οποία καλύπτει μια αινιγματική σιωπή. Ο Αριστείδης είχε πάει εκεί σε ηλικία 26 ετών, προσκεκλημένος του δασκάλου του Αλέξανδρου, που ήδη βρισκόταν στην αυλή του αυτοκράτορα. Οι υψηλές προσδοκίες που πιθανότατα είχε ο Αριστείδης από αυτό το ταξίδι διαψεύστηκαν και ο ίδιος πρέπει να βίωσε σε νεαρή ηλικία τη μεγαλύτερη αποτυχία της καριέρας του. Η απογοήτευσή του αυτή δεν ήταν όμως το μόνο πρόβλημα. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και μια πληροφορία για τη δυσκολία που αντιμετώπιζε στο ρητορικό αυτοσχεδιασμό. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η Ε. Κούκη, ο Αριστείδης θαύμαζε τον αυτοσχεδιασμό, αλλά γι’ αυτόν ήταν κάτι πολύ δύσκολο κι έτσι κλεινόταν στο δωμάτιό του για εντατική εξάσκηση κατά μόνας. Οι πληροφορίες αυτές σε συνδυασμό με την εμφάνιση σωματικών συμπτωμάτων, κυρίως στοματικών και αναπνευστικών, που σίγουρα δυσκόλευαν το έργο ενός ρήτορα, στοιχειοθετούν την υπόθεση ότι ο Αριστείδης πιθανότατα βασανιζόταν από μια αίσθηση ανικανότητας στη ρητορική, η οποία πραγματικά θεραπεύτηκε οριστικά στο Ασκληπιείο της Περγάμου.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ασκληπιός ήταν εκείνος που μέσα από τα όνειρα έδωσε στον Αριστείδη έναν στόχο ζωής, επαναφέροντάς τον στη δράση και την ενεργό ζωή. Η σχέση που ανέπτυξε με τον Ασκληπιό τον έκανε πάνω απ’ όλα να υπερβεί τον φόβο της ασθένειας και του θανάτου. Με την αφοσίωσή του στον θεό βρήκε έναν ισχυρό προστάτη και μια νέα ταυτότητα που του επέτρεψε να συνεχίσει τη ζωή του και την καριέρα του. Ο Αριστείδης δεν θα ήταν πια ποτέ ο ίδιος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μεταμορφώθηκε σταδιακά σε αφοσιωμένο οπαδό του Ασκληπιού, σε μυημένο εκλεκτό του θεού. Οι λόγοι του εμπνέονταν πλέον από αυτόν, έγιναν ιεροί. Η νέα αυτή προσέγγιση του κόσμου και της θέσης του μέσα σε αυτόν συμβολικά κατοχυρώθηκε με το όνειρο που τον αναβάπτισε δίνοντάς του το νέο όνομα Θεόδωρος (Δ΄ 53 – 54). Τελικά εκείνο που κέρδισε ο Αριστείδης ήταν ένας τρόπος να υπερβεί τη σωματική νόσο και να επιστρέψει στην κοινωνία με νέα ταυτότητα και ανανεωμένη ψυχική δύναμη. Και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτό αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα της θεραπευτικής προσέγγισης που μπορούσε κανείς να βρει σε ένα Ασκληπιείο τον 2ο αι. μ.Χ. Όπως το διατυπώνει η Ε. Κούκη, «[Ο Ασκληπιός στην ύστερη αρχαιότητα είναι] πράος και φιλάνθρωπος, με λυτρωτικά και παρηγορητικά γνωρίσματα που προσιδιάζουν στον χριστιανισμό, επικοινωνεί με τους ασθενείς του πιο προσωπικά… συμβουλεύει ποικιλοτρόπως, κυρίως προτρέπει σε τέχνη του ζην… η θεραπεία του σώματος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση για την ανάπτυξη του πνεύματος».14
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Ε. Κούκη, Αίλιος Αριστείδης, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2012, σελ 17. Βλ. και E. R. Dodds, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995, σελ. 78.
2 Κούκη, σελ. 15 – 16.
3 Κούκη, σελ. 19.
4 Περί Ενυπνίων, 155 Β. Βλ. και Dodds, σελ. 73.
5 Κούκη, σελ. 20-21.
6 Κούκη, σελ. 31.
7 Κούκη, σελ. 28.
8 Κούκη, σελ. 29-30.
9 Κούκη, σελ. 21 – 25.
10 Κούκη, σελ. 13, 38-39.
11 Κούκη, σελ. 48.
12 Κούκη, σελ. 44.
13 Κούκη, σελ. 39.
14 Κούκη, σελ. 37 – 38.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.