Ζ. Τσακώνη, Ε. Φωτιάδου, Χ. Χατζηδημητρίου
σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]
Η Ζ. Τσακώνη είναι εργοθεραπεύτρια
Η Ε. Φωτιάδου και η Χ. Χατζηδημητρίου είναι Κλινικοί Ψυχολόγοι
Υπηρεσία Παιδιού και Εφήβου, Γ’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική Α.Π.Θ. Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ
Εισαγωγή
Η Υπηρεσία Παιδιού και Εφήβου της Γ΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ έχει αναπτύξει τα τελευταία είκοσι χρόνια, με πρωτοβουλία του Υπεύθυνου της Υπηρεσίας, Καθηγητή Παιδοψυχιατρικής, Γ. Αμπατζόγλου, ένα δίκτυο συνεργασίας με τους κοινωνικούς φορείς παιδικής προστασίας της πόλης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης.1 Το Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης «Άγιος Στυλιανός» αποτελεί ένα από τα ιδρύματα με τα οποία η συνεργασία αυτή έχει πάρει μια πιο σταθερή και συστηματική μορφή, κυρίως τα τελευταία εννιά περίπου χρόνια, με τακτικές συναντήσεις του προσωπικού των δύο φορέων και σταθερή παρουσία της παιδοψυχιατρικής ομάδας στο βρεφοκομείο.2
Πιο συγκεκριμένα, η συνεργασία με το βρεφοκομείο περιλαμβάνει τις εξής δραστηριότητες:
Στο άρθρο αυτό θα εστιαστούμε στις κλινικές ενδείξεις κατάθλιψης που παρουσιάζουν ορισμένα βρέφη όπως αυτές εντοπίστηκαν κατά τη δραστηριότητα της παρατήρησης και της αξιολόγησης των βρεφών στο βρεφοκομείο.

Οι επισκέψεις παρατήρησης και αξιολόγησης των βρεφών
Στο βρεφοκομείο φιλοξενούνται βρέφη ηλικίας από λίγων ημερών έως και νήπια 5 ετών, των οποίων οι γονείς για διάφορους λόγους δυσκολεύονται ή αδυνατούν να τα φροντίσουν. Το διάστημα παραμονής ενός παιδιού στο ίδρυμα ποικίλει από λίγους μήνες έως και μερικά χρόνια και εξαρτάται από πολλούς και περίπλοκους συνήθως παράγοντες.
Αυτή η συστηματική εβδομαδιαία παρουσία μας εκεί προέκυψε αρχικά από τη δική μας μεγάλη ανάγκη να βρεθούμε στον χώρο των βρεφών, μαζί με τα βρέφη, καθώς στις συναντήσεις με τις κοινωνικές λειτουργούς, ενίοτε με τις βρεφοκόμους, με τους φυσικούς, τους θετούς και τους αναδόχους γονείς, συζητούμε για αυτά τα παιδιά. Προέκυψε λοιπόν έντονα η ανάγκη να τα δούμε μέσα στον χώρο όπου ζουν, να έρθουμε σε επαφή μαζί τους, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε ουσιαστικά για αυτά, να τα γνωρίσουμε (Αμπατζόγλου, 2004).
Η ανάγκη αυτή της ομάδας να γνωρίσει τα παιδιά που φιλοξενούνται στο βρεφοκομείο, “συνάντησε” από την αρχή τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς που εκφράζονται συχνά από το προσωπικό του βρεφοκομείου για κάποια βρέφη ή νήπια. Οι κοινωνικές λειτουργοί και κυρίως οι βρεφοκόμοι, που έρχονται σε καθημερινή επαφή με τα παιδιά, αναφέρουν πολλές φορές κάποιες παρατηρήσεις τους σχετικά με αυτά και μας ζητούν να κάνουμε μια αξιολόγηση. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να αφορούν την ψυχοκινητική ανάπτυξη του βρέφους, την κοινωνική του ανταπόκριση, την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση. Κάποιες φορές επίσης, μας ζητάνε να “αξιολογήσουμε” ένα μωρό που πρόκειται να υιοθετηθεί.
Στο πλαίσιο αυτό οργανώθηκαν σταθερές επισκέψεις παρατήρησης και αξιολόγησης των βρεφών, οι οποίες πραγματοποιούνται από μια εργοθεραπεύτρια και μια κλινική ψυχολόγο της υπηρεσίας, σε εβδομαδιαία βάση, στον χώρο του βρεφοκομείου. Διαρκούν συνολικά μία ώρα και περιλαμβάνουν, εκτός από την καθαυτή παρατήρηση του βρέφους (που διαρκεί συνήθως περίπου μισή ώρα), και μια σειρά από άλλες επαφές με τους εργαζόμενους του βρεφοκομείου. Σε κάθε επίσκεψη αξιολογούνται μέχρι δύο βρέφη.
Πραγματοποιείται αρχικά μια επίσκεψη στο γραφείο της προϊσταμένης του βρεφοκομείου για να ενημερωθούμε από την ίδια για την εκάστοτε παραπομπή. Υπάρχει μάλιστα εκεί ένα “τετράδιο συνεργασίας” των δύο υπηρεσιών, όπου έχουμε ζητήσει και καταγράφεται από πριν η κάθε παραπομπή, με τα εξής στοιχεία: το όνομα του βρέφους, την ημερομηνία γέννησής του, την αιτία της παραπομπής, καθώς και το όνομα του υπαλλήλου που την κάνει. Στο ίδιο γραφείο βρίσκεται και το υλικό που χρησιμοποιούμε κατά την παρατήρηση των βρεφών (π.χ. κουδουνίστρες, μπάλα, παζλ, χάντρες). Αφού ενημερωθούμε από την προϊσταμένη, παίρνουμε το υλικό που αντιστοιχεί στην ηλικία του βρέφους που πρόκειται να αξιολογήσουμε και πηγαίνουμε στον χώρο της παρατήρησης. Πρόκειται για ένα δωμάτιο που διαμορφώνεται κατάλληλα για αυτήν την ώρα.
Μία από τις βρεφοκόμους μάς φέρνει το βρέφος. Μετά το τέλος της παρατήρησης, παραδίνουμε το μωρό στη βρεφοκόμο ή, μερικές φορές, το πηγαίνουμε οι ίδιες στο χώρο του, όπου μας υποδεικνύουν πού να το αφήσουμε (στο ριλάξ, στο κρεβάτι, σε ένα στρωματάκι στο πάτωμα ή στην αγκαλιά της). Στη συνέχεια, σημειώνουμε στο “τετράδιο συνεργασίας” τα δικά μας σχόλια για το κάθε βρέφος, καθώς και τις προτάσεις μας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι συνήθως, οι βρεφοκόμοι ενδιαφέρονται και μας ρωτάνε για τα βρέφη που είδαμε και μεταφέρουν και οι ίδιες τις παρατηρήσεις, τις ανησυχίες τους ή τα σχόλιά τους ή ακόμα μας περιγράφουν και την ιδιαίτερη σχέση που μπορεί να έχουν αναπτύξει με κάποιο από αυτά. Φεύγοντας, περνάμε και πάλι από το γραφείο της προϊσταμένης, όπου επιστρέφουμε το “τετράδιο” και την ενημερώνουμε.
Αξιολόγηση – Παρατήρηση
Η αξιολόγησή μας αφορά την ψυχοκινητική, την ψυχοσυναισθηματική, την αισθητηριακή και την κοινωνική ανταπόκριση του βρέφους, στηριζόμενοι στη μέθοδο Brazelton (Brazelton & Cramer, 2009) και με βάση τις κλίμακες φυσιολογικής ανάπτυξης.
Από τη μέχρι τώρα εμπειρία μας, έχουμε συλλέξει κάποιες πληροφορίες, όσον αφορά κλινικές ενδείξεις καταθλιπτικών διεργασιών σε βρέφη (Κρεσλέρ, 2001 – Mazet & Stoleru, 2003).
Η κατάθλιψη του βρέφους περιγράφηκε, όπως είναι γνωστό, για πρώτη φορά από τον R. Spitz, το 1945, με βάση την παρατήρηση και την παρακολούθηση εκατόν είκοσι τριών παιδιών ενός βρεφοκομείου.
Τα βασικά χαρακτηριστικά της, έτσι όπως τα ανακεφαλαιώνει ο L. Kreisler (2001), είναι:
Σύμφωνα άλλωστε με τη γαλλική ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών του παιδιού και του εφήβου (2005) –η μόνη ταξινόμηση που αναφέρεται ρητά στην κατηγορία αυτή–, τα διαγνωστικά κριτήρια των καταθλίψεων του βρέφους είναι: α) ψυχική ατονία, β) αλληλεπιδραστική απόσυρση, γ) ψυχοκινητική επιβράδυνση, δ) απουσία οργάνωσης του φόβου του ξένου, ε) ψυχοσωματικές διαταραχές.
Κλινικές ενδείξεις καταθλιπτικών διεργασιών
Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε ορισμένα κλινικά σημεία που παρατηρήσαμε σε αυτά τα βρέφη, τα οποία θεωρούμε ότι εντάσσονται στις κλινικές ενδείξεις της κατάθλιψης. Να τονίσουμε ότι αναφερόμαστε σε ενδείξεις και όχι σε συμπτώματα, καθώς κανένα από αυτά τα παιδιά δεν πληρούσε τα κριτήρια για τη διάγνωση της βρεφικής κατάθλιψης.
Συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του 2003, που ξεκίνησαν οι συστηματικές εβδομαδιαίες μας επισκέψεις στον χώρο του βρεφοκομείου, μέχρι και σήμερα, συναντήσαμε συνολικά 125 βρέφη και νήπια. Από αυτά, τα 70 ήταν αγόρια και τα 55 κορίτσια.
Κατατάξαμε τα παιδιά με βάση την ηλικία τους στις εξής ηλικιακές κατηγορίες: 0-6 μηνών, 7-12 μηνών, 1-2 ετών και 2-5 ετών (Zeanah, 2000). Οι ηλικίες των παιδιών κατανέμονται ως εξής:
Στην παρουσίαση αυτή θα επικεντρωθούμε στα βρέφη ηλικίας από 0-12 μηνών και συγκεκριμένα στις δύο πρώτες κατηγορίες, τα βρέφη 0 έως 6 μηνών και τα βρέφη 7-12 μηνών. Σε κάθε κατηγορία κατατάξαμε τα σημεία που θεωρούμε (σύμφωνα και με τη διεθνή βιβλιογραφία) ενδείξεις καταθλιπτικού τύπου.
Βρέφη 0 ως 6 μηνών (σύνολο 68)
Σε αυτό το ηλικιακό φάσμα παρατηρήσαμε καταθλιπτικές ενδείξεις σε 9 βρέφη. Από αυτά τα 7 είναι αγόρια και τα 2 κορίτσια.
Αποφυγή βλέμματος
Παρατηρούμε μεγάλη δυσκολία στο να εστιάσει το βρέφος το βλέμμα του στο δικό μας και όταν αυτό γίνεται, γίνεται στιγμιαία. Η αποφυγή βλέμματος συνδυάζεται μόνιμα και με στροφή της κεφαλής δεξιά ή αριστερά. Η κλινική αυτή ένδειξη παρατηρήθηκε σε 6 βρέφη, από αυτά τα 4 ήταν αγόρια και τα 2 κορίτσια.
Αισθητηριακή ανταπόκριση
Το βρέφος δείχνει δυσαρέσκεια ως προς τη σωματική επαφή. Δεν δέχεται ή και αποφεύγει το χάδι, το γαργαλητό, την πίεση, ακόμα και την αγκαλιά. Δυσαρεστείται όμως και με κάθε είδους αισθητηριακή επαφή, όπως το να αγγίξεις το σώμα του με ένα παιχνίδι διαφόρων ειδών (χνουδωτό, σκληρό, κρύο, απαλό, κ.λπ.). Είδαμε αυτή τη δυσαρέσκεια και την αποφυγή σε 2 βρέφη, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Συγκεκριμένα στο κορίτσι η αντίδραση ήταν πιο έντονη, προσπαθούσε ενεργητικά να αποφύγει το άγγιγμα, το δε αγόρι αντιδρούσε μάλλον παθητικά (νωθρότητα).
Σώμα
Η στάση του σώματος κάποιων βρεφών μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Όταν πήραμε να εξετάσουμε το βρέφος, ήταν σαν να κουβαλούσαμε ένα «ξύλο». Το σώμα του ήταν σκληρό και άκαμπτο, χωρίς καμία πλαστικότητα (γεγονός που μας άφησε έκπληκτους). Ένα βρέφος όμως, το οποίο μας κοιτούσε, δεν απέφευγε την επαφή, αλλά δεν ανταποκρινόταν καθόλου με το σώμα του. Πρόκειται για βρέφη που συνήθως κρατούν τα χέρια τους κολλημένα στον κορμό τους και τις παλάμες τους σε γροθιά, χωρίς να τα χρησιμοποιούν καθόλου (δεν τα απλώνουν να πιάσουν παιχνίδι, αλλά ούτε και τα απλώνουν προς κάποιον).
Στον αντίποδα, συναντήσαμε βρέφη με τόσο χαλαρό μυϊκό τόνο, σαν να κρατούσαμε ένα μαλακό ζυμάρι, που έδινε την αίσθηση ότι θα “γλιστρήσει” μέσα από τα χέρια μας. Υποτονικά πόδια, καμία προσπάθεια κίνησης του κορμού (π.χ. να γυρίσουν από μπρούμυτα ανάσκελα). Σε μερικές δε περιπτώσεις είδαμε και στοματικές κινήσεις (μηρυκασμός;).
Την ιδιαίτερη αυτή στάση του σώματος, την υπερτονία ή την υποτονία τη συναντήσαμε σε 6 βρέφη: 4 αγόρια και 2 κορίτσια. Στα αγόρια παρατηρήθηκε κυρίως η υπερτονία (άκαμπτο – σκληρό σώμα). Τα κορίτσια αντιδρούσαν πιο υποτονικά και σε κάποιες δοκιμασίες σχεδόν καθόλου.
Θεωρούμε την αντίδραση αυτή, η οποία παραπέμπει στην απουσία στάσης προσδοκίας και σε ανωμαλίες της τονικότητας, δηλαδή πρώιμα σημεία του παιδικού αυτισμού (Carel, 2000 – Bullinger, 2000), ως μάλλον καταθλιπτική ένδειξη καθώς, στους άλλους τομείς (π.χ. κοινωνικότητα, βλεμματική επαφή, συναίσθημα) η αντίδρασή των βρεφών ήταν σύμφωνη με την ηλικία τους.
Κοινωνική ανταπόκριση
Είδαμε ότι τα βρέφη που παρουσιάζουν ενδείξεις καταθλιπτικού τύπου υπολείπονται, συνήθως, πάρα πολύ στον κοινωνικό τομέα. Δεν μας χαμογελούν, δεν βαβίζουν, δεν ανταποκρίνονται σε ακουστικά ερεθίσματα (χωρίς να υπάρχει οργανικό πρόβλημα ακοής) και δεν ανταποδίδουν πρόσφορο συναίσθημα στο πρόσωπο που τους χαμογελάει, τους μιλάει, παίζει μαζί τους (π.χ. παιχνίδια «κούκου-τζα»), προσπαθεί να τους κινήσει το ενδιαφέρον.
Δυσκολίες στην κοινωνική ανταπόκριση παρατηρήσαμε σε 5 βρέφη: 4 αγόρια και 1 κορίτσι. Αυτό μας κάνει να προβληματιστούμε και να αναρωτηθούμε αν υπάρχει κάτι στα κορίτσια που τα προστατεύει και τα βοηθά να ανταποκρίνονται καλύτερα.
Απουσία μίμησης
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι για να μάθει κάποιος πρέπει πρώτα να μιμηθεί. Βρέφη με τέτοια έντονη θλίψη, ακόμη και με μεγάλη δική μας προσπάθεια, δεν μιμούνται καθόλου, (ή ελάχιστα) ούτε με το πρόσωπο, ούτε με το σώμα.
Η απουσία μίμησης παρατηρήθηκε και στα 9 βρέφη αυτής της ηλικιακής κατηγορίας. Βέβαια και στα υπόλοιπα βρέφη του βρεφοκομείου η μίμηση είναι ένας τομέας όχι ικανοποιητικά αναπτυγμένος, γεγονός που μας κάνει να σκεφτούμε και να λάβουμε υπόψη τον περιβαλλοντικό παράγοντα και τα αντίστοιχα ερεθίσματα που αυτός παρέχει.
Και η απουσία μίμησης θεωρείται μια από τις πρώιμες ενδείξεις αυτιστικής παθολογίας (Delion, 2000 – Carel, 2000), στα βρέφη αυτά όμως υπήρχε βλεμματική επαφή και παρατήρηση του ενήλικα. Το βρέφος έδινε την εντύπωση ότι κατανοούσε αυτό που του ζητούσαμε, αλλά δεν ανταποκρινόταν παραπέμποντας σε μια έλλειψη διάθεσης μάλλον παρά σε έλλειψη ικανότητας και κατανόησης.
“Σοβαρά μωρά”
Βρέφη με πολύ καλή βλεμματική επαφή και κίνηση, αλλά η ανταπόκριση που ερχόταν σε εμάς από αυτά ήταν σαν να είχαμε μπροστά μας έναν ενήλικα, πολύ σοβαρό, σφιγμένο, αγέλαστο. Τα βρέφη που θα λέγαμε ότι είχαν την όψη του «σοβαρού μωρού» ήταν 3, όλα αγόρια.
Ψυχοσωματικές εκδηλώσεις
Από τα βρέφη που αξιολογήσαμε μέχρι τώρα, συναντήσαμε ένα με επίμονο πυρετό, ο οποίος δεν μπορούσε να αποδοθεί σε κάποια οργανική αιτία και αρκετά με δερματικές παθήσεις πιθανής ψυχογενούς αιτιολογίας (εκζέματα).
Είδαμε 1 αγόρι με επίμονο πυρετό και επίσης 2 αγόρια και 2 κορίτσια με δερματοπάθειες, συνολικά δηλαδή 5 βρέφη με έντονες ψυχοσωματικές εκδηλώσεις. Να σημειωθεί ότι κατά καιρούς αρκετά από τα βρέφη που φιλοξενούνται στο βρεφοκομείο παρουσιάζουν μερικές άτυπες παροδικές δερματοπάθειες, όχι όμως μεγάλης έντασης.

Βρέφη 7 ως 12 μηνών (σύνολο 24)
Παρατηρήσαμε ενδείξεις καταθλιπτικού τύπου σε 7 από τα 24 βρέφη αυτής της ηλικιακής κατηγορίας.
Κίνηση
Έχουμε συναντήσει σε κάποια βρέφη αυτής της ηλικίας άσκοπες επαναλαμβανόμενες ταλαντώσεις του κορμού (πιθανόν ορμώμενες από εσωτερική ανάγκη του παιδιού για «ηρεμία»), χωρίς όμως αυτές να εντάσσονται στο φάσμα του αυτισμού, καθώς σε όλους τους άλλους τομείς το βρέφος ανταποκρινόταν ικανοποιητικά. Πρόκειται για 2 βρέφη, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Όταν πρωτοσυναντήσαμε την ένδειξη αυτή, συγκεκριμένα πρώτα στο αγόρι (γιατί αυτό έτυχε να προηγηθεί της αξιολόγησης), αναρωτηθήκαμε τι είναι αυτό που βλέπουμε. Μην έχοντας άλλα ανησυχητικά σημεία που να μας παραπέμπουν κάπου αλλού, παρατηρήσαμε λίγο παραπάνω αυτό που γινόταν. Είδαμε τότε ότι αυτές οι “άσκοπες” κινήσεις είχαν ηρεμιστική επίδραση πάνω στο βρέφος.
Απουσία εκδήλωσης περιέργειας
Το βρέφος δεν ψάχνει, δεν αναζητά, δεν επεξεργάζεται ούτε τα παιχνίδια, ούτε και το άτομο που κινείται δίπλα του. Αυτό παρατηρείται και σε ελεύθερο, αλλά και σε καθοδηγούμενο παιχνίδι (κοιτάει το παιχνίδι, το κρύβουμε κάτω από μια πετσέτα, βλέπει όλη τη διαδικασία, αλλά δεν μπαίνει στον κόπο να σηκώσει την πετσέτα για να το βρει. Του δείχνεις τι πρέπει να κάνει, σε παρακολουθεί, αλλά παρόλα αυτά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να το κάνει. Αυτή η απουσία περιέργειας παρατηρήθηκε σε 4 βρέφη: 2 αγόρια και 2 κορίτσια.
Εδώ θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε ότι η “περιέργεια” έχει την ίδια αξία και σημασία και για τα δύο φύλα (αγόρι, κορίτσι) και βέβαια αυτό που θα θέλαμε να τονίσουμε ήταν η προσπάθεια που έγινε από εμάς να την προκαλέσουμε (επαναλάβαμε πολλές φορές και με διαφορετικούς τρόπους τη διαδικασία) γιατί δεν μπορούσαμε ίσως να δεχτούμε αυτή τη στάση από μέρος των βρεφών.
Έλλειψη αντίδρασης προφύλαξης
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, παρατηρήσαμε σε κάποια βρέφη, την έλλειψη προφύλαξης σε “καταστάσεις κινδύνου”. Για παράδειγμα, στο σπρώξιμο, δεν βάζει αντίσταση με τα χέρια του για να προφυλαχτεί και το συναίσθημα δεν είναι πρόσφορο, δηλαδή δεν δείχνει να τρομάζει. Συναντήσαμε αυτήν την έλλειψη φόβου σε 5 βρέφη: 2 αγόρια και 3 κορίτσια.
Έκφραση δυσαρέσκειας, αλλά απουσία έκφρασης ευχαρίστησης
Τα βρέφη στα οποία συναντήσαμε αυτή την κλινική ένδειξη μας ανησύχησαν περισσότερο. Κι αυτό γιατί ήρθαν με μια δυσαρέσκεια στο βλέμμα τους, ανταποκρίθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέτασης πολύ καλά, μας παρακολουθούσαν, ήταν “παρόντα” σε όλα. Ωστόσο εκδήλωναν άμεσα και εύκολα τη δυσαρέσκεια και το θυμό τους, αλλά δεν εκδήλωναν συναισθήματα χαράς, απόλαυσης, ευχαρίστησης. Την κλινική αυτή ένδειξη τη συναντήσαμε μόνο σε 4 βρέφη και αυτά ήταν όλα κορίτσια.
Τα βρέφη (όπως προαναφέραμε) τα φέρνουν στον χώρο της αξιολόγησης οι βρεφοκόμοι. Φανταστείτε την έκπληξή μας το βρεφάκι που πιάνουμε στην αγκαλιά μας να μας κοιτάει με βλέμμα σοβαρό έτοιμο να εκδηλώσει έντονα τη δυσαρέσκειά του (φυσικά με κλάμα). Οι προσπάθειες από μέρους μας να το χαλαρώσουμε και να το ευχαριστήσουμε δεν έβρισκαν ανταπόκριση ή έβρισκαν μικρή και σύντομη.
Περιορισμένο ενδιαφέρον για “χρησιμοποίηση” του ενήλικα
Παρατηρήσαμε σε κάποια από τα βρέφη αυτής της κατηγορίας – και μας έκανε εντύπωση – ότι κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού αυτονομούνται και δεν δείχνουν καμία επιθυμία, αλλά ούτε και κανένα ενδιαφέρον να “χρησιμοποιήσουν” τον ενήλικα που είναι διαθέσιμος δίπλα του και για αυτά. Αυτό συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και μετά τη δική μας, έντονη θα λέγαμε, παρέμβαση και παρότρυνση. Μάλιστα μερικές φορές αντέδρασαν στη δική μας παρέμβαση με έντονη δυσαρέσκεια, διώχνοντάς μας από κοντά τους. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, βέβαια, ότι αναφερόμαστε σε βρέφη που ζουν σε ίδρυμα και λαχταρούν την επαφή και το παιχνίδι με τον ενήλικα. Η κλινική αυτή ένδειξη παρατηρήθηκε σε δύο βρέφη, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Και οι ενδείξεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν εν μέρει πρώιμες ενδείξεις αυτιστικής παθολογίας (Houzel, 2002), παραπέμποντας για παράδειγμα σε στερεοτυπίες ή σε απόσυρση και αδιαφορία για τους ανθρώπους και τα πράγματα, όμως η ποιότητα της επαφής, το γεγονός ότι τα βρέφη αυτά εξέφραζαν δυσαρέσκεια μάλλον αλλά όχι ευχαρίστηση μας οδηγούν να τις θεωρήσουμε μάλλον καταθλιπτικές ενδείξεις.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι, τόσο στο ηλικιακό φάσμα 0-6 μηνών όσο και σε αυτό των 7-12 μηνών, συνυπάρχουν στα ίδια βρέφη δύο ή και τρεις ενδείξεις καταθλιπτικών διεργασιών.
Επίσης είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε και την απουσία όλων αυτών των ενδείξεων, στην πλειοψηφία των υπόλοιπων βρεφών. Πιο συγκεκριμένα, 59 από τα 68 βρέφη της κατηγορίας 0-6 μηνών, καθώς επίσης και 17 από τα 24 της κατηγορίας 7-12 μηνών, δεν παρουσιάζουν καμία από τις παραπάνω ενδείξεις.

Σε όλες τις παραπάνω ομάδες βρεφών που παρατηρήθηκαν οι συγκεκριμένες ενδείξεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες όπως το οικογενειακό τους ιστορικό, το κοινωνικό τους ιστορικό, το ιατρικό ιστορικό των γονιών τους και το δικό τους βεβαρημένο (όταν υπάρχει) ιατρικό ιστορικό, στους οποίους δεν θα αναφερθούμε στο παρόν άρθρο.
Επίλογος-Συμπεράσματα
Η παρουσίαση αυτή αποτελεί ένα μέρος από την κλινική δουλειά της παρατήρησης των βρεφών στον χώρο του ιδρύματος. Η προσοχή μας εστιάστηκε ιδιαίτερα στις ενδείξεις καταθλιπτικών διεργασιών, που παρατηρήσαμε σε κάποια από τα βρέφη που φιλοξενούνται στο ίδρυμα, χωρίς να αναφερθούμε σε άλλες δυσκολίες των βρεφών. Η επισήμανσή τους έχει, όμως, κατά τη γνώμη μας, ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί συχνά αυτές οι ενδείξεις είτε να περνάν απαρατήρητες (ιδιαίτερα μάλιστα σε έναν χώρο ιδρυματικής φροντίδας) είτε να αποδίδονται ή να συνδέονται με διαφορετικού τύπου δυσκολίες, κινδυνεύοντας έτσι, να παρερμηνευτούν – για παράδειγμα, ως πρώιμα αυτιστικά στοιχεία.
Είναι γνωστό, άλλωστε ότι, συχνά, είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσει κανείς μια καταθλιπτική λειτουργία στα βρέφη και τις πρώιμες ενδείξεις μιας αυτιστικής παθολογίας. Η ποιότητα της παρατήρησης, αλλά και το βίωμα και τα αισθήματα του παρατηρητή θεωρούνται πολύ χρήσιμα για την αξιολόγηση (Carel, 2000).
Έτσι, αυτές οι συναντήσεις παρατήρησης των βρεφών, αλλά και η συνολική ομαδική δουλειά που τις πλαισιώνει (συνεργασία με τις βρεφονηπιοκόμους στο ίδρυμα, συζήτηση των περιστατικών με την κοινωνική υπηρεσία του ιδρύματος) βοηθούν να είμαστε σε εγρήγορση για οποιαδήποτε ένδειξη, με μεγαλύτερη προσοχή και ευελιξία. Πρόκειται στην ουσία για μια πρώιμη δουλειά πρόληψης, η οποία επιτρέπει να σκύψουμε με προσοχή στις πιθανές ενδείξεις οδύνης του βρέφους χωρίς αναγκαστικά να τις ονομάσουμε, αλλά λαμβάνοντας ορισμένα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα ώστε να τις ανακουφίσουμε, ευαισθητοποιώντας αρχικά το προσωπικό φροντίδας των βρεφών και προχωρώντας σε περαιτέρω αξιολόγηση και λήψη θεραπευτικών μέτρων όταν αυτό είναι αναγκαίο. Η εξέλιξη των καταθλιπτικών καταστάσεων, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό αναστρεψιμότητας (σε συνδυασμό και με τη μικρή ηλικία των παιδιών), με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα εντοπιστούν έγκαιρα οι συνθήκες που συμβάλλουν στην παθογένεια (Κρεσλέρ, 2001).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.