Marjorie Lorch
Senior Lecturer στο τμήμα
Neurolinguistics του Birkbeck
College, University of London, UK
σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]
Marjorie Lorch. Language and memory disorder in the case of Jonathan Swift: considerations on retrospective diagnosis. Brain 2006, 129, 3127-3137. Με την ευγενή προσφορά της συγγραφέως και την άδεια του περιοδικού.
Το αίτιο των διαταραχών συμπεριφοράς της Auguste D. που περιέγραψε ο Alzheimer, βρήκε πρόσφατα την ιστολογική του επιβεβαίωση, ενώ αντίθετα, για πάνω από 250 χρόνια παραμένει ενεργός η διαμάχη σχετικά με την αιτία των διαταραχών συμπεριφοράς του σατυρικού συγγραφέα Jonathan Swift (1667-1745) στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του. Καθένα από τα ποικίλα συμπτώματα του Swift, όπως γνωστικές και μνημονικές διαταραχές, μεταβολή της προσωπικότητας, διαταραχές του λόγου και πάρεση του προσωπικού νεύρου, έχουν αξιολογηθεί διαφορετικά σε πρότερες απόπειρες αναδρομικής διάγνωσης. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστούν κριτικά τα ιατρικά επιχειρήματα που προτάθηκαν από τον 18ο έως και τον 20ο αιώνα. Οι πιθανολογούμενες διαγνώσεις αναφέρονται στις εξελισσόμενες αντιλήψεις για την τρέλα, τη φρενολογία, την εντόπιση των φλοιικών λειτουργιών, τον υδροκέφαλο, την ψυχανάλυση, την αφασία, την άνοια και την κατάθλιψη κατά το γήρας. Επανεξετάζοντας τις απόπειρες των διακεκριμένων νευρολόγων κάθε εποχής –όπως ο Wilde (The Closing Years of Dean Swift’s Life. Dublin: Hodges and Smith, 1849), ο Bucknill (1882), ο Osler [Osler’s textbook Principles and Practice of Medicine (1892), δημοσιευμένο στο St Thomas’s Hospital Gazette (London) 1902, 12, 59-60], ο Brain (Irish Med J 1952, 320-1 και 337-346) και οι Boller & Forbes (J Neurol Sci 1998, 158, 125-133)– να επαναδιαγνώσουν τη νοητική κατάσταση του Swift στη δύση της ζωής του, θα μας αποκαλύψουν τη μεταβολή των αντιλήψεων σχετικά με τη σημασία που είχαν τα συμπεριφορικά συμπτώματα στη νευρολογική διαγνωστική από τον 18ο αιώνα έως τις μέρες μας.
Εισαγωγή
O Alois Alzheimer παρουσίασε την περίπτωση της Auguste D. σε συνέδριο ψυχιατρικής, που έγινε το 1906 στο Tubingen της Γερμανίας, μέσα από την πενταετή παρακολούθηση της ασθενούς και τη λεπτομερή εξέταση της συμπεριφοράς της (Mauer et al., 1997). Η διάγνωσή του επιβεβαιώθηκε παθολογοανατομικά με τη νεκροψία. Η αναδρομική επιβεβαίωση της διάγνωσης του Alzheimer ήρθε 100 χρόνια μετά από τους Graeber και Mehraein: η επαλήθευσή τους βασίστηκε σε σύγχρονες ιστοπαθολογικές τεχνικές του διατηρημένου εγκεφάλου της ασθενούς, οι οποίες κατέδειξαν την παρουσία πολυάριθμων αμυλοειδικών πλακών ή «miliar foci», όπως τις αποκαλούσε ο Alzheimer, στις ανώτερες φλοιικές στοιβάδες, καθώς και νευροϊνιδιακών τολυπίων. Τα ευρήματα των Graeber και Mehraein (1999) συμπίπτουν απολύτως με την αρχική περιγραφή του Alzheimer (1907). Πρόκειται για μια ιστορική στιγμή κατά την οποία μια διάγνωση του παρελθόντος υποστηρίζεται με τη βοήθεια σύγχρονων μεθόδων (Enserink, 1998).
Θεωρείται γενικώς πως για την οριστική διάγνωση μιας νόσου που επηρεάζει τις νοητικές λειτουργίες είναι απαραίτητο να συνδυαστούν τα παρατηρούμενα πρότυπα συμπεριφοράς, όπως αυτά αναδεικνύονται μέσα από σταθμισμένες δοκιμασίες, με τα παθολογοανατομικά ευρήματα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να μείνει απροσδιόριστη μια διάγνωση: έλλειψη λεπτομερούς περιγραφής των διαταραχών συμπεριφοράς από εκπαιδευμένο κλινικό που χρησιμοποιεί σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία, έλλειψη πληροφοριών για την προνοσηρή κατάσταση και την πορεία της νόσου στον χρόνο ή έλλειψη δεδομένων από τις απεικονιστικές μελέτες, τις ιστολογικές εξετάσεις και τη νεκροτομή.
Στην περίπτωση της Auguste D. συνυπήρξαν κλινικά και παθολογοανατομικά δεδομένα γι’ αυτό που κατέληξε να ονομαστεί νόσος του Alzheimer, δηλαδή: (α) η λεπτομερής περιγραφή των κλινικών ευρημάτων και του ιστορικού της ασθενούς από τον ίδιο τον Alzheimer, που περιελάμβανε επανειλημμένες παρατηρήσεις από (τον ίδιο) άρτια εκπαιδευμένο και έμπειρο κλινικό ιατρό με τη χρήση ευρέως παραδεδεγμένων δοκιμασιών και (β) η ιστολογική εξέταση μετά τη νεκροτομή. Ωστόσο, ανέκυψαν πρόσφατα αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της αιτιολόγησης της άνοιας της Auguste D. Οι Amaduzzi και συνεργάτες (1991, 1996) πρότειναν τη μεταχρωματική λευκοδυστροφία ως πιθανή αιτία. Ο O’Brien (1996) αντέτεινε την αγγειακή άνοια. Αυτές οι πρόσφατες διαμάχες που παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Science απηχούν ερωτήματα που είχαν θέσει και σύγχρονοι του Alzheimer. Στη μελέτη του (1907), ο Alzheimer σημείωσε πως, εκτός από γενικευμένη ατροφία, τα μεγάλα αγγεία του εγκεφάλου είχαν αλλοιώσεις λόγω αρτηριοσκλήρυνσης. Παρόλα αυτά, μετέπειτα μελέτες του ίδιου παρασκευάσματος απέκλεισαν την αγγειακή νόσο (Graeber και Mehraien, 1999). Οι Graeber και συν (1998) επαλήθευσαν την απουσία τόσο αγγειακής παθολογίας όσο και στοιχείων μεταχρωματικής λευκοδυστροφίας. Με αυτόν τον τρόπο, η αρχική διάγνωση του Alzheimer, αν και αμφισβητήθηκε, τελικώς επιβεβαιώθηκε αναδρομικά με τη σύγχρονη παθολογοανατομική εξέταση του εγκεφάλου της ασθενούς.
Σε άλλες περιπτώσεις αναδρομικής διάγνωσης, η συζήτηση γύρω από το περιστατικό επικεντρώνεται όχι τόσο στη νοσολογική κατάταξή του, όσο στην αξιοπιστία των υπαρχόντων στοιχείων. Το ανά χείρας κείμενο προσεγγίζει τη μοιραία ασθένεια του σατυρικού συγγραφέα, Jonathan Swift (1667-1745). Για πάνω από 250 χρόνια, η διάγνωση των αλλαγών στις νοητικές λειτουργίες και τη συμπεριφορά υπήρξε αντικείμενο διένεξης ανάμεσα στους κορυφαίους κλινικούς κάθε εποχής. Επιπρόσθετα, η περιγραφή των συμπεριφορικών αλλαγών του γήρατος, όπως αυτή διακρίνεται στο έργο του Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726), προσέλκυσε το ενδιαφέρον σύγχρονων νευρολόγων.
Μια σειρά πρόσφατων επιστολών στο Lancet αφορούν στην άνοια, όπως αυτή σκιαγραφείται στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Εγείρεται το επιχείρημα πως οι «αθάνατοι» του Swift, οι Struldbruggs, έπασχαν από νόσο του Alzheimer ή του Pick. Ένας συγγραφέας διερωτάται αν μπορεί αυτή η περιγραφή να παραπέμπει στα τελευταία χρόνια της ζωής του Swift. Ο Lewis (1993) μάλιστα παρουσιάζει τον Swift ως το αρχετυπικό παράδειγμα νόσου του Alzheimer:
Ο Swift συνέγραψε τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ σε ηλικία 59 ετών. Στο δέκατο κεφάλαιο, ο Γκιούλιβερ συναντά τους Luggnaggians, ανάμεσα στους οποίους κατοικεί η αθάνατη φυλή των Strudlbruggs, που η μοίρα τους είναι να μην πεθαίνουν ποτέ, αλλά και να υποφέρουν από τις βαριές συνέπειες της ηλικίας και της αναπηρίας. Ο Γκιούλιβερ υπέθεσε ότι θα είναι σοφοί, δεδομένων των δεκαετιών μόρφωσης και καλλιέργειας. Στην πραγματικότητα, είναι κοινωνικώς απομονωμένοι και καταθλιπτικοί, παρουσιάζοντας όλες τις αρνητικές συνέπειες των βαθιών γηρατειών:

Ο Lewis (1993) πιστεύει πως η περιγραφή αυτή του γήρατος εμπνέεται από τις αναμνήσεις που είχε ο Swift σαν παιδί από τον θείο του Godwin, για τον οποίο έλεγαν πως στα γηρατειά του υπέφερε από απώλεια μνήμης. Ο Lewis προχωρά ένα βήμα παραπάνω ισχυριζόμενος πως ο Swift προμηνούσε την προσωπική του νοητική κατάληξη:
Στο άρθρο αυτό απάντησε ο Crichton (1993) με επιστολή του στο Lancet, όπου δηλώνει ότι η πρόταση του Lewis πως ο Swift κατέληξε από νόσο του Alzheimer, 20 έτη μετά την πρώτη περιγραφή των συμπτωμάτων της νόσου, είναι «ευφάνταστη, αλλά μάλλον λανθασμένη». Ο Crichton ισχυρίζεται ότι,
Οι Boller και Forbes (1998) επίσης, ανασκοπώντας αναφορές στο σχετικό απόσπασμα που περιγράφει τους Studlbruggs, σημειώνουν σχετικά: «η διάγνωση των προσεκτικών αναγνωστών ποικίλλει ανάλογα με την εποχή». Ισχυρίζονται πως στον 19ο αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «προϊούσα γενική παράλυση» ή «νευροσύφιλη», ενώ στα μέσα του 20ου αιώνα η διάγνωση μπορούσε να είναι «αρτηριοσκληρυντική άνοια». Οι συγγραφείς σχολιάζουν επίσης τις συζητήσεις μεταξύ Lewis (1993) και Crichton (1993), που προαναφέραμε, σχετικά με τη νόσο του Alzheimer και τη νόσο του Pick. Οι Boller και Forbes αντιπροτείνουν: για την ασθένεια των Strudlbruggs «ίσως μπορεί κάποιος να πει ότι πρόκειται για πρωτοπαθή προοδευτική αφασία» (Boller και Forbes, 1998, σελ.128), αλλά συμφωνούν με τον Lewis σχετικά με τη διάγνωση «νόσος του Alzheimer» για τον ίδιο τον Swift.
Από τους πλέον διάσημους συγγραφείς πολιτικής σάτιρας της εποχής του, ο Jonathan Swift ασχολήθηκε με ψυχολογικά, ψυχιατρικά και γλωσσολογικά θέματα καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας (Lorch, 2006b). Με τη σειρά του, υπήρξε ο ίδιος αντικείμενο επαγγελματικού και μη ενδιαφέροντος, αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και τα σενάρια καλά κρατούν ακόμα, αιώνες μετά τον θάνατό του. Γεννημένος το 1667, υπέφερε από χρόνια νοσήματα, όπως διαλείπουσα ζάλη, ναυτία και κώφωση (που εν συνεχεία χαρακτηρίστηκε ως νόσος του Ménière) και ήταν διαβόητος για το οξύθυμο και το φλύαρο του χαρακτήρα του. Το παρόν κείμενο όμως επικεντρώνεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα οποία γεννούσαν συζητήσεις για την «τρέλα» που επιδείκνυε όχι μόνο με τις πολιτικές του απόψεις, αλλά και τη συμπεριφορά του.
Στις μέρες μας ο Jonathan Swift είναι περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας του βιβλίου Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726), αλλά και για τη σημαίνουσα θέση του Πρυτάνεως του Καθεδρικού του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο, που κατείχε από το 1713 έως τον θάνατό του, το 1745. Ο Swift έδειξε ενδιαφέρον για τους μηχανισμούς του σώματος στην υγεία και την ασθένεια, όπως και για κοινωνικά ζητήματα (π.χ. A Modest Proposal, 1729). Η κατάσταση της υγείας του φανερώνεται στις επιστολές και τα γραπτά όλης του της ζωής, ενώ πολλοί από τους κοντινούς του φίλους ήταν εξέχοντες γιατροί στο Λονδίνο και το Δουβλίνο, ανάμεσά τους οι John Radcliffe, John Arbuthnot, James Grattan και Richard Helsham (Le Fanu, 1978). Και ενώ τα γραπτά κείμενα του Swift αντικατοπτρίζουν το διαρκές ενδιαφέρον του για το πώς οι άνθρωποι μιλούν, σκέφτονται, συμπεριφέρονται και στοχάζονται (Lorch, 2006b), ο ίδιος, κατά τα 3 τελευταία έτη της ζωής του, επέδειξε συμπεριφορές που έδωσαν τροφή για πλήθος εκτιμήσεων στους βιογράφους και τους ιστορικούς της ιατρικής για 250 έτη μετά τον θάνατό του.
Η πλέον πρόσφατη άποψη για τον Jonathan Swift κατατέθηκε από τον Lawlor το 1999. Σε συνέδριο του Irish Heart Foundation Council, σχετικά με τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, παρουσίασε μια εργασία σχετικά με την κατάθλιψη έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Lawlor παρουσίασε τη συμπεριφορά του Jonathan Swift ως τυπικό σχετικό παράδειγμα:
Εδώ όμως ο Lawlor (1999), ως ιστορικός, δεν είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός. Στην πραγματικότητα ο Swift δεν ήταν τρόφιμος του ασύλου για ψυχοπαθείς στη θεμελίωση του οποίου συνέδραμε, ούτε και θα μπορούσε να είναι. Ο Swift πέθανε το 1745, ενώ το Νοσοκομείο του Αγίου Πατρικίου λειτούργησε τρία ολόκληρα χρόνια μετά.
Τούτο το τεύχος του Brain τιμά το περιστατικό που παρουσίασε ο Alzheimer στο συνέδριο της Εταιρείας των Ψυχιάτρων της Νοτιοδυτικής Γερμανίας, που έγινε τον Νοέμβριο του 1906. Ο Alzheimer περιέγραψε «μια ιδιόμορφη νόσο του εγκεφαλικού φλοιού» (eine eigenartige Erkrankung der Hirnrinde) και τα κλινικά και νευροπαθολογοανατομικά ευρήματα μιας γυναίκας που αναφέρεται ως Auguste D. Τα κλινικά ευρήματα ήταν ένα πενταετές ιστορικό νοητικής έκπτωσης, με προϊούσα δυσχέρεια διατήρησης της προσωπικής υγιεινής, αποπροσανατολισμό, έκπτωση μνήμης, όπως και δυσκολίες στην ανάγνωση και τη γραφή (Mauer και συν, 1997). Τέτοια συμπτώματα απηχούν αυτά που έχουν καταγραφεί για τα τελευταία έτη του βίου του Jonathan Swift.
Ενώ για την περίπτωση της Auguste D. είναι διαθέσιμη ασφαλής ιστοπαθολογοανατομική εξέταση, η οποία έκλεισε οριστικά τη συζήτηση (Graeber και συνεργάτες, 1998), το αίτιο της γνωστικής έκπτωσης του Jonathan Swift δεν μπορεί να βρει ανάλογη επαλήθευση. Υπάρχουν λίγα διαθέσιμα δεδομένα, αφενός ενδελεχών παρατηρήσεων των αλλαγών στη συμπεριφορά του, αφετέρου παθολογοανατομικών στοιχείων μετά τον θάνατό του. Τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας – επιστολές, έκθεση της νεκροτομής, τη νεκρική μάσκα, το κρανίο και το εκμαγείο του εγκεφάλου – είναι ενδιαφέροντα, αλλά αμφίσημα. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους ιατρούς και τους ιστορικούς της ιατρικής από το να προτείνουν εκ των υστέρων ποικίλες πιθανές διαγνώσεις. Στο άρθρο μας θα ανασκοπήσουμε κριτικά αυτές τις διαδοχικές ερμηνείες. Καταλαμβάνουν πάνω από δυο αιώνες εξελισσόμενης γνώσης στη νευρολογία σχετικά με τις διαταραχές του λόγου και της μνήμης, τις συναισθηματικές διαταραχές στους ηλικιωμένους και την επίπτωση της χρονίας νόσου στις νοητικές λειτουργίες.
Η νοητική κατάσταση του Jonathan Swift
Αποκαλυπτικά στοιχεία για τη νοητική κατάσταση του Jonathan Swift μπορούν να αντληθούν από ποικίλες πηγές. Οι σχολιασμοί που έχουν γίνει βασίστηκαν (α) σε αυτοαναφορές των επιστολών του Swift, (β) σε επιστολές οικείων και συγγενικών προσώπων που περιγράφουν συναντήσεις μαζί του, (γ) σε πορτρέτα και προτομές στα διάφορα στάδια της ζωής του, (δ) στην έκθεση της νεκροτομής του και (ε) σε μετέπειτα εξέταση της νεκρικής μάσκας, του κρανίου και του εκμαγείου του εγκεφάλου του.
Το γεγονός ότι ο Swift υπέφερε για πενήντα ολόκληρα χρόνια από νόσο με διαλείποντα χαρακτήρα και με μείζονα χαρακτηριστικά την κώφωση, τον ίλιγγο και τη ναυτία, είναι καλά τεκμηριωμένο στα ίδια τα γραπτά του Swift. Οι επιστολές του βρίθουν λεπτομερειών για τα συμπτώματά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, διάφοροι δε γιατροί αντιμετώπισαν θεραπευτικά τη χρονιότητα και κάθε επιδείνωση της ασθένειάς του. Ο ίδιος ο Swift απέδιδε τη νόσο στη διατροφή του. Πίστευε πως «μια υπερβολική κατανάλωση πράσινων μήλων» ήταν η γενεσιουργός αιτία, γι’ αυτό και απέφευγε να τρώει φρούτα στο υπόλοιπο της ζωής του. Οι γιατροί του χορηγούσαν ποικίλα φάρμακα, όπως για παράδειγμα εκχύλισμα φλοιού κιγχόνης, που όμως δεν επέφεραν ικανοποιητική ύφεση των συμπτωμάτων.
Μια περιγραφή του ιλίγγου από τον Chutterbuck, το 1827, σε μια ευρείας κυκλοφορίας βρετανική εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα, ανέφερε τον Swift ως τυπική περίπτωση. Ο ίλιγγος και η νοητική έκπτωση εμφανίζονται να έχουν άμεση σχέση αιτιότητας:
Κατόπιν, οι βικτωριανοί ιατροί διέγνωσαν τη νόσο του Ménière στα συμπτώματα του Swift (Lecky, 1861). Στις μέρες μας, οι ασθενείς με τη νόσο του Ménière αναφέρουν δυσχέρεια στις ανώτερες λειτουργίες και τον αβάσιμο φόβο ότι πάσχουν από νόσο του Alzheimer. Το ιστορικό που παρέχει η «Ασθενής 4», θήλυ, 32 ετών, με συμπτώματα από 22ετίας, σε μια ιστοσελίδα ενημέρωσης πασχόντων από τη νόσο, που αναρτήθηκε από το Τμήμα Ωτορινολαρυγγολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Washington στο St Louis, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Ο Swift έγραψε ένα απροσδόκητο ποίημα, που για καιρό συνέθετε και διόρθωνε, όπου αναφέρεται συγκεκριμένα στο σύμπτωμα της απώλειας μνήμης σε σχέση με τον ίλιγγο. Στο «Στίχοι για τον Θάνατο του Δρ Swift από τον Ίδιο» (Verses on the Death of Dr Swift Written by Himself), που τελικώς εκδόθηκε το 1731, όταν ήταν 64 ετών, συμπεριλαμβάνει τις εξής στροφές:

Τα παράπονα για τη δυσχέρεια που έχει κάποιος να βρει μια λέξη ή να θυμηθεί κάτι, αναφέρονται συχνά στις νοητικές αλλαγές που συνοδεύουν το γήρας. Εντούτοις θα τα βρούμε επίσης εξετάζοντας προσεκτικά τις πρώτες επιστολές του Swift, κάποιες μάλιστα γραμμένες μόλις στα 20 του χρόνια, όταν ο ίλιγγος και η κώφωσή του είχαν καταγραφεί για πρώτη φορά.
Τα στερνά χρόνια του Swift
Στα 1740, όντας 73 ετών, ο Swift συνέταξε μια διαθήκη την οποία υπογράφει ως «έχοντας σώας τας φρένας αν και ασθενής στο σώμα». Η υγεία όχι μόνο της νοητικής, αλλά και της γλωσσικής του λειτουργίας πιστοποιείται από αυτό το δείγμα μιας επιστολής του στην ηλικία των 75 ετών σχετικά με υποθέσεις της εκκλησίας:
Αυτό είναι το τελευταίο γραπτό κείμενο που αποδίδεται στον Swift. Αν και έζησε ακόμη πέντε χρόνια, δεν έγινε γνωστή άλλη συγγραφική του δουλειά.
Πέντε μήνες μετά τη διαθήκη του, ο Swift κρίθηκε από δικαστήριο «ανίκανος να φροντίσει τον εαυτό του ή την περιουσία του». Το κτήμα του εκτιμήθηκε στις 10.000 λίρες, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή (Malcolm, 1989). Αργότερα εκείνο το έτος, επιστολές φίλων του αναφέρουν ότι ο Swift έπασχε από νόσο των οφθαλμών. Το γεγονός αυτό υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα στις βιογραφίες του Swift ως καθοριστικής σημασίας για την υγεία του. Η ποιότητα της ζωής του μετά την ανάρρωση από την οξεία λοίμωξη περιγράφεται από τον Samuel Johnson στα 1781 (δηλ. 36 χρόνια μετά το θάνατο του Swift).
Ένας μεταγενέστερος βικτωριανός συγγραφέας, ο William Lecky (1861), περιέγραψε τα γεγονότα ως ακολούθως:
Ας συγκρίνουμε τα ανωτέρω με την περιγραφή του Henry Craik το 1892:
Κάποιοι βιογράφοι βασίστηκαν σε οπτικά πειστήρια από πορτρέτα του Swift διαφόρων ηλικιών για τη διάγνωση της αλλαγής στα τελευταία του χρόνια. Για παράδειγμα, ο Lecky (1861) περιγράφει το τελευταίο του πορτρέτο ως εξής: «η σκληρή έκφραση του προσώπου του εξαφανίστηκε […], όπως και κάθε ικμάδα ευφυΐας. Χρειάστηκαν ακόμη δυο χρόνια σε αυτήν την κατάσταση για να διαδεχθεί ο ύπνος του θανάτου τον ύπνο της ιδιωτείας».
Το σύνολο των προηγούμενων περιγραφών βασίζεται σε εξαιρετικά λίγα αποδεικτικά στοιχεία. Υπάρχουν λίγες μόνο μαρτυρίες αυτοπτών συγχρόνων του Swift για την πνευματική και σωματική του κατάσταση τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του. Όσες μπορούν να θεωρηθούν σχετικές, περιλαμβάνονται σε δύο επιστολές γραμμένες από ή προς μέλη της οικογένειας ή του σπιτιού του. Οι ίδιοι άνθρωποι ανέλαβαν τον έλεγχο της περιουσίας του και τη λειτουργία της εκκλησίας. Τα αποσπάσματα σχετικά με τη γλώσσα και τη συμπεριφορά του Swift είναι τα εξής:
Στο βαθμό που μπορώ να γνωρίζω, αυτά είναι τα μοναδικά στοιχεία της συμπεριφοράς του Swift από αυτόπτες μάρτυρες που έχουν δημοσιευτεί ως τώρα. Δεν υπάρχουν καταγραφές από κανένα θεράποντα ιατρό. Ο Swift ήταν κάτω από τη φροντίδα του Δρ John Whiteway, νέου στο ιατρικό επάγγελμα και ανιψιού της ξαδέρφης και σπιτονοικοκυράς του Swift, κυρίας Whiteway. Ο Swift ανέλαβε τα έξοδα της ιατρικής του εκπαίδευσης στο Νοσοκομείο Steevens’, όπου ήταν διοικητής. Ο Swift έζησε περισσότερο από τους υπόλοιπους, γνωστότερους, ιατρούς με τους οποίους διατηρούσε φιλίες.
Ο θάνατός του ανακοινώθηκε στο Gentleman’s Magazine τον Οκτώβριο του 1745:
Κατά τη διάρκεια της νεκροτομής που διενήργησε ο John Whiteway ελήφθη νεκρική μάσκα. Μετά τη διάνοιξη του κρανίου, ο εγκέφαλος βρέθηκε «να επιπλέει σε υγρό». Ο Swift ενταφιάστηκε στην Καθολική του Αγίου Πατρικίου και ο επιτάφιος τύμβος φέρει έναν επίγραμμα στα λατινικά που συνέγραψε ο ίδιος για τον εαυτό του.
Η τρέλα στον 18ο αιώνα
Στον 18ο αιώνα οι έννοιες της τρέλας και της λογικής ήταν μείζον κοινωνικό θέμα. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι η συμπεριφορά του Swift στα τελευταία του χρόνια περιγράφεται από τους βιογράφους του ως ενδεικτική τρέλας, ψυχασθένειας και άνοιας στα γηρατειά. Για παράδειγμα, ο Samuel Johnson έγραφε στα 1781:
Ο Sir Walter Scott (1814) περιέγραψε τη συμπεριφορά του Swift στα τελευταία του χρόνια ως στιγματισμένη από «βίαιη και οργίλη τρέλα», «φρενήρεις κρίσεις πάθους», «κατάσταση ενός αβοήθητου κρετίνου». Παρόλα αυτά, οι περιγραφές αυτές μπορούν να ιδωθούν ως αντανάκλαση των αντιλήψεων και των πεποιθήσεών τους για την ψυχική νόσο και τα αισθήματά τους απέναντι στον συγγραφέα. Είναι καίριας σημασίας να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι, ενώ ο Samuel Johnson (1709-1784) ήταν σύγχρονος του Swift, ο Scott (1771-1832) γεννήθηκε σχεδόν 3 δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Αμφότερες οι βιογραφίες αντλούν στοιχεία από αποσπάσματα επιστολών και αναμνήσεων, φημών και διαδόσεων ολόκληρων δεκαετιών. Στην πραγματικότητα δεν γνώρισαν ποτέ τον Swift και, πολιτικά, ήταν ανοιχτά αντίθετοί του, όσο και επικριτικοί στο λογοτεχνικό του έργο (Ανώνυμος, 1883).
Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ο Swift βρέθηκε στο επίκεντρο μιας σοβαρής διαμάχης μέσα στις σελίδες του Lancet σχετικά με τις μεθόδους της φρενολογίας (Lorch, 2006a). Η εξέταση του κρανίου του Swift έγινε το 1835 στο Δουβλίνο, υπό την αιγίδα της British Association for the Advancement of Science. Υπήρχε έντονο φρενολογικό ενδιαφέρον για την περίπτωσή του. Ο προϊστάμενος ιατρός (Houston, 1835) ανακοίνωσε:
Η ασθένεια των τελευταίων χρόνων του Swift εξετάστηκε στη συνέχεια από τον Δρ William Wilde, ξακουστό ειδικό των οφθαλμικών παθήσεων στο Δουβλίνο και πατέρα του Oscar. Παρακινούμενος από επιστολή ενός συναδέλφου του σχετικά με τη φύση της αναφερόμενης οφθαλμικής λοίμωξης του Swift, ο Wilde (1849) συνέγραψε ένα μακροσκελές άρθρο σε εφημερίδα, που αργότερα επανεκδόθηκε ως βιβλίο με τον τίτλο The Closing Years of Dean Swift’s Life. Ο Wilde σημείωσε πολλαπλές αιτίες για την καταληκτική νόσο: «υπερφόρτωση του στομάχου», «κρύωμα από το να κάθεται έκθετος στην υγρασία», «ένα σύστημα νευρώδες», «μια προσωπικότητα τόσο ευερέθιστη» και «ένα μυαλό τόσο υπερβολικά ενεργό». Κατέληξε ότι οι παράγοντες αυτοί «οδήγησαν σε εγκεφαλική συμφόρηση με περιοδικές προσβολές που πύκνωσαν και εντάθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του».
Ο Wilde θεώρησε ότι η νεκρική μάσκα του Swift (Εικ. 2) παρέχει σημαντικά πειστήρια μυϊκής αδυναμίας και σημεία χρόνιας οφθαλμικής λοίμωξης: «Υπάρχει μια προφανής μετατόπιση του στόματος προς τα αριστερά, ενδεικτική παράλυσης των προσωπικών μυών της δεξιάς πλευράς […]. Ο αριστερός οφθαλμός […] έχει σχετικά βυθιστεί και συνθλιβεί εντός του οφθαλμικού κόγχου». Η τελική του διάγνωση ήταν:
Ο Wilde προσπάθησε να αποδείξει ως λανθασμένη την εντύπωση που δημιούργησαν οι προηγούμενοι βιογράφοι του Swift ότι ήταν παράφρων:
Τριάντα πέντε έτη αργότερα, κάποιος περίεργος συνάδελφός του ζήτησε με γράμμα του από τον Δρ John Charles Bucknill να επανεξετάσει κι αυτός την ασθένεια του Swift. Ο Bucknill ήταν ο ιδρυτής και εκδότης, το 1853, του Asylum Journal of Mental Science (που αργότερα μετονομάστηκε σε Journal of Mental Science και τώρα είναι γνωστό ως British Journal of Psychiatry) και του Brain, το 1879. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στις ψυχικές ασθένειες κατά τον 19ο αιώνα και ήταν αυτός που το 1882 ανασκόπησε τα στοιχεία της νεκροτομής του Swift και τα επιχειρήματα του Wilde στο θέμα της κατανόησης της φλοιικής οργάνωσης των λειτουργιών της κινητικότητας και της γλώσσας, υπό το φως των εξελίξεων που είχαν γίνει στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Δρ William Osler (1892) επέλεξε να χρησιμοποιήσει την ασθένεια του Swift ως πρόλογο σε ένα από τα κεφάλαια του Principles and Practice of Medicine:
Το ερώτημα που βασίστηκε στο εγχειρίδιο του Osler και δημοσιεύτηκε σε ένα πνευματώδες ερευνητικό άρθρο της St. Thomas’s Hospital Gazette (London) το 1902, επανελήφθη στο American Medicine την ίδια χρονιά: «Ποιος έκανε τη νεκροτομή στον Πρύτανη Swift και τι ανέφερε;».
Σαράντα χρόνια αργότερα, ο κορυφαίος ιρλανδός ιστορικός της Ιατρικής, T. G. Wilson (1940), επανεξέτασε, για μια ακόμη φορά, τα στοιχεία που θεωρήθηκαν αιτία της συμπεριφοράς του Swift στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το πόρισμά του αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα προσεγμένης επιστημονικής προσέγγισης των artefacts ως πειστηρίων, πράγμα που συνιστά μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση της διαγνωστικής σκέψης του 19ου αιώνα (του Wilde) και του 20ου αιώνα.
Ο Wilson ήταν ο πρώτος που αναζήτησε ποσοτικές παραμέτρους στα διαθέσιμα στοιχεία. Προχώρησε σε μετρήσεις της νεκρικής μάσκας προκειμένου να τεκμηριώσει τις εντυπώσεις που προκαλούσε οπτικά. Στον 19ο αιώνα, ο Walter Scott (1814) περιέγραψε τη δική του εντύπωση, παρατηρώντας την ίδια μάσκα του Swift, που είχε τεθεί σε κοινή θέα στον καθεδρικό του Αγίου Πατρικίου (όπου μπορεί κανείς να τη δει ως και σήμερα):
Αντίθετα με την πρόταση, που αργότερα υιοθετήθηκε από τον Wilde, ότι η νεκρική μάσκα καταδεικνύει μονόπλευρη παράλυση του προσώπου, ο Wilson ανακάλυψε ότι οι ρινοπαρειακές και οι ρινοχειλικές αύλακες είναι του αυτού μήκους και βάθους. Απέρριψε την άποψη για παράλυση του προσωπικού λόγω φλοιικής βλάβης. Συνέχισε υποστηρίζοντας πως δεν υπάρχει καμιά απόδειξη χρόνιας φλεγμονής του αριστερού κόγχου, όπως είχε προτείνει στο παρελθόν ο Wilde. Η εντύπωση ότι ο αριστερός οφθαλμός είχε βυθιστεί στον κόγχο επίσης αμφισβητήθηκε από τον Wilson. Αντέτεινε ότι οι προσωπογραφίες, οι προτομές και οι νεκρικές μάσκες απλά δημιουργούν μια τέτοια ψευδαίσθηση επειδή, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς από το κρανίο, η μύτη του Swift ήταν εκ γενετής γαμψή.
Ο Wilson δημοσίευσε μια εκτενέστερη αναφορά στα 1964. Έχοντας επανεξετάσει λεπτομερώς τις επιστολές του Swift, απέρριψε και την υπόθεση του Wilde ότι ο Swift εμφάνισε αδυναμία της αριστερής χειρός όταν ήταν μεσήλικας. Ο Wilde συνέδεσε την αδυναμία του αριστερού άνω άκρου και προσώπου, τη ζάλη, την κώφωση και τη ναυτία με διαλείποντα συμπτώματα εγκεφαλικής αιτιολογίας. O Wilson (1964) υποστήριξε ότι υπήρχαν στοιχεία στις επιστολές του Swift ενδεικτικά προσβολής από έρπητα ζωστήρα του αριστερού ώμου τον Μάρτιο του 1711, ενώ η αδυναμία του αριστερού άνω άκρου ήταν μάλλον συνέπεια αυτής της δερματικής βλάβης, παρά οποιασδήποτε εγκεφαλικής δυσλειτουργίας. Σε επιστολή του Swift της 10ης Μαΐου 1711 προς την Stella, περιγράφεται αυτό ακριβώς το γεγονός: «το αριστερό μου χέρι είναι πολύ αδύναμο και τρέμει, αλλά η δεξιά μου πλευρά δεν επηρεάστηκε». Ο Wilson περιέγραψε την καταληκτική νόσο του Swift ως γεροντική φθορά με παράλογες πράξεις.
Αν και η προσεκτική εκτίμηση όλων των διαθέσιμων στοιχείων από τον Wilson φαίνεται να αποτελεί την πιο λογική αναδρομική διάγνωση, μεταγενέστεροι κλινικοί συνέχισαν να προτείνουν εναλλακτικές διαγνώσεις. Ο Dale (1952) διατύπωσε την άποψη πως η εγκεφαλική αρτηριοσκλήρυνση του Swift (με κάποια κληρονομική προδιάθεση) άρχεται ήδη από το 1736, δηλαδή 9 χρόνια πριν από τον θάνατό του. Παρέθεσε τις παραπάνω επιστολές ως αποδείξεις άμβλυνσης της μνήμης και επιβράδυνσης των νοητικών λειτουργιών. Ο Dale καταλήγει λέγοντας ότι οι λεγόμενες «κρίσεις» του Swift και ο επακόλουθος θάνατός του ήταν επιπλοκές ουραιμικής τοξίκωσης και το υγρό στον εγκέφαλο ήταν αποτέλεσμα εγκεφαλικής ατροφίας. Ο Dale ήταν επίσης ο μοναδικός βιογράφος μετά τα 1860 που αμφισβήτησε τη διάγνωση της νόσου του Ménière. Απέδωσε δε τα ακουστικά και αιθουσαία συμπτώματα σε αλλεργία:
Την ίδια χρονιά, ο άγγλος νευρολόγος, Sir Walter Russell Brain, έγινε επίτιμο μέλος (Honorary Fellow) του Royal College of Physicians of Ireland. Θέμα της ευχαριστήριας ομιλίας του ήταν: «Η ασθένεια του Πρυτάνεως Swift». Ο Brain, επανερχόμενος στις απόψεις του 19ου αιώνα σχετικά με την παράλυση της δεξιάς πλευράς του προσώπου και του βυθισμένου αριστερού οφθαλμού, δεν λαμβάνει υπόψη τις μετρήσεις που έγιναν από τον Wilson (1940) στη νεκρική μάσκα. Ο Brain στήριξε τις απόψεις του στην προσωπικότητα και την κοινωνική συμπεριφορά του Swift, όπως αυτές περιγράφονται στις προκατειλημμένες βιογραφίες του Delany (1974) (φίλου του Swift) και Deane Swift (εξαδέλφου του). Η προσέγγιση του Brain εμφανώς αντικατοπτρίζει τις ψυχαναλυτικές ανησυχίες των μέσων του 20ου αιώνα στη Βρετανία.
Ο Brain αναφέρεται στην περιγραφή του Swift από τον Samuel Johnson που «επιβεβαιώνει την υπόθεση». Ο Brain αναφέρει: «Η σύγχρονη ψυχολογία θα απαντούσε στον Δρ Johnson ότι ο Swift ήταν μια “ψυχαναγκαστική προσωπικότητα συναισθηματικά καθηλωμένη σε ένα ανώριμο στάδιο ανάπτυξης”». Ως στοιχεία υπέρ του επιχειρήματος, ο Brain παραθέτει τις βωμολοχίες του Swift και τα σχετικά με τη γενετήσια πράξη γραπτά του. Στην πραγματικότητα, αυτά ήταν λογοτεχνικές εκφράσεις που ο Swift δανείστηκε από αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους κωμικούς.
Ο Brain αναφέρεται για ακόμη μια φορά στον Jonathan Swift, ονομάζοντάς τον «L’Enfant Terrible» (το τρομερό παιδί) στο βιβλίο του με θέμα την ευφυΐα. Ο Brain (1960) πίστευε πως ο Swift ήταν ιδιοφυής, αλλά συμπλήρωνε ότι:
Ο Brain (1960) διέγνωσε την οφθαλμική λοίμωξη του Swift ως «κογχική κυτταρίτιδα», και υποστήριξε πως επεπλάκη με «θρομβοφλεβίτιδα του άνω λιθοειδούς κόλπου, που με τη σειρά του οδήγησε σε φλεβίτιδα των φλοιικών φλεβών που παροχετεύουν το κάτω τμήμα του μετωπιαίου λοβού συμπεριλαμβανομένου, αριστερά, και της περιοχής του Broca […] με αποτέλεσμα σοβαρή και επίμονη κινητική αφασία». Η διάγνωση της αφασίας συμπίπτει με την γενική αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το θέμα αυτό, και ακόμη περισσότερο για τον ίδιο τον Brain (για παράδειγμα, Brain, 1961) όπως ακριβώς και με τον Bucknill 80 περίπου χρόνια προηγουμένως.
Ο Brain παραπέμπει στην περιγραφή των συναισθηματικώς φορτισμένων επιφωνημάτων από τον Hughlings Jackson που αναδύονται μετά την απώλεια του προτασιακού λόγου, ως χαρακτηριστικά της λεκτικής συμπεριφοράς του Swift που ενισχύουν την άποψή του για την αφασία του. Ο Brain ερμηνεύει το εύρημα του «υγρού στον εγκέφαλο» στη νεκροτομή ως «αναμφίβολα αποτέλεσμα της αρτηριοσκληρυντικής ατροφίας».
Ο ιστορικός της νευρολογίας Walter Riese (1959) συμμερίζεται την άποψη πως ο Swift έπασχε από αφασία. Παραθέτει αποσπάσματα από επιστολές της βιογραφίας του John Hawkesworth (1754-1775, εκδότη του Swift) και τα παρουσιάζει ως αποδεικτικά «κατονομαστικών ελλειμμάτων, το περιορισμένο αλλά ορθό και ιδιαιτέρως εκφραστικό λεξιλόγιο (όπως ίσως είναι αναμενόμενο σε έναν ποιητή πάσχοντα από αφασία), και τον ανεπηρέαστο συναισθηματικό λόγο και τις χειρονομίες.» (Riese, 1959). [εντός εισαγωγικών όλα έλκονται από το παρουσιάζει ως αποδεικτικά, η σύνταξη έχει πρόβλημα]
Στο έργο του Raymond Fancher, The Pionneers of Psychology (1979), η περίπτωση του Swift παρουσιάζεται ως κινητική αφασία με απώλεια του πρoτασιακού λόγου:
Συζήτηση
Οι διάφορες απόπειρες να επαναδιαγνωσθεί η τελική νοητική κατάσταση του Swift, με την επανεξέταση των επιστολών του, των προσωπογραφιών του, του κρανίου και της νεκρικής μάσκας του, αποκαλύπτουν πολλά για τη μεταβολή του επικέντρου του ενδιαφέροντος των κλινικών και των θεωρητικών σε ό,τι αφορά τις ερμηνείες της συμπεριφοράς και της νοητικής κατάστασης από τον 18ο αιώνα έως τις μέρες μας. O Sir Walter Scott (1814) υπογραμμίζει αυτή ακριβώς τη δυσδιάκριτη λεπτομέρεια αποκηρύσσοντας τον ισχυρισμό ότι ο Swift κατέληξε από τριτογενή σύφιλη:
Όπως εύστοχα κατέδειξε ο Wilde (1849), κανείς από τους βιογράφους του Swift δεν τον είδε με τα μάτια του όσο νοσούσε ή πρωτύτερα, εκτός από τους Κόμη του Orrery, Deane Swift, Delany και Falkner. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες για τα τελευταία έτη του Swift προέρχονται από δύο επιστολές, η μία από την κυρία Whiteway το 1742 και η άλλη από τον Deane Swift το 1744, όπως αναφέρονται παραπάνω (Williams, 1965). Δεν υπάρχουν επιστολές ή οποιοδήποτε άλλο γραπτό κείμενο από τον Swift μετά το 1741.
Η πιθανότητα ότι ο Swift υπερέβαλλε αναφερόμενος στη δυσκολία του να εκφραστεί προφορικώς και γραπτώς αντικατοπτρίζεται σε πολυάριθμες επιστολές του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Από τις πρωιμότερες ήδη επιστολές του, γύρω στα 1690, πολλές φορές παραπονιέται για προβλήματα στην έκφραση. Χρησιμοποίησε τη λέξη «κρίση» (‘fitt’) αναφορικά με την ποιητική έμπνευση, στοιχείο που αργότερα θεωρήθηκε από ορισμένους τεκμήριο επιληπτικής νόσου. Σε μια επιστολή του, της 3ης Μαΐου 1692 προς τον Thomas Swift, σημειώνει «…Δεν θεωρώ τον εαυτό μου εργάτη της λογοτεχνίας, καθότι αν η κρίση δεν επέλθει άμεσα, ποτέ δεν εμμένω αλλά προχωρώ σε κάτι άλλο…».
Ο Swift επανειλημμένα απαξιοί τη συγγραφική του δεινότητα «Αυτά που γράφω δεν είναι για σας άξια μεταγραφής […] αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτε που να είναι εύκολα κατανοητό». Σε μια επιστολή στη δεσποινίδα Jane Waring, της 29ης Απριλίου 1696, για ακόμη μια φορά τον παρατηρούμε να προβάλλει αυταπαξιωτικές δικαιολογίες: «Αν μου συγχωρήσετε το πτωχό μου χέρι και την ορθογραφία μου, θα βρείτε τη λογική μου πολύ σωστή και αρμόζουσα». Σε μια επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο King, της 6ης Ιανουαρίου του 1709, ο Swift απολογείται για την καθυστερημένη του απάντηση λόγω μιας «εξαιρετικά άσχημης διάθεσης, μιας ζάλης στο κεφάλι, που δεν μου επέτρεψε να σκεφτώ ή να γράψω, και από την οποία τώρα αναρρώνω». Ξανά προς τον ίδιο παραλήπτη στις 8 Μαρτίου 1710: «Έχω ξαναδιαβάσει αυτά που έγραψα και τα βρίσκω συγκεχυμένα και λανθασμένα, πράγμα που πρέπει να αποδώσει η Χάρη σας στον βίαιο Πόνο Ψυχής στον οποίο βρίσκομαι, περισσότερο από ποτέ στη Ζωή μου». Στην επιστολή αυτή εννοείται ότι ο Swift περιγράφει μάλλον ψυχικό και όχι σωματικό πόνο, καθώς αναφέρεται στο μαχαίρωμα του κοινού τους συναδέλφου κυρίου Harley. Η ερμηνεία αυτή υποστηρίζεται και από την απάντηση του Αρχιεπισκόπου στις 17 Μαρτίου: «Δεν εκπλήσσομαι ότι βρισκόσασταν σε σύγχυση όταν μου γράφατε· καθότι σας βεβαιώ πως το διάβασα με φρίκη, πράγμα φυσικό να γεννηθεί σε κάθε σώμα που δεν το έχει σκληρύνει η φαυλότητα».
Μεταγενέστερες επιστολές του Swift περιείχαν παρόμοιες εκφράσεις, αλλά θεωρήθηκαν πως αναφέρονται σε καταστάσεις ιατρικά αθώες και καλοήθεις. Για παράδειγμα, στο παρακάτω απόσπασμα, παρόμοιου ύφους με τα προηγούμενα, θεωρήθηκε από πολλούς, που ασχολήθηκαν με την αναδρομική διάγνωση της νόσου του Swift, ως ενδεικτικό σοβαρής ψυχικής νόσου. Σε μια επιστολή στην ξαδέρφη του, δεσποινίδα Whiteway, στα 1740, ο Swift γράφει:
Τα σχόλια αυτά προβάλλουν ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της ζωής του Swift, αλλά, έχοντας μελετήσει μόνο τις πιο όψιμες επιστολές, μεταγενέστεροι μελετητές τα εξέλαβαν ως συμπτώματα διαταραγμένης σκέψης ή/και γλώσσας. Όταν ο Swift ήταν 69 ετών έγραψε στον καλό του φίλο Alexander Pope ότι: «…χρόνια αδυναμίας πραγματικά με τσάκισαν. Εννοώ αυτήν την απαίσια και συνεχή διαταραχή του μυαλού μου. Δεν δύναμαι ούτε να γράψω ούτε να διαβάσω, ούτε να θυμηθώ, ούτε να συζητήσω.»
Παρόλα αυτά, σε ηλικία μόλις 55 ετών, ο Swift έγραψε ένα ποίημα για τα γενέθλια της Stella (1722):
Σχετικά με την αναδρομική διάγνωση
Σκοπός της ανασκόπησης της περίπτωσης του Jonathan Swift είναι να φέρει στο προσκήνιο τις μεταβολές των ορίων και τον επαναπροσδιορισμό των πεδίων του νου, της σκέψης, του λόγου και της μνήμης. Παρέχει μια ιστορική προοπτική στις ταξινομικές διακρίσεις του συναισθήματος και του θυμικού, της λογικής και της ψυχικής νόσου. Το άρθρο σκιαγραφεί τις αλλαγές στη βαρύτητα που αποδίδεται σε σημεία και συμπτώματα και τη σημασία τους σε μεταβαλλόμενες νοσολογίες. Το συμπέρασμά μας είναι πως τα διαθέσιμα στοιχεία για τα τελευταία χρόνια του Swift δεν παρέχουν ασφαλή διάγνωση για τους σύγχρονους μελετητές. Για τη διαφοροδιάγνωση χρησιμοποιούνται πλέον ευαίσθητες ποιοτικές αναλύσεις της συμπεριφοράς και ποσοτικές τεχνικές σταθμισμένων εξετάσεων. Για να επιτευχθεί η διάγνωση στις μέρες μας θεωρούνται απαραίτητες οι σύγχρονες απεικονιστικές μέθοδοι, η μοριακή γενετική, η ιστολογία και άλλες τεχνικές για τον καθορισμό της παθολογικής ανατομικής.
Σε αντίθεση με το περιστατικό της Auguste D., που περιέγραψε ο Alzheimer, δεν έχει καταγραφεί οποιαδήποτε ιατρική εκτίμηση της επίμαχης περιόδου της ζωής του Swift, ούτε υπήρξε λεπτομερής νεκροτομική εξέταση μετά τον θάνατό του. Δεν υπάρχει δυνατότητα να καθοριστεί με ακρίβεια η νόσος του Swift. Αυτό οφείλεται στους περιορισμούς που θέτει η ένδεια πειστηρίων. Δεν υπήρξαν καταγεγραμμένες παρατηρήσεις από τους θεράποντες ιατρούς, αναλυτικές περιγραφές εξετάσεων συμπεριφοράς, αναλυτικό ιστορικό της επίμαχης περιόδου, δείγματα λόγου, γραφής ή ανάγνωσης, στοιχεία για τη μνήμη του ή την καθημερινή του λειτουργικότητα. Η αναφορά της νεκροτομής έχει περιορισμένη αξία, καθώς δεν εμπεριέχει άμεση εξέταση του εγκεφάλου, αλλά μόνο διάνοιξη του κρανίου. Τα μόνα χειροπιαστά στοιχεία είναι η νεκρική μάσκα, το κρανίο και ίσως το εκμαγείο του εγκεφάλου. Τα αντικείμενα αυτά δεν μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με την αιτιοπαθογένεια οποιασδήποτε νευροπαθολογίας. Φτάνουμε λοιπόν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως δεν μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας ό,τι απαιτείται για να πραγματοποιήσουμε μια διαφορική διάγνωση. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ούτε καν για τα συμπεριφορικά συμπτώματα του Swift στα τέλη της ζωής του. Ήταν τα συμπτώματα αυτά αφασία, κατάθλιψη, βραδυκινησία ή απλά η φυσική συνέπεια χρόνιας αναπηρίας και κοινωνικής απομόνωσης;
Η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι κλινικοί μεταχειρίστηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία για τα τελευταία χρόνια του Swift παρέχει μια συστηματική ανασκόπηση των μεταβαλλόμενων διαγνωστικών μεθόδων – από τις απλές παρατηρήσεις των φροντιστών και φίλων, ως τις περιγραφές των εκπαιδευμένων ιατρών. Με την ανάπτυξη των νοσολογικών συστημάτων στον 19ο αιώνα εφαρμόστηκαν πιο εκλεπτυσμένες ονομασίες και κατηγορίες. Η προσέγγιση αυτή εξελίχθηκε με την εφαρμογή κλινικο-ανατομοπαθολογικών μεθόδων, με τις οποίες η κλινική εικόνα συσχετίστηκε με τη νεκροτομική εξέταση από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά.
Η αξία της μελέτης των διαφόρων αναδρομικών διαγνώσεων που προτάθηκαν για τον Jonathan Swift δεν βρίσκεται στην πιθανότητα να καταλήξουμε σε οριστική διάγνωση (καθώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο), αλλά μάλλον στη δυνατότητα να φωτίσουμε κάπως την επιχειρηματολογία αυτών των συγγραφέων που με τον τρόπο τους αντικατοπτρίζουν την εποχή τους. Οι αντιλήψεις τους σχετικά με τη συμπεριφορά, την ασθένεια και το γήρας αποκαλύπτονται μέσω του τρόπου με τον οποίον ερμηνεύουν τα στοιχεία που διαθέτουν για την περίπτωση του Swift. Η κριτική αυτή ανασκόπηση υπογραμμίζει τη λογική αλληλουχία σκέψεων που εφαρμόστηκε σε κάθε περίσταση και παρέχει παραδείγματα για το τι θεωρούνταν έγκυρη επιχειρηματολογία σε κάθε δεδομένη περίοδο. Έτσι, η εξέταση μιας σειράς αναδρομικών διαγνώσεων μπορεί να έχει ιδιαίτερη αξία (Arrizabalaga, 2002, Karenberg και Moog, 2004). Μπορεί να χρησιμεύσει σαν ένα είδος προβλητικού τεστ, όπως αυτό του Rorschach, στο οποίο η εκάστοτε απάντηση είναι αποκαλυπτική μάλλον για τον εξεταζόμενο παρά για το σχέδιο αυτό καθαυτό.
Συμπέρασμα
Υπήρξε προσφάτως αρκετή συζήτηση για την αναδρομική διάγνωση της Auguste D., της αρχικής περίπτωσης που περιέγραψε ο Alzheimer πριν από 100 χρόνια. O O’Brien (1996) υποστήριξε ότι η Auguste D., η πρώτη άρρωστη του Alzheimer, ίσως έπασχε τελικά από αγγειακή άνοια και ο Amaduzzi (1991, 1996) αντιπρότεινε τη διάγνωση της μεταχρωματικής λευκοδυστροφίας. Tην οριστική απάντηση σε αυτήν την υπόθεση έδωσε η δημοσίευση της ιστοπαθολογικής εξέτασης των αυθεντικών ιστοτεμαχίων από τους Graeber και συνεργάτες (1998), ενώ οι σημειώσεις περιγράφουν λεπτομερώς τη συμπεριφορά αυτής της διαταραχής. Στην περίπτωση του Jonathan Swift υπήρξαν επίσης συνεχώς ανανεούμενες υποθέσεις για την αναδρομική διάγνωση. Εδώ όμως, η ανασκόπηση αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν διαθέτουμε αδιάσειστα στοιχεία είτε συμπεριφορικά είτε ανατομοπαθολογικά που θα επέτρεπαν μια οριστική απάντηση.
Είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε την περιγραφή της συμπεριφοράς που παρέχει ο Alzheimer με αυτήν που διαθέτουμε για τον Swift. Ενώ η Auguste D. ήταν στις αρχές της 6ης δεκαετίας της ζωής της όταν εκδηλώθηκαν οι πρώτες ενδείξεις νοητικής έκπτωσης, ο Swift πλησίαζε τα 70 χωρίς να αναφερθεί ίχνος τέτοιας δυσκολίας. Η σύγκριση των δύο περιστατικών εγείρει επίσης το ζήτημα του γήρατος. Το σχετικά νεαρό της ηλικίας της Auguste D. ήταν σημαντικό για τον Alzheimer. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην «προγεροντική» εμφάνιση, υποστηρίζοντας πως οι συμπεριφορές που απαντώνται στο γήρας είναι δυνατό να παρατηρηθούν σε νεότερες ηλικίες. Για τον Alzheimer, αυτό αποτέλεσε επιχείρημα υπέρ ενός συνεχούς μοντέλου του γήρατος (Cheston και Bender, 2003). Η ηλικία θεωρείται πλέον μείζων παράγοντας για την εμφάνιση της νόσου του Alzheimer και συνδέεται με τη σύγχρονη μακροζωία. Στις μέρες του Swift, το προσδόκιμο επιβίωσης ήταν κατά τι λιγότερο από 40 έτη, ενώ ο ίδιος δεν εξεδήλωσε σημεία έκπτωσης της μνήμης ή της γλώσσας πριν φτάσει τα 70. Το ποίημά του, «όταν θα φτάσω να γίνω γέρος» του 1699, τότε που ήταν 32 ετών, περιλαμβάνει την ευχή να αποφύγει ορισμένες συμπεριφορές που θεωρούσε τυπικά προβλήματα των ηλικιωμένων, κι ανάμεσά τους: «[…] Να μην είμαι κακοδιάθετος ή μίζερος ή καχύποπτος […]. Να μην λέω την ίδια ιστορία ξανά και ξανά στους ίδιους Ανθρώπους […]. Να μην παραμελώ την ευγένεια ή την καθαριότητα, για να μην κατρακυλήσω στη Βρωμιά […]». Είναι ενδιαφέρον πως κανείς από τους βιογράφους του δεν απέδωσε τις αλλαγές στη συμπεριφορά του απλά στο γήρας. Μολαταύτα, ήδη από το 1685, ο Willis αναγνώριζε ότι κάποιοι άνθρωποι «γίνονται σημαντικά βραδύνοες […] απλά και μόνο γηράσκοντας». Προς το τέλος του αιώνα, πρώτος ο Cullen (1776) όρισε τη γεροντική άνοια ως ιατρική οντότητα, amentia senilis (Romàn, 1999).
Σύγχρονες προσεγγίσεις της άνοιας περιλαμβάνουν ερωτήματα για τη σχετική βαρύτητα μη οργανικών επιβαρυντικών παραγόντων, όπως είναι η αισθητηριακή αποστέρηση εξαιτίας του ιδρυματισμού. Οι Cheston και Bender (2003) σημειώνουν πως λίγα είναι γνωστά για το προνοσηρό ιστορικό της Auguste D. ή για την έναρξη της νόσου. Οι παράγοντες αυτοί είναι επίσης σημαντικοί και στην περίπτωση του Swift, αλλά δεν ελήφθησαν υπόψη σε καμία από τις αναδρομικές διαγνώσεις. Παρομοίως δεν έγινε καμία συζήτηση σχετικά με την επίπτωση της χρόνιας αναπηρίας από τα επεισόδια ιλίγγου και την κώφωση στη νοητική κατάσταση του Swift.
Το καθένα από τα συμπτώματα που αποδίδονται στον Swift – νοητικές αλλαγές, έκπτωση της μνήμης, μεταβολές της προσωπικότητας, διαταραχές της γλώσσας και παράλυση του προσώπου – αποκτούσε διαφορετικό ειδικό βάρος για κάθε συγγραφέα του 18ου, 19ου ή 20ου αιώνα. Τα στοιχεία που υπάρχουν μοιάζουν ανεπαρκή σήμερα για να εξακριβωθεί οποιαδήποτε από τις αντικρουόμενες υποθέσεις. Πέρα από αυτό, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να εξετασθεί ο τρόπος με τον οποίο διάφορα συμπτώματα και σημεία απέκτησαν αξία στους διάφορους συγγραφείς κάθε ιστορικής περιόδου. Αυτά που άλλοτε θεωρούνταν ως τυπικά στοιχεία του γήρατος έχουν σημαντικά επαναπροσδιοριστεί με την ανάπτυξη της ιατρικής γνώσης (Cunningham, 2002). Η προσωπικότητα, ο κοινωνικός περίγυρος και οι στρεσογόνοι παράγοντες θεωρούνται πλέον σημαντικοί στις ερμηνείες των αλλαγών μιας δεδομένης συμπεριφοράς. Η περίπτωση του Jonathan Swift μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για τις παθήσεις της γλώσσας και της μνήμης κατά το γήρας σε μια περίοδο που εκτείνεται σε πάνω από 250 χρόνια.
Βιβλιογραφία
Alzheimer A. Über eine eigenartige Erkrankung der Hirnrinde. Allg Zeitschr Psychiatr 1907, 64, 146-8.
Amaducci L. Alzheimer’s original patient. Science 1996, 274, 328.
Amaducci L, Sorbi S, Piacentini S, Bick KL. The first Alzheimer disease case: a metachromatic leukodystrophy? Dev Neurosci 1991; 13: 186-7.Anonymous. Jonathan Swift. The Times 1883, July 21, 4.
Anonymous. Examination based on Osler’s Principles and Practice of Medicine (1892). Δημοσιεύτηκε στο St. Thomas’s Hospital Gazette (London) 1902, 12, 59-60 και επαναδημοσιεύτηκε στο Am Med 1902, 3, 723-4 (http://mcgovern.library.tmc.edu/OslersWeb/1902Exam/Exam.htm).
Anonymous. Patient 4. female, age 32, 22-year history of symptoms. Symptoms and incidence of Ménière’s disease (http://oto.wustl.edu/men/mn1.htm).
Arrizabalaga J. Problematizing retrospective diagnosis in the history of disease. Ascelpio 2002, 54, 51-70.
Boller F, Forbes MM. History of dementia, dementia in history: an overview. J Neurol Sci 1998, 158, 125-33.
Brain WR. The illness of Dean Swift. Irish Med J 1952, 320-1 και 337-46.
Brain WR. Some reflections on genius. London: Pitman Medical, 1960.
Brain WR. Speech disorders. London: Butterworths, 1961.
Bucknill JC. Dean Swift’s Disease. Brain 1882, 4, 493-506.
Cheston R, Bender M. Understanding dementia: the man with the worried eyes. London: Jessica Kingsley, 2003.
Clutterbuck –[?]. Lectures on the diseases of the nervous system, Lecture XVIII on Vertigo. Lancet 1827, 8, 550-4.
Craik H. Life of Swift. Oxford: The Clarendon Press 1892.
Crichton P. Jonathan Swift and Alzheimer’s disease. Lancet 1993, 342, 874.
Cunningham A. Identifying disease in the past: cutting the Gordian knot. Asclepio 2002, 54, 14-34.
Dale PM. Medical biographies: the ailments of 33 famous persons. Norman: Oklahoma University Press 1952.
Delany P. Observations upon Lord Orrery’s remarks on the life and writings of Dr Jonathan Swift. 1754. Swiftiana 12. New York: Garland 1974.
Enserink M. First Alzheimer’s diagnosis confirmed. Science 1998, 279, 2037.
Fancher R. Pioneers of psychology. New York: W. W Norton & Company; 1979.
Graeber MB. No man alone: the rediscovery of Alois Alzheimer’s original cases. Brain Pathol 1999, 9, 237-40.
Graeber MB, Mehraein P. Reanalysis of the first case of Alzheimer’s disease. Eur Arch Psychiatry Clin Neurosci 1999; 249 (Suppl 3): III/10-III/13.
Graeber MB, Kösel S, Grasbon-Frodl E, Möller HJ, Mehraein P. Histopathology and APOE genotype of the first Alzheimer disease patient, Auguste D. Neurogenetics 1998, 1, 223-8.
Hawkesworth J. Life of Dr. Jonathan Swift. ’The Works of Jonathan Swift, D.D., Dean of St. Patrick’s, Dublin. London: C. Bathurst, C. Davis 1754-1775.
Houston J. Phrenological report on Jonathan Swift’s skull. Phrenol J 1834/6, 9, 558-60.
Lawlor B. Beyond hemiplegia. Reported by Horgan F, Desmond O. IrishMed J 1999, 92, 425-6.
Johnson S. Jonathan Swift. In: Lives of the poets. Vol. III. London: George Bell and Sons: 1781 (reprint 1890).
Karenberg A, Moog PF. Next emperor, please! No end to retrospective diagnostics. J Hist Neurosci 2004, 13, 143-9.
Lecky WEH. The leaders of public opinion in Ireland. London: Saunders, Ottley 1861.
Le Fanu R. Swift’s medical friends. In: O’Brien E, editor. Essays in honour of J.D.H. Widdess. Dublin: Cityview Press, 1978, 43-56.
Lewis JM. Jonathan Swift and Alzheimer’s disease. Lancet 1993, 342, 504.
Lorch M. Phrenology and methodology or ‘playing tennis with the net down’. Aphasiology 2006, 20, 9-11, 1059-1071 (Special Issue in honour of Prof. John C. Marshall).
Lorch M. Jonathan Swift’s perspective on language, mind and brain. In: Whitaker H, Smith CUM, Finger S, editors. Brain, mind and medicine: 18th century perspectives on the neurosciences. Springer-Verlag.
Malcolm E. Swift’s hospital: a history of St. Patrick’s Hospital Dublin (1748-1989). Dublin: Gill and MacMillan 1989.
Maurer K, Volk S, Gerbaldo H. Auguste D., and Alzheimer’s disease. Lancet 1997, 349, 1546-9.
O’Brien C. Auguste D., and Alzheimer’s disease. Science 1996, 273, 28.
Riese W. A history of neurology. New York: MD Publications; 1959.
Romàn GC. A historical review of the concept of vascular dementia: lessons from the past for the future. Alzheimer Dis Assoc Disord 1999, 4.
Scott W. Memoirs of Jonathan Swift. Edinburgh: Constable 1814.
Swift J. Gulliver’s travels. London 1726.
Wilde W. The closing years of Dean Swift’s life. Dublin, Hodges and Smith 1849.
Williams H. Correspondence of Jonathan Swift. Oxford: Oxford University Press 1965.
Wilson TG. Swift’s deafness, and his last illness. Annals Med Hist 1940, 3, 291-305.
Wilson TG. Swift and the doctors. Med Hist 1964, 8, 199-216.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.