Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Σταυρούλα Θεοδωροπούλου,
Δημήτριος Τσάμος

σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]

Φαινομενολογική κατεύθυνση έρευνας στην ψυχοπαθολογία του Jaspers

Η Σταυρούλα Θεοδωροπούλου και ο Δημήτριος Τσάμος είναι Ψυχίατροι, Αθήνα

Τμήμα του άρθρου ανακοινώθηκε στο 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής. Αθήνα 14-18 Μαΐου 2008.

Η ψυχοπαθολογία, το σύνολο των σημείων και συμπτωμάτων των ψυχικών διαταραχών, αποτελεί τον ουσιαστικό πυρήνα της ψυχιατρικής επιστήμης. Η γνώση της, ο σχηματισμός των εννοιών της, ο ορισμός των σημείων και συμπτωμάτων, η μεταξύ τους διάκριση, η σύνταξή τους με ομοειδή και η ενσωμάτωσή τους σε ευρύτερα εννοιολογικά πλαίσια καθορίζουν την εγκυρότητα της διάγνωσης και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας [1]. Η μελέτη εντούτοις της ψυχοπαθολογίας περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να γίνει εις βάθος ανάλυση και να υπάρξει πλήρης κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στις φυσικές επιστήμες οι παλαιότερες μελέτες έχουν, τις περισσότερες φορές, καθαρά ιστορικό ενδιαφέρον και θεωρούνται απαρχαιωμένες. Στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές μελέτες οι περισσότερο σημαντικές έχουν μαζί με την ιστορική τους αξία και μια διαχρονική αξία.

Το φιλοσοφικό δόγμα, γνωστό ως φαινομενολογία, παρείχε στις αρχές του 20ου αιώνα την εννοιολογική βάση της νέας περιγραφικής γλώσσας της ψυχιατρικής, στην οποία βασίστηκε η ανάπτυξη των ταξινομητικών συστημάτων. Ο όρος φαινομενολογία χρησιμοποιήθηκε από τον Έγελο (Hegel) για το σύνολο των ψυχικών φαινομένων, όπως αποκαλύπτονται στη συνείδηση, την ιστορία και την εννοιολογική σκέψη [2, 3]. Ο Husserl χρησιμοποίησε αρχικά τον όρο με την έννοια της «περιγραφικής ψυχολογίας» σε σύνδεση με το φαινόμενο της συνείδησης, αλλά αργότερα τον χρησιμοποίησε με την έννοια της εμφάνισης των πραγμάτων [2].

Ο Karl Jaspers (1883-1969), ψυχίατρος και φιλόσοφος, εισήγαγε τη φαινομενολογία στην ψυχοπαθολογία. Στο σημαντικότερο έργο του, «Γενική Ψυχοπαθολογία» [4], ο Jaspers επηρεασμένος από τις συζητήσεις του με διακεκριμένους επιστήμονες του χώρου της ιατρικής, όπως οι Gruhle, Wilmanns, Nissl, Ranke και Mayer-Gross, πραγματεύεται μια συστηματοποιημένη προσέγγιση της ψυχοπαθολογίας σε αντιπαράθεση με την καρτεσιανή διχοτομία ψυχή-σώμα και το μεθοδολογικό δυϊσμό του 19ου αιώνα μεταξύ υποστηρικτών του σώματος και υποστηρικτών της ψυχής, και στον επόμενο αιώνα μεταξύ των ερευνητών του εγκεφάλου και των ερευνητών της ψυχής (Wernicke και Freud αντίστοιχα). Ο Jaspers κάνει διάκριση ανάμεσα στις αιτιολογικές απόψεις τις προερχόμενες από τον χώρο της πειραματικής ψυχοπαθολογίας και την κατανόηση της ψυχοπαθολογίας με τη χρήση της ενσυναίσθησης (empathy). Αυτή η προσέγγιση των ψυχοπαθολογικών φαινομένων ανήκει, κατά τον Jaspers, σε ένα διαφορετικό τομέα της επιστημονικής μεθοδολογίας, τον οποίο ονομάζει επιστήμη του πνεύματος (Geisteswissenschaften) [5].

H φαινομενολογία, σύμφωνα με τον Jaspers, βασίζεται σε έναν αριθμό διαδικασιών: α) Δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή των ψυχικών καταστάσεων τις οποίες ο άρρωστος βιώνει και τις παρουσιάζει προς παρατήρηση, β) Επανεξετάζει τις μεταξύ τους σχέσεις, τις περιγράφει λεπτομερώς, τις διαφοροποιεί και δημιουργεί μια κατάλληλη ορολογία.

Εφόσον ποτέ δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τα ψυχικά βιώματα των άλλων προσώπων με έναν άμεσο τρόπο, όπως αυτό συμβαίνει με τα σωματικά φαινόμενα, μπορούμε να κάνουμε μόνο ένα είδος παρουσίασής τους. Η φαινομενολογία, σύμφωνα με τον Jaspers, αποτελεί μια εμπειρική μέθοδο έρευνας, η οποία συντηρείται μόνον από τις πληροφορίες του ασθενούς. Έτσι, εμείς για να μπορούμε να φτάσουμε να γνωρίζουμε τα πλέον ζωτικά παθολογικά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούμε στην «ψυχολογική κρίση» των ασθενών μας. Οι ίδιοι ασθενείς γίνονται «παρατηρητές» κι εμείς μπορούμε μόνο να εκτιμήσουμε την αξιοπιστία και την κρίση τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποδεχόμαστε τις περιγραφές των ασθενών μας πολύ εύκολα και σε άλλες τις αμφισβητούμε. Οι αυτοπεριγραφές των ψυχωτικών ασθενών δεν είναι μόνο μοναδικές, αλλά μας παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες από τις οποίες έχουμε ανακαλύψει πολλές των βασικών εννοιών της ψυχοπαθολογίας. Εάν συγκρίνουμε αυτά που οι άρρωστοι λένε, διαπιστώνουμε ότι πολλά βιώματά τους είναι παρόμοια. Μερικά άτομα είναι πολύ αξιόπιστα και ταλαντούχα και δίνουν σαφείς πληροφορίες. Οι υστερικοί ασθενείς κι εκείνοι με διαταραχή προσωπικότητας απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην εκτίμηση της αξιοπιστίας τους. Οι ασθενείς αυτοί μπορεί να αναφέρονται σε βιώματα προκειμένου να μας δεσμεύσουν και να μας ευχαριστήσουν [2].

Ο Andrew Sims, αναφερόμενος στη μελέτη της φαινομενολογίας κατά τον Jaspers, επισημαίνει ότι στόχος της μελέτης πρέπει να είναι το εσωτερικό γεγονός ή φαινόμενον έτσι που ο εξεταστής να μπορεί να κατανοήσει, όσο είναι δυνατόν, με τη χρήση της ενσυναίσθησης (empathy) πώς ο ασθενής το βιώνει. Η φαινομενολογία κατευθύνει τον εξεταστή όχι μόνο να διερευνά πώς ο ασθενής αισθάνεται εσωτερικά με λεπτομερείς ερωτήσεις, αλλά χρειάζεται να χρησιμοποιεί τα δικά του εγγενή χαρακτηριστικά και την κλινική δεξιότητα της ενσυναίσθησης για την κατανόηση του υποκειμενικού βιώματος του ασθενούς. Σε όλο του το έργο ο Karl Jaspers προσδιορίζει τη φαινομενολογία πάντοτε υπό την έννοια της υποκειμενικής ενημερότητας (subjective awareness) ή της μελέτης του βιώματος «εκ των έσω» [6].

Η δυσκολία της φαινομενολογίας έγκειται στο ότι πρόκειται για τη μελέτη του υποκειμενικού βιώματος ενός άλλου προσώπου. Όταν αυτή η προσέγγιση χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική, το σύνολο των πεποιθήσεων, των απόψεων και των βιωμάτων του ασθενούς έχει εξαιρετική σημασία.

Πρόσφατα σε άρθρο του έγκριτου περιοδικού Philosophy, Psychiatry and Psychology και υπό τον τίτλο: Pluralism in Psychiatry: Karl Jaspers on Science (Πλουραλισμός στην Ψυχιατρική: ο Karl Jaspers στην Επιστήμη), o S. Nassir Ghaemi θεωρεί ότι η πλέον σημαντική συνεισφορά του Jaspers στην ψυχιατρική υπήρξε η προσπάθειά του να ορίσει μια επιστημονική μέθοδο μελέτης σύμφωνα με ένα πλουραλιστικό μοντέλο: Η διάκριση μεταξύ κατανόησης (understanding-verstehen) και εξήγησης (explanation-erklären) δεν αποτελεί διάκριση μεταξύ επιστήμης και μη επιστήμης, αλλά μεταξύ δύο θέσεων ενός πλουραλιστικού επιστημονικού μοντέλου [7].

Με τον όρο κατανόηση, ο Jaspers αναφέρεται στην αντίληψη ή διαίσθηση που ένα πρόσωπο μπορεί να έχει για τη σημασία της ψυχολογικής κατάστασης ή του εσωτερικού γεγονότος ενός άλλου. Με τον όρο ερμηνεία, αναφέρεται στην πλέον παραδοσιακή έννοια της αιτιώδους εμπειρίας ή της παρατηρούμενης επίδρασης ενός γεγονότος ή μιας διεργασίας σ’ ένα άλλο γεγονός το οποίο μπορεί να εκτιμάται αντικειμενικά. O Jaspers θεώρησε αυτή τη διάκριση ως ένα μέρος μιας ευρύτερης θεώρησης στην υπηρεσία μιας πλουραλιστικής επιστημονικής μεθόδου [7]. Τις απόψεις αυτές του Jaspers τροφοδότησαν οι θέσεις δύο σημαντικών ανδρών, του φιλοσόφου Wilhelm Dilthey και του κοινωνιολόγου Max Weber. Ωστόσο, ο Dilthey προόριζε την «κατανόηση» ως εργαλείο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την «ερμηνεία» ως εργαλείο για τις φυσικές επιστήμες.

Μερικοί επιστήμονες τείνουν να αρνούνται την εγκυρότητα οποιασδήποτε ψυχολογικής πηγής επιστημονικής γνώσης. Αποδέχονται μόνο τη γνώση που προσλαμβάνεται αντικειμενικά με τις αισθήσεις και όχι αυτή που ουσιαστικά γίνεται κατανοητή δια των αισθήσεων. Υποστηρίζουν ότι η ψυχιατρική δεν έχει φτάσει το status μιας επιστήμης και ότι η επιστήμη απαιτεί συστηματική εννοιολογική σκέψη η οποία μπορεί να μεταδίδεται στους άλλους. Μόνον εφόσον η ψυχιατρική πετύχει αυτό τον στόχο μπορεί να θεωρείται επιστήμη [8].

Δεν είναι ίσως υπερβολή να λεχθεί ότι ο Jaspers ήταν ο πρώτος ψυχίατρος που σαφώς διαπίστωσε την ανάγκη να υπάρχει σαφήνεια στη μέθοδο εκτίμησης του ασθενούς. Έλαβε ως δεδομένο ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών, είναι μοναδική. Υπάρχει σε κάθε πρόσωπο μια όψη η οποία «ξεπερνά» κάθε προσπάθεια κατανόησης ή κατάκτησης με ένα συγκεκριμένο τρόπο γνώσης, επιστημονικό ή άλλον. Θεωρεί ότι αυτή η «υπέρβαση» είναι η θεμελιώδης πηγή της ανθρώπινης ελευθερίας. Η μοναδικότητα του καθενός μας υποστηρίζεται κι από τις γενετικές μας διαφορές όσο κι αν αυτές είναι μικρές. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί ποτέ να κατανοηθεί πλήρως με μια απλή μέθοδο γνώσης και κάθε μέθοδος γνώσης έχει τα όριά της. Εφόσον καμία απλή μέθοδος δεν είναι επαρκής, τότε πολλαπλές μέθοδοι θα πρέπει να εφαρμόζονται. Συμπληρωματικές πληροφορίες θα πρέπει να αποκτώνται με τη χρήση πολλαπλών μεθόδων, οδηγώντας στην ολοένα πληρέστερη κατανόηση της ψυχικής ζωής ή της ψυχικής κατάστασης του άλλου προσώπου [7. 8].

Παρά ταύτα, και η χρήση πολλαπλών μεθόδων δεν εξαντλεί τη μοναδικότητα του προσώπου. Η σαφήνεια μιας μεθόδου είναι ουσιώδης και η προσοχή στις χρησιμοποιούμενες μεθόδους αποτελεί το κλειδί για την εξέλιξη της Ψυχιατρικής: Κάθε μέθοδος έχει ένα πλεονέκτημα και ισχύ, συγκεκριμένες όψεις που κατακτά περισσότερο αποτελεσματικά και με περισσότερη ακρίβεια από άλλες μεθόδους, και κάθε μέθοδος επίσης έχει μειονεκτήματα και αδυναμίες, συγκεκριμένες όψεις που αποτυγχάνει να δει. Κάθε μέθοδος αρχίζει με συγκεκριμένες υποθέσεις, οι οποίες αυξάνουν την ικανότητά της να κατακτά συγκεκριμένες όψεις της πραγματικότητας και περιορίζουν την ικανότητά της να κατακτά κάποιες άλλες. Ο μεθοδολογικός, λοιπόν, πλουραλισμός συνίσταται στην αναγνώριση των δυνατοτήτων και των ορίων κάθε μεθόδου και στην εφαρμογή εκείνων που είναι περισσότερο κατάλληλες για ειδικές περιστάσεις (νόσοι, διαγνώσεις, καταστάσεις) [7].

Ο Karl Jaspers τονίζει με σαφήνεια στο βιβλίο του «Γενική Ψυχοπαθολογία»: «Η πραγματικότητα ουσιαστικά γίνεται ορατή με τα γυαλιά της μιας ή της άλλης θεωρίας. Ως εκ τούτου εμείς πρέπει να κάνουμε μια συνεχή προσπάθεια να αγνοούμε τις θεωρητικές μας προκαταλήψεις και να εκπαιδεύουμε τους εαυτούς μας σε μια καθαρή εκτίμηση των γεγονότων. Μπορούμε να εκτιμούμε τα γεγονότα υπό το πρίσμα μιας κατηγοριοποίησης και μιας μεθοδολογίας και είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τις ενυπάρχουσες προϋποθέσεις σε κάθε ανακάλυψη. Μπορούμε έτσι, να μάθουμε να κοιτάζουμε την πραγματικότητα αναγνωρίζοντας ότι αυτό που βλέπουμε δεν είναι πάντοτε ούτε η πραγματικότητα αυτή καθεαυτή ούτε το σύνολο της πραγματικότητας» [8].

Ο εξεταστής είναι σε κάθε περίπτωση κάτι περισσότερο από ένα «περιέχον» στο οποίο μπορεί να συρρέουν οι πληροφορίες. Είναι μια ανθρώπινη ύπαρξη και λόγω αυτού αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο της ίδιας του της έρευνας. Οι προϋποθέσεις, χωρίς τις οποίες η έρευνά του θα είναι άκαρπη, εμπεριέχονται στην ύπαρξή του. Η αποσαφήνιση μπορεί να τον ελευθερώνει από τις προκαταλήψεις, αλλά οι προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για την κατανόηση του άλλου. Οι προϋποθέσεις παρέχουν τις καθοδηγητικές ιδέες και διαπλάθουν την ψυχική ζωή εκείνων που ασχολούνται με την έρευνα. Χρειάζεται να αναπτύσσονται, να εξελίσσονται και να γίνονται αποδεκτές. Ασφαλώς δεν αποδεικνύουν την ορθότητα της διορατικότητας του εξεταστή, αλλά συνιστούν την πηγή κάθε αλήθειας.

Ο Jaspers διευκρινίζει: «Οι προκαταλήψεις (που είναι λάθος) είναι δύσκαμπτες, περιορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες λανθασμένα εκλαμβάνονται ως αληθείς ιδέες. Οι προϋποθέσεις (που είναι αληθείς) είναι εγκατεστημένες στον εξεταστή και είναι η βάση της ικανότητάς του να μπορεί να δει και να αντιληφθεί. Άπαξ, και αποσαφηνίζονται, θα πρέπει να είναι πλήρως και ορθώς κατανοητές» [8].

Η εκπαίδευση στην ψυχιατρική είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από ένα ακαδημαϊκό μάθημα μετάδοσης εννοιών. Ασφαλώς ένα εγχειρίδιο ψυχοπαθολογίας πρέπει να είναι επιστημονικό, να εκτιμάται και να μελετάται επισταμένως ώστε να κατανοούμε τους επιστημονικούς όρους, αλλά εξίσου σημαντική είναι η αναγνώριση της πρακτικής σημασίας της κλινικής τέχνης στην εξέταση κάθε περίπτωσης. Δεν υπάρχει μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ τέχνης και επιστήμης της ψυχιατρικής. Η επιστήμη διαρκώς επεκτείνεται στο πεδίο της κλινικής τέχνης και η κλινική τέχνη παραμένει πάντοτε ουσιώδης και προχωρεί σε κάθε νέο επιστημονικό πεδίο. Το πλέον ζωτικό μέρος των γνώσεων του ψυχοπαθολόγου προέρχεται από την επαφή του με τον άνθρωπο. Αυτό που αυτός κερδίζει από αυτή την επαφή εξαρτάται από τον ιδιαίτερο τρόπο που διαθέτει τον εαυτό του ως θεραπευτή, από τον βαθμό εναισθησίας του και από το πόσο συμμερίζεται τα γεγονότα και μελετά σε βάθος τους ασθενείς του. Η διαδικασία δεν είναι μόνον αυτή της απλής παρατήρησης, όπως η εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης, αλλά η άσκηση του εαυτού μας σε μια φευγαλέα όραση της ψυχής [8].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στεφανής Κ. Πρόλογος. Στο: Στοιχεία Ψυχιατρικής Σημειολογίας. Π. Ουλής, εκδ. Χ. Ζεβελεκάκη, Αθήνα 1996, VII-VIII.

Jaspers K. Individual Psychic Phenomena. In: General Psychopathology, translated from the German (7th ed.), by J. Hoenig and M.W. Hamilton, Manchester University Press 1963, Part I, 55-57.

Έγελος. Φαινομενολογία του νου (μτφρ. Γ. Φαράκλας), εκδ. ΕΣΤΙΑ, 2007.

Jaspers K. General Psychopathology, translated from the German (7th ed.), by J. Hoenig and M.W. Hamilton, Manchester University Press 1963.

Mundt C. Karl Jaspers. Am J Psychiatry 1993, 150, 8, 1244-1245.

Sims A. “Psyche”-Spirit as well as Mind? Br J Psychiatry 1994, 165, 441-446.

Ghaemi SN. Pluralism in Psychiatry: Karl Jaspers on Science. Philosophy, Psychiatry and Psychology (PPP) 2007, 14, 1, 57-66.

Jaspers K. Introduction. In: General Psychopathology, translated from the German (7th ed.), by J. Hoenig and MW Hamilton, Manchester University Press 1963, 1-54.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.