Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ειρήνη Σκαλιόρα
Ερευνήτρια στο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών
της Ακαδημίας Αθηνών

σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]

Η νόηση ως φαινόμενο εντός του φυσικού κόσμου

βιβλιοπαρουσίαση:
Ηλίας Κούβελας & Γιώργος Παπαδόπουλος
Το σύμπαν των εγκεφάλων

University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2012
σελ. 273

Παρουσιάστηκε στο Ευγενίδιο στις 5 Μαρτίου 2012.

Το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα είναι ασυνήθιστο. Δεν είναι βέβαια «πανεπιστημιακό» σύγγραμμα. Δεν περιέχει «πληροφορίες». Δεν απευθύνεται (αποκλειστικά) σε φοιτητές που θέλουν να μάθουν για τον εγκέφαλο. Αν και διαβάζοντάς το μαθαίνεις κιόλας. Το βιβλίο περιέχει κείμενα δυο ανθρώπων που ασχολούνται κάποιες δεκαετίες με τη μελέτη του εγκεφάλου. Ασχολούνται καταρχάς ως ερευνητές, παράγοντας ο καθένας στον τομέα του πρωτογενή γνώση, ως δάσκαλοι, διδάσκοντας γενιές φοιτητών στο πανεπιστήμιο. Αλλά και, ίσως το σημαντικότερο γι’ αυτό που συζητάμε σήμερα και που τους διαφοροποιεί από τη μεγάλη μάζα των συναδέλφων, ως επιστήμονες, που τους ενδιαφέρει να επικοινωνούν με τον κόσμο και όχι μόνο με τους ειδικούς, ως πολίτες, που τους απασχολούν τα κοινά, και μέσα σ’ αυτά και οι συνέπειες των ανακαλύψεων της νευροεπιστήμης για την κοινωνία, και τέλος ως άνθρωποι, που δεν αγιοποιούν την επιστήμη και την υπαρκτή ή αναμενόμενη πρόοδο αυτής, αλλά που τη σέβονται και που τους συναρπάζει γι’ αυτό που είναι, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της, ως συστηματική και οργανωμένη αναζήτηση, επίτηδες δεν θα πω της αλήθειας, αλλά της πραγματικότητας.

Σε αυτό το τελευταίο κυρίως θέλω να σταθώ σήμερα, και να καταθέσω κάποιες σκέψεις πάνω στην ιδιαιτερότητα της επιστημονικής αναζήτησης (όπως εγώ την καταλαβαίνω) όταν αυτή έχει ως αντικείμενο τον εγκέφαλο και τον νου. Όταν δηλαδή το αντικείμενο της μελέτης είναι το ίδιο το εργαλείο ή το όργανο της σκέψης, του λόγου, της μάθησης, αλλά και της επιθυμίας, της διαίσθησης, της βούλησης, της υποκειμενικότητας, της αίσθησης του εαυτού. Όλων δηλαδή αυτών των χαρακτηριστικών που μας κάνουν ανθρώπους.

Ανοίγω, παρεμπιπτόντως, μια παρένθεση: Στη σύγχρονη επιστήμη, ιδίως στις επιστήμες αιχμής, η γλώσσα, αυτό το καταπληκτικό κατά τ’ άλλα ανθρώπινο κατασκεύασμα, ενίοτε δεν επαρκεί. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να περιγράψει ή να ορίσει τον εγκέφαλο, πέρα από το προφανές της ετυμολογίας του: εν-κέφαλος, μέσα στο κεφάλι μας. Έχω ήδη χρησιμοποιήσει δύο πολύ διαφορετικούς όρους στα 2 λεπτά που μιλώ. Είναι ο εγκέφαλος όργανο; Όργανο είναι και η καρδιά και το συκώτι. Είναι εργαλείο; Εργαλείο όμως είναι και το κατσαβίδι. Είναι υπολογιστής; Σίγουρα όχι. Είναι μηχανή; Ίσως, αλλά όχι σαν κι αυτές που ξέρουμε, είναι μηχανή που μαθαίνει, που επηρεάζει το περιβάλλον και επηρεάζεται από αυτό, που αλλάζει με τις εμπειρίες της, που αυτό-επισκευάζεται. Αυτό από μόνο του (η δυσκολία δηλαδή να πούμε τι στην ευχή είναι ο εγκέφαλος με όρους της καθομιλουμένης) ίσως καταδεικνύει αφενός τη νεότητα της νευροεπιστήμης, αλλά και την ιδιαιτερότητα (για να μην πω μοναδικότητα και κατηγορηθώ για έπαρση) αυτού του γνωστικού πεδίου.

Η μελέτη λοιπόν του εγκεφάλου και του νου έχει κάποιες ιδιαιτερότητες που της προσδίδουν, κατά την άποψή μου, δυσκολία, ενίοτε επικινδυνότητα, αλλά και μεγάλη γοητεία. Όπως όλες οι επιστήμες, η νευροεπιστήμη ξεκινάει από κάποιες αρχικές θέσεις, ή παραδοχές, αν θέλετε κάτι αντίστοιχο με τα αξιώματα στη φυσική. Και από κει, με βάση πάντα την επιστημονική μέθοδο, προσπαθεί να χτίσει γνώση και θεωρία (το τι ακριβώς είναι η επιστημονική μέθοδος είναι πονεμένο θέμα, στο οποίο δεν έχω χρόνο να εμβαθύνω, υπάρχουν ενδιαφέρουσες αναφορές στο βιβλίο, πάντως δεν είναι αυτό που ο περισσότερος κόσμος φαντάζεται).

Οι αρχικές θέσεις για τη νευροεπιστήμη είναι περίπου οι εξής:

Πρώτον, η νόηση, όλα τα νοητικά φαινόμενα (αντίληψη, σκέψη, συνείδηση, κ.λπ.) είναι φαινόμενα εντός του φυσικού κόσμου. Αυτή είναι άλλωστε και η βασική αρχή όλων των επιστημών που προσβλέπουν σε έναν ενιαίο κόσμο, αρχής γενομένης από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Είναι, μ’ άλλα λόγια, η βασική αρχή όλων των επιστημών που αρνούνται μια εκ των προτέρων διχοτόμηση της πραγματικότητας σε ξεχωριστές κατηγορίες, καθότι αυτό καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε εξήγηση της σχέσης μεταξύ τους, μεταξύ νοητικού και οργανικού.

Δεύτερον, η νόηση είναι φαινόμενο που μπορεί να μελετηθεί και ενδεχομένως να εξηγηθεί επιστημονικά. Όπως δηλαδή αναζητούμε εξηγήσεις και μηχανισμούς για άλλα φαινόμενα εντός του φυσικού κόσμου, έτσι αναζητούμε εξηγήσεις και μηχανισμούς για τα φαινόμενα της νόησης. Προσέξτε, λέω έτσι, δηλαδή με την ίδια μέθοδο. Όχι (τουλάχιστον όχι αναγκαστικά) στο ίδιο επίπεδο αναγωγής. Δεν είναι δηλαδή αναγκαίο επακόλουθο ή στόχος αυτής της αρχής ότι οι μηχανισμοί της νόησης θα πρέπει τελικά να περιγραφούν στο μοριακό ή στο κυτταρικό επίπεδο, παρόλο που υπάρχουν και κάποιοι που ενδεχομένως να ισχυρίζονται πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε κάποιο απώτερο μέλλον. Εγώ πάντως δεν είμαι ανάμεσα σε αυτούς, και νομίζω ούτε οι συγγραφείς.

Τρίτον, το όργανο της νόησης είναι ο εγκέφαλος, δεν είναι η καρδιά, το έντερο ή το συκώτι, επομένως η κατανόηση των νοητικών φαινομένων προϋποθέτει την κατανόηση των μηχανισμών της εγκεφαλικής λειτουργίας.

Σε αυτό το σημείο να κάνω μία διευκρίνιση, ελπίζω περιττή: Αυτές οι αρχικές θέσεις δεν είναι αποδείξιμες, επομένως δεν είναι και υποχρεωτικά «σωστές» (όπως τα αξιώματα στα μαθηματικά). Μπορεί δηλαδή κάποιοι να πιστεύουν ακράδαντα ότι τα νοητικά φαινόμενα (η αντίληψη, η σκέψη, η συνείδηση) δεν αποτελούν μέρος του φυσικού κόσμου και ότι ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα φαινομένων. Αυτό άλλωστε ισχυρίζονται οι περισσότερες θρησκείες και αρκετοί στοχαστές στο παρελθόν, ο πλέον γνωστός εκ των οποίων είναι ο κατά τ’ άλλα συμπαθέστατος Καρτέσιος. Αυτή η άποψη είναι βεβαίως σεβαστή, αλλά η υιοθέτησή της δημιουργεί το ακόμα μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μου, πρόβλημα της διεπαφής μεταξύ του φυσικού ή του οργανικού από τη μια και του νοητικού από την άλλη – και, όπως έχω ήδη πει, καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε εξήγηση της σχέσης μεταξύ των δυο.

2. Όταν αναφέρομαι στον ‘εγκέφαλο’ ως όργανο της νόησης, αναφέρομαι στον εγκέφαλο ενός ατόμου εντός μιας κοινωνίας, ενός ατόμου που (αλληλ)επιδρά με άλλους, μεγαλώνει, χαίρεται, λυπάται, ερωτεύεται, θυμώνει, επηρεάζεται και επηρεάζει. Με άλλα λόγια, έναν εγκέφαλο εν λειτουργία. Το λέω αυτό γιατί πολύ συχνά ακούει κανείς αντεπιχειρήματα σε αυτές τις αρχικές θέσεις που επινοούν κάποιον υποθετικό απομονωμένο εγκέφαλο, ο οποίος σαν μικρός Frankestein, κάνει πράγματα, αποφασίζει, μιλάει, κ.ο.κ.

Ξεκινώντας λοιπόν από αυτές τις αρχικές θέσεις προχωρά η νευροεπιστήμη με στόχο την απόκτηση δεδομένων, που θα συγκροτηθούν σε γνώση και τελικά σε κατανόηση.

*

Ως εδώ δεν υπάρχει κάτι που να διαφοροποιεί τη νευροεπιστήμη, αυτή είναι η πορεία και το ζητούμενο σε όλες τις επιστημονικές αναζητήσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι όσο μια επιστήμη ωριμάζει και μπαίνει στο βάθος των φαινομένων που μελετά, τόσο απομακρύνεται από το πώς αυτά φαίνονται κι άλλο τόσο απομακρύνεται από τον κοινό νου και την ανθρώπινη διαίσθηση. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα της νευροεπιστήμης: γιατί, ενώ σε άλλες επιστήμες η απόκλιση ή ακόμα και η αντίφαση μεταξύ του πώς μας φαίνονται τα πράγματα και του πώς μας λέει η επιστήμη ότι είναι αφορά μεγέθη και έννοιες ξένες προς την καθημερινότητά μας, στη νευροεπιστήμη η αντίφαση αφορά ό,τι πιο προσωπικό έχουμε, ό,τι είμαστε ή νιώθουμε ότι είμαστε.

Να εξηγήσω τι εννοώ: Η σύγχρονη φυσική, το κλασικό αντιπαράδειγμα σε αυτές τις περιπτώσεις ως η πλέον ώριμη επιστήμη, έχει προ πολλού ξεφύγει από την ανθρώπινη κλίμακα, από τα μεγέθη που μπορεί ένας άνθρωπος να συλλάβει (λ.χ. διαστάσεις μεταξύ του μεγέθους ενός βακτηρίου και ενός γαλαξία ή βαρυτικά πεδία παρόμοια με της γης). Κατά συνέπεια, η φυσική έχει προ πολλού ξεφύγει από έννοιες προσιτές στον κοινό νου. Αναζητώντας γενικές θεωρίες και τρόπους να εξηγήσει φαινόμενα που να εμπεριέχουν και τις ακραίες κλίμακες, την πολύ μικρή (υποατομική) και την πολύ πολύ μεγάλη, έχει δημιουργήσει καινούργια εργαλεία σκέψης, όπως τους χώρους πολλαπλών ή και άπειρων διαστάσεων του Hilbert, τους ελαστικούς τετραδιάστατους χωροχρόνους του Einstein, τα μαθηματικά της θεωρίας των υπερχορδών, ακόμα και τα πολλαπλά σύμπαντα. Τίποτα από αυτά δεν είναι διαισθητικά προφανές ή κατανοητό σε επίπεδο κοινού νου, κοινής λογικής, ακόμα και για τους ίδιους τους φυσικούς. Οι συλλογισμοί, αλλά και η κατανόηση γίνονται σε αφαιρετικό και μαθηματικό επίπεδο από τους ειδικούς, και οι υπόλοιποι δεχόμαστε τα συμπεράσματα (αν μπούμε καν στον κόπο να ασχοληθούμε) αφού υπάρχουν ενδείξεις για την ορθότητά τους, και αφού – το πλέον σημαντικό – έχουν εξηγητική ισχύ, μπορούν δηλαδή να εξηγήσουν το φαινόμενο ή ακόμα και να προβλέψουν το παρατηρήσιμο.

Στη νευροεπιστήμη όμως η αντίστοιχη απόκλιση από τον κοινό νου και την κοινή λογική, αν και αναπόφευκτη για λόγους παρόμοιους με αυτούς που περιέγραψα για τη φυσική, είναι πολύ πιο δύσκολο να χωνευτεί.

  • Μας λέει λόγου χάρη η νευροεπιστήμη ότι οι πληροφορίες από τον έξω κόσμο, τον κόσμο των αισθήσεων για παράδειγμα, δεν επεξεργάζονται συνολικά ως ενιαία αντικείμενα, αλλά κατανέμονται σε παράλληλα κανάλια επεξεργασίας, σε διαφορετικά τμήματα του εγκεφάλου, το καθένα από τα οποία επεξεργάζεται διαφορετικά χαρακτηριστικά των αντικειμένων (χρώμα, κίνηση, σχήμα, κ.ο.κ.). Και επιπλέον, ότι δεν υπάρχει ένα εκτελεστικό κέντρο (κάπου μέσα στο κεφάλι μας) που να συντονίζει όλες τις πληροφορίες που τα νευρωνικά κυκλώματα επεξεργάζονται, και να ενοποιεί όλα τα διάσπαρτα δεδομένα ή να παίρνει αποφάσεις. Αντίθετα, ακόμα και οι πλέον σύνθετες νοητικές διεργασίες είναι απόρροια της δραστηριότητας κατανεμημένων κυκλωμάτων, ο ηλεκτρικός συντονισμός των οποίων είναι η σκέψη μας.
  • Μας λέει επίσης ότι το μεγαλύτερο ποσοστό νευρωνικής δραστηριότητας, άρα εγκεφαλικής λειτουργίας, δεν περνά ποτέ στη σφαίρα του συνειδητού, αλλά παρόλα αυτά επηρεάζει κρίσιμα το πώς παίρνει κανείς αποφάσεις και τι αποφάσεις παίρνει.
  • Μας λέει ότι η αίσθηση ότι έχουμε πλήρη εποπτεία του χώρου γύρω μας είναι ψευδαίσθηση και μας το αποδεικνύει πειραματικά.
  • Ακόμα και για την αίσθηση του εαυτού, αυτού του απροσδιόριστου, αλλά απολύτως οικείου «κάτι» που –κάτω από φυσιολογικές συνθήκες– όλοι μας αναγνωρίζουμε ως εγώ, η νευροεπιστήμη μας λέει ότι πιθανώς να μην υπάρχει αφ’ εαυτού, αλλά όπως και τα προϊόντα της αντίληψης να είναι μια κατασκευή του εγκεφάλου, μια εσωτερική αφήγηση αν θέλετε, η σταθερότητα της οποίας βασίζεται στη σταθερότητα του κόσμου γύρω μας.

Αυτά και πολλά άλλα ανάλογα συμπεράσματα, ακόμη και αν είναι δυνάμει προσωρινά, όπως όλα στην επιστήμη, δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε, να κάνουμε σαν να μην υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι έρχονται σε αντίθεση με τον κοινό νου, με το βίωμα όλων μας, με το πώς τα πράγματα μας φαίνονται. Ως εκ τούτου, παρόλο που κι εδώ υπάρχουν ενδείξεις για την ορθότητα των συμπερασμάτων, όπως και στη φυσική που προανέφερα, η αντίσταση είναι πολύ μεγαλύτερη γιατί η αποδοχή τους έχει άμεσο αντίκτυπο στη ζωή μας. Μια επιφανειακή (το τονίζω) ανάγνωση στοιχείων σαν αυτά που σας περιέγραψα φαίνεται να θέτει σε αμφισβήτηση τα θεμέλια της κοινωνίας όπου ζούμε. Αν δεν υπάρχει ελευθερία στη βούληση του ανθρώπου, αν δεν αποφασίζει αυτό το κάτι, το ένα και μοναδικό που είμαι εγώ, τότε πώς μπορεί να υπάρξει ευθύνη; Αν τα γονίδιά μου, πάνω στα οποία δεν έχω έλεγχο με διαμορφώνουν καθοριστικά, πώς μπορώ να ελπίζω στον ρόλο της εκπαίδευσης, του περιβάλλοντος, σε όλα αυτά που έχω μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης;

Υπάρχουν βέβαια απαντήσεις σε αυτά, κάποιες από τις οποίες αναφέρονται στα κεφάλαια του βιβλίου: λ.χ. ότι ο εγκέφαλος διαμορφώνεται μεν από τα γονίδια, έχει όμως και τεράστια πλαστικότητα, δυνατότητα αλλαγής (προς το καλύτερο, αλλά και προς το χειρότερο, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς) και αυτή η αλλαγή εξαρτάται εν πολλοίς από την εμπειρία. Αυτό δεν σημαίνει, ας διευκρινίσω, πως το περιβάλλον μπορεί να «σβήσει» την επιρροή του DNA, γιατί ακόμα και η συμβολή του περιβάλλοντος στην προσωπικότητα συντελείται διαμέσου των γονιδίων, αυτό λ.χ. είναι κάτι που δεν είναι κατανοητό στον κόσμο.

Για την ελευθερία της βούλησης, το ζήτημα χρειάζεται περισσότερο χρόνο απ’ όσο μπορώ να διαθέσω σήμερα, έχω γράψει για αυτό αλλού και έχει ένα ολόκληρο και πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο πάνω σε αυτό ο Γιώργος Παπαδόπουλος.

Οι νευροεπιστήμονες λοιπόν, τουλάχιστον όσοι εξ αυτών (όπως οι συγγραφείς) έχουν τη διάθεση και το θάρρος να καταπιάνονται με τέτοιες αντιφάσεις, έχουν μπροστά τους ένα δύσκολο εγχείρημα: Πρέπει να ακροβατούν μεταξύ της διαίσθησης, του βιώματος και του κοινού νου από τη μια, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρχει επικοινωνία και επαφή με τον κόσμο των φαινομένων, αλλά από την άλλη να επιμένουν στη συνέπεια των συλλογισμών και δεδομένων, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή επιστήμη. Το εγχείρημα είναι δύσκολο, ενίοτε και επικίνδυνο. Το αντίβαρο; Ότι ασχολούνται με το πλέον συναρπαστικό (κατά την ταπεινή μου άποψη) γνωστικό πεδίο.

Για αυτό είναι σημαντικό να υπάρχουν τέτοια βιβλία, να υπάρχουν οι άνθρωποι που να θέλουν και να μπορούν να κάνουν ένα άνοιγμα στον κόσμο και να πουν «αυτά βρίσκουμε και έτσι μπορούμε για την ώρα να τα ερμηνεύσουμε». Και να έχουν και την εντιμότητα να λένε ότι αυτά ισχύουν με τις εξής παραδοχές και κάτω από τις εξής συνθήκες, δεν είναι Απόλυτες Αλήθειες που τις έδωσε κάποιο ανώτερο ον. Είναι υποθέσεις εργασίας, που όμως για την ώρα αποτελούν την καλύτερη περιγραφή και εξήγηση του νοητικού φαινομένου. Μέχρι εδώ έχουμε φτάσει. Για τα υπόλοιπα, θα πρέπει, όπως λέει και ο Schrodinger, να αντέχουμε –για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα– να μην ξέρουμε.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.