Κώστας Πόταγας
Επίκουρος Καθηγητής Νευρολογίας του
Παν/μίου Αθηνών,
Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης, «μη αφελής» και «μη απλοϊκός υλιστής», κατά την έκφρασή του, «ψάχνει» ακόμη στους καιρούς που περνάμε, παραμένοντας σταθερός όσο λίγοι στις ατραπούς της γνώσης και της διαλεκτικής σκέψης του. Οι αναγνώστες του έχουν αναμφίβολα αντιληφθεί την πεποίθησή του ότι υπάρχει μέθοδος ψαξίματος και διαλεκτική συνέχεια. Η μέθοδος και η διαλεκτική συνέχεια δεν επιτρέπουν, όπως το θέτει και ο Γκράμσι, την ύπαρξη κάποιου «χάσματος» απ’ όπου θα ξεπηδούσε ξαφνικά ένα κρυμμένο χαρτί, το «πνεύμα»: Από την κοσμογονία έως τη νοογένεση, από την ανόργανη ύλη στην οργανική, από την οργανική ύλη στο κύτταρο και από το κύτταρο στον άνθρωπο, δεν υπάρχει – το ξέρουμε – παρά μόνο ύλη. Ύλη, αυθύπαρκτη, που αρκεί, που είναι αναγκαία και ικανή. Το μυαλό μας, ο νους και η σκέψη μας είναι ύλη. Αυτονόητα εκδηλώνεται από τη στιγμή που ο άνθρωπος εντάσσεται στην κοινωνία.
Θα τοποθετηθώ από την πλευρά της Νευροψυχολογίας, της επιστήμης που εξετάζει τις σχέσεις του εγκεφάλου με τις νοητικές λειτουργίες, τις οποίες αποκαλούμε συνήθως «ανώτερες», τις λεγόμενες και «ψυχικές» λειτουργίες. Από την οπτική αυτή γωνία θα εξετάσω εκείνη τη στιγμή της ανθρωπογένεσης που ο εγκεφαλικός φλοιός «γίνεται», που διαμορφώνεται. Ο εγκεφαλικός φλοιός θεωρείται σήμερα ως το «υπόστρωμα» των νοητικών λειτουργιών, η υλική βάση δηλαδή που επιτρέπει τη σκέψη και ό,τι περιλαμβάνουμε σε αυτήν, από τα εικάσματα των αισθήσεών μας έως τον Λόγο. Θα υποστηρίξω ωστόσο, ακολουθώντας κατά πόδας τον Ευτύχη Μπιτσάκη, ότι το όργανο αυτό δεν παίρνει την τελική του μορφή ως μοιραία κατάληξη κάποιων γονιδιακών προδιαγραφών, είτε αυτές αναφέρονται στο είδος «άνθρωπος» είτε στο άτομο. «Γίνεται», ακριβώς όπως το φαΐ στον φούρνο, ανάλογα με τα υλικά του αλλά και ανάλογα με το ψήσιμο, «γίνεται» μέσα από τη διαλεκτική σχέση βιολογίας και κοινωνίας.
Την εποχή που ήμουν μαθητής αποτόλμησα ένα «θεολογικό» επιχείρημα που αργότερα έμαθα ότι ερχόταν σε αντίθεση με το «στοίχημα του Πασκάλ», ο οποίος έλεγε ότι «Εάν ο Θεός δεν υπάρχει, δεν ζημιώνεται κανείς πιστεύοντας το αντίθετο. Αν όμως υπάρχει και δεν πιστεύεις, χάνεις τα πάντα». Τότε, στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, κάποιος φιλόλογος με ρώτησε γιατί δεν προσεύχομαι, και τι έχω εναντίον του Θεού. Η ερώτησή του, έτσι διατυπωμένη, μου επέτρεψε να απαντήσω με ευκολία ότι εναντίον του Θεού δεν έχω τίποτε, καθώς είναι δεδομένο – σύμφωνα και με το ορθόδοξο δόγμα νομίζω, που τότε ήξερα κάπως καλύτερα από τώρα – ότι «Ο Θεός μάς αφήνει εντελώς ελεύθερους να αποφασίζουμε μη παρεμβαίνοντας στη ζωή μας. Γιατί λοιπόν εμείς, ελεύθεροι να κάνουμε το καλό ή το κακό, θα πρέπει να ασχολούμαστε μαζί Του και δεν υποχρεώνουμε τον εαυτό μας, ελεύθερα και αυτόβουλα, να αποφασίζουμε για το τι θα κάνουμε, κάθε στιγμή, και στη ζωή μας γενικότερα;». Για καιρό θεωρούσα την απάντησή μου – χάρη και στην ευχάριστη στα αυτιά μου θορυβώδη επιδοκιμασία της τάξης – σαν μια κορυφαία συμβολική στιγμή της εφηβικής μου επανάστασης και της «απελευθέρωσής» μου. Διαβάζοντας σήμερα το βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη, συνειδητοποιώ πως η απάντησή μου αυτή, κουβέντα ενός έφηβου στο τέλος της σχολικής του ζωής, ήταν μεν έκφραση απελευθέρωσης, αλλά, ταυτόχρονα, δεν ήταν παρά ένα απλό παράδειγμα της διαδικασίας ενσωμάτωσης από μέρους μου των αρχών που διέπουν την κοινωνία: Χαρακτηριστικό των παιδιών, χαρακτηριστικό της «ανωριμότητας», χαρακτηριστικό των ανθρώπων σε περίοδο μαθητείας είναι το να εναποθέτουν την κρίση τους για το «καλό» ή το «κακό», το «σωστό» ή το «λάθος» (το «υπερεγώ» τους) σε κάποιο σημείο έξω και πέραν του εαυτού τους. Σε κάποιο πρόσωπο για την ακρίβεια, στον πατέρα, στους γονείς, στους δασκάλους τους, στην αντίδραση των άλλων, στην επιβράβευσή τους ή στην απόρριψή τους. Στο μέλλον επίσης, που είναι μια άλλη μεταφυσική αρχή: όταν, για παράδειγμα, μη έχοντας δεδομένη εμπειρία για κάτι, λέμε «βλέποντας και κάνοντας», που σημαίνει απλώς ότι δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Στον Θεό εν τέλει. Οι πράξεις μας τίθενται υπό την κρίση κάποιας εξωτερικής μας αρχής. Σε σημείο που, όταν η πράξη μας δεν γίνεται αποδεκτή το ψέμα και η απόκρυψη της «κακής» πράξης, της αμαρτίας εν τέλει, να κατορθώνει ακόμη και να αναιρέσει την ίδια την πράξη μας, το ίδιο το ψέμα μας να μας κάνει να νιώθουμε «σαν να μην έγινε» η πράξη μας: θυμηθείτε τον εαυτό σας να κλέβει ένα απαγορευμένο γλύκισμα και να σας πιάνουν. Αντίθετα, η αφομοίωση του κανόνα, της ηθικής, συμβαδίζει και σηματοδοτεί, όλως παραδόξως, την αυτονόμηση του ατόμου, την ανεξαρτητοποίηση και την απόσχιση των δυο – του ατόμου και της μέχρι τότε «αρχής» του. Βλέποντάς το κατ’ αντίθετη φορά, η δημόσια έκφραση της «επανάστασής» μου απέναντι στον Θεό, τολμηρή απέναντι στον καθηγητή για τα τότε κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και ηδονιστικά δημαγωγική προς τους συμμαθητές μου, ήταν μια απλή στιγμή της διαδικασίας όπου εγώ, «ο άνθρωπος, το άτομο, ως “πρόσωπο” έγινα προϊόν της κοινωνίας», μια στιγμή που εξέφραζε και, ταυτόχρονα, διαμόρφωνε την ανάπτυξη. Οι νευρολόγοι μιλούν βαρβαρικά για «εμμυελίνωση» των συνδέσεων του εγκεφαλικού φλοιού (προσέξτε ωστόσο την ομοιότητα αυτού του βαρβαρισμού με την κοινή έκφραση «βάζω μυαλό»), αναφερόμενοι απλά στην ωρίμανση του εγκεφάλου και, πιο συγκεκριμένα, του φλοιού του μετωπιαίου λοβού και των συνδέσεών του με τον υπόλοιπο εγκέφαλο.
Παραδείγματα αυτής της διαλεκτικής της ανάπτυξης υπάρχουν πολλά, στη διάρκεια του μεγαλώματος του παιδιού. Θα δώσω ένα μόνο, σχετικά με τον μετωπιαίο λοβό, την ανάπτυξή του και το φύραμά του, την «έκπτωσή» του στη συνέχεια στο πλαίσιο της παθολογίας: Όταν ο παιδίατρος, κρατώντας όρθιο το νεογέννητο, ακουμπά τις πατούσες του πάνω σ’ ένα τραπέζι το μωράκι αρχίζει να κάνει εναλλασσόμενα «βηματάκια», να σηκώνει εναλλάξ την πατούσα που ακουμπά στη σκληρή επιφάνεια και να αφήνει την άλλη να ακουμπήσει για να την τραβήξει και πάλι, κινήσεις που μοιάζουν σαν βάδιση. Μόνο που δεν είναι βάδιση· ο παιδίατρος κρατά σταθερά το κορμάκι του μωρού διότι αλλιώς θα πέσει. Πρόκειται για αντανακλαστικές, εναλλασσόμενες εκτάσεις και κάμψεις των ποδιών. Και να! Η λέξη ειπώθηκε: Σε πολύ λίγο καιρό, το αντανακλαστικό αυτό εξαφανίζεται. Πολύ αργότερα, το νήπιο αρχίζει να στέκεται στα πόδια του και, σιγά, σιγά, επίπονα, αρχίζει να κάνει κάποιες αδέξιες κινήσεις περπατήματος. Θα του πάρει τρία με τρεισήμισι χρόνια να μάθει να περπατά κανονικά, σταθερά, σίγουρα, γρήγορα ή αργά, ελεγχόμενα, να τρέχει, να στρίβει, να σταματά και να ξεκινά και πάλι. Και όμως, είχε ξεκινήσει τόσο εύκολα στην αρχή. Τι απώλεια χρόνου!
Ανάλογα πράγματα συμβαίνουν στα χέρια: Το νεογέννητο αδράχνει κάθε αντικείμενο που αγγίζει την παλάμη του. Αντανακλαστικό «δραγμού», λένε οι νευρολόγοι. Έχει πολύ δύναμη αυτός ο δραγμός, ολόκληρο το μωρό μπορεί να κρεμαστεί από τη μικρή γροθιά του. Μόνο που με το παραμικρό η γροθιά ανοίγει, αφήνοντας τη δυνατή λαβή της. Και αυτό το αντανακλαστικό θα χαθεί πολύ σύντομα στον άνθρωπο, αλλά όχι και στα πιθηκάκια που το διατηρούν και παραμένουν έτσι εσαεί πιο γρήγορα από τον Ταρζάν όταν πηδούν από το ένα κλαδί στο άλλο.
Ο θηλασμός καθοδηγείται με τρόπο «μαγνητικό» από την αφή και την όραση. Το μωρό, όποιου είδους, ψάχνει, ψαύει και φέρνει το στόμα στη θηλή. Τα νεογέννητα γουρουνάκια επιστρέφουν πάντα στον «δικό τους» μαστό, στη θηλή όπου θήλασαν μόλις βγήκαν από την κοιλιά της μητέρας τους. Αντίληψη και μνήμη λοιπόν! Ένα «απλό» αντανακλαστικό που στην ενήλικη ζωή μας χάνεται κι αυτό. Θα ’ταν κοινωνικά ανάρμοστο να καρφώνει κανείς το βλέμμα του «μαγνητισμένος» σε κάθε γυναικείο στήθος που μπαίνει στο οπτικό του πεδίο και, ανεξάρτητα από το αν είναι άνδρας ή γυναίκα, να μη μπορεί να αντισταθεί στην παρόρμηση να το θηλάσει.
Αυτά τα αντανακλαστικά, αυτά τα αυτόματα κινητικά «σχήματα» εξαφανίζονται πολύ γρήγορα. Και επανεμφανίζονται – διότι στην πραγματικότητα παρέμεναν πάντα εκεί, παρόντα, «από κάτω» – μόλις κάτι πάει στραβά στον εγκέφαλο, αν για παράδειγμα πάθει κανείς εγκεφαλικό ή άνοια. Το χέρι ξαναγυρνά στην κατάσταση δραγμού, το «παράλυτο» πόδι τεντώνεται, αλλά μόλις αγγίξουμε την πατούσα τραβιέται και μαζεύεται (πολύ χρήσιμο βέβαια, διότι έτσι προστατεύεται από τα επικίνδυνα ερεθίσματα, από μια ακίδα, ένα αγκάθι), το αντανακλαστικό του θηλασμού «επιστρέφει». Θα ’λεγε κανείς πως εδώ επιβιώνει ένα σαφώς τελεολογικό σχήμα: Το πόδι «χρησιμεύει» σε τελική ανάγκη για να στεκόμαστε, το χέρι για να πιάνουμε, το στόμα για να τρώμε. Φυσικά. Αλλά τότε, όπως συχνά θέτουν οι φοιτητές το ερώτημα, γιατί όλα αυτά τα «χρήσιμα» αντανακλαστικά δεν εξακολουθούν να εκδηλώνονται σε όλη μας τη ζωή; Γιατί να «εξαφανίζονται», γιατί να καταστέλλονται; Η απάντηση είναι ότι καταστέλλονται από τη βούλησή μας. Θα ’ταν ανόητο να πατήσει κανείς ένα αγκάθι ενώ βρίσκεται στην άκρη ενός γκρεμού και να τραβήξει το πόδι αντανακλαστικά. Ασφαλώς θα πέσει στον γκρεμό. Αν όμως υπάρχει επιλογή, αν το άτομο αποφασίζει αν θα τραβήξει το πόδι του ή όχι, ε τότε μπορεί και να μην πέσει. Ο Ταρζάν πάλι, μπορεί να χάνει κάμποσο χρόνο, προσέχοντας μήπως πιάσει κάποιο αγκαθωτό κλαδί ή ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο, κι ας είναι έτσι πιο αργός στη ζούγκλα απ’ τα πιθηκάκια. Η ουσία είναι πως τα αντανακλαστικά δεν παύουν να υπάρχουν. Αλλά ο ενήλικας, χωρίς βλάβη στο νευρικό του σύστημα, χωρίς άνοια, με τον φλοιό του εγκεφάλου του άθικτο, τα ελέγχει: Κατά βούληση, εποπτεύοντας το περιβάλλον του, αποφασίζει για την κίνηση που θα κάνει, προς όφελός του στο συγκεκριμένο του περιβάλλον, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. «Το κοινωνικό είναι συνουσιαστικό με τον οργανισμό», λέει ο Βαλλόν, στο βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη.
Ο μηχανισμός αναπτύσσεται, από την πλευρά της νευροψυχολογίας, από τον Μ. Mesulam: «Θεμελιώδες χαρακτηριστικό του εγκεφάλου των πρωτευόντων είναι η παρεμβολή αναγκαστικών συναπτικών συνδέσεων μεταξύ ερεθίσματος και απάντησης, καθώς και μεταξύ της αναπαράστασης του εσωτερικού «περιβάλλοντος» (στο επίπεδο του υποθαλάμου) και αυτής του εξωτερικού κόσμου (στο επίπεδο του πρωτογενούς αισθητηριακού-κινητικού φλοιού). Αυτές οι παρεμβαλλόμενες συναπτικές συνδέσεις παρέχουν συλλογικά το υπόστρωμα της «ενδιάμεσης» ή “απαρτιωτικής” διαδικασίας. Τα ψυχολογικά παράγωγα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας είναι γνωστά ως «νόηση», «συνείδηση» και «συμπεριφορά» και περιλαμβάνουν τις διάφορες εκδηλώσεις της μνήμης, της συγκίνησης, της προσοχής, της γλώσσας, του σχεδιασμού, της κρίσης, της ενόρασης και της σκέψης. Η ενδιάμεση αυτή διαδικασία έχει διπλό σκοπό: πρώτον, προστατεύει τις διόδους αισθητηριακής προσαγωγής και κινητικής απαγωγής από την ενστικτώδη δράση του εσωτερικού περιβάλλοντος· δεύτερον, δίνει τη δυνατότητα σε πανομοιότυπα ερεθίσματα να προκαλέσουν διαφορετικές απαντήσεις, οι οποίες εξαρτώνται από τις περιστάσεις και τα συμφραζόμενα, την παρελθούσα εμπειρία, τις παρούσες ανάγκες και τις προβλεπόμενες συνέπειες».1
Παρεμπιπτόντως, η πολυπλοκότητα αυτή των ενδιάμεσων μηχανισμών εξασφαλίζει, την από αιώνων διαρκώς επιβεβαιούμενη αδυναμία μας να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αδυναμία που ειρήσθω εν παρόδω με χαροποιεί ιδιαίτερα: Όπως όταν λίγο απογοητευμένος βλέπεις ότι το φοβερό αστυνομικό μυθιστόρημα που διαβάζεις φτάνει στις τελευταίες του σελίδες και το μυστήριο θα λυθεί, όταν νομίζεις πως έφτασες στην «τελική θεωρία», αλλά, ευτυχώς, ξέρεις πως υπάρχει κι άλλος τόμος. Αντεπιχειρηματολογώντας στον Χάιζεμπεργκ, είναι ακριβώς το ότι ακόμη δεν έχουμε φτάσει σε μια θεωρία που αφήνει τη μεταφυσική να μπει στη μέση: συχνά ο Ευτύχης Μπιτσάκης αναφέρεται στην αδυναμία της επιστήμης στην παρούσα φάση της να φτάσει στη γνώση και σε πλήρεις εξηγήσεις, ενάντια στην άποψη του Χάιζεμπεργκ που υποστηρίζει ότι η κατανόηση και η άρση της αβεβαιότητας δεν είναι θέμα περαιτέρω εμβάθυνσης. Κάπως αντίστοιχα με την αρχή της μη πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ, που έλεγε ότι «δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει μαθηματική θεωρία η οποία να μην περιέχει μη αποκρίσιμα προβλήματα», αντίθετα από την αισιοδοξία του Χίλμπερτ, που πίστευε πως «στα μαθηματικά δεν υπάρχουν μη επιλύσιμα προβλήματα. Δεν υπάρχει δε θα μάθουμε ποτέ!». Ο Ευτύχης Μπιτσάκης υποστηρίζει απλώς ότι η επιστήμη δεν βρίσκεται σε ένα τελειωμένο σημείο.
Ίσως, όπως, συχνά και κακόπιστα, έχει ειπωθεί, ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα των νευρωνικών μηχανισμών θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ένα πρώτο επιχείρημα κατά της ύπαρξης μιας μη υλικής ψυχής: γιατί τάχα να χρειάζεται η παρεμβολή τόσων πολλών και πολύπλοκων μηχανισμών, τη στιγμή που οποιαδήποτε απλή διάταξη κυττάρων θα μπορούσε να διαθέτει μια ψυχή επιφορτισμένη με όλα τούτα τα περίπλοκα, έτσι που να υπάρχουν σύνθετες λειτουργίες απουσία των οιωνδήποτε δομών; Μια «απλυσία» – το απλούστατο θαλάσσιο σαλιγκάρι που χρησιμοποίησε στα πειράματά του για τη μνήμη ο νομπελίστας Καντέλ – και από δίπλα μια ψυχή, μια χαρά θα έκαναν τη δουλειά. Και πάλι, το μόνο σίγουρο είναι ότι η πολυπλοκότητα, τόσο των δομών όσο και των λειτουργιών, εξασφαλίζει προς το παρόν (ένα παρόν που αναμφίβολα τραβά σε μήκος) το απυρόβλητο σε οποιαδήποτε άποψη διατυπώνεται εν τω μεταξύ. Συνάμα υπονομεύει την οποιαδήποτε απάντηση δίνεται στο ερώτημα, καθώς υποβάλλει την ιδέα πως η όποια απάντηση είναι φύσει αναπόδεικτη και δεν υπάρχει εν τέλει «τελική θεωρία». Βάσει της θέσης του Μπρεντάνο, για παράδειγμα, πως τα ψυχικά φαινόμενα δεν είναι ποτέ δυνατόν να αναχθούν στα φυσικά φαινόμενα – και επομένως το πνεύμα δεν μπορεί να είναι ο εγκέφαλος –, ακόμη και αν γνωρίζαμε τα πάντα για τον εγκέφαλο από νευροφυσιολογική άποψη, οι ψυχολογικές εξηγήσεις θα παρέμεναν απαραίτητες για την κατανόηση των ψυχολογικών φαινομένων. Η ψυχολογία λοιπόν δεν θα μπορούσε να αναχθεί στη φυσιολογία όσον αφορά την εξήγηση των ψυχολογικών φαινομένων. Μόνο που η αναγωγή – με μια εντελώς διαφορετική έννοια –μπορεί να γίνει στο επίπεδο της βαθιάς μας γνώσης πως τα εν λόγω ψυχολογικά φαινόμενα είναι ούτως ή άλλως γέννημα των εγκεφαλικών μηχανισμών στην, κατά Βιγκότσκι, αλληλεπίδρασή τους με την κοινωνία.
Το θέμα ωστόσο είναι, ακριβώς, ότι εξακολουθούμε να μιλάμε περί εγκεφάλου γενικώς, και όχι για τον εγκέφαλό μου ή τον εγκέφαλο του Ευτύχη Μπιτσάκη ειδικώς. Όχι για το άτομο και την ωρίμανσή του στο πλαίσιο της κοινωνίας. Εξακολουθούμε να μιλάμε με τον τρόπο που ένα τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών μιλά για «υπολογιστές» γενικώς. Σφάλουμε. Όταν βρίσκομαι μπροστά στον υπολογιστή μου και αρχίζει ξαφνικά να έχει κάποια «ακατανόητη» «αντίδραση», τα λόγια μου γι’ αυτόν θα είναι «ψυχολογικά», θα είναι λέξεις που παραπέμπουν στην ψυχολογία του ανθρώπου. Θα είναι: «πάλι άρχισε τα δικά του» ή «μου το κάνει πάντα αυτό όταν καίγομαι να τελειώσω». Μπορεί απλά να παραδεχτώ πως «έχει κακό χαρακτήρα» ή να υποθέσω ενδόμυχα πως όταν εγώ είμαι σε κακή διάθεση ή κουρασμένος, «αντιδρά» κι αυτός «άσχημα». Είμαι απλώς άσχετος και δηλώνω λοιπόν άγνοια για το πώς ο υπολογιστής λειτουργεί. Οποιοσδήποτε τεχνικός θα μπορούσε να μου εξηγήσει γιατί «οι υπολογιστές κρεμάνε» (αν και ακόμη και στα καλύτερα εγχειρίδια για άσχετους αυτό δίνεται απλά περιγραφικά: «όταν σας κρεμάσει, κάντε αυτό κι αυτό» – όλοι, ακόμη και οι ειδικοί, παραδέχονται πως ένας κομπιούτερ μπορεί να κάνει του κεφαλιού του!). Προσέξτε: Αυτό που εγώ λέω για τον υπολογιστή μου, ο τεχνικός το ανάγει στους υπολογιστές γενικώς, όπως όλοι εμείς μιλάμε περί εγκεφάλου γενικώς, όχι για τον εγκέφαλό μου ή τον εγκέφαλο του Μπιτσάκη ειδικώς, όπως όλοι οι τεχνικοί δηλαδή. Και ο μεν κομπιουτερατζής έχει δίκιο. Μπορεί κάποια μοντέλα της Ρολς Ρόις να φτιάχνονταν με το χέρι ένα-ένα, όπως και κάποια ελβετικά ρολόγια, αλλά οι υπολογιστές έχουν αριθμό σειράς και κατά τεκμήριο είναι μεταξύ τους πανομοιότυποι ως βιομηχανικό προϊόν, άσχετα αν ο «δικός μου» έχει, κατ’ εμέ, αποκτήσει χούγια από το περιβάλλον στο οποίο «ζει». Εμείς όμως δεν έχουμε δίκιο όταν μιλάμε για τον άνθρωπο γενικώς. Ίσως εδώ υπάρχει κάποιο σημείο απάντησης.
Ο Άρθουρ Κέστλερ, στο Φάντασμα στη μηχανή αν δεν απατώμαι, μιλούσε για την άγνοιά μας περί εγκεφάλου, χρησιμοποιώντας ακριβώς το παράδειγμα της άγνοιάς μας για τους υπολογιστές. Έγραφε την ιστορία του φτωχού εμποράκου Αλί, στο παζάρι της Βαγδάτης, που αγράμματος ων παρακαλούσε τον Θεό να του στείλει έναν άβακα ώστε να μπορεί να κάνει επάνω του τους υπολογισμούς του και να μην τον εξαπατούν όλοι στο παζάρι. Έλεγε ο Κέστλερ πως ένα παιχνιδιάρικο τζίνι παρεμβλήθηκε στην προσευχή του Αλί και φρόντισε να του σταλεί ένας τελευταίας γενιάς ΙΒΜ υπολογιστής. Μόνο που ο Αλί δεν ήταν σε θέση να διαβάσει τις οδηγίες. Αφού λοιπόν είχε δοξολογήσει αρχικά τον Θεό, άρχισε να τον καταριέται για τη φάρσα του και να κλοτσά και να γροθοκτυπά το μηχάνημα που του έστειλε. Και ξάφνου παρατήρησε πως όταν χτυπούσε δυο φορές και μετά τρεις, ο υπολογιστής έβγαζε πέντε ήχους. Και πως, πέραν της πρόσθεσης, αν τον χτυπούσε με κάποιον άλλον τρόπο, ο υπολογιστής έκανε αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις, και ο Αλί άρχισε εν τέλει να τον χρησιμοποιεί ως αβάκιο. Όταν οι εγγράμματοι απόγονοί του τον κληρονόμησαν, οι οδηγίες είχαν πια χαθεί και συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν με τον ίδιο περίπου τρόπο, προσθέτοντας κάθε τόσο καινούργιες λειτουργίες που τυχαία ανακάλυπταν.
Το ψυχικό φαινόμενο δεν θα μπορέσει ποτέ να αναχθεί στη βιολογία διότι ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε μόνο χάρη στη βιολογία τη συγκεκριμένη αντίδραση του συγκεκριμένου ανθρώπου κάτω από τις δεδομένες συνθήκες. Ο Ευτύχης Μπιτσάκης μιλά για «κοινωνία», αλλά αντίθετα από τον αστικό δυϊσμό που την αντιπαραθέτει στο «άτομο» (σελ. 344). Οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου – ατόμου – θα ήσαν προβλέψιμες μόνο με βάση κάποιου είδους ψυχολογία, τη γνώση του ατόμου και των συνθηκών του, και όχι με βάση τη μεμονωμένη γνώση της δομής και της λειτουργίας του νευρικού υποστρώματος.
Ο Wilder Penfield, καναδός νευροχειρουργός, παρήγαγε «βιώματα» ερεθίζοντας διάφορα σημεία του φλοιού σε ζωντανούς, ξύπνιους ανθρώπους. Έδειξε πράγματι ότι τα βιώματα μπορούν να προκληθούν ως συνέπεια ηλεκτρικού ερεθισμού του φλοιού! Μόνο που δεν υπάρχει δυνατότητα πρόβλεψης του βιώματος που θα παραχθεί με τον τρόπο αυτόν στον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Έστω δηλαδή και αν ξέρουμε ότι στο τάδε σημείο του εγκεφάλου η εμπειρία που θα παραχθεί θα είναι π.χ. «ακουστική», δεν ξέρω ποια συγκεκριμένη εμπειρία θα είναι, ένα κουδούνισμα, μια κουβέντα ή η Τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν. Ο ερεθισμός μιας ίδιας περιοχής του εγκεφάλου προκαλεί μια απάντηση που δεν είναι η ίδια και μας πληροφορεί έτσι, όχι μόνο για τη φύση και τον ρόλο της δομής που διεγείρεται, αλλά και για το συγκεκριμένο άτομο στο οποίο ανήκει ο εγκέφαλος. Ο γιατρός, γράφει ο Αριστοτέλης, φροντίζει τον Σωκράτη ή τον Καλλία, όχι τον «άνθρωπο» γενικά: το θέμα της υποκειμενικότητας λοιπόν. Δεν έχω τον χώρο εδώ να υπεισέλθω στο θέμα των δογμάτων που ενστερνιστήκαμε και τα οποία μας καθορίζουν, για τα οποία μιλά ο Επίκτητος,2 ούτε και να προσφέρω μια πλήρη τεκμηρίωση της υποκειμενικότητας, των qualia, από την άποψη της φυσιολογίας. Συνήθως δεχόμαστε (;) ότι, με κάποιον τρόπο, από την κάθε αίσθηση σχηματίζεται «μέσα μας» μια δημοκρίτεια αναπαράσταση, η οποία, άσχετα με το αν μοιάζει ή όχι με αυτό που είναι έξω μας και την προκάλεσε (αν δηλαδή αναπαριστά με ακρίβεια το «ερέθισμα»), σχηματίζεται περίπου η ίδια σε όλους μας έτσι ώστε τελικά να έχουμε μια δυνατότητα επικοινωνίας της εμπειρίας μας. Υπάρχει ωστόσο ένα παράδειγμα από την αισθητηριακή φυσιολογία, μια αίσθηση που συχνά ξεχνάμε διότι, ακριβώς, δεν έχει λέξεις και, άρα, είναι δύσκολα προσβάσιμη στη συνείδησή μας. Στην όσφρηση, μέσα στο βάθος της μύτης μας, στον οσφρητικό βλεννογόνο, υπάρχει ένας τρισδιάστατος χάρτης της αναπαράστασης του οσφρητικού ερεθίσματος (MacLeod, 1966). Ο τρισδιάστατος αυτός χάρτης επαναλαμβάνεται με παραλλαγές κεντρικότερα, από τον οσφρητικό βολβό μέχρι τον ίδιο τον φλοιό του εγκεφάλου (Mombaerts, 1999). Αυτός ο χάρτης αποτελεί, λένε οι ειδικοί, ένα είδος δακτυλικού αποτυπώματος για το κάθε άτομο. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως μετά την απομάκρυνση από το αντικείμενο-πηγή μιας οσμής (απουσία δηλαδή του ίδιου του αντικειμένου), κανείς δεν θα συμφωνούσε ποτέ με κανέναν, για την οσμή του λεμονιού για παράδειγμα, πράγμα που αντανακλάται στην αδυναμία λεκτικής επικοινωνίας της οσφρητικής εμπειρίας. De gustibus… Αν μια διάταξη κυττάρων που αντιστοιχεί σε μια οσμή (ή πιο σωστά: που αντιστοιχείται σε μια οσμή) είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς εμπειριών ή όχι, είναι μια άλλη συζήτηση. Ούτως ή άλλως η κυτταρική αυτή διάταξη είναι που καθορίζει την εντύπωση-αίσθηση που τελικά παράγεται: Είτε γεννήθηκα με αυτήν είτε οι εμπειρίες μου την διέταξαν όπως είναι είτε ένας τεχνικός patch-clamp, που θα μπορούσε να λέγεται και θεία δύναμη, έπιασε τα κυτταράκια και τους άλλαξε θέση, η διάταξη αυτή, στον δικό μου εγκέφαλο, παράγει τη δική μου, ενιαία και μοναδική αίσθηση της οσμής του λεμονιού. Έχουμε έτσι εδώ μια ένδειξη πως ο εγκέφαλος, με την όποια διάταξη κυττάρων του, είναι εκείνος που παράγει την αίσθηση του ερεθίσματος, έστω κι αν γι’ αυτό του χρειάζεται το ερέθισμα. (Παρενθετικά, ας πούμε εδώ πως φαίνεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη κυττάρων – μιλάω πάντα για την περίπτωση του οσφρητικού βλεννογόνου/βολβού, και των κυττάρων που αντιστοιχούν σε μια οσμηρή ουσία – δεν είναι αποτέλεσμα εμπειρίας, όπως δεν φαίνεται να είναι και το δακτυλικό αποτύπωμα που ακολουθεί τον άνθρωπο σε όλη του τη ζωή. Απότοκη της εμπειρίας μοιάζει να είναι η «απόδοση» μιας τέτοιας κυτταρικής διάταξης σε κάποια ουσία).
Και έπειτα από αυτή την επιφανειακή παράκαμψη μέσα από τον χώρο της νευροφυσιολογίας των αισθήσεων και των αισθητών, ας περάσουμε σε ένα κλινικό παράδειγμα σχετικά με την προσωπική μου πεποίθηση περί αυτάρκειας και επάρκειας της βιολογίας – και ό,τι μέσα της εντάσσει, κατά Μπιτσάκη, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνίας. Αν ήμουν ψυχίατρος, θα μπορούσα ίσως να δώσω ένα πλήθος παραδειγμάτων από τα παραληρήματα των ηλικιωμένων ανθρώπων σε έκπτωση ή και των καταθλιπτικών που ταλανίζονται, στις μέρες που περνάμε, όσον αφορά το περιεχόμενό τους από την οικονομική «κρίση».
Γνώρισα λοιπόν μια κοπέλα που είχε έναν καλοήθη όγκο στο κεφάλι που της προκαλούσε πόνο. Ο όγκος βρισκόταν σε μια θέση στον εγκέφαλο, σε ένα είδος «κέντρου» του πόνου, το «κέντρο του Biemond». Όμως, εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο όγκος, που κάθε τόσο της προκαλούσε ένα αίσθημα πόνου στο χέρι (!), αλλά κάτι εντελώς «άσχετο»: λίγο πριν αρχίσουν τα συμπτώματα, στην αρχή της εγκυμοσύνης της, είχε πολλούς εμετούς και σε ένα μικρό επαρχιακό νοσοκομείο, της έβαλαν έναν ορό για λίγες μέρες παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε. Το χέρι πρήστηκε και άρχισε να πονά. Ήταν ακριβώς ο πόνος που θα ένιωθε αργότερα, ακριβώς στο χέρι που είχε πρηστεί! Το αποτέλεσμα ήταν πως αρχικά κανείς, ούτε και η ίδια, δεν έδωσε σημασία στο σύμπτωμα αυτό καθώς θεώρησε πως ήταν ένα υπόλειμμα που είχε απομείνει απ’ το πρήξιμο. Το φαινόμενο είναι λιγότερο σπάνιο απ’ όσο νόμιζα, υπάρχουν πολλά παραδείγματα στη βιβλιογραφία. Ο Holmes για παράδειγμα, ένας μεγάλος άγγλος νευρολόγος περιέγραψε στη δεκαετία του 1920 μια γυναίκα θύμα συστηματικού ξυλοδαρμού από τον άνδρα της που κάποια στιγμή την τραυμάτισε πολύ άσχημα στο χέρι. Αργότερα, ο πόνος που είχε νιώσει τότε άρχισε να επανέρχεται και μια ακτινογραφία έδειξε πως και στην περίπτωσή της υπήρχε ένας όγκος στον φλοιό του εγκεφάλου της. Ο πόνος της κοπέλας που περιγράφω, παρ’ όλα αυτά – βίωμα ή όχι – έφυγε όταν αφαιρέθηκε ο όγκος. Λίγο καιρό μετά διηγήθηκα την ιστορία της στον Jean Talairach (μεγάλο γάλλο νευροχειρουργό, γνωστό για την χαρτογράφηση του εγκεφάλου, αλλά, προσέξτε, αρχικά ψυχίατρο) που είχε δουλέψει πολύ στο θέμα του πόνου και των εγκεφαλικών «εντοπίσεών» του. Κι αυτός, κοιτώντας την τομογραφία του εγκεφάλου της με τον όγκο μπροστά του, αναρωτήθηκε: «Ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό της;». Βλέποντας τη δυσπιστία μου, πως ήμουν έτοιμος να του δείξω την ακτινογραφία από πιο κοντά, εξήγησε, χαμογελώντας: «Πώς είχε βιώσει την εγκυμοσύνη της, τον πόνο της, σε σχέση με τι και γιατί;». Ο γιατρός λοιπόν, όπως λέει ο Αριστοτέλης, φροντίζει τον Σωκράτη ή τον Καλλία, όχι τον άνθρωπο γενικά.
Πριν λίγα χρόνια είχε γίνει μια συζήτηση επάνω στο θέμα της συνείδησης, στο Ξυλόκαστρο, οργανωμένη από τον νευροψυχολόγο Ανδρέα Παπανικολάου με το ερώτημα: «Έχει η έρευνα στις Νευροεπιστήμες φέρει στο φως τεκμήρια που θα μπορούσαν να πείσουν τον όποιον λογικό και καλοπροαίρετο άνθρωπο, τον Σωκράτη ας πούμε, πως όπως ακριβώς η λύρα παράγει μουσική έτσι κι ο εγκέφαλός του παρήγαγε τη χαρά του για το επικείμενο ταξίδι του στα λημέρια των Θεών, η οποία χαρά, παρεμπιπτόντως, θα εξανεμιζόταν τη στιγμή που θα αποδεχόταν την παραπάνω πρόταση; Που θα πειθόταν δηλαδή;» (Τις απαντήσεις στο ερώτημα μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο και, τυπωμένες, στα Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 87, Δεκέμβριος 2004). Αναρωτήθηκα, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης: Θα ήταν ποτέ δυνατόν να γνωρίζω ό,τι έχουν φέρει στο φως οι σύγχρονες νευροεπιστήμες ώστε να μπορώ να ξέρω αν τεκμηριώνεται απάντηση; Ο Ευτύχης Μπιτσάκης ναι, μπορεί, και ανατρέχει εξαντλητικά στα υπάρχοντα στοιχεία, παρέχοντας έναν απίθανο πλούτο επιχειρημάτων. Και μας τα προσφέρει σε ένα βιβλίο. Τώρα, έχοντάς το διαβάσει θα το αποκαλούσα «ευαγγέλιο (εγχειρίδιο καλύτερα) του καλού – μη αφελούς – υλιστή». Διαβάστε το. Θα ανατρέχετε συχνά στη συνέχεια. Επιστρέφοντας στο παραπάνω ερώτημα, αν ο εγκέφαλος του Σωκράτη παράγει τη χαρά του, εκείνο που πιστεύω είναι πως άσχετα από το αν υπάρχουν ατράνταχτα στοιχεία από τις σύγχρονες νευροεπιστήμες που να απαντούν θετικά ή αρνητικά στο ερώτημα και δεν τυχαίνει να τα γνωρίζω, ναι, ο εγκέφαλος του Σωκράτη μπορεί να παράγει ένα τέτοιο συναίσθημα όπως ακριβώς η λύρα βγάζει τη μουσική. Και, για την ακρίβεια, πως ο συγκεκριμένος Σωκράτης, με το γέρικο σκαρί του, την πολιτική του εμπειρία, τη γνώση των συμπολιτών του, τα δόγματά του και τη συνεπαγόμενη κυτταρική του δομή, κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα νιώσει αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα. Όπως μια συγκεκριμένη λύρα, με το παλιό της καβούκι, με τη συγκεκριμένη πίεση στις παλιωμένες και τις καινούργιες της χορδές, κάτω από αυτή τη θερμοκρασία και την υγρασία, θα βγάλει μια ορισμένη μουσική. Όπως το λέει ο Ευτύχης Μπιτσάκης. «το πνεύμα είναι προϊόν της ύλης». Όχι όμως έτσι απλά: Τεκμηριώνει την «υλιστική-φιλοσοφική θέση ότι το πνεύμα είναι δυνατότητα της ύλης σε συγκεκριμένες συνθήκες».
Κι έτσι η χαρά του Σωκράτη θα ήταν ίσως εφήμερη… ίσως. Διότι, μιας και αναφερθήκαμε σε Αυτόν, δεν νομίζω πως τα επιχειρήματα περί μη υπάρξεως μιας μη υλικής ψυχής, έστω κι αν γίνονταν αποδεκτά, θα σήμαιναν για κάποιον σαν τον Σωκράτη, πως δεν υπάρχει Θεός. Αμφιβάλλω. Και, μεταξύ μας, πέρα από τη συζήτησή μας και για να επιστρέψω στον καθόλου αφελή μα πονηρό, πασκαλιανό, αγνωστικισμό μου: αν πίστευα πως όντως η χαρά του θα εξανεμιζόταν αν κάποιος τον έπειθε τελικά, δεν θα ήταν εξαιρετικά κακοπροαίρετο να προσπαθώ να τον πείσω;
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 M.-Marsel Mesulam. Principles of Behavioral and Cognitive Neurology. Second Edition. Oxford, 2000, 14-15.
2 Μου έλεγε η Άννα Πόταγα που είχε ασχοληθεί μαζί του, ότι ο Επίκτητος έλεγε ότι τα πράγματα είναι αυτό που πιστεύουμε πως είναι και ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτό που πιστεύουμε πως είμαστε.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.