Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

David Le Breton
Καθηγητής Κοινωνιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Marc Bloch του
Στρασβούργου

σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]

Ανάμεσα σε πόνο και οδύνη: Μια ανθρωπολογική προσέγγιση

David Le Breton. Entre douleur et souffrance. L’Information Psychiatrique 2009, 85, 4, 323-328. Με την ευγενή άδεια του συγγραφέα και του περιοδικού.

Ο πόνος αποτελεί δεδομένο της ανθρώπινης συνθήκης. Kανένας δεν του ξεφεύγει. Πλήττει τους ανθρώπους παροδικά ή μόνιμα, ανάλογα με τις περιστάσεις. Τις περισσότερες όμως φορές δεν έχει καμιά άλλη επίπτωση, εκτός μιας κακουχίας λίγων ωρών που ξεχνιέται μόλις αυτή αποδράμει. Παραπέμπει πάντοτε σε ένα προσωπικό και κοινωνικό πλαίσιο το οποίο διαμορφώνει αυτό που βιώθηκε. Είναι απίθανο να ξεφύγουμε στον καθημερινό μας βίο από έναν πόνο στην πλάτη, μια ημικρανία, έναν κοιλιακό πόνο, μια στηθάγχη, μια τερηδόνα, ένα κάψιμο, ένα χτύπημα, μια πτώση… Δεν έχει τελειωμό ο κατάλογος των μικρών κακουχιών που σημαδεύουν την ύπαρξή μας. Κάποιες δε φορές, παραδόξως, ακόμα και η φροντίδα μιας νόσου ή μιας πληγής προσθέτει κακουχία. Όπως η νόσος και ο θάνατος, έτσι κι ο πόνος αποτελεί το τίμημα της σωματικής διάστασης που έχει η ύπαρξή μας. Ως σώμα, κάθε άτομο είναι ταγμένο στην αβεβαιότητα, ταυτόχρονα όμως, το ίδιο αυτό σώμα, όσο κι αν υπόκειται σε γήρανση και θάνατο, αποτελεί την προϋπόθεση για να γευτεί κανείς τη ζωή (Le Breton, 2006). Καμιά δομή της πληροφορικής ή της τεχνολογίας δεν υποφέρει αφού, άλλωστε, δεν αισθάνεται τίποτε. Ένας χαλασμένος υπολογιστής θα αποσυρθεί αν δεν δουλέψει. Ο πόνος είναι το προνόμιο και η τραγικότητα  της μοίρας ανθρώπων και ζώων. Ακόμα κι αν τον μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι, έχει το παράδοξο να μας παρουσιάζεται πάντα ως κάτι το ριζικά ξένο. «Αδυνατούμε να φανταστούμε ως δικό μας έναν πόνο πριν αυτός εμφανιστεί» (Vasse, 1983, 12).

Οι δυτικές μας κοινωνίες γνωρίζουν από παλιά τον δυϊσμό σώματος-ψυχής (ή πνεύματος). Υπήρχε λοιπόν ένας πόνος (σωματικός) και μια οδύνη (ψυχική). Από παράδοση διαχωρίζεται ο πόνος (προσβολή της σάρκας) και η οδύνη (προσβολή της ψυχής). Η διάκριση αυτή αντιπαραθέτει σώμα και άνθρωπο ως δύο διακριτές πραγματικότητες, δημιουργώντας έτσι το άτομο ως προϊόν κάποιου σουρεαλιστικού κολάζ σώματος-ψυχής. Ο δυϊσμός πόνου – οδύνης δεν είναι περισσότερο θεμελιωμένος από ό,τι ο δυϊσμός σώματος – πνεύματος. Σκοντάφτουμε σε ένα λεξιλόγιο όπου από παλιά εντάσσεται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε κάτι που αναφέρεται στο σώμα και σε κάτι που αναφέρεται στο πνεύμα, σάμπως η ανθρώπινη συνθήκη να μην είναι καταρχάς και αναπόδραστα μια σωματική συνθήκη (Le Breton 2008a). Ακόμα κι ο Καρτέσιος σκοντάφτει στοn δυϊσμό του πόνου. Όπως εξηγεί στους Στοχασμούς του, ο πόνος δεν θα είχε κανέναν αντίκτυπο πάνω του, διότι «δεν παρίσταμαι μονάχα στο σώμα μου όπως παρίσταται ένας πλοηγός στο πλοίο, αλλά είμαι στενότατα συνδεδεμένος, και οιονεί συγχωνευμένος με αυτό, έτσι ώστε να συνθέτω ένα ενιαίο όλο μαζί του. Αλλιώς, όταν πληγώνεται το σώμα, δεν θα αισθανόμουν πόνο, εγώ που δεν είμαι τίποτα άλλο από σκεπτόμενο πράγμα, αλλά θα αντιλαμβανόμουν αυτό το πλήγμα μέσω του καθαρού νου, όπως ο πλοηγός αντιλαμβάνεται μέσω της όρασης αν έχει σπάσει κάτι στο πλοίο […]. Διοτι αυτά τα αισθήματα της πείνας, της δίψας, του πόνου, κτλ., δεν είναι τίποτε άλλο από ορισμένοι συγκεχυμένοι τρόποι του σκέπτεσθαι, που εκπηγάζουν από την ένωση και την οιονεί συγχώνευση του πνεύματος με το σώμα».1 Ο άνθρωπος Καρτέσιος συντίθεται μέσα στο σώμα του, κι αυτό είναι αδιανόητο χωρίς τη σάρκα που συνθέτει τη σχέση του με τον κόσμο. Η ιατρική του πόνου δεν παύει να προσκρούει σε αυτόν τον δυϊσμό που μετατρέπει την ιατρική σε επιστήμη του σώματος και των διαδικασιών του και όχι σε μια πλήρη επιστήμη του ανθρώπου. Σειρά ολόκληρη αντιθέτων, που προκύπτουν από μια δυϊστική αναπαράσταση, δυσχεραίνει συχνά την προσέγγιση ατόμων που αλγούν: σωματικό / ψυχικό, οργανικό / ψυχολογικό, οργανικό / λειτουργικό, οργανικό / ψυχοσωματικό, σώμα / ψυχή ή πνεύμα, αντικειμενικό / υποκειμενικό, πραγματικό / φανταστικό, κλπ. Και το μόνο που έχει επιστημονική και ιατρική αξία στοn λόγο πολλών γιατρών είναι ό,τι προέρχεται από το «σώμα», το «πραγματικό», το «οργανικό», το «αντικειμενικό» κλπ. Μόνο που ο πόνος αποτελεί στοιχείο που ανατρέπει αυτές τις λίαν ορθολογικές κατηγορίες.

Ο πόνος απαλείφει κάθε δυϊκότητα μεταξύ φυσιολογίας και συνείδησης, σώματος και ψυχής, σωματικού και ψυχολογικού, οργανικού και ψυχολογικού και αποδείχνει την αλληλοεπικάλυψη αυτών των διαστάσεων που μόνο η μακρά μεταφυσική παράδοση των δυτικών μας κοινωνιών διαχωρίζει (Le Breton, 2008a, 2008b). Ο πόνος δεν είναι ενός οργάνου, δεν απομονώνεται σε ένα μόνο τμήμα του σώματος ή σε μια διαδρομή νεύρων· σφραγίζει το άτομο και πλημμυρίζει τη σχέση του με τον κόσμο, γίνεται λοιπόν οδύνη. Πόνος προγενέστερος της αίσθησης δεν υπάρχει, διότι τότε θα έπρεπε να τον νοούμε χωρίς περιεχόμενο, χωρίς υποκείμενο, ένα απλό νευρικό φαινόμενο δίχως το άτομο που θα τον νιώσει. Δεν υπάρχει κοινό μέτρο ανάμεσα στην προσβολή ενός οργάνου ή μιας λειτουργίας και του πόνου που θα γίνει αισθητός. Ο πόνος δεν είναι η μαθηματική μετάφραση μιας βλάβης, αλλά η σημασία της, δηλαδή μια οδύνη που βιώνεται μέσω ενός σύμφυτου στο άτομο κώδικα. Ο άνθρωπος δεν είναι ο εγκέφαλός του, αλλά αυτό που κάνει με τη σκέψη και την ύπαρξή του μέσα από την προσωπική του ιστορία. Ο ορισμός της Διεθνούς Ένωσης για τη Μελέτη του Πόνου (IASP) εξαλείφει κάθε αμφιβολία και υπερβαίνει τον δυϊσμό καθορίζοντας τον πόνο ως αισθητηριακή και συγκινησιακή δυσάρεστη εμπειρία που συνδέεται με μια πραγματική ή εν δυνάμει ιστική βλάβη ή, ακόμα, περιγραφόμενη με όρους που θυμίζουν μια τέτοια βλάβη. Ο ορισμός αυτός δίνει έμφαση στο βίωμα του ατόμου, υιοθετεί την άποψή του και επικυρώνει τον λόγο του. Ο πόνος δεν είναι πια μόνο αίσθηση, αλλά και συγκίνηση, αφήνοντας έτσι να αναδύεται το θέμα της σημασίας, πέραν δε αυτού είναι αντίληψη, δηλαδή δραστηριότητα αποκρυπτογράφησης που κάνει ο ίδιος στον εαυτό του και όχι αποτύπωσης μιας σωματικής αλλοίωσης (Le Breton 2004).

Ο πόνος αναφέρεται στην ανθρώπινη συνθήκη γι’ αυτό και δεν βολεύεται στο απλό πλαίσιο μιας σωματικής βλάβης. Ο πόνος δεν ανήκει αποκλειστικά στο νευρικό σύστημα. Δεν είναι ένα φυσικό αντικείμενο ικανό να απομονωθεί. Για να ταυτοποιήσει τα «αίτιά» του ο γιατρός βασίζεται στο γνωστικό του πεδίο και την κλινική του παρατήρηση, ώστε να διατυπώσει μια ερμηνεία, η οποία δεν καλύπτει παρά μόνο μερικώς αυτό που κάνει με τον πόνο του ο ασθενής όταν τον βιώνει. Ο πρώτος όμως στόχος του γιατρού είναι να «αντικειμενοποιήσει» το κακό ώστε να το συλλάβει για να  επεξεργαστεί έναν λόγο επ’ αυτού. Η έννοια ενός πόνου αποκλειστικά αισθητηριακού, που βασίζεται σε μια «αντικειμενική» οργανικότητα και αποκαλύπτεται μόνο δια μέσου εξετάσεων και της διαγνωστικής, παραπέμπει σε μια ορθολογίζουσα ιδεολογία, επικίνδυνη για τον πάσχοντα  που πέφτει σε τέτοια ιατρικά χέρια. Δεν υπάρχει «αντικειμενικός» πόνος, που να βεβαιώνεται από την ιατρική εξέταση και, λίγο πολύ, κάποιος να τον αισθάνεται ανάλογα με τα κοινωνικά, πολιτισμικά ή προσωπικά του φίλτρα, αλλά ένας πόνος ιδιαίτερος, που γίνεται αντιληπτός και σημαδεύεται από την αλχημεία της προσωπικής ιστορίας και τον βαθμό της προσβολής. Μόνο το εν οδύνη ευρισκόμενο άτομο μπορεί να γνωρίσει την έκτασή της, μόνο αυτό γίνεται λεία της, ο πόνος δεν αποδεικνύεται [se prouve], αλλά δοκιμάζεται [s’ éprouve] (Le Breton, 2004 ). Δεν διαθέτει καμιά αντικειμενικότητα, αλλά έναν δυνατό αντίκτυπο, ιδιαίτερο σε κάθε άτομο που τον νιώθει. Ο αντιληπτός πόνος δεν είναι ο πόνος της φυσιολογίας. Ο G. Canguilhem το υποστήριζε με σθένος: «Ο άνθρωπος κατασκευάζει τον πόνο του, όπως μια αρρώστια του, όπως ένα πένθος του – ούτε τον υποδέχεται ούτε τον υφίσταται» (Canguilhem, 1966, 56-57). Ανάμεσα στην αίσθηση και τη συγκίνηση υπάρχει βέβαια η αντίληψη, η απόδοση δηλαδή νοήματος από αυτόν που την βιώνει, ένα συναίσθημα εν δράσει. Ένας πόνος που δεν θα ήταν παρά μόνο «σωματικός» θα ήταν μια αφηρημένη κατασκευή, όπως είναι και μια οδύνη που δεν είναι παρά μόνο «ψυχική». Ο πόνος δεν συνθλίβει το σώμα, συνθλίβει το άτομο, θραύει τη ροή της καθημερινής ζωής και αλλοιώνει τη σχέση με τους άλλους. Είναι οδύνη. Εάν ο πόνος είναι μια ιατρική έννοια, η οδύνη είναι η έννοια του υποκειμένου που τη βιώνει.

Ο πόνος είναι πάντα οδύνη

Ο πόνος εμπλέκει και την οδύνη. Δεν υπάρχει σωματικός μόχθος που να μην έχει την απήχησή του στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Ακόμα κι όταν θίγει ένα μόνο τμήμα του σώματος, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα τερηδονισμένο δόντι, δεν αλλοιώνει μόνο τη σχέση του ανθρώπου με το σώμα του· διαχέεται πέραν αυτού, διαποτίζει τις χειρονομίες, διατρέχει τις σκέψεις του, μολύνει το σύνολο των σχέσεών του με τον κόσμο. Ο άνθρωπος υποφέρει σε όλο το εύρος του είναι του. Γίνεται αγνώριστος και το περιβάλλον του ανακαλύπτει με έκπληξη ότι έπαψε να είναι ο ίδιος. «Το κάθε τι χάνει τη γεύση του» για τον άνθρωπο που πονάει, που γι’ αυτό τον λόγο αποσπάται από παλιές συνήθειες κι αναγκάζεται να βάλει τον εαυτό του κατά μέρος, χωρίς να μπορεί να επανέλθει καθώς πενθεί, κατά κάποιο τρόπο, τον εαυτό του. Η οδύνη προσδιορίζει αυτή τη διάχυση του οργάνου ή της λειτουργίας σε ολόκληρη την ύπαρξη. Ο πόνος δεν ανήκει στο σώμα αλλά στο υποκείμενο. Όντας επίσης ψυχικός, δεν περιορίζεται σε ένα όργανο ή μια λειτουργία. Ο πόνος του δοντιού δεν βρίσκεται στο δόντι, βρίσκεται στη ζωή, αλλοιώνει όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ακόμα κι αυτές που αγαπά ιδιαίτερα. Αν ο πόνος έμενε καλά κλεισμένος στο σώμα, καμιά επίπτωση δεν θα είχε στην καθημερινή ζωή, άλλωστε δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν τέτοιο πόνο. Υπερβαίνει κατ’ ανάγκη το σώμα. Βιώνεται λοιπόν ως οδύνη. Κι όταν κάποιος πόνος προσβάλει το άτομο, τότε μαραζώνει κι η σχέση του με τον κόσμο. Όσο όμως κι αν είναι η οδύνη συμφυής με τον πόνο, η έντασή της ποικίλει με τις περιστάσεις. Υπάρχει ολόκληρο παιχνίδι διακυμάνσεων από το ένα στο άλλο. Η οδύνη συναρτάται με το επενδυμένο νόημα του πόνου και είναι ανάλογη του ποσού βίας που υφίσταται το άτομο.

Αφήνοντας κατά μέρος τη θεολογία και βλέποντας το κείμενο της Βίβλου του Ιώβ με ένα βλέμμα πιο κοντά στην ανθρωπολογία, θα διαπιστώσουμε ότι το κύριο της διδαχής του είναι πως το άτομο υποφέρει λιγότερο από τον πόνο του και περισσότερο από το νόημα που του αποδίδει. Φυσικά, εδώ μας ενδιαφέρει η ανθρωπολογική και όχι η θρησκευτική ή πνευματική διάσταση του κειμένου. Ας το θυμίσουμε σε γενικές γραμμές. Στην αρχή ο Ιώβ είναι ένας πλήρως ικανοποιημένος άνθρωπος. Πλούσιος, φιλόξενος, αγαπητός, βαθύτατα θρησκευόμενος. Δεν αμφιβάλλει για τίποτε και ζει υπό την προστασία του Θεού σε έναν προβλέψιμο κόσμο. Ο Θεός αποφασίζει να δοκιμάσει την πίστη του, στοιχηματίζοντας με τον διάβολο. Ο Ιώβ χάνει την περιουσία του και τα παιδιά του. Φαίνεται να πενθεί, αλλά δεν παραπονιέται. Είναι πάμπολλα τα κακά που πέφτουν πάνω του. Για εφτά μέρες ο Ιώβ σωπαίνει, κι έτσι απορροφά το μέγεθος του κακού, κυρίως δε το χάος της απορίας του. Περισσότερο κι απ’ τις πληγές του, υποφέρει από την αδυναμία του να καταλάβει το νόημα της δοκιμασίας του. Τίποτε από την προηγούμενη ζωή του δεν μπορεί να την δικαιολογήσει. Δεν διέπραξε κανένα αμάρτημα, εντούτοις, στη θρησκευτική του αντίληψη για τον κόσμο, η λογική της επιβράβευσης που ενθαρρύνει βρίσκεται εν αμφιβόλω: γιατί να υποφέρει ένας δίκαιος; Προκειμένου να δείξει αυτή την αδικία και να ζητήσει μια εξήγηση από τον Θεό, εγκαταλείπει  τη σιωπή και ξαναπιάνει τον λόγο για να μεταδώσει την οδύνη του. Παραδόξως, στο κείμενο ο λόγος του παραλληλίζεται με «βρυχηθμούς άγριου ζώου» (Job, 4-31).

Κάθε άλλο παρά τον ανακουφίζει η παρουσία των φίλων του, τον στενοχωρεί η στενόμυαλη στάση τους που ως φύλακες του ναού παραμένουν τυφλοί στο απρόσμενο. Η συμπόνια τους δεν μπορεί να κλονίσει την πεποίθηση του Ιώβ πως δεν άξιζε τα βάσανά του. Δεν είναι παρά θεματοφύλακες μιας ορθοδοξίας που δεν μπορεί να ενσωματώσει το γεγονός μιας αδικαιολόγητης οδύνης, που δεν ανέχονται την παραμικρή εξαίρεση στο νόμο του Θεού, διότι αλλιώς θα κινδύνευε ολόκληρο το οικοδόμημα της πίστης τους. Είτε ο Ιώβ είτε οι γιοί του είναι κατ’ ανάγκη υποχρεωτικά αμαρτωλοί ή αυτός διέπραξε εν αγνοία του κάποιο λάθος. Χωρίς να δίνουν προσοχή στην οδύνη του φίλου τους, βρίσκουν πως κάθε προσπάθεια να εντοπίσουν κάτι που να βεβαιώνει την ενοχή του είναι μια καλή ευκαιρία για να βγουν από την αμηχανία τους μπροστά στην επιμονή του να υπερασπίζεται την αθωότητά του. Έτσι κι αλλιώς, ένας πόνος ή μια αρρώστια, είναι πάντοτε στα μάτια τους μια πολύ καλή τιμωρία για μια αμαρτία έναντι του Θεού. Παρά τα επιχειρήματα του Ιώβ, απωθούν πεισματικά την ιδέα μιας αθώας οδύνης. Αποφεύγουν να επωμιστούν την οδύνη του. Το λάθος είναι δικό του και τον πιέζουν να ψάξει στη συνείδησή του. Η σκηνή μετατρέπεται σε δικαστήριο, του συμπεριφέρονται σαν ανακριτές που πασχίζουν να κάνουν τον ένοχο να τα ξεράσει όλα. Ο λόγος τους δεν παρηγορεί μα κατηγορεί κι ο Ιώβ κακοποιείται περισσότερο. «Έως πότε θέλετε θλίβει την ψυχήν μου, και θέλετε με κατασυντρίβει με λόγους;» (Ιώβ, 19 – 2, inte-vers.com). Στο τέλος θα βρεθεί στη θέση εκείνων που άλλοτε παρηγορούσε κι εκείνος με μάταια λόγια, όντας τώρα θύμα που βλέπει από τα μέσα τη ματαιότητα των φιλικών προθέσεων. Κάτι από τον θείο νόμο έχει φθαρεί. Η απελπισία του είναι τέτοια που δίνεται ολοκληρωτικά στον λόγο του: «Σιωπήσατε, αφήσατέ με, διά να λαλήσω εγώ, και ας έλθη επ’ εμέ ό,τι δήποτε, δια τι πιάνω τας σάρκας μου με τους οδόντας μου και βάλλω την ζωήν μου εις την χείρα μου» (Ιώβ, 13 – 14,15).

Η οδύνη του Ιώβ οφείλεται στο ακατανόητο των δοκιμασιών που τον χτυπούν, χωρίς να τις αξίζει αφού έχει πίστη στο Θεό, και λιγότερο στα βάσανά του. Όλη του η πίστη ταλαντεύεται μπροστά στην αυθαιρεσία. Κι όταν εμφανίζεται ο Θεός χωρίς να του εξηγεί τα δεινά που του προκάλεσε, τον αφήνει εντούτοις να εννοήσει πως δεν ήταν μάταια. Ο Ιώβ δεν βρίσκεται στο ύψος του Θεού και δεν μπορεί να απαιτήσει εξηγήσεις. Κι ο Θεός τοποθετείται δίπλα στον Ιώβ και αποκηρύσσει τους φίλους του, επειδή κατεβάζουν τον πόνο του στο επίπεδο μιας τιμωρίας ή μιας κάθαρσης. Στο τέλος της διήγησης ο Ιώβ δεν τους μέμφεται διόλου για τη στάση τους. Η Θεός αποκατέστησε την εμπιστοσύνη του στον κόσμο. Κι αν ακόμα δεν του φανέρωσε τα αίτια της οδύνης του, γνωρίζει πλέον ότι αυτά έχουν ένα νόημα. Κι έτσι αλάφρωσε. Η οδύνη του κρατούσε λιγότερο από τον πόνο που του έστελνε ο Θεός και περισσότερο επειδή δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Ο Ιώβ δεν είναι ο υπομονετικός και υποτακτικός της χριστιανικής εξήγησης, αλλά ο ανθιστάμενος με πάθος στη δοκιμασία του. Όλη η Βίβλος του Ιώβ διηγείται μια εξέγερση, ένα παράφορο κάλεσμα για νόημα, που δεν χάνει όμως τον προσανατολισμό του στον Θεό και την εμπιστοσύνη του πως κάποτε θα λάβει μιαν απάντηση. «Αποσύρω τη διαμαρτυρία μου», λέει στο  τέλος, όταν η οδύνη του χάνεται καθώς διαλύεται μέσα στον λόγο του Θεού. Εκείνη τη στιγμή της διήγησης οι πόνοι και οι αρρώστιες είναι ακόμα εκεί, τώρα όμως μπορεί να τις βαστάξει. Εν τέλει, μπροστά στο ξετύλιγμα της ύπαρξης, ο Ιώβ δεν απαιτεί πλέον δικαιοσύνη εδώ κάτω. Ο Θεός δεν απάντησε άμεσα, άφησε όμως να νοηθεί πως μια, ακατανόητη στον Ιώβ, αιτία υπαγόρευε τη στάση του κι έτσι αυτός ξαναβρήκε την εμπιστοσύνη του. Ο Θεός αποκατέστησε τον Ιώβ στην παλιά του θέση ανωτερότητας [για τη θεολογική περί πόνου θέση, βλ τις βιβλιογραφικές παραπομπές: Bakan (2001), Glucklich (2001), Le Breton (2004)]. Εδώ φυσικά, για την ανθρωπολογική μας ανάγνωση, ο Θεός είναι μια μορφή του νοήματος, ανάλογα με το τι λέει ή τι αποσιωπά για τον πόνο του Ιώβ, τον οποίο ανακουφίζει ή επαυξάνει, χωρίς να αγγίζει τις πληγές του.

*

Η ψυχανάλυση δεν διακρίνει ανάμεσα σε σωματικό ή ψυχικό πόνο, θέτει και τους δυο στο ίδιο επίπεδο. Ο Freud χρησιμοποιεί τον όρο Schmertz και για τους δύο τρόπους του πόνου, όπως γίνεται και στα γαλλικά. Χρησιμοποιεί τον όρο Seelenschmertz όταν θέλει να τονίσει τον ψυχικό πόνο. Δεν χρησιμοποιεί τον όρο Leiden που θα παρέπεμπε στην οδύνη. Για τον Freud, ο πόνος (Schmertz) αποτελεί αντίδραση στην απώλεια της βεβαιότητας να υπάρχει κανείς και δια μέσου μιας εσωτερικής κατάρρευσης: ενός πένθους, ενός χωρισμού ή μιας διάσπασης της σωματικής ενότητας. Όλη η ενέργεια ενός ατόμου που υποφέρει εστιάζεται και διαλύεται μέσα στην αναπαράσταση της απώλειας. Όταν οι Γάλλοι θέλουν να πουν πως πονούν, δεν λένε douloir αλλά souffrir, χάρις σε κάποιο είδος γλωσσικής διαίσθησης, στην αδυναμία δηλαδή να διακριθούν τα αποτελέσματα του «σωματικού» ή του «ψυχικού» πόνου μέσα στις σχέσεις που έχει το άτομο με τον κόσμο. Γιατί η οδύνη (souffrance) είναι πάντα αυτή που χτυπά και αδράχνει τον εαυτό. Έτσι και ξεπεραστεί η αντίσταση του ατόμου, όλη του η ενέργεια ξοδεύεται στην προσοχή που της δίνει. Η οδύνη την απορροφά καθ’ ολοκληρίαν, την αποβάλλει από τον εαυτό για να την περιορίσει στην άκρη του σημείου που πονά κι ο εξωτερικός κόσμος γίνεται αδιάφορος. «Στην περίπτωση του σωματικού πόνου, η παραγόμενη ναρκισσιστική επένδυση της θέσης του σώματος που πονά είναι αυξημένη, είναι μια επένδυση που δεν σταματά να αυξάνει και τείνει, κατά κάποιο τρόπο, στο άδειασμα του εγώ» (Freud, 1990, 285).  Ο πόνος είναι προσπάθεια συστολής, ταυτόχρονα σωματικής και συμβολικής, γύρω από το προσβεβλημένο μέρος του σώματος, είναι μια ανώφελη και ακατάλληλη άμυνα που εξαντλεί το υποκείμενο. Όσο περισσότερο έντονη είναι η οδύνη τόσο περισσότερο φτωχαίνει τη σχέση με τον κόσμο. Ολόκληρο το άτομο περισφίγγεται γύρω από τον πόνο του. Τον ορίζοντά του τον φράζει διαρκώς το όργανο ή η λειτουργία που υποφέρει.

Το έχουμε ήδη πει, ο πόνος περιέχεται πάντα μέσα σε μια οδύνη, είναι εξ αρχής ένα πάθος, μια προσβολή, λίγο πολύ έντονη για να την αντέξει κάποιος. Η οδύνη είναι η εσωτερική απήχηση ενός πόνου, είναι το υποκειμενικό του μέτρο. Είναι αυτό που κάνει ο άνθρωπος με τον πόνο του, που περιλαμβάνει όλες τις στάσεις του, δηλαδή την καρτερία του ή την αντίσταση να παρασυρθεί από ένα επώδυνο ρεύμα, είναι τα σωματικά και ψυχικά του αποθέματα για να κρατήσει μπροστά στη δοκιμασία. Για τον άνθρωπο που υποφέρει δεν είναι ποτέ απλή προέκταση μιας οργανικής βλάβης, αλλά μια νοηματική δραστηριότητα. Εάν θεωρήσουμε τον πόνο σαν ένα αισθητηριακό σεισμό, τότε θα πρέπει να πούμε πως το χτύπημά του είναι ανάλογο της οδύνης που συνεπάγεται, δηλαδή του νοήματος που παίρνει (Le Breton, 2004 – βλ και P. Ricoeur, 1994, 99). Δεν αποτυπώνει στη συνείδηση μια οργανική βλάβη, αναμειγνύει το σώμα με το νόημα. Είναι σωματοποίηση και σημασιοδότηση. Δεν είναι αίσθηση, είναι αντίληψη, δηλαδή αντι-παράθεση ενός σωματικού συμβάντος με ένα σύνολο νοημάτων και αξιών. Αυτό που γίνεται αντιληπτό δεν είναι η καταγραφή ενός συναισθήματος, αλλά η εντός του εαυτού απήχηση μιας αληθινής ή συμβολικής προσβολής. Το νόημα δεν εμπεριέχεται στα πράγματα, εγκαθίσταται μέσα στη σχέση με τα πράματα, μέσα από τον διάλογο που στήνουμε με τους άλλους για τον ορισμό τους, μέσα από τη δεκτικότητα που διαθέτει ή δεν διαθέτει ο κόσμος για να βολευτεί μέσα σε αυτές τις κατηγορίες. Να αισθανθώ τον κόσμο, ακόμα και τον πόνο, είναι ένας άλλος τρόπος να τον σκεφτώ, να τον μετατρέψω από αισθητό σε νοητό (Le Breton, 2006). Η ανθρώπινη εμπειρία στηρίζεται κατ’ αρχάς στις σημασιοδοτήσεις με τις οποίες βιώνεται ο κόσμος, γιατί αυτός δεν μας προσφέρεται κατ’ άλλον τρόπο. Η συναισθηματικότητα έρχεται πάντα πρώτη στη βίωση του πόνου. Μετράει την ένταση και την απήχηση. Κάθε πόνος κινητοποιεί μια σημασία και μια συγκίνηση.

Η οδύνη μετράει τον βαθμό της ενόχλησης που επιφέρει ο πόνος. Εκφράζει το πέρασμα της ύπαρξης προς το χειρότερο, εκεί όπου χάνεται η όρεξη για ζωή. Εκεί όπου ο πόνος μπορεί να παραμείνει υπό τον έλεγχο του ατόμου, η οδύνη παραμένει πάντα αδυναμία, παράλυση του εαυτού. Μπορεί να είναι τεράστια ή μηδαμινή, ανάλογα με τις περιστάσεις, και δεν συνδέεται ποτέ οργανικώς με μια βλάβη. Είναι η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη διάσταση του νοήματος που εδώ διακυβεύεται. Η οδύνη μπορεί να παραμείνει στο εσωτερικό των προστατευτικών διαδικασιών που θέτει σε κίνηση το άτομο στην αρρώστια του ή στα επακόλουθα ενός ατυχήματος ή στην επιλογή μιας δραστηριότητας που τον ερεθίζει (ακραία σπορ, body art…). Τότε η οδύνη στερείται νοήματος. Το άτομο ασφαλώς υποφέρει, αλλά το ελέγχει, δεν αφήνεται, κρατάει κάποιο μέτρο, δεν υποφέρει. Η οδύνη παρεμβαίνει μόλις ο πόνος θίξει τις αμυντικές ικανότητες, εκεί  όπου χάνει τον έλεγχο και νιώθει πως η ύπαρξή του καταστρέφεται. Εμπλέκει την απειλούμενη ταυτότητα και την αίσθηση του χείριστου. Πάει μαζί με την αδυναμία ενσωμάτωσης του γεγονότος κι αυτό οξύνει περαιτέρω το εσωτερικό χάος. Η ζωή μετατρέπεται σε μεγάλο μαρτύριο. Αν ο πόνος είναι ένα επίμοχθο, αλλά  μέσα στα όρια ανοχής του ατόμου, βίωμα, η οδύνη είναι ρήξη, εισβολή στον εαυτό ενός αισθήματος απώλειας. Η οδύνη ποικίλει ανάλογα με τη νοηματοδότηση του πόνου και τον βαθμό ελέγχου που το άτομο είναι ικανό να ασκήσει πάνω του, οπότε η τραγικότητα του πόνου, ο εναγκαλισμός της οδύνης, μπορεί να μην έχει κανένα αντίκτυπο πάνω του.

Παραλλαγές στη σχέση πόνου / οδύνης

Αυτή η ικανότητα να απωθούνται τα κύματα της οδύνης, απομονώνοντάς τα μόνο στον πόνο, περιγράφεται θαυμάσια σε ορισμένα επεισόδια της ζωής των στωικών φιλοσόφων που έχουν την έγνοια να κρατηθούν σε απόσταση από τα πάθη του κόσμου. «Ο σοφός που κυριολεκτικά υποφέρει δεν νιώθει τίποτε. Γι’ αυτόν τον σοφό, που είναι ακριβώς ο αντίποδας ενός αγίου […], υπάρχει βέβαια πόνος, όχι όμως οδύνη ή θλίψη· ο πόνος της σάρκας και των τσαλακωμένων νεύρων έχει πάψει να είναι θλίψη της ψυχής και απελπισία. Η δύναμη της σοφίας δεν είναι να μετατρέψει τον πόνο σε ευχαρίστηση […] αλλά να διαχωρίσει το Νιώθω και το Συναισθάνομαι  ή απλούστερα να διαχωρίσει  το Αισθάνομαι από το Συναισθάνομαι – διότι το νιώθω είναι περισσότερο το ρήμα του πόνου και το συναισθάνομαι το ρήμα της οδύνης. Ο πόνος δεν κάνει τον σοφό να υποφέρει» (Jankélévitch, 1956, 108). Ο στωικισμός  είναι μια πρακτική αναισθησίας με  ιδιαίτερους σε κάθε άτομο πνευματικούς πόρους. Στόχο έχει να διαλύσει την οδύνη για να την περιορίσει σε έναν ανεκτό πόνο. Ιδού πώς περιγράφει ο Κικέρων  την εσωτερική μάχη που έδινε ο Ποσειδώνιος εναντίον του πόνου. Τον κατείχε δυνατός πόνος όταν ήρθε να τον δει ο Πομπήιος. Εκείνος δίσταζε να μπει, ο φιλόσοφος όμως τον προσκάλεσε, βρίσκοντας αμελητέο τον πόνο μπροστά στην επίσκεψη ενός διάσημου ανθρώπου. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ο Ποσειδώνιος ανέπτυσσε με ευγλωττία την ιδέα πως δεν υπάρχει το καλό μα το ωραίο, ενώ στις στιγμές που ο πόνος του οξυνόταν επαναλάμβανε συνέχεια: «Χάνεις τον καιρό σου, πόνε· όσο σημαντικός κι αν είσαι δεν θα με κάνεις να συμφωνήσω ποτέ πως είσαι κάτι το κακό». Ο Κικέρων θα υπενθυμίσει επίσης τους πόνους των αθλητών που τους υπομένουν καρτερικά στις γυμναστικές τους ασκήσεις, παρά τη σκληρότητά τους. Η έγνοια της δόξας και η θέληση να φανούν σε όλους αρρενωποί, αναισθητοποιεί τον πόνο τους. Ο Κικέρων θα προσθέσει ακόμα ότι η κόπωση δεν είναι ίδια για τον στρατηγό και τον στρατιώτη, διότι «φτάνει η τιμή για να αλαφρύνει την κόπωση που στηρίζεται σε μια διαταγή». Η ένταση του πόνου είναι, πριν απ’ όλα, θέμα σημασίας.

*

Η οδύνη ξεπερνά πάντα τον πόνο, ιδίως στην περίπτωση των βασανιστηρίων, δηλαδή όταν τπν πόνο επιβάλλει κάποιος άλλος, χωρίς να είναι σε θέση να εμποδιστεί. Ένας τέτοιος πόνος αφήνει ίχνη οδύνης  ακόμα κι όταν σβήνει. Ακρωτηριάζει ένα μέρος του αισθήματος της ταυτότητας που δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει. Ο βασανισμός προκαλεί οδύνη χωρίς όρια, πάνω στην οποία το θύμα όχι μόνο δεν έχει καμιά δυνατότητα, αλλά και εξαρτάται απόλυτα από την αυθαιρεσία αυτού που τον επιβάλλει. Υπ’ αυτή την έννοια είναι η χειρότερη οδύνη. Η άσκηση μιας απόλυτης βίας πάνω σε κάποιον που είναι ανίσχυρος να αμυνθεί και βρίσκεται καθ’ ολοκληρία εκτεθειμένος στις πρωτοβουλίες του βασανιστή του, αποτελεί μια τεχνική αφανισμού του προσώπου που διαλύει σχολαστικά κάθε αίσθημα ταυτότητας δια μέσου ενός μίγματος σωματικής και ψυχικής βίας, που, με μεθοδική σκληρότητα, πλημμυρίζει το θύμα του με οδύνη, το μόνο όριό της οποίας είναι ο θάνατος. Η συνειδητοποίηση πως είναι κάποιοι άνθρωποι που δρουν έτσι, προσθέτει στο αδιανόητο και την κατάλυση κάθε εμπιστοσύνης απέναντι στον κόσμο.

Σε ελεγχόμενες συνθήκες η οδύνη δεν  είναι σημαίνουσα και το άτομο γνωρίζει οριακές συνθήκες όπως στα ακραία σπορ ή το  body art. Οι «αναρτήσεις» του σώματος [με γάντζους από το δέρμα] επιτρέπουν την ανίχνευση των περιθωρίων που διαθέτει ο άνθρωπος, έξω από κάθε θρησκευτικό πλαίσιο ή το βίωμα μιας έντονης πνευματικής εμπειρίας. Η βία τέτοιων αισθήσεων επάγει την έκσταση· στον παραδοσιακό σαμανισμό οπωσδήποτε, αλλά και στις δικές μας κοινωνίες, όπου η θέληση να διερευνηθούν τα ανθρώπινα όρια οδηγεί τα άτομα έξω από κάθε θρησκευτικό πλαίσιο και στην επιλογή τους να ζήσουν ακραίες εμπειρίες για να γνωρίσουν την πνευματιστική αποπροσωποποίηση. Ένας επιλεγμένος και ελεγχόμενος με προσωπική πειθαρχία  πόνος, για κάποιον που θέλει να ανακαλύψει τον εαυτό του, δεν περιλαμβάνει παρά μόνο μια μηδαμινή ποσότητα οδύνης, ακόμα κι αν υποφέρει. Κι από τον πόνο, που δεν συνοδεύεται από οδύνη, δεν απομένει παρά μόνο ένας υποφερτός μόχθος, ιδίως όταν το άτομο μπορεί να τον σταματάει όποτε θέλει. Έτσι, λοιπόν, το άτομο αξιολογεί το σώμα του, υποβάλλοντάς το σε μια δοκιμασία, νιώθοντας τον πόνο που αυτή επιφέρει. Για τους άνδρες και τις γυναίκες που ψάχνουν τα περιθώρια του ανεκτού, ξεχωρίζοντας σε ένα τέτοιο πλαίσιο τα δικά τους όρια, όχι μόνο ο πόνος τους δεν συνοδεύεται από οδύνη, αλλά και κάποιες φορές αυτός ο πόνος φέρνει απόλαυση, ένα βίωμα απόσπασης από τον εαυτό που τους βολεύει. Ένας κάποιος ερωτισμός του πόνου συμβάλλει στην άμβλυνση κάθε αιχμηρού. Οι εμπειρίες με σημαδέματα του σώματος ή με τελετουργίες «ανάρτησής» του καθιστούν βαθύτατα προβληματικό τον δυϊσμό απόλαυσης-πόνου. Το ίδιο κάνει, σε άλλο επίπεδο, η σαδομαζοχιστική εμπειρία ή το body art. Το ανακάτεμα των αισθήσεων αφοπλίζει την οξύτητα του πόνου, ενώ το αίσθημα της επίτευξης που συνοδεύει τη δοκιμασία φέρνει την ικανοποίηση, μια απόλαυση που δύσκολα περιγράφεται με κανονικά λόγια.

*

Η εμπειρία του τοκετού παραβάλλεται εξίσου με το ακατανόητο ενός πόνου που βιώνεται ριζικώς διαφορετικά από γυναίκα σε γυναίκα. Κάποιες τον αντιμετωπίζουν καταφεύγοντας στην επισκληρίδιο αναισθησία, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαν να φανταστούν την έλευση του παιδιού τους στον κόσμο. Κάποιες άλλες, αντίθετα, αρνούνται κάθε αναισθησία και ελέγχουν τον πόνο τους με σωματικές τεχνικές και την προσωπική τους φαντασία. Ορισμένες γυναίκες δεν διστάζουν να ομολογήσουν την αμφισημία μιας εμπειρίας που κάποιες φορές είναι δύσκολο να διακρίνουν από μια ξεχωριστή μορφή ευχαρίστησης.

Ο πόνος μπορεί ακόμα και να καταλήξει σε οργασμό, όπως σε μια σαδομαζοχιστική συνθήκη, φτάνοντας έτσι στο έσχατο σημείο του ερωτισμού του. Σε ορισμένους θιασώτες του, η βιογραφία τους είναι αποκαλυπτική για την αναβίωση κάποιας παλιά οδύνης που σήμερα έχει εξουδετερωθεί στη σαδομαζοχιστική σκηνή. Ένα κάποιο είδος ασύνειδης θυσίας έρχεται να προστατεύσει το άτομο από την τρομακτική απειλή της καταστροφής του εαυτού.     Η προμελετημένη θυσία είναι προπέτασμα απέναντι σε μια αφόρητη οδύνη. Πρόκειται δηλαδή για την επιδίωξη του πόνου ώστε να έχουν λιγότερο πόνο, όπως το βεβαιώνουν παραδείγματα εφήβων που βρίσκονται μέσα στην οδύνη και χαρακώνουν το δέρμα τους για να ξεφύγουν κάποια στιγμή από το «πνίξιμο» που νιώθουν (Le Breton, 2007).

Ο πόνος αναμειγνύει αντίληψη και συγκίνηση, δηλαδή σημασία και αξία. Δεν είναι το σώμα που υποφέρει, αλλά το άτομο κατά τη σημασία και τις αξίες που δίνει στη ζωή του. Αν η αρρώστια καθιστά τον άνθρωπο πιο «σωματικό», η οδύνη περιορίζει το σώμα εκεί μόνο που αυτό οδυνηρά φλέγεται. Το άτομο δεν μπορεί να αναδιπλωθεί, δεν διαθέτει κανένα καταφύγιο, όλα είναι αφανισμένα. Βρίσκεται κάτω από την απόλυτη κυριαρχία της.

Όταν κάποιος υποφέρει από έναν πόνο που ακόμα τον ελέγχει, όντας ικανός να αποφασίσει και τη στιγμή που μπορεί να τον σταματήσει, όπως, για παράδειγμα στα σπορ, τότε το άτομο υφίσταται την οδύνη που του επιβάλλεται στη συνείδηση, παρά τις προσπάθειες να την αναχαιτίσει. Σκαλώνει χωρίς καμιά επιείκεια πάνω σε ένα κακοποιημένο σώμα. Κι όσο η οδύνη διαρκεί, τόσο αποσπά το σώμα από τη συνείδηση εαυτού για να το τοποθετήσει ως έναν άλλον. Η οδύνη γίνεται έτσι βασανιστική και παραβάλλεται με τη συγκεκριμένη δυϊστική εμπειρία. Κι όταν πια το άτομο φτάνει στην πλήρη ανικανότητά του, τότε αισθάνεται να είναι αιχμαλωτισμένο σε ένα σώμα όπου δεν αναγνωρίζεται πια. Ο πόνος είναι ριζική αποδόμηση της βεβαιότητας του κόσμου, μια απώλεια του νοήματος και της αξίας του που καθιστά την ύπαρξη ένα βάρος.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Descates. Méditations métaphysiques, Paris PUF 1970, 123. Η μετάφραση από την ελληνική έκδοση: Ρενέ Ντεκάρτ. Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας. Μτφ –Σχόλια Ευάγγελος Βανταράκης. Εκρεμές Αθήνα 2009, 173-174.

Βιβλιογραφία

Bakan D. Disease, pain and sacrifice. Toward a psychology of suffering. Chicago, Beacon Press, 1968.

Canguilhem G. Le Normal et le Pathologique. Paris, PUF, 1966.

Cicéron. Tusculanes, tome I. Paris, Les Belles Lettres, 1960, 112.

Descartes R. Méditations métaphysiques, Paris, PUF 1970, 123.

Freud S. Inhibition, symptôme, angoisse. Paris, PUF, 1990.

Glucklich A. Sacred pain. Hurting the body for the sake of the soul. Oxford, Oxford University Press, 2001.

Jankelevitch V. L’Austrité et la vie morale. Paris, Flaimmarion, 1956.

Le Breton D. Anthropologie du corps et modernité. Paris, PUF, 2008.

Le Breton D. La Chair à vif. De la leçon d’anatomie αux greffes d’organes.Paris, Métailié, 2008.

Le Breton D. En souffrance. Adolescence et entrée dans la vie. Paris : Métailié, 2007.

Le Breton D. Anthropologie de la douleur. Paris : Métailié, 2004.

Vasse D. Le Poids du réel, la souffrance. Paris, Seuil, 1983.

Ricoeur P. La souffrance n’est pas la douleur. Στο: von Kaenel JM. (ed). Souffrances. Corps et âmes, épreuves partagées. Paris, Autrement, 1994 (dir.).

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.