Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αντώνιος Βουγιούκας
Υφηγητής Παθολογίας του ΑΠΘ
τ. Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του ΨΝΘ

σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]

Μερική ή ολική έλλειψις του φαινομένου της αντιλήψεως του άλγους1

[Από το σύγγραμμα Εσωτερική Παθολογία Ψυχωσικών, Θεσσαλονίκη 1976]

Τo άλγος, κατά τους Hardy (1952), Adams (1972) και των συνεργα-τών του, αποτελεί βιολογικόν φαινόμενον, το οποίον αποσκοπεί εις την προστασίαν του πάσχοντος ιστού. Αφορά εις κάθε ιατρικήν ειδικότητα και είναι το σημαντικώτερον κλινικόν σύμπτωμα, επί του οποίου στηρίζεται σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν ή Ιατρική Επιστήμη.

Από τας εργασίας των Wolf (1951), Hardy (1952), και των συνερ-γατών των, απεδείχθη ότι η αντίληψις και η εκτίμησις του άλγους, κατά μέ-γα ποσοστόν, είναι η αυτή δ’ όλα τα ψυχικώς υγιή άτομα, ανεξαρτήτως ηλι-κίας, φύλου, καμάτου και ψυχικής διαθέσεως, εντός βεβαίως των συνήθων δι-ακυμάνσεών της και υπό την απαραίτητον προϋπόθεσιν ότι οι πάσχοντες εί-ναι απολύτως αντικειμενικοί.2

Προκειμένου διά τους ψυχωσικούς, θα σχολιάσωμεν δύο κυρίως σημεία εις ό,τι αφορά το άλγος, εν σχέσει προς τους ψυχικώς υγιείς. Πρώτον την έλλειψίν του, μερικήν ή ολικήν και δεύτερον την συμπεριφοράν των αρρώστων προς τούτο, εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας υφίσταται άλγος.

Ως προς το πρώτον σημείον, εκτός των νευρολογικών αιτίων, συνεπεία των οποίων παραβλάπτεται η λειτουργία των δεκτών, η αντίληψις του άλ-γους επί των ψυχικώς υγιών ατόμων είναι δυνατόν να διαταραχθή από την έλλειψιν ψυχικής συγκεντρώσεως, από την αφαίρεσιν ή όπως συνήθως λέγε-ται από την διάσπασιν της προσοχής. Η έντονος απασχόλησις των αισθήσε-ων, κατά την προσήλωσιν του ατόμου, εις τίνα έργασίαν, την παρακολούθησιν ενδιαφέροντος θεάματος ή μουσικής κ.λπ., μειώνει την αντίληψιν του αρ-ρώστου, ώστε το άλγος καθίσταται ολιγώτερον αισθητόν.

Ο Pascal π.χ. βυθιζόμενος εις την λύσιν των μαθηματικών του προβλη-μάτων ελησμόνει τας νευραλγίας του, αλλά και ο Montaigne (αναφέρεται υπό Lazorthes και Campan, 1959) προκειμένου διά την αντίληψιν του άλ-γους έλεγεν ότι «ο στρατιώτης αισθάνεται περισσότερον μιά ξυραφιά παρά δέκα σπαθιές την ώρα της μάχης». Προσέτι, η κυρία Dussane, ως «σκηνικήν αναισθησίαν» χαρακτηρίζει την κατάστασιν εκείνην εις την οποίαν πε-ριέρχονται οι ηθοποιοί, όταν επιτυγχάνουν πλήρη αυτοσυγκέντρωσιν κατά την εκτέλεσιν του ρόλου των, απομακρύνοντες κάθε θλίψιν ή άλγος. Ακόμη, λί-αν αξιόλογον παράδειγμα αφαιρέσεως του σωματικού άλγους διά της αυτοσυγκεντρώσεως είναι ό,τι συμβαίνει εις τους yogi (Lazorthes και Campan, 1959).

Τα ανωτέρω παραδείγματα θα ήτο δυνατόν να τοποθετήσωμεν, χωρίς τον κίνδυνον να είπωμεν υπερβολάς, μεταξύ του ψυχικώς υγιούς και του ψυχωσικού, ώστε να δείξωμεν εν σμικρογραφία κατά τίνα τρόπον, ανεξαρτήτως των ειδικών μηχανισμών, ότι ο ψυχωσικός παραμένει αδιάφορος εις τα κλινικά του συμπτώματα. Ο στρατιώτης ή ο ηθοποιός εν προκειμένω, παρά το ότι κατά τεκμήριον αποτελεί τον ψυχικώς υγιή άνθρωπον, είναι τόσον προσηλωμένος εις την εκτέλεσιν του καθήκοντός του, ώστε δεν αισθάνεται το άλγος εκ του τραύματος ή την οδύνην. Ακριβώς, ό,τι συμβαίνει και εις τον ψυχωσικόν, όταν ούτος είναι προσηλωμένος εις τας βιωματικάς του, άγνωστους εις ήμας, απασχολήσεις. Ούτω, με έκπληξιν σήμερον βλέπομεν να επαληθεύη εκείνο το οποίον ο Ιπποκράτης προ 2500 ετών είχε γράψει εις τους αφορισμούς του (τμήμα 2°, § 6), ότι «Όσοι άρρωστοι από επώδυνον πάθησιν δεν αισθάνον-ται τον σωματικόν πόνον, είναι ψυχικώς άρρωστοι».

Το δεύτερον σημείον αφορά εις τον τρόπον διά του οποίου προβάλλε-ται το άλγος εις τας δύο ταύτας ομάδας αρρώστων.

Επί των ψυχικώς υγιών η προβολή του άλγους υφίσταται πάντοτε, εί-ναι δε ανάλογος προς την ηλικίαν, την προσωπικότητα, την κοινωνικήν ανάπτυξιν και κυρίως την ψυχοσυγκινητικήν και διανοητικήν κατάστασίν των. Ούτω, τα άτομα τα οποία έχουν έστω και συγκεχυμένας αναμνήσεις εξ οδυνη-ρών δοκιμασιών καθίστανται μικρόψυχα, ώστε χωρίς να πονέσουν, ως λέγει ο Montaigne (αναφέρεται υπό του Lazorthes και Campan, 1959), πονούν διότι ακριβώς φοβούνται ότι θα πονέσουν. Η πλούσια φαντασία των ατόμων τούτων τα ωθεί ώστε να αισθάνωνται εκείνο το οποίον φαντάζονται ότι θα αισθανθούν, εις τρόπον ώστε τελικώς δεν είναι εις θέσιν να διαχωρίσουν το φανταστικό από το πραγματικόν.

Τουναντίον, επί των ψυχωσικών, η πτωχή φαντασία και η ψυχοσυγκινητική των αδιαφορία φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να μην αισθάνωνται άλγος. Συμπεριφέρονται δε ως ξένοι προς ό,τι είναι δυνατόν να συμβή επ’ αυ-τών των ιδίων, ως π.χ. το άλγος εκ της νόσου, διότι προφανώς τούτο δεν δύ-ναται να τους αποσπάση από την βιωματικήν των προσήλωσιν. Ούτω, το άλ-γος, επί των ψυχωσικών, δεν προβάλλεται ως κλινικόν σύμπτωμα. Η άποψις ημών αύτη, συμφωνεί και πρός τας απόψεις του Jaspers (1948), ο οποίος, διά την έλλειψιν της προβολής του άλγους, αναφέρει χαρακτηριστικώς ως παράδειγμα τον τραυματισθέντα στρατιώτην, ο οποίος αδιαφορών διά το εκ του τραύματός του άλγος διηγείται τα κατορθώματά του.

Παρά ταύτα, ως παρετηρήθη υφ’ ημών, οι ψυχωσικοί, ενώ αδιαφορούν διά το προκαλούμενον εκ της νόσου άλγος, αντιλαμβάνονται ή τουλάχιστον φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται το προκλητόν τοιούτον. Η διαφορετική αύτη αντίδρασίς των έναντι του προκλητού άλγους, ενισχύει την άποψιν ημών ως πρoς τα κύρια αίτια της εν γένει ιδιόμορφου συμπεριφοράς των πρoς τούτο. Εις την προκειμένην περίπτωσιν, πιστεύομεν ότι εκείνο το οποίον προκαλεί τας διαμαρτυρίας των δεν είναι η έντασις εκ του προκαλουμένου άλγους, αλ-λά περισσότερον η ενόχλησις την οποίαν υφίστανται και διά την οποίαν προ-φανώς διαμαρτύρονται. Ακριβώς, διά τον λόγον τούτον παρατηρούμεν ότι οι ψυχωσικοί, ενώ υπερβάλλουν διά το άλγος εκ της απλής υποδορίου ενέσεως, παραμένουν ασυγκίνητοι πρoς εκείνο κατά την διαδρομήν των νόσων, ως π.χ. το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ακόμη το προκαλούμενον υπ’ αυτών των ιδί-ων κατόπιν αυτοπυρπολήσεως ή αυτοακρωτηριασμού.

Ο Marchand (1959) και οι συνεργάται του, επί των ψυχωσικών, ανεύρον ότι η έλλειψις του άλγους εκ διατρήσεως του στομάχου ανήρχετο εις 21, 4% εξ οξείας σκωληκοειδίτιδος εις 36,8% και εκ καταγμάτων του μηριαίου οστού εις 41,3%. Παρετήρησαν δε ακόμη ότι, η συχνότης της ελλείψεώς του ηύξανε εις το διπλάσιον περίπου εις ηλικίας άνω των 60 ετών.

Ο διαχωρισμός των ομάδων εις δύο ομάδας:1) εις τους εμφανίζοντας μερική ή ολικήν έλλειψιν του άλγους εκ του δέρματος, του υποδορίου ιστού και των βλεννογόνων και 2) εκ των διαφόρων οργάνων, εκρίθη αναγκαίος διά λόγους διαγνωστικούς (Βουγιούκας, 1968).

Εις την πρώτην ομάδαν αναφέρομεν και τας περιπτώσεις των κατακλίσεων, αι οποίαι επί των ψυχωσικών είναι λίαν εκτεταμέναι, με σοβαράν ενίοτε απώλειαν μυϊκών μαζών. Εις την δευτέραν ομάδα, αναφέρομεν τας περιπτώσεις εξ ελλείψεως σπλαγχνικού άλγους. Η έλλειψις τούτου, είναι εις εκ των πλέον αξιολόγων παραγόντων των διαμορφούντων την παθολογίαν των ψυχωσικών, το διαγνωστικόν έργον της οποίας καθίσταται ούτω λίαν δυσχερές.

Άπειρα χαρακτηριστικά παραδείγματα θα ήτο δυνατόν να παραθέσωμεν ενταύθα, αφορώντα εις σοβαράς παθήσεις των πνευμόνων, της καρδίας, του στομάχου και των μυών, ιδιαιτέρως δε των οστών. Πλειστάκις π.χ. διεπιστώσαμεν κατάγματα διαφόρου ηλικίας, ιδιαιτέρως κατά τον χειρουργικόν αυχένα ή την διάφυσιν του μηριαίου ή του βραχιονίου οστού, διά τα οποία οι άρρωστοι ουδεμίαν πληροφορίαν ήσαν εις θέσιν να παρέξουν. Προσέτι, καί επί προσφάτων τοιούτων καταγμάτων, η διαπίστωσίς των κατά κανόνα ήτο τυχαίον κλινικόν εύρημα.

Κατά συνέπειαν, η μερική ή η ολική έλλειψις του φαινομένου της αντιλήψεως του άλγους, επί των ψυχωσικών, στοιχειοθετεί την πρώτην και πλέον ουσιώδη διαφοράν της Εσωτερικής Παθολογίας των, ώστε και μόνον εκ ταύτης θα ήτο δυνατόν να δεχθή τις την ιδιομορφίαν της.

Υποσημειώσεις

1  Ως άλγος νοείται η μη δυνάμενη να ορισθή επακριβώς σωματική κυρίως αίσθησις, η οποία προκαλείται εκ τινος σκελετικής βλάβης ή βλάβης οργάνου τινός.

2  Ο ουδός αντιλήψεως του άλγους κυμαίνεται περί τας 215 χιλιοστοθερμίδας ανά cm2 επι-φανείας σώματος, ανά δευτερόλεπτον – mcal/cm2.sec (Schumacher και συνεργάται, αναφέρεται υπό του Lazorthes και Campan 1959).

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.