Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής της
Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ

σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]

Ο πόνος στα παιδιά και ο πόνος των παιδιών: Όψεις του σώματος στην παιδοψυχιατρική κλινική προσέγγιση*

Τη δόξα των σωμάτων τυχαίνει κάποιες φορές να τη νιώσουμε, αλλά δεν μπορούμε να τη δούμε, ακόμη λιγότερο να την περιγράψουμε, ακόμη λιγότερο να την αναγνωρίσουμε, να τη συγκρίνουμε με άλλες δόξες. Τα σώματα, όταν εγκαταλείπονται σε αυτόν τον εξτρεμισμό, σε αυτόν τον φανατισμό που είναι η ουσία τους, είναι βάραθρα γεμάτα λήσμονες και τυφλούς δαίμονες. Δεν υπάρχει τίποτα το πιο υπέροχα υλικό – και όμως τα σώματα είναι μη τόποι. Όσο βρίσκονται εδώ, δραπετεύουν από το νου, όταν έχουν εξαφανιστεί, ο νους τα επανακτά, όμως ως φαινόμενα εξαιρετικής απουσίας.

Olivier Rolin

Όψεις του σώματος

Δύο επισημάνσεις, ή μάλλον δύο υποθέσεις εργασίας γύρω από το σώμα:

1. Τι είναι σώμα; Ή αλλιώς: «Από τι πιθανόν κινδυνεύουμε όταν μιλούμε για Ψυχοσωματική;» όταν, δηλαδή αναφερόμαστε στην πιο ευγενή ιατρική αντίληψη.

Νομίζω ότι ο κίνδυνος θα ήταν να ξεχάσουμε, να αγνοήσουμε, να παραγνωρίσουμε ή να μειώσουμε το σώμα. Δηλαδή να πιστέψουμε ότι μπορεί να υπάρξει μια πλήρης «ψυχικοποίηση» του σώματος, δηλαδή να πιστέψουμε (με τη θεολογική έννοια της πίστης) σε ένα ψυχολογικό δόγμα περί σώματος, δηλαδή σε μία ψυχολογική θεωρία περί σώματος. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρξει η επιστημονική ψευδαίσθηση ότι το σώμα είναι κάτι το οποίο μπορούμε να εξαντλήσουμε κατανοώντας το μέχρι τέλους (μέχρι τελικής «λύσης», μέχρι τελικής «πτώσης»).

Η υπόθεση λοιπόν θα ήταν η εξής: Μήπως το σώμα δεν εξαντλείται, δηλαδή δεν ελέγχεται ποτέ ολοκληρωτικά (αλλά ούτε και γίνεται αντιληπτό μέχρι τέλους); Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να μπορέσουμε να δεχθούμε μια τελική αδυναμία μη-κατανόησης, ένα χάσμα (μικρό ή μεγάλο) που υπάρχει πάντα στο βάθος των πραγμάτων, ανάμεσα σε αυτό που κατανοούμε και σε αυτό που το ίδιο το σώμα μάς δείχνει τη στιγμή ακριβώς που μας διαφεύγει. Αυτή η υπόθεση, όσο κι αν ακούγεται αφηρημένα φιλοσοφική, νομίζω ότι μπορεί να έχει μια καίρια κλινική σημασία, καθώς τελικά (και με παράδοξο φαινομενικά τρόπο) μπορεί να ορίζει μια κλινική στάση πραγματικής αναγνώρισης του σώματος. Αν κάτι που προέρχεται από το σώμα τελικά μας ξεπερνά, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να πρέπει τελικά αυτό το γεγονός να το αποδεχτούμε. Ίσως τότε να μπορέσουμε να ακούσουμε το σώμα διαφορετικά, ακριβώς επειδή αναγκαστήκαμε, πριν από οτιδήποτε άλλο, να το έχουμε αναγνωρίσει.

2. Η δεύτερη υπόθεση στηρίζεται στην προηγούμενη και μας εισάγει στο θέμα «Όψεις του σώματος». Έχει ως εξής:

Μήπως πριν μιλήσουμε για «ψυχοσωματική» θα έπρεπε να μιλάμε για το σώμα, δηλαδή θα έπρεπε να προσπαθούμε να ακούμε διάφορες εκφράσεις του που δεν συντίθενται αυτόματα σε ένα όλον – σε μια σύνθεση ψυχής και σώματος; Δηλαδή αυτή η υπέροχη ποικιλία του σώματος, που αποτελεί ένα πρωταρχικό «είναι-στον-κόσμο» για τον κάθε άνθρωπο, παραμένει μέχρι σήμερα ανυπότακτη σε γενικευτικές και γοητευτικές σχηματοποιήσεις;

 

Κλινική προσέγγιση του πόνου στα παιδιά

Η Ελένη είναι 8 χρονών και πρόκειται να ζήσει τον πρώτο μεγάλο αποχωρισμό της ζωής της. Οι γονείς της πρόκειται να φύγουν σε ένα μακρινό ταξίδι. Η ιδέα αυτού του αποχωρισμού την αναστατώνει. Κλαίει, τους ικετεύει να μη φύγουν. Λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση των γονιών η Ελένη νιώθει μια ενόχληση στην πλάτη. Λέει στον εαυτό της: «Ένα κουνούπι με τσίμπησε». Όλως παραδόξως, όμως, το τσίμπημα αυτό αντί να την τρώει, την πονά. Λέει στον εαυτό της: «Ένα κουνούπι που δεν τρώει, αλλά πονά, με τσίμπησε». Ο πόνος αυξάνεται και η Ελένη συνεχίζει να αναρωτιέται τι είδους κουνούπι να είναι αυτό που πονά αντί να τρώει. Είναι όμως σίγουρη ότι πρόκειται για ένα απλό τσίμπημα κουνουπιού. Δεν μιλά σε κανέναν γι’ αυτό, απλώς συνεχίζει να παραπονιέται στους γονείς της για το επικείμενο ταξίδι τους. Οι γονείς φεύγουν και η Ελένη απορροφάται σε αυτόν τον έντονο πόνο αυτού του περίεργου κουνουπιού. Υποφέρει, αλλά δεν μιλά σε κανέναν γι’ αυτό. Οι γονείς επιστρέφουν. Ο πόνος συνεχίζεται και η Ελένη συνεχίζει να μη μιλά. Μια μέρα η μητέρα της μπαίνει τυχαία στο μπάνιο την ώρα που η Ελένη πλένεται. Αντικρίζει έκπληκτη τα σημάδια στο σώμα της Ελένης, Την μεταφέρει επειγόντως στον γιατρό που διαγιγνώσκει έναν έρπητα ζωστήρα.

Σωματικό άλγος και ψυχική οδύνη. Οι δύο όψεις του δυϊσμού που διατρέχει (αλλά μπορεί και να κατατρέχει) την επιστημονική προσέγγιση του πόνου – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την μικρή Ελένη. Δυϊσμός που – όπως και στην περίπτωση της Ελένης – μπορεί να οδηγήσει σε μία ή και πολλαπλές σχάσεις, σε τυφλές πορείες. Η Ελένη, μια ώριμη γυναίκα πλέον, πρέπει να ζήσει ένα δράμα, μια μεγάλη θλίψη, για να αναρωτηθεί και για το άλγος και για την οδύνη, να ψάξει και να βρει τις γέφυρες. Ξαναζεί, ενήλικη πια, καταστάσεις σωματικού πόνου χωρίς να αναγνωρίζει την οδύνη τους. Όταν αρχίζει να την αντιλαμβάνεται καταλαβαίνει ότι μια βουβή οδύνη την κυνηγά από τα μικράτα της: δεν της επιτρέπεται να υποφέρει. Και τότε – μετά από μια μακρόχρονη ψυχοθεραπεία – θυμάται τη σκηνή όταν είναι 8 χρονών. Οι σχάσεις, τις οποίες κατά κάποιον τρόπο είχε επιβάλλει στον εαυτό της για να μην υποφέρει (π.χ. μια «ιδανική» παιδική ηλικία χωρίς συγκρούσεις και μια ξάφνου ακατανόητα ταραγμένη νεανική ζωή) αρχίζουν να καταρρέουν. Μπορεί τώρα πια, όσο θυμάται, να έχει φοβίες. Δεν χρειάζεται όμως να βασανίζει το σώμα της.

Ένας άνθρωπος πονάει. Επισκέπτεται έναν γιατρό. Ο γιατρός σημειώνει στο ιστορικό: «κοιλιακά άλγη». Εγκαθιστά δηλαδή ένα πρώτο χάσμα μεταξύ του βιώματος και της «μετάφρασής» του σε στοιχείο του ιστορικού. Η μετάφραση αυτή είναι χρήσιμη: Βοηθά στη διάγνωση, μετατρέπει τον πόνο σε αντικείμενο γνώσης. Αφήνει όμως αγεφύρωτο ένα χάσμα: το χάσμα αυτό πώς θα πληρωθεί;

Ένας άλλος άνθρωπος υποφέρει, πονά η ψυχή του (όπως λέμε «τον πόνεσε η ψυχή μου»). Υποφέρει δηλαδή τόσο, που νιώθει σαν να πονά το σώμα του, νιώθει κάτι ανάλογο με το σωματικό άλγος. Η ψυχή του γίνεται δηλαδή ένα όργανο που πονά. Το ψυχικό άλγος – κάτι ανάλογο με το κοιλιακό άλγος που ανέφερα πριν.

 

Η έννοια του ψυχικού άλγους

Η επιστημονική ψυχαναλυτική έκφραση «ψυχικό όργανο», που υπενθυμίζω ότι έχει μια μεταφορική διάσταση και προϋποθέτει την κινητοποίηση της επιστημονικής μας φαντασίας για να γίνει κατανοητή, βρίσκει εδώ μια σχεδόν κυριολεκτική πραγμάτωση, έστω μια πετυχημένη εικονογράφηση. Χάρη στο ψυχικό άλγος μπορούμε εν μέρει τουλάχιστον να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η αφηρημένη έννοια του ψυχικού οργάνου. Μια αφηρημένη έννοια που φωτίζει μια δεύτερη αφηρημένη έννοια; Όχι. Αλλά μια κλινική αντίληψη και εμπειρία μπορεί και φωτίζει μια αφηρημένη έννοια. Μια κλινική αντίληψη που ίσως θα ήταν μια προσέγγιση της μελαγχολίας. Όμως μια κλινική αντίληψη, για να έχει βάθος, προϋποθέτει κάποιο αγκυροβόλημα, μια δυνατότητα να μην αγκιστρωνόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων, δηλαδή των συμπεριφορών που φαίνονται. Γιατί η φαινομενολογία είναι αλλού, όχι στην επιφάνεια των πραγμάτων.

Ο Γιώργος είναι ένας έφηβος 16 χρόνων που μας απευθύνεται έπειτα από παρέμβαση της αστυνομίας στο σπίτι όπου ζει με τη θετή μητέρα του. Σε μια στιγμή έντονης κρίσης ο Γ. την απείλησε. Ο Γ. είναι ένας παραπτωματικός ή παραβατικός έφηβος, μια ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένα παιδί με έντονες διαταραχές διαγωγής; Ίσως να είναι κάτι από όλα αυτά ή και όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά μαζί όμως δεν μεταφέρουν τίποτα από αυτό που διαχέεται στην ατμόσφαιρα αμέσως με την πρώτη συνάντηση μαζί του: Το αίσθημα ενός βαθιού αβάστακτου βασανιστικού πόνου – ενός πόνου που τρελαίνει, μιας οδύνης, μιας συμφοράς που τα νιώθει κανείς στο ίδιο του το κορμί.

Η αναγνώριση αυτού του πόνου μπορεί να δώσει νόημα και σε όλα τα άλλα. Εξάλλου δείχνει να το καταλαβαίνει και ο ίδιος: αρχίζει να ανακουφίζεται από τη στιγμή που μπαίνουν κάποια λόγια στον πόνο του. Στη συνέχεια μπορεί σιγά σιγά να αρχίσει να σκέφτεται. Αλλιώς κάθε παρέμβαση είναι μια ενοχλητική νουθεσία.

Ας μην ξεχνάμε ότι χάρη στο βουητό, το μουρμούρισμα, την όχληση των οργάνων μας νιώθουμε ότι έχουμε ένα σώμα και ότι χάρη σε αυτή την αίσθηση του σώματός μας αποκτούμε αίσθηση του είναι μας στον κόσμο [«Γιατί εκεί που αρχίζει ένα σώμα, αποκτά μορφή και η συνείδηση» (P. Eluard)]. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο πόνος αποτελεί μια πανανθρώπινη εμπειρία – αποτελεί δηλαδή έναν δεσμό μεταξύ των ανθρώπων. Ο πόνος μπορεί και φέρνει κοντά, μπορεί και ενώνει.

 

Πόνος και σύγχρονη παιδοψυχιατρική

Θα άξιζε να αναρωτηθούμε για τη σύγχρονη παιδοψυχιατρική μέσω ερωτημάτων που θίγουν τα θέματα του πόνου. Γνωρίζουμε πόσο ο πόνος στα παιδιά υπήρξε ένα φαινόμενο που άργησε να απασχολήσει στα σοβαρά την παιδιατρική. Γνωρίζουμε πόσο ο πόνος αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα σοβαρό διαφοροδιαγνωστικό θέμα στα παιδιά, πόσο ο πόνος και η «αντικειμενική βλάβη» μπορούν να απέχουν, πόσο φορτισμένος μπορεί να είναι ο πόνος από κοινωνικο-πολιτισμικές ή θρησκευτικές αντιλήψεις (το ατομικό και κοινωνικό νόημα του πόνου). Αλλά και πόσο φορτισμένη (και φορτωμένη) από αντιλήψεις περί ζωής, παιδικής ηλικίας κ.λπ. μπορεί να είναι και η δική μας στάση (και η στάση μας ως ειδικών).

Ας προσπαθήσουμε να δούμε με μια πρόχειρη ιστορική ματιά κάποιες εξελίξεις:

Η ψυχική οδύνη αποτελούσε ένα βασικό «σύμπτωμα» της μελαγχολίας για την κλασική ψυχιατρική. Για τον λόγο αυτό αποτελούσε κάτι πολύ παραπάνω από ένα σύμπτωμα: σηματοδοτούσε την ικανότητα κατανόησης μέσω της υποκειμενικότητας του άλλου, δηλαδή να μπορεί ο ψυχίατρος να νιώσει πόσο πολύ πονάει ο ασθενής του (πράγμα που σημαίνει επίσης ότι επιτρεπόταν και στον ασθενή να εκφράσει τον πόνο του). Την περίοδο που η παιδιατρική ανακαλύπτει τον πόνο στα παιδιά (σαν ένα τεχνικό-διαγνωστικό θέμα, αλλά και σαν μια προσπάθεια να ξαναβρεί το παιδί την υποκειμενικότητά του), η ψυχιατρική εγκαταλείπει τον ψυχικό πόνο και αναπτύσσει την τεχνική της αντικειμενικής «ουδέτερης» διάγνωσης. Στα ερείπια αυτά, σε αυτήν την ερήμωση της διϋποκειμενικότητας, κτίζεται σιγά σιγά η παιδοψυχιατρική. Ο πόνος των παιδιών, όταν υπάρχει, εμφανίζεται σαν τεχνικό θέμα (κλίμακες αξιολόγησης του σωματικού πόνου, τεχνική, «άψυχη» ψυχολογική προσέγγιση του πόνου). Ο ψυχικός πόνος, η συμφορά, η οδύνη τι απογίνονται;

Η υπέρμετρη ψευδαίσθηση της θεραπευτικής παντοδυναμίας έριξε τον πόνο σε δεύτερο πλάνο στην Ιατρική. Ίσως αυτό το τίμημα μιας ιδεολογίας της ίασης να επέβαλε και έναν τύπο σχέσης μεταξύ γιατρού και αρρώστου. Η αντίστοιχη ψευδαίσθηση στην ψυχιατρική, που κορυφώνεται μέσα από το επιστημονικό λάθος ότι θεραπεύουμε εξαλείφοντας συμπτώματα, και μερικές φορές τον ίδιο τον άνθρωπο ή θεραπεύουμε «εξηγώντας» με ατέλειωτες ερμηνείες, μεταγγίζεται άκριτα και στην Παιδοψυχιατρική, με διπλά καταστροφικές συνέπειες.

Τι είδους σχέση μας ζητείται να έχουμε πια με τα παιδιά που βλέπουμε; Ποια είναι τα τιμήματα της «ίασής» τους;

Μια άπονη παιδοψυχιατρική δείχνει να παίρνει το πάνω χέρι, να θέλει να επικρατήσει ηγεμονικά. Ίσως να αξίζει λοιπόν στις επιστημονικές συναντήσεις μας να συναντούμε που και που κάποιους μελαγχολικούς παιδοψυχιάτρους.

 

Ανακεφαλαιώνοντας

Η αναγνώριση του σωματικού πόνου στα παιδιά αναδύθηκε σταδιακά, αργά και επίπονα στην παιδιατρική προσέγγιση κατά τη δεκαετία του ’80 ως σημαντικό θέμα στη θεραπεία και στη φροντίδα του παιδιού, έτσι ώστε σήμερα να αποτελεί έναν από τους βασικούς ερευνητικούς άξονες στην παιδιατρική. Αντίθετη πορεία δείχνει να έχει ακολουθήσει η έννοια του ψυχικού πόνου, αρχικά στην ψυχιατρική και στη συνέχεια στην παιδοψυχιατρική. Ο ψυχικός πόνος (douleur morale στη γαλλόφωνη βιβλιογραφία) αποτελούσε στην κλασική ψυχιατρική, και μέχρι την εμφάνιση των σύγχρονων πολυαξονικών διαγνωστικών συστημάτων, μια βασική έννοια διαγνωστική, αλλά και θεραπευτική, καθώς πρόσφερε ένα κλινικό εύρος στην απλή αποστασιοποιημένη παρατήρηση του ασθενούς, προσθέτοντας δυνατότητες συμπόνιας ή συμπάθειας (empathy). O ψυχικός πόνος, δηλαδή ένα ψυχικό βίωμα με ένταση ανάλογη του αφόρητου σωματικού πόνου, χαρακτήριζε για παράδειγμα τη μελαγχολία. Η παιδοψυχιατρική ολοκληρώνεται ως ιατρική ειδικότητα την εποχή που ο «ψυχικός πόνος» βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία και τείνει προς την εξαφάνιση. Ο ψυχικός πόνος λοιπόν των παιδιών δεν κατορθώνει να αναδειχθεί σε κεντρικό της άξονα, γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να οργανωθεί η κλινική της προσέγγιση – τουλάχιστον όσον αφορά την κυρίαρχη εξέλιξη της ειδικότητας και της εκπαίδευσης σε αυτήν. Παρουσιάζεται λοιπόν το εξής παράδοξο σήμερα: Ενώ μιλάμε όλο και περισσότερο για τα παιδιά, τις διαταραχές τους και τα τραύματά τους, αναπτύσσουμε συγχρόνως θεωρίες περίθαλψης και πρακτικές φροντίδας όλο και περισσότερο «άπονες».

*  Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασμένη καταγραφή εισήγησης σε στρογγυλό τραπέζι στο 2ο Πανελλήνιο Παιδοψυχιατρικό Συνέδριο, Αθήνα 18-20 Μαΐου 2002.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ν. Boige-S. Missonnier, L’enfant ventriloque, les douleurs abdominales chez l’enfant, Revue Française de Psychosomatique, 2004, 26, 119-146.

Golse et al., Bébés en réanimation, O. Jacob, Paris, 2001 (κεφάλαιο: «La douleur chez le bébé»).

Patrick J. McGrath, Annotation: Aspects of Pain in Children and Adolescents, J. Child Psycol. Psychiat., 1995, 36, 5, 717-730.

Roselyne Rey, Histoire de la douleur, La Découverte, Paris 2000.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.