Μικέτα Αρβανίτη
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Πρόγραμμα Βασικής και
Εφαρμοσμένης Γνωσιακής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Αργυρώ Βατάκη
Ερευνήτρια,
Ινστιτούτο Γνωσιακής Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΙΓΕΤ
σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]
Η συναισθησία είναι φαινόμενο κατά το οποίο ένα ερέθισμα προκαλεί την αυτόματη εμπειρία ενός άλλου ερεθίσματος που ανήκει είτε στην ίδια είτε σε διαφορετική τροπικότητα (π.χ. Lupiáñez & Callejas, 2006 – Mattingley, 2009). Για παράδειγμα, στη συναισθησία γραφήματος-χρώματος –την πιο μελετημένη μορφή συναισθησίας–, η όψη ενός γραφήματος προκαλεί την αντίληψη ενός χρώματος (π.χ. το «Α» μπορεί να είναι κόκκινο). Σε άλλες περιπτώσεις συναισθησίας, μια γεύση ή το άκουσμα μιας νότας ή μιας λέξης προκαλεί την αντίληψη ενός χρώματος ή ενός σχήματος. Τα χαρακτηριστικά του προκληθέντος ερεθίσματος αποδίδονται ιδιοσυγκρασιακά και γίνονται αντιληπτά είτε «με το μάτι του νου», στην περίπτωση των συνειρμικών συναισθητικών, είτε «στον χώρο που περιβάλλει το ίδιο το άτομο», στην περίπτωση των προβλητικών (π.χ. Dixon & Smilek, 2005 – Rich, Bradshaw, & Mattingley, 2005 – Skelton, Ludwig, & Mohr, 2009).
Το φαινόμενο της συναισθησίας δεν είναι κάτι καινούριο, οι πρώτες αναφορές στο φαινόμενο απαντώνται σε κείμενα του Ομήρου (Montiglio, 2000), η διερεύνησή του όμως είναι δύσκολη λόγω του υποκειμενικού χαρακτήρα της συναισθητικής εμπειρίας. Τα τελευταία 20 χρόνια, καινούριες πειραματικές μεθοδολογίες επιτρέπουν πλέον τη διερεύνηση του φαινομένου της συναισθησίας με έναν αντικειμενικό τρόπο (π.χ. επισκεφθείτε http://www.synesthesia.gr/). Μέσω αυτών των ερευνών έχει βρεθεί ότι η αξιολόγηση ενός ατόμου ως συναισθητικό γίνεται μέσω: της σταθερότητας των υποκειμενικών του συσχετίσεων, της συνέπειας της εμφάνισής τους στον χρόνο, της αδυναμίας ελέγχου της εμφάνισης του συναισθητικού αντιλήμματος, καθώς και στο γεγονός ότι ένα ερέθισμα είναι αρκετό για να προκαλέσει το συναισθητικό αντίλημμα (Sagiv, Ilbeigi, & Ben-Τal, 2011). Επιπλέον, στη συναισθησία υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ του πραγματικού και του συναισθητικού αντιλήμματος και η αντίληψη του τελευταίου διαχωρίζεται από τη μη-τυπική αντίληψη που παρατηρείται σε παθολογικές καταστάσεις, καθώς δεν αποτελεί έλλειψη κάποιας λειτουργίας, αλλά περιλαμβάνει την επιπρόσθετη εμφάνιση ενός αντιλήμματος· σαν ένα θετικό σύμπτωμα (Fitzgibbon et al., 2011α).
Πέρα από τις γνωστές μορφές συναισθησίας που προαναφέρθηκαν, την τελευταία δεκαετία έχουν αναφερθεί περιπτώσεις απτικής συναισθησίας και συναισθητικού πόνου. Στη συναισθησία πόνου, η παρατήρηση επιβλαβούς ερεθισμού κάποιου άλλου προκαλεί μια επώδυνη εμπειρία στον παρατηρητή (π.χ. αίσθηση πόνου στην όψη εξαρθρωμένου ώμου· βλ. Giummarra & Bradshaw, 2008), ενώ στην απτική συναισθησία, η παρατήρηση εφαρμογής απτικού ερεθίσματος σε κάποιον άλλον προκαλεί την αντίστοιχη απτική εμπειρία (π.χ. αίσθηση αγγίγματος στην όψη απτικής επαφής στο μάγουλο ενός ατόμου· βλ. Blakemore et al., 2005). Η απτική συναισθησία και η συναισθησία του πόνου απαρτίζουν ένα ευρύτερο πεδίο μελέτης· τη συναισθησία κατοπτρικής αίσθησης, όπου η παρατήρηση ή η νοερή αναπαράσταση μιας εμπειρίας σε άλλον προκαλεί την πραγματική αντίστοιχη εμπειρία στον παρατηρητή (Fitzgibbon et al., 2010γ). Η συναισθησία κατοπτρικής αίσθησης υποστηρίζεται ότι αρμόζει να αποτελέσει μια νέα μορφή συναισθησίας, καθώς αφορά στην ύπαρξη ενός μη τυπικού αντιλήμματος. Επιπλέον δε/Επιπλέον, δεν[;] σχετίζεται με ψυχιατρικές ή νευρολογικές διαταραχές, παρουσιάζεται σε ένα ποσοστό του πληθυσμού, το συναισθητικό αντίλημμα είναι παρόμοιο με το αντίλημμα μιας τυπικής εμπειρίας και βιώνεται ακούσια (Fitzgibbon et al., 2011γ).
Η ύπαρξη συναισθητικών συσχετίσεων συνήθως αναφέρεται από την παιδική ηλικία (Banissy et al., 2009), αφορά όμως και σε περιπτώσεις που έχουν αποκτηθεί ύστερα από εγκεφαλική βλάβη, ακρωτηριασμό, επώδυνες καταστάσεις (π.χ. Fitzgibbon et al., 2010α· Ramachandran & Brang, 2009), αλλά και σε παροδικές καταστάσεις, όπου οι συναισθητικές εμπειρίες προκαλούνται υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών (π.χ. LSD· Aghajanian & Marek, 1999). Ιδιαίτερα, η συναισθησία πόνου απαντάται κυρίως σε άτομα που έχουν υποστεί κάποιον τραυματισμό και συχνότερα άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό και βιώνουν έκτοτε πόνο στο μέλος-φάντασμα (phantom limb pain· PLP· Giummarra & Bradshaw, 2008). Όμως, στη μελέτη των Osborn και Derbyshire (2010), απαντάται μια φαινομενολογικά όμοια συναισθητική εμπειρία πόνου σε υγιή πληθυσμό, συνιστώντας μια πρώτη ένδειξη ύπαρξης συναισθησίας πόνου προκληθείσας από επιγενετικούς παράγοντες, διαφορετικούς από τον ακρωτηριασμό κάποιου άκρου, ενδεχομένως δε και από γενετικούς, οι οποίοι συντελούν στην προδιάθεση υπερευαισθησίας σε επώδυνες, απειλητικές εμπειρίες (Fitzgibbon et al., 2011α).
Στη συναισθησία του πόνου, η παρατήρηση ενός ατόμου που βιώνει μια επώδυνη εμπειρία δεν ενεργοποιεί αποκλειστικά τις οπτικές περιοχές του παρατηρητή, αλλά και περιοχές παρόμοιες με αυτές του ατόμου που βιώνει τον πόνο, συνιστώντας ένα κατοπτρικό σύστημα επεξεργασίας του πόνου (Jackson, Brunet, Meltzoff, & Decety, 2006). Οι περιοχές αυτές αφορούν στην κωδικοποίηση και την ένταση της παρατηρούμενης επώδυνης εμπειρίας (Jackson et al., 2006 – Lamm, Nusbaum, Meltzoff, & Decety, 2007). Για παράδειγμα, η εισαγωγή μιας βελόνας στο χέρι κάποιου ενεργοποιεί τον πρωτοταγή και δευτεροταγή σωματαισθητικό φλοιό, ενώ όταν η προσοχή του παρατηρητή εστιάζεται στην ένταση της επώδυνης εμπειρίας, παρατηρείται αύξηση της ενεργοποίησης του πρωτοταγή σωματαισθητικού φλοιού (Lamm et al., 2007). Η αλλαγή της ενεργοποίησης του σωματαισθητικού φλοιού έχει υποστηριχθεί και από άλλες μελέτες, οι οποίες έδειξαν ότι κατά την παρατήρηση επώδυνης εμπειρίας σε άλλους, παρατηρείται αύξηση των παραγόμενων δυναμικών ενεργείας του σωματαισθητικού φλοιού (Fan & Han, 2008). Στο πλαίσιο της έρευνας που συνδέει την επεξεργασία παρατηρούμενου πόνου με ενεργοποίηση του σωματαισθητικού φλοιού υπάρχουν μελέτες που αναφέρουν βιωματική εμπειρία πόνου προκληθείσας αποκλειστικά από οπτική παρατήρηση, υποδεικνύοντας έναν ενδεχομένως κοινό μηχανισμό συναισθηματικής και αισθητηριακής αντίληψης του πόνου. Η περίπτωση αυτή, αναφερόμενη ως συναισθησία πόνου, συναντάται κυρίως σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό (Fitzgibbon et al., 2010α, 2011α – Giummarra et al., 2010), αλλά και σε άτομα χωρίς κάποια σωματική ή εγκεφαλική βλάβη (Osborn & Derbyshire, 2010). Στην περίπτωση των συναισθητικών πόνου με ακρωτηριασμένο μέλος, ο συναισθητικός πόνος διαχωρίζεται από τον πόνο στο μέλος-φάντασμα, καθώς προκύπτει από παρατήρηση ή νοερή αναπαράσταση πόνου, σε αντίθεση με τον τελευταίο, ο οποίος προκύπτει είτε αυθόρμητα είτε ως απόκριση σε μη αισθητηριακά ερεθίσματα. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω συναισθητικές εμπειρίες αποτυγχάνουν να περιγραφούν επαρκώς από το φαινόμενο της ενσυναίσθησης (η ικανότητα κατανόησης του πόνου που βιώνει ένα άλλο άτομο· Fitzgibbon et al., 2010β), εφόσον ο συναισθητικός βιώνει την αίσθηση του συναισθητικού πόνου ως πραγματική, αλλά και λόγω της συσχετιζόμενης απόκρισης του κινητικού συστήματος, μέσω απομάκρυνσης του μέλους του σώματος που βιώνει τον συναισθητικό πόνο (Giummarra et al., 2010).
Οι Fitzgibbon et al. (2010α) επιχείρησαν να προσδιορίσουν ορισμένα περιγραφικά χαρακτηριστικά της συναισθησίας πόνου σε πληθυσμό που έχει υποστεί κάποιον ακρωτηριασμό. Κλήθηκαν 74 άτομα με ακρωτηριασμένο κάποιο μέλος του σώματός τους, στους οποίους δόθηκε να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικό με τον πόνο μέλους-φάντασμα. Οι συμμετέχοντες για να χαρακτηριστούν “συναισθητικοί πόνου” έπρεπε να απαντήσουν ότι ο «φανταστικός» τους πόνος προκαλείται είτε με την παρατήρηση είτε με τη σκέψη ενός ατόμου που βιώνει μια επώδυνη εμπειρία. Στη συνέχεια, όσοι απάντησαν καταφατικά στις παραπάνω ερωτήσεις, ερωτήθηκαν αν η εμπειρία του πόνου που βίωναν, επηρεάζεται από το μέλος του σώματος της παρατηρηθείσας ή της νοερής επώδυνης εμπειρίας, από την αιτία του πόνου, από την ταυτότητα του ατόμου που βιώνει τον πόνο ή από το μέλος του σώματος στο οποίο βιώνουν το συναισθητικό πόνο. Τέλος, ερωτήθηκαν εάν τα χαρακτηριστικά του συναισθητικού πόνου διαφέρουν από τον πόνο του μέλους-φάντασμα και εάν παρουσιάζουν κάποια άλλη μορφή συναισθησίας.
Από το σύνολο των ατόμων που συμμετείχαν το 16.2% προσδιορίστηκε ως “συναισθητικοί πόνου”, ποσοστό παρόμοιο με αυτό που βρήκαν οι Banissy et al. (2009) για την απτική συναισθησία. Ακόμα διαπίστωσαν ότι η συναισθησία πόνου εμφανίζεται συχνότερα στο μέλος-φάντασμα, προκαλείται πιο συχνά από παρατήρηση και όχι από νοερή αναπαράσταση επώδυνης εμπειρίας και δεν παρουσιάζει επιλεκτικότητα σε τύπο πόνου, καθώς βιώνεται από οποιαδήποτε επώδυνη εμπειρία. Τέλος, παρατήρησαν ότι δεν παίζει ρόλο η συναισθηματική σχέση του παρατηρητή με το άτομο που υφίσταται τον πόνο, ούτε εάν είναι του ίδιου φύλου ή ανήκουν στην ίδια φυλή. Η τελευταία παρατήρηση αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διάκρισης της συναισθησίας πόνου από την ενσυναίσθηση, καθώς στην ενσυναίσθηση υποστηρίζεται ότι η νευρωνική ενεργοποίηση του παρατηρητή είναι μικρότερη όταν το άτομο που υφίσταται τον πόνο είναι ίδιας, παρά αλλότριας, φυλής (Avenanti, Sirigu, & Aglioti, 2010).
Στην ίδια κατεύθυνση, οι Giummarra et al. (2010) μελέτησαν την αντίληψη του πόνου σε άτομα που είχαν υποστεί ακρωτηριασμό σε ένα μέλος του σώματος τους, πραγματοποιώντας μια παραλλαγή της πλάνης λαστιχένιου χεριού (rubber hand illusion· Botvinick & Cohen, 1998). Στην πλάνη του λαστιχένιου χεριού, το ένα χέρι του συμμετέχοντα κρύβεται πίσω από ένα παραπέτασμα και στη θέση του τοποθετείται ένα λαστιχένιο ομοίωμα χεριού. Ο συμμετέχων εστιάζει την προσοχή του στο λαστιχένιο χέρι, ενώ ο πειραματιστής χαϊδεύει συντονισμένα το λαστιχένιο και το πραγματικό (κρυμμένο) χέρι του συμμετέχοντα, διαδικασία που συνεχίζεται για δέκα περίπου λεπτά. Μετά το πέρας της διαδικασίας, οι συμμετέχοντες τείνουν να “ενσωματώνουν” το λαστιχένιο χέρι είτε αναφέροντας ότι αισθάνονται την απτική πληροφορία στο λαστιχένιο χέρι (δηλαδή στο σημείο από όπου προέρχεται η οπτική πληροφορία) είτε απομακρύνουν το κρυμμένο χέρι τους σε περίπτωση απειλής του λαστιχένιου χεριού (π.χ. με ένα σφυρί).
Οι Giummarra et al. (2010) για την παραλλαγή της εν λόγω πλάνης χρησιμοποίησαν τη διάταξη του κατοπτρικού κουτιού (βλ. Εικόνα 1). Στο πείραμα υπήρχαν δύο συνθήκες· η συνθήκη του λαστιχένιου χεριού και η συνθήκη του πραγματικού χεριού. Στη συνθήκη του λαστιχένιου χεριού, ένα τέτοιο χέρι τοποθετούνταν ώστε το είδωλό του να αποτελεί το χέρι-στόχο ή το χέρι-φάντασμα. Για παράδειγμα, σε έναν συμμετέχοντα με ακρωτηριασμένο το αριστερό χέρι τοποθετούνταν ένα δεξί λαστιχένιο χέρι στο κατοπτρικό κουτί. Οι συμμετέχοντες, όσο το λαστιχένιο χέρι βρισκόταν στο κουτί, τοποθετούσαν το χέρι τους διπλωμένο μπροστά τους, ώστε να μην έχουν οπτική επαφή με αυτό. Στη συνθήκη του πραγματικού χεριού, οι συμμετέχοντες τοποθετούσαν και τα δύο χέρια μέσα στο κουτί και έβλεπαν το είδωλο του πραγματικού χεριού στη θέση του χεριού-στόχος ή του χεριού-φάντασμα. Παράλληλα, είτε στο λαστιχένιο είτε στο πραγματικό χέρι εφαρμόστηκαν 17 συνολικά απτικά ερεθίσματα πέντε κατηγοριών: απτικής επαφής, επαφής με πίεση, με κίνηση, με δόνηση και με αυξημένη θερμοκρασία. Ως προς την ποιότητα της απτικής επαφής, τα ερεθίσματα κάθε κατηγορίας ήταν είτε μη απειλητικά είτε εν δυνάμει επώδυνα είτε επώδυνα (τα τελευταία εφαρμόστηκαν μόνο στη συνθήκη του λαστιχένιου χεριού). Η προσοχή των συμμετεχόντων εστιαζόταν στο χέρι-στόχος ή στο χέρι-φάντασμα, ενώ στους συμμετέχοντες είχε δοθεί η οδηγία να αναφέρουν ελεύθερα οτιδήποτε διαφορετικό αισθανόντουσαν στο εν λόγω χέρι.
Έξι από τους οκτώ συναισθητικούς πόνου ανέφεραν συναισθητική εμπειρία πόνου στο ακρωτηριασμένο κάτω άκρο του σώματός τους στο 20% των δοκιμών του πειράματος που περιελάμβαναν επώδυνα ερεθίσματα, στη συνθήκη του λαστιχένιου χεριού και στο 36%, στη συνθήκη του πραγματικού χεριού. Σε όλους τους συμμετέχοντες με ακρωτηριασμένο κάτω άκρο ζητήθηκε να αναφέρουν οποιαδήποτε αλλαγή βίωναν είτε στο μέλος-φάντασμα είτε στα άνω άκρα του σώματός τους. Από αυτούς, μόνο οι συναισθητικοί πόνου ανέφεραν ότι ορισμένα ερεθίσματα προκάλεσαν κάποια μορφή αίσθησης στο μέλος-φάντασμα. Αυτές οι συναισθητικές αποκρίσεις στο μέλος-φάντασμα δεν ήταν επώδυνες σε όλες τις περιπτώσεις,

αλλά περιελάμβαναν αίσθηση γαργαλήματος, δόνησης, καψίματος, σύσπασης ή απόπειρα απομάκρυνσης του ακρωτηριασμένου μέλους. Οι ερευνητές αποδίδουν τον συναισθητικό πόνο στο μέλος-φάντασμα σε εγρήγορση του κινητικού συστήματος από την οπτική επώδυνη πληροφορία, η οποία ενεργοποίησε έναν μηχανισμό απομάκρυνσης από το επώδυνο ερέθισμα. Λόγω απουσίας ανατροφοδότησης από το ακρωτηριασμένο μέλος, η ενεργοποίηση του μηχανισμού απομάκρυνσης προκάλεσε τη συναισθητική απόκριση. Η παρούσα μελέτη προσθέτει στην περιγραφή του φαινομένου του συναισθητικού πόνου έναν κινητικό παράγοντα, που εκδηλώνεται ως απόπειρα απομάκρυνσης ή σύσπασης του μέλους-φάντασμα.
Η παρατήρηση επώδυνου τραυματισμού υποστηρίζεται ότι προκαλεί φλοιονωτιαία αναστολή, η οποία μπορεί να μετρηθεί στον αντίστοιχο μυ του σώματος του παρατηρητή. Βάσει αυτού, οι Fitzgibbon et al. (2011β) μελέτησαν εάν άτομα με ακρωτηριασμένο μέλος, στους οποίους είχε εμφανιστεί συναισθησία πόνου, παρουσιάζουν μικρότερη φλοιονωτιαία αναστολή σε σχέση με μη-συναισθητικούς πόνου, κατά την οπτική παρατήρηση επώδυνου τραυματισμού σε άλλους. Για να προσδιορίσουν τη φλοιονωτιαία αναστολή πραγματοποίησαν διακρανιακή μαγνητική διέγερση (transcranial magnetic stimulation· TMS) καταγράφοντας κινητικά προκλητά δυναμικά (motor-evoked potentials· MEP). Οι συμμετέχοντες (18 άτομα με ακρωτηριασμένο κάτω άκρο, εκ των οποίων 7 συναισθητικοί πόνου, και 10 αρτιμελή άτομα) παρακολουθούσαν βίντεο στα οποία παρουσιαζόταν: ένα χέρι σε κατάσταση ακινησίας, μια σύριγγα να εισχωρεί στο χέρι, μία μπατονέτα να ακουμπάει το χέρι ή μια σύριγγα να εισχωρεί σε ένα μήλο (βλ. Εικόνα 2). Η TMS γινόταν είτε στην αρχή του βίντεο, όπου το απεικονιζόμενο αντικείμενο δεν είχε έρθει σε επαφή με το χέρι, είτε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όπου το αντικείμενο είχε πλέον ακουμπήσει στο χέρι. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συναισθητικοί πόνου, συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, παρουσίασαν μεγαλύτερη αύξηση στα ΜΕΡ κατά την παρατήρηση της βελόνας να εισχωρεί στο χέρι σε σχέση με την εικόνα της βελόνας πριν από την επαφή. Το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρήθηκε αποκλειστικά στο μυ του χεριού που εφαρμοζόταν το επώδυνο ερέθισμα στο βίντεο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματά τους υποστηρίζουν έναν μηχανισμό γενικευμένης σωματαισθητικής απόκρισης στην παρατήρηση πόνου, που οφείλεται σε αυξημένη ενεργοποίηση των κατοπτρικών κινητικών νευρώνων, που συμμετέχουν στην ολοκληρωμένη αναπαράσταση της εμπειρίας ενός άλλου.

Οι ίδιοι ερευνητές, για να προσδιορίσουν τους παράγοντες που συμμετέχουν στον μηχανισμό του συναισθητικού πόνου, πραγματοποίησαν μια μελέτη με χρήση ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος σε άτομα που είχαν ακρωτηριασμένο κάτω άκρο και βίωναν έκτοτε συναισθητικό πόνο, σε άτομα που είχαν ακρωτηριασμένο κάτω άκρο και βίωναν πόνο στο μέλος-φάντασμα, αλλά όχι συναισθητικό πόνο, καθώς και σε υγιή άτομα (Fitzgibbon et al., 2011γ). Στους συμμετέχοντες παρουσιάζονταν στατικές εικόνες άνω και κάτω άκρων σε καθημερινές πιθανώς επώδυνες και ανώδυνες καταστάσεις (βλ. Εικόνα 3). Οι συναισθητικοί πόνου παρουσίασαν ελαττωμένα θ και α εγκεφαλικά κύματα και μειωμένα δυναμικά ενεργείας (event-related potentials – ERP). Οι ερευνητές απέδωσαν τη μείωση των ERP και των θ κυμάτων σε ενδεχόμενη αναστολή της επεξεργασίας του παρατηρούμενου πόνου (π.χ. απομάκρυνση/επιφυλακή) και τη μείωση των α κυμάτων σε αδυναμία περιορισμού των μηχανισμών που προκαλούν τον συναισθητικό πόνο. Η παρούσα μελέτη αποτελεί ένα πρώτο δείγμα μη τυπικής εγκεφαλικής δραστηριότητας σε άτομα με συναισθησία πόνου που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό.
Ενώ η έρευνα για τον συναισθητικό πόνο επικεντρώνεται σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό, υπάρχουν ενδείξεις για την εκδήλωση του φαινομένου και σε υγιή, αρτιμελή άτομα. Στα άτομα αυτά, η παρατήρηση επώδυνης επαφής σε άλλο άτομο ενεργοποιεί τις αισθητηριακές περιοχές του εγκεφάλου πλέον των περιοχών που επεξεργάζονται τη συναισθηματική διάσταση του πόνου (Osborn & Derbyshire, 2010). Οι Osborn και Derbyshire παρουσίασαν σε μια μεγάλη ομάδα συμμετεχόντων στατικές εικόνες και σύντομα βίντεο επώδυνου τραυματισμού. Από τους 108 συμμετέχοντες περίπου το ένα τρίτο ανέφερε ότι βίωσε πραγματικό πόνο σε τουλάχιστον ένα ερέθισμα, εκ των οποίων επιλέχτηκαν 10 άτομα για να υποβληθούν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία (functional magnetic resonance imaging – fMRI), καθώς και 10 ακόμη συμμετέχοντες που δεν ανέφεραν την αίσθηση πραγματικού πόνου σε κανένα ερέθισμα. Στους συμμετέχοντες, κατά την παραμονή τους στον τομογράφο,

παρουσιάζονταν εικόνες και σύντομα βίντεο που απεικόνιζαν επώδυνο τραυματισμό και αντίστοιχες εικόνες και βίντεο χωρίς τραυματισμό. Στους συμμετέχοντες που είχαν βιώσει πραγματικό πόνο αρχικά παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ενεργοποίηση αισθητηριακών και κινητικών περιοχών σχετικών με την αντίληψη του πόνου σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν αναφέρει ότι βίωσαν πόνο (βλ. Εικόνα 4), παρέχοντας έτσι μια πρώτη ένδειξη ότι η συναισθησία πόνου μπορεί να προκύψει και σε υγιή πληθυσμό.
Αγγίζειν και αγγίζεσθαι – Η περίπτωση της απτικής συναισθησίας
Με σκοπό την πληρέστερη περιγραφή της συναισθησίας πόνου, αναφέρεται ενδεικτικά ένα συμπεριφορικό πρωτόκολλο για τη μελέτη και κατανόηση της απτικής συναισθησίας – του έτερου πεδίου έρευνας της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης. Στην απτική συναισθησία, η παρατήρηση απτικής επαφής άλλου ατόμου προκαλεί φαινομενολογική απτική αίσθηση στον παρατηρητή (Banissy et al., 2009). Περιστατικά απτικής συναισθησίας έχουν αναφερθεί σε υγιή άτομα (Banissy & Ward, 2007) και σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό σε κάποιο μέλος του σώματός τους (Ramachandran & Brang, 2009). Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ικανότητα ενός ατόμου να αντιλαμβάνεται την εμπειρία ενός άλλου ατόμου βασίζεται σε νευρωνικά συστήματα τα οποία ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια της εμπειρίας, αλλά και κατά τη διάρκεια παθητικής παρακολούθησής της (Banissy & Ward, 2007). Η παρατήρηση του αγγίγματος ενός ατόμου από ένα άλλο άτομο ενεργοποιεί τον πρωτοταγή και δευτεροταγή σωματαισθητικό φλοιό, τον προκινητικό φλοιό και ανώτερες κροταφικές περιοχές, η ενεργοποίηση των οποίων θεωρείται ότι αποτελεί κομβικό σημείο για την επεξεργασία της αλλότριας εμπειρίας.
Ο παρατηρητής, με αυτόν τον τρόπο, καθίσταται ικανός να προσομοιώσει τη νοητική κατάσταση του άλλου ατόμου λόγω των κοινών ενεργοποιημένων περιοχών (Banissy & Ward, 2007).

Οι Banissy και Ward (2007), στο συμπεριφορικό πρωτόκολλο που ανέπτυξαν για την επιβεβαίωση και περιγραφή του φαινομένου της απτικής συναισθησίας, βασίστηκαν στην υπόθεση ότι, εάν η συναισθητική αφή μοιράζεται κοινούς νευρωνικούς μηχανισμούς και είναι φαινομενολογικά όμοια με την πραγματική αφή, οι συναισθητικοί αυτής της μορφής θα παρουσιάζουν δυσκολία στη διάκριση της πραγματικής από τη συναισθητική αφή. Οι συμμετέχοντες, κατά το πρώτο πείραμα, καλούνταν να αναφέρουν την πηγή του πραγματικού αγγίγματος που δεχόντουσαν στο μάγουλό τους (στο δεξί, στο αριστερό, και στα δύο ταυτόχρονα, ή σε κανένα), ενώ, κατά το δεύτερο πείραμα, καλούνταν να αναφέρουν την πηγή του πραγματικού αγγίγματος στο πίσω μέρος του δεξιού ή αριστερού τους χεριού. Παράλληλα, στο οπτικό τους πεδίο υπήρχε ένα δεύτερο άτομο, στο οποίο εφαρμοζόταν απτικός ερεθισμός σε κάποια από τις παραπάνω περιοχές, το οποίο οι συμμετέχοντες είχαν λάβει την οδηγία να αγνοήσουν (βλ. Εικόνα 5). Στην περίπτωση των συμμετεχόντων με απτική συναισθησία, το παρατηρούμενο άγγιγμα θα έπρεπε να προκαλεί απτική ενεργοποίηση είτε στο ίδιο σημείο με το πραγματικό άγγιγμα (συμβατή συνθήκη) είτε σε διαφορετικό (μη-συμβατή συνθήκη).

Συνεπώς, σε μια ενδεχόμενη μη-συμβατή συνθήκη, υφιστάμενοι ένα πραγματικό άγγιγμα στο δεξί μάγουλο θα έπρεπε να δώσουν την απάντηση “δεξιά”, ενώ θα είχαν την αίσθηση ενός συναισθητικού αγγίγματος στο αριστερό μάγουλο. Στο σύνολο των πειραμάτων, οι συναισθητικοί έκαναν περισσότερα λάθη από τους μη-συναισθητικούς στη μη-συμβατή συνθήκη, ενώ οι χρόνοι απόκρισης ήταν πολύ μικρότεροι στη συμβατή συνθήκη, ενισχύοντας την υπόθεση των ερευνητών ότι το συναισθητικό άγγιγμα βιώνεται υποκειμενικά ως πραγματικό άγγιγμα.
Νευροβιολογικό υπόβαθρο της συναισθησίας πόνου
Η περιγραφή, μελέτη και κατανόηση της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης, στο πλαίσιο της έρευνας του φαινομένου της συναισθησίας, παρέχει τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός νευροβιολογικού μηχανισμού βάσει της προϋπάρχουσας γνώσης για τη συναισθησία, ικανού να εξηγήσει τη συναισθησία πόνου και την απτική συναισθησία. Εάν η συναισθησία κατοπτρικής αίσθησης οφείλεται σε αύξηση της ενεργοποίησης των περιοχών που συμμετέχουν στην αντίληψη του πόνου και της αφής, κρίνεται σκόπιμο η συναισθησία να θεωρηθεί ως διαβάθμιση της συνειδητότητας της αντιληπτικής εμπειρίας, με τη συναισθητική αντίληψη της αλλότριας εμπειρίας στη μια άκρη του φάσματος (Fitzgibbon et al., 2011α). Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης, η ενεργοποίηση του κατοπτρικού νευρωνικού συστήματος δύναται να υπερβεί το κατώφλι της συνειδητής αντίληψης, προκαλώντας την πραγματική αντίληψη του πόνου ή της αφής κατά την παρατήρηση αυτών.

Ο μηχανισμός για την ύπαρξη της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης που προτείνουν οι Fitzgibbon et al. (2011α) βασίζεται σε αυξημένη δραστηριότητα του σωματαισθητικού κατοπτρικού συστήματος, το οποίο ενεργοποιείται κατά τη βιωματική αντιληπτική εμπειρία, αλλά και κατά την παρατήρηση μιας εμπειρίας που βιώνει ένα άλλο άτομο. Η αυξημένη δραστηριότητα του σωματαισθητικού συστήματος ενδέχεται να προκύψει είτε από μη τυπική σύνδεση μεταξύ των νευρώνων (π.χ. περισσότερες νευρωνικές συνδέσεις) είτε από λειτουργικές αλλαγές των υπαρχουσών συνδέσεων (π.χ. λόγω αλλαγής της επίδρασης των νευροδιαβιβαστών), μεταξύ οπτικών και σωματαισθητικών περιοχών (βλ. Εικόνα 6· Fitzgibbon et al., 2011α).
Η μη τυπική νευρωνική σύνδεση ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη σύνδεση οπτικών και σωματαισθητικών περιοχών, προκαλώντας το φαινόμενο της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης. Ένας μηχανισμός μη τυπικής σύνδεσης, λόγω ανεπαρκούς αποκοπής των συνάψεων κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης, έχει προταθεί ως αιτία για την εκδήλωση του φαινομένου της συναισθησίας (Maurer, 1997). Συνεπώς, ένας μηχανισμός μη τυπικής σύνδεσης θα μπορούσε να εξηγήσει την εκδήλωση συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης σε υγιή πληθυσμό, αλλά και σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό, ως αποτέλεσμα φλοιικής αναδιοργάνωσης. Η φλοιική αναδιοργάνωση όμως αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τις περιπτώσεις παροδικής συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης.
Η αυξημένη νευρωνική ενεργοποίηση ενδέχεται, εναλλακτικά, να οφείλεται σε τροποποιημένη λειτουργία των συνδέσεων που απαρτίζουν τη συνήθη αισθητηριακή αντίληψη της αφής και του πόνου. Όταν ένα άτομο βιώνει μια εμπειρία, η νευρωνική δραστηριότητα στις αντίστοιχες περιοχές είναι μεγαλύτερη σε σχέση με την απλή παρατήρηση της ίδιας εμπειρίας. Ενδεχόμενη απουσία του μηχανισμού καταστολής της νευρωνικής δραστηριότητας, στην περίπτωση της απλής παρατήρησης, είναι ικανή να προκαλέσει τις συναισθητικές εμπειρίες του πόνου και της αφής. Αντλώντας συμπεράσματα από τις μελέτες που περιγράφηκαν παραπάνω, υποστηρίζεται ότι υπάρχει ένας κοινός μηχανισμός που συνδέει τη συνήθη αντίληψη της παρατήρησης ενός αισθητηριακού ερεθισμού με την αντίληψη παρόμοιου αισθητηριακού ερεθισμού του παρατηρητή. Φαίνεται λοιπόν πιθανό μια διαταραχή της λειτουργίας του μηχανισμού αυτού, μέσω αδυναμίας αναστολής ή υπερδραστηριότητας του κατοπτρικού συστήματος, να αποτελεί την αιτία για την εκδήλωση της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης. Στην περίπτωση της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης, που εκδηλώνεται κατά την ανάπτυξη, η τροποποιημένη λειτουργία μπορεί να προκύψει λόγω αναπτυξιακής ανωμαλίας ή λόγω γενετικής προδιάθεσης. Στην περίπτωση των ατόμων που εκδηλώνουν επίκτητη συναισθησία, η κανονική νευρωνική λειτουργία έχει, για κάποιο λόγο, ανασταλεί. Καθώς η έναρξη της συναισθησίας συμβαίνει μετά το στάδιο της ανάπτυξης, θεωρείται πιθανό να προκύπτει ως επακόλουθο μιας κατάστασης σοβαρού τραυματισμού ή ακρωτηριασμού. Η έντονη τραυματική εμπειρία εικάζεται ότι μπορεί να προκαλέσει υπερδραστηριότητα του σωματαισθητικού κατοπτρικού συστήματος, ως υπερευαισθησία σε επώδυνα ερεθίσματα (Fitzgibbon et al., 2010β), συμβάλλοντας σε αδυναμία καταστολής των απτικών και επώδυνων εμπειριών κατά την παρατήρηση.
Επόμενος προορισμός;
Η έρευνα για τον συναισθητικό πόνο βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο, αλλά ο δρόμος για την κατανόηση της συναισθητικής εμπειρίας φαίνεται πολλά υποσχόμενος. Ένα σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η έρευνα είναι η ανάπτυξη μιας αντικειμενικής μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό των συναισθητικών πόνου. Στην περίπτωση των απτικών συναισθητικών, οι Banissy και Ward (2007) έχουν αναπτύξει ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο βασισμένο στην πρόκληση συμβατών και μη συμβατών συναισθητικών εμπειριών. Για ηθικούς λόγους όμως, δεν δύναται να ενσωματωθεί στην έρευνα για τον συναισθητικό πόνο. Η εύρεση του κατάλληλου τρόπου μελέτης του συναισθητικού πόνου θα μπορέσει να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη διάκριση του φαινομένου από την ενσυναίσθηση, τη σχέση του με τον πόνο στο μέλος-φάντασμα και το ποσοστό του πληθυσμού που το εκδηλώνει. Ως προς την περίπτωση των ατόμων που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο προσδιορισμός των παραγόντων που οδηγούν ορισμένους να εκδηλώσουν συναισθησία πόνου και άλλους όχι. Μπορούν αυτοί οι παράγοντες να αποτελέσουν την άκρη του νήματος που θα οδηγήσει στην κατανόηση και αντιμετώπιση του πόνου;
Στη συναισθησία, αισθητηριακός ερεθισμός σε μια τροπικότητα προκαλεί έναν μη τυπικό ερεθισμό στην ίδια ή σε διαφορετική τροπικότητα. Στη συναισθησία κατοπτρικής αίσθησης, το αισθητηριακό ερέθισμα που την προκαλεί βιώνεται από ένα άλλο άτομο, ενώ το αντίλημμα βιώνεται και από τον παρατηρητή και από τον δέκτη του αισθητηριακού ερεθισμού. Αυτή η σχέση μεταξύ της συναισθησίας κατοπτρικής αίσθησης και των άλλων μορφών συναισθησίας υπόσχεται να βοηθήσει στην κατανόηση της αντίληψης του εαυτού και της υποκειμενικής αντίληψης της αλλότριας εμπειρίας.
Βιβλιογραφία
Avenanti A, Sirigu A, & Agliot S. (2010). Racial bias reduces empathic sensorimotor resonance with other-race pain. Current Biology, 20, 1-5.
Banissy MJ & Ward J (2007). Mirror-touch synesthesia is linked with empathy. Nature Neuroscience, 10, 815-6.
Banissy MJ, Cohen Kadosh R, Maus GW, Walsh V & Ward J (2009). Prevalence, characteristics and a neurocognitive model of mirror-touch synaesthesia. Experimental Brain Research, 198, 261-72.
Botvinick M, & Cohen J (1998). Rubber hands ‘feel’ touch that eyes see. Nature, 391, 756.
Dixon MJ, & Smilek D (2005). The importance of individual differences in grapheme-color synesthesia. Neuron, 45, 821-823.
Decety J & Jackson PL (2004). The functional architecture of human empathy. Behavioral and Cognitive Neuroscience Reviews, 3, 71-100.
Fan Y & Han S (2008). Temporal dynamic of neural mechanisms involved in empathy for pain: An event-related brain potential study. Neuropsychologia, 46, 160-73.
Fitzgibbon BM, Enticott PG., Rich AN, Giummarra MJ, Georgiou-Karistianis N, Tsao JW, Weeks SR & Bradshaw JL (2010α). High incidence of ‘synaesthesia for pain’ in amputees. Neuropsychologia, 48, 3675-78.
Fitzgibbon BM, Giummarra MJ, Georgiou-Karistianis N, Enticott PG & Bradshaw JL (2010β). Shared pain: From empathy to synaesthesia. Neuroscience and Biobehavioral Reviews, 34, 500-12.
Fitzgibbon BM, Enticott PG, Rich AN, Giummarra MJ, Georgiou-Karistianis N & Bradshaw JL (2011α). Mirror-sensory synaesthesia: Exploring ‘shared’ sensory experiences as synaesthesia. Neuroscience and Biobehavioral Reviews, 36, 645-57.
Fitzgibbon BM, Enticott PG, Bradshaw JL, Giummarra MJ, Chou M, Georgiou-Karistianis N & Fitzgerald PB (2011β). Enhanced corticospinal response to observed pain in pain synesthetes. Cognitive, Affective & Behavioral Neuroscience, (in press).
Fitzgibbon BM, Enticott PG, Giummarra MJ, Thomson RH, Georgiou-Karistianis N & Bradshaw JL (2011γ). Atypical electrophysiological activity during pain observation in amputees who experience synaesthetic pain. Social Cognitive and Affective Neuroscience, (in press).
Giummarra MJ & Bradshaw JL (2008). Synaesthesia for pain: Feeling pain with another. In: A. Pineda (Ed.), The Role of Mirroring Processes in Social Cognition. New Jersey: Humana Press
Giummarra MJ, Fitzgibbon BM, Georgiou-Karistianis N, Nicholls MER, Gibson SJ & Bradshaw JL (2010). Ouch! My phantom leg jumps/hurts when you stab my virtual hand. Perception, 39, 1396-1407.
Jackson PL, Brunet E, Meltzoff AN & Decety J (2006). Empathy examined through the neural mechanisms involved in imagining how I feel versus how you feel pain. Neuropsychologia, 44, 752–61.
Lamm C, Nusbaum HC, Meltzoff AN & Decety J (2007). What are you feeling? Using functional magnetic resonance imaging to assess the modulation of sensory and affective responses during empathy for pain. PLoS One, 12, e1292.
Lupiáñez J & Callejas A (2006). Automatic perception and synaesthesia: Evidence from colour and photism naming in a Stroop-negative priming task. Cortex, 42, 204-12.
Mattingley JB (2009). Attention, automaticity, and awareness in synesthesia. Annals of the New York Academy of Sciences, 1156, 141-67.
Maurer D (1997) Neonatal synaesthesia: Implications for the processing of speech and faces. In: S. Baron-Cohen & JE Harrison (Eds.), Synaesthesia: Classic and contemporary readings (pp. 224-42). Cambridge, Massachusettes: Blackwell.
Montiglio S (2000). Silence in the land of logos. Princeton: Princeton University Press.
Osborn J & Derbyshire SWG (2010). Pain sensation evoked by observing injury in others. Pain, 148, 268-74.
Ramachandran VS & Brang D (2009). Sensations evoked in patients with amputation from watching an individual whose corresponding intact limb is being touched. Archives of Neurology, 66, 1281-4.
Rich AN, Bradshaw JL & Mattingley JB (2005). A systematic, large-scale systematic study of synaesthesia: Implications for the role of early experience in lexical-colour associations. Cognition, 98, 53-84.
Sagiv N, Ilbeigi A & Ben Τal O (2011). Reflections on synaesthesia, perception and cognition. Intellectica 55, 81-94.
Simner J (2010). Defining synaesthesia. British Journal of Psychology, 103, 1-15.
Skelton R, Ludwig C & Mohr C (2009). A novel, illustrated questionnaire to distinguish projector and associator synaesthetes. Cortex, 45, 721-29.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.