Έλενα Σγουραμάνη, Αργυρώ Βάγια, Αργυρώ Βατάκη
σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]
Η Έλενα Σγουραμάνη και η Ψυχολόγος Αργυρώ Βάγια είναι Μεταπτυχιακές φοιτήτριες στη Βασική & Εφαρμοσμένη Γνωσιακή Επιστήμη, Τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ), του Πανεπιστημίου Αθηνών
Η Αργυρώ Βατάκη είναι ερευνήτρια, Ινστιτούτο Γνωσιακής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΓΕΤ)
OTI μιά σταλαγματιά θ’ ἀποκορυφωθεί
ἀνεπαίσθητα στά τσίνορά σου
πέρ’ ἀπ’ τόν πόνο καί μετά πολύ τό δάκρυ.
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
Βρίσκεσαι στην κουζίνα και μαγειρεύεις, χτυπά αναπάντεχα το κουδούνι, τινάζεσαι και κατά λάθος κόβεσαι αμυδρά με το μαχαίρι που κρατάς, αναφωνείς «αχ!», βλέπεις γρήγορα αίμα να κυλά στις παλάμες σου, πονάς… Τι θα συνέβαινε αν δεν αισθανόσουν πόνο; Ίσως το μαχαίρι δεν σταματούσε σε ένα αμυδρό τραύμα. Τι διαφοροποιεί αυτό που ένιωσες εκείνη τη στιγμή από την απλή πίεση που αισθάνεσαι στα δάχτυλα όταν πληκτρολογείς στον υπολογιστή; Και άραγε, θα μπορούσες να ανακουφίσεις τον πόνο σου χωρίς τη λήψη κάποιας φαρμακευτικής αγωγής; Ο πόνος, δυσάρεστος και πολλές φορές απεχθής, είναι απαραίτητος για την επιβίωσή μας. Στην ιδέα της παντελούς εξάλειψής του ελλοχεύουν κίνδυνοι, ωστόσο η μελέτη του μπορεί να μας προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για το νευρωνικό του υπόβαθρο και τις πιθανές διασυνδέσεις του με τις υπόλοιπες αισθήσεις, οδηγώντας μας έτσι, σε νέα μονοπάτια για την αντιμετώπιση (και ανακούφισή) του.
Με αφετηρία το απλό αυτό καθημερινό παράδειγμα και τα ερωτήματα τα οποία το συνοδεύουν, η παρούσα ανασκόπηση προσεγγίζει το θέμα του πόνου στo πλαίσιo της πολυαισθητηριακής αντίληψης, εστιάζοντας στην πρόσφατη σχετική βιβλιογραφία. Κύριος στόχος, η σκιαγράφηση της εικόνας αναφορικά με αυτό το σχετικά νέο ερευνητικό πεδίο και η ανάδυση θεμάτων που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Αρχικά, εξετάζεται ο πόνος ως ξεχωριστή αίσθηση (τροπικότητα) και τα δεδομένα που συμβάλλουν σε μια τέτοια θεώρηση. Εν συνεχεία, διερευνάται η σχέση του πόνου και οι πιθανές αλληλεπιδράσεις του με τις υπόλοιπες αισθήσεις κάτω από το πολυαισθητηριακό πρίσμα. Τέλος, αναφέρονται νέες πρωτοποριακές μέθοδοι αντιμετώπισης του πόνου, με ελπιδοφόρες προεκτάσεις για το μέλλον.
1. Η αντίληψη του πόνου ως χωριστή τροπικότητα
Όταν αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, αλλά και τον κόσμο μέσα μας, η εμπειρία που βιώνουμε θεωρείται, από τα αριστοτελικά χρόνια, ως η ενοποίηση των αισθητηριακών μας προσλήψεων. Οι αισθήσεις επομένως είναι οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους το κεντρικό νευρικό σύστημα έρχεται σε επαφή με το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον. Όπως αναφέρει ο Keeley (2002), έχουν κατά καιρούς εκφραστεί διάφορες θεωρητικές θέσεις για το πώς αυτοί οι τρόποι διακρίνονται μεταξύ τους. Ο ίδιος προτείνει τέσσερα κριτήρια για να καταχωρηθεί μια αντιληπτική διεργασία ως χωριστή και συγκεκριμένη. Καταρχάς, κρίνει αναγκαία τη δυνατότητα ανίχνευσης αλλαγών σε συγκεκριμένο είδος ερεθισμάτων (π.χ. τη διάκριση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, όσον αφορά στην όραση). Ένα δεύτερο κριτήριο αποτελεί η διακριτότητα από τροπικότητα σε τροπικότητα των φυσιολογικών, ανατομικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών των αισθητηριακών οργάνων ή υποδοχέων και της συνδεσμολογίας τους με τον εγκέφαλο. Συνεχίζει με την ικανότητα να πραγματοποιούνται συμπεριφορικές διακρίσεις μέσα στην ίδια αίσθηση (π.χ. στην όραση μπορούμε να διακρίνουμε το κόκκινο από το πράσινο). Τέλος, μια αντιληπτική διεργασία, για να αποτελεί χωριστή τροπικότητα, θα πρέπει να έχει εξελικτική σημασία για έναν οργανισμό.
Για κάποιες αντιληπτικές εμπειρίες –π.χ. τις οπτικές ή τις ακουστικές– η έρευνα έχει οριοθετήσει το πεδίο επαρκώς. Όσον αφορά στον πόνο ωστόσο, τα πράγματα φαίνεται να είναι περισσότερο περίπλοκα, καθώς, κατά καιρούς, έχει θεωρηθεί συγκίνηση ή ακόμα και τμήμα ενός συνεχούς που περιλαμβάνει τις απτικές αισθήσεις της πίεσης και της θερμοκρασίας (Dallenbach, 1939). Κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, η έρευνα περί πόνου εστιαζόταν στην ανίχνευση συγκεκριμένων κεντρομόλων ινών προς το εγκεφαλικό κέντρο του, προσέγγιση που καθιστούσε τον εγκέφαλο παθητικό δέκτη της περιφερειακής βλάβης και εξοβέλιζε φαινόμενα όπως ο χρόνιος πόνος, που αδυνατούσε να εξηγήσει. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του ’60 για να προταθούν θεωρίες και μοντέλα που συμπεριλάμβαναν γνωστικές διεργασίες, όπως η προσοχή, η μάθηση και η απόδοση νοήματος (Melzack & Katz, 2004 – Melzack & Wall, 1965), ανοίγοντας τον δρόμο για τη μελέτη του άλγους, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.
1.1 Το Νευρωνικό μοτίβο του πόνου (The pain matrix)
Το 1989, ο Ronald Melzack πρότεινε τον όρο νευρωνικό μοτίβο (Neuromatrix), για να περιγράψει ένα σύνολο νευρώνων, κατανεμημένων σε διάφορες εγκεφαλικές περιοχές, του οποίου οι συντονισμένες ενεργοποιήσεις συνδέονται με την ανάδυση της αίσθησης του ενσώματου εαυτού (Melzack, 2005). Όπως αναφέρουν οι Iannetti και Mouraux (2010), η εισαγωγή του όρου ακολούθησε την αποτυχία των ερευνητών να αποδώσουν την αντίληψη του πόνου σε ανατομικά σαφείς εγκεφαλικές περιοχές, επομένως το νευρωνικό μοτίβο θεωρήθηκε ότι αντιστοιχεί στην επεξεργασία αλγεινών και μη ερεθισμάτων. Στη συνέχεια, όμως, τα πράγματα άλλαξαν· η αλματώδης αύξηση μελετών, που χρησιμοποιούσαν ηλεκτροφυσιολογικές και νευροαπεικονιστικές μεθόδους και έδιναν σταθερά ως απάντηση σε αλγεινά ερεθίσματα την ενεργοποίηση στον πρωτοταγή και δευτεροταγή σωματαισθητικό φλοιό, τη νήσο του Reil και τον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι σε αυτές τις περιοχές γίνεται η επεξεργασία των ερεθισμάτων που βιώνονται ως επίπονα. Κατά συνέπεια, θεωρήθηκε ότι οι περιοχές αυτές συγκροτούν ένα δίκτυο «που διαμεσολαβεί την εμπειρία του πόνου αυτή καθαυτή» (Ploghaus et al., 1999, σελ. 1979), το νευρωνικό μοτίβο του πόνου (Painmatrix). Κάποιοι ερευνητές μάλιστα (Frot et al., 2008 – Hofbauer et al., 2001 – Tolle et al., 1999) προχώρησαν στην υπόθεση ότι οι διαφορετικές εγκεφαλικές υπο-περιοχές του νευρωνικού μοτίβου του πόνου αφορούν σε διαφορετικές λειτουργίες του. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε ότι ο πρωτοταγής και δευτεροταγής σωματαισθητικός φλοιός επεξεργάζονται τις απτικές πλευρές του πόνου, ενώ ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου σχετίζεται με τη συγκινησιακή διάστασή του.
Οι μέχρι τώρα έρευνες γύρω από το θέμα δίνουν αντιφατικές ερμηνείες (για μια ανασκόπηση, βλ. Iannetti & Mouraux, 2010). Τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται υπέρ της άποψης ότι το νευρωνικό μοτίβο του πόνου είναι – έστω και μερικώς – υπεύθυνο για την αντίληψη επίπονων ερεθισμάτων αφορούν:
1.2 Ερευνητικά δεδομένα για τη θεώρηση του πόνου ως ξεχωριστή αίσθηση
Με βάση τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, το ζήτημα της συσχέτισης της αντίληψης του πόνου με συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές ή νευρωνικά κυκλώματα κρίνεται θεμελιώδους σημασίας για την αυτονομία της ως αίσθηση. Οι Hofbauer et al., (2001) διατύπωσαν την υπόθεση ότι η αντίληψη του πόνου αποτελεί ανεξάρτητη τροπικότητα και επιχείρησαν να διερευνήσουν τον προτεινόμενο διαχωρισμό της στη σωματαισθητική-διακριτική και στη συναισθηματική-κινητοποιητική διάστασή της. Χρησιμοποιώντας τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων, κατέγραψαν τα ποσοστά της τοπικής εγκεφαλικής αιματικής ροής στις περιοχές που θεωρείται ότι εμπλέκονται στην αντίληψη του πόνου, ενώ οι συμμετέχοντες βρίσκονταν σε συνθήκες εγρήγορσης και ύπνωσης, κατά τις οποίες τους χορηγούνταν αλγεινά και μη αλγεινά θερμικά ερεθίσματα. Ο χειρισμός έγκειτο στις κατευθύνσεις που τους δίνονταν κατά την ύπνωση: να ενισχύσουν ή να μειώσουν την αντιλαμβανόμενη ένταση του ερεθίσματος (σωματαισθητική-διακριτική διάσταση της αντίληψης του πόνου). Έπειτα από κάθε συνεδρία σάρωσης, οι συμμετέχοντες αξιολογούσαν την ένταση του πόνου και τη δυσαρέσκεια που αισθάνονταν. Κατά τη χορήγηση των αλγεινών ερεθισμάτων, τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένη εγκεφαλική αιματική ροή στον πρωτοταγή σωματαισθητικό φλοιό, στη συνθήκη ύπνωσης με καθοδήγηση για αντίληψη έντονου πόνου, σε σχέση με τις καταγραφές στην ίδια περιοχή, στη συνθήκη ύπνωσης με καθοδήγηση για αντίληψη ασθενούς πόνου – κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρήθηκε μείωση της αιματικής ροής. Δεν σημειώθηκε στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση στην ενεργοποίηση κάποιας άλλης από τις υπό εξέταση περιοχές (δευτεροταγής σωματαισθητικός φλοιός, πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου, νήσος του Reil). Οι συγγραφείς, σύγκριναν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας με εκείνα μιας προηγούμενης που διεξήγαγαν (Rainville et al., 1997), σύμφωνα με τα οποία είχε σημειωθεί διαφοροποίηση της εγκεφαλικής αιματικής ροής στον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου στη συνθήκη ύπνωσης, με οδηγίες όμως, που αφορούσαν στην ενίσχυση ή την εξασθένηση της δυσαρέσκειας που αισθάνονταν οι συμμετέχοντες (συναισθηματική-κινητοποιητική διάσταση της αντίληψης του πόνου), κατά τη χορήγηση αλγεινών ερεθισμάτων. Η διπλή αποσύνδεση που προέκυψε από το συνδυασμό αυτών των δύο μελετών τούς οδήγησε στο διαχωρισμό των δύο αξόνων της αντιληπτικής διεργασίας του πόνου.
Σε συμπεράσματα μερικώς διαφορετικά από αυτά των Hofbauer et al. (2001) κατέληξαν οι Coghill et al., (1999). Οι συγγραφείς θέλησαν να ελέγξουν τη συσχέτιση μεταξύ της έντασης ενός ερεθίσματος και της εγκεφαλικής ενεργοποίησης, όπως αυτή αποτυπώνεται με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων. Χορήγησαν στους συμμετέχοντες διαβαθμισμένης έντασης θερμικά ερεθίσματα (από ουδέτερο έως επίπονο) και μετά το τέλος κάθε συνεδρίας σάρωσης, τους ζητούσαν να αξιολογήσουν την ένταση του πόνου και τη δυσαρέσκειά τους. Τα ευρήματα έδειξαν υψηλή θετική συσχέτιση μεταξύ της αντικειμενικής έντασης του ερεθίσματος, της αντιλαμβανόμενης έντασής του και της ενεργοποίησης ευρέως κατανεμημένων φλοιωδών και υποφλοιωδών περιοχών. Οι Coghill et al. (1999) συμπέραναν ότι, μαζί με τον πρωτοταγή και δευτεροταγή σωματαισθητικό φλοιό, ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου, η νήσος του Reil και προκινητικές περιοχές «συνιστούν έναν παράλληλα κατανεμημένο μηχανισμό επεξεργασίας της έντασης του πόνου» (σελ. 1941). Θεώρησαν, δηλαδή, την αντίληψη του πόνου διακριτή τροπικότητα και προχώρησαν στην υπόθεση ότι η επεξεργασία της έντασής του αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία, αλλά και ενοποιητικό παράγοντα των διεργασιών που καθιστούν δυνατή την εμπειρία του.
Υιοθετώντας επίσης, ως υπόθεση εργασίας τον διαχωρισμό της αντίληψης του πόνου από τις λοιπές αισθήσεις, οι Fabrizi et al., (2011) θεώρησαν ότι η αντίληψη απτικών και αλγεινών ερεθισμάτων πραγματοποιείται από διαφορετικά νευρωνικά κυκλώματα και επιχείρησαν να προσδιορίσουν τη γέννηση αυτής της διακριτότητας. Χρησιμοποίησαν ηλεκτροεγκεφαλογράφημα σε πρόωρα και τελειόμηνης κύησης νεογνά, για να καταγράψουν τη νευρωνική δραστηριότητα, ύστερα από απτικά και επίπονα ερεθίσματα στην πτέρνα. Τα αποτελέσματα στην περίπτωση των πρόωρων νεογνών (κύησης μικρότερης των 35 εβδομάδων) έδειξαν αύξηση των αυθόρμητων εκφορτίσεων, ως απάντηση και στα δύο είδη ερεθισμάτων (απτικά και αλγεινά). Αντίθετα, σε νεογνά κύησης μεγαλύτερης των 35-37 εβδομάδων, καταγράφηκαν δυναμικά –διακριτά για τα δύο είδη ερεθισμάτων, ως προς τη μορφολογία και τον χρόνο εμφάνισής τους– από τα ηλεκτρόδια που αντιστοιχούσαν στον σωματαισθητικό φλοιό, ενώ η συχνότητα των αιφνίδιων εκφορτίσεων σημείωσε μεγάλη μείωση. Οι ερευνητές ερμήνευσαν αυτά τα αποτελέσματα ως ένδειξη της αναπτυξιακής ωρίμανσης των εγκεφαλικών κυκλωμάτων της αφής και της αλγαισθησίας. Πρότειναν ότι, κατά την εγκεφαλική ωρίμανση, μεγάλο μέρος της αυθόρμητης, αδιαφοροποίητης νευρωνικής δραστηριότητας μετατρέπεται σε συγκεκριμένες, για τα απτικά και αλγεινά ερεθίσματα, εκφορτίσεις στον σωματαισθητικό φλοιό και τοποθέτησαν χρονικά αυτή τη μετάβαση στις 35-37 εβδομάδες κύησης.
Σε αντίθεση με τις μελέτες που ήδη αναφέρθηκαν, οι Mouraux et al., (2011) υποστήριξαν ότι οι ενδείξεις για τη σύνδεση της αντίληψης του πόνου με το νευρωνικό μοτίβο του πόνου δεν επαρκούν. Σε πείραμα που διεξήγαγαν με στόχο να διερευνήσουν τη λειτουργική εξειδίκευση υπο-περιοχών του νευρωνικού μοτίβου, χορήγησαν στους συμμετέχοντες τέσσερα είδη ερεθισμάτων (αλγεινά και μη αλγεινά σωματαισθητικά, οπτικά και ακουστικά) και κατέγραψαν, με τη χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας, τα επίπεδα του BOLD (blood oxygen level dependent) σήματος στις περιοχές ενδιαφέροντος. Επίσης, τους ζήτησαν να αξιολογήσουν, με τη βοήθεια ενός συνεχούς, «την ικανότητα του ερεθίσματος να αιχμαλωτίσει την προσοχή» (Mouraux et al., 2011, σελ. 2239), προκειμένου να προσδιορίσουν τη συσχέτισή της με την αιμοδυναμική απόκριση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ερεθίσματα και των τεσσάρων τύπων ήγειραν παρόμοια, στατιστικά σημαντική αιμοδυναμική αντίδραση στον δευτεροταγή σωματαισθητικό φλοιό, τη νήσο του Reil, τον δευτεροταγή ακουστικό φλοιό, τον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου και τον θάλαμο, αμφίπλευρα, σε περιοχές δηλαδή, που θεωρείται ότι συγκροτούν μέρος του νευρωνικού μοτίβου του πόνου, εύρημα που για τους ερευνητές αποτελεί ένδειξη πολυαισθητηριακής νευρωνικής δραστηριότητας. Τα αλγεινά ερεθίσματα ήγειραν σποραδική, μόνο, αιμοδυναμική απόκριση στα όρια των περιοχών πολυαισθητηριακής απαρτίωσης. Επίσης, προέκυψε θετική συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους του σήματος BOLD και της ικανότητας του ερεθίσματος να «αιχμαλωτίσει» την προσοχή, ανεξάρτητα από το αν αυτό ήταν αλγεινό ή όχι. Οι συγγραφείς συμπέραναν ότι οι υπό εξέταση υπο-περιοχές του νευρωνικού μοτίβου του πόνου φαίνεται να εμπλέκονται στην επεξεργασία αλγεινών και μη ερεθισμάτων εξίσου, αποδεσμεύοντας έτσι την αιμοδυναμική αντίδραση στις περιοχές πολυαισθητηριακής απαρτίωσης από την αλγαισθησία και συνδέοντάς την περισσότερο με κατωφερείς γνωστικές διεργασίες, που αφορούν στην ανίχνευση του ερεθίσματος, την εγρήγορση και τον προσανατολισμό της προσοχής.
Συνοψίζοντας τις έρευνες που παρατέθηκαν, παρατηρούμε ότι πολλές από αυτές τείνουν να λαμβάνουν ως υπόθεση εργασίας αυτό που διαισθητικά φαντάζει πιθανό: τη διακριτότητα της αντίληψης του πόνου. Σήμερα, στον χώρο της πολυαισθητηριακής αντίληψης, ο πόνος θεωρείται πλέον μια χωριστή τροπικότητα και περιλαμβάνεται στις εννέα αποδεκτές (και ανεξάρτητες) αισθήσεις. Ωστόσο, η αγκίστρωση αυτής της υπόθεσης από το θεωρητικό υπόβαθρο του νευρωνικού μοτίβου του πόνου μπορεί να οδηγεί σε μεροληπτική ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Όπως προκύπτει από τη μελέτη των Mouraux et al. (2011), σε αυτό το νευρωνικό κύκλωμα πιθανώς δεν κωδικοποιούνται αποκλειστικά και μόνο οι διαστάσεις της αντίληψης του πόνου, αλλά και άλλες γνωστικές διεργασίες. Επίσης, το εύρημα της ενεργοποίησης εγκεφαλικών περιοχών που θεωρούνται ότι συμμετέχουν σε διεργασίες αισθητηριακής απαρτίωσης αναδεικνύει το κριτήριο της εγκεφαλικής αντιπροσώπευσης του πόνου σε δύσκολο ερώτημα και καθιστά αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, με αυστηρά δομημένες υποθέσεις και μεθοδολογία.

2. Η σχέση του πόνου με τις υπόλοιπες αισθήσεις
Ο πόνος, όπως φαίνεται και από τα προαναφερθέντα στοιχεία, αποτελεί μια σύνθετη εμπειρία, που με δυσκολία προσδιορίστηκε ως αυθύπαρκτη και πλήρως ανεξάρτητη, η οποία διατηρεί, όμως, διαφοροποιητικά στοιχεία σε σχέση με τις άλλες αισθήσεις. Οδηγούμαστε με αυτό τον τρόπο σε ερωτήματα αναφορικά με πιθανές διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις, υπό το πρίσμα της πολυαισθητηριακής αντίληψης. Ωστόσο, η υποκειμενική φύση του πόνου και οι ηθικού περιεχομένου περιορισμοί που σχετίζονται με την πρόκλησή του, δυσχεραίνουν την έρευνα. Επιπρόσθετα, παράμετροι όπως η χωρική εγγύτητα, η χρονική παρουσίαση των διαφόρων ερεθισμάτων και το σημασιολογικό περιεχόμενο που ενέχονται στη μελέτη της πολυαισθητηριακής απαρτίωσης εν γένει, είναι εξίσου σημαντικές στην περίπτωση του πόνου (Hofle et al., 2010). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι έρευνες που προτίθενται να μελετήσουν το θέμα πολλές φορές να αδυνατούν να συμπεριλάβουν όλες αυτές τις παραμέτρους στον σχεδιασμό τους. Ωστόσο, οι σύγχρονοι ερευνητές, χρησιμοποιώντας ευφάνταστες πειραματικές διαδικασίες, προσπαθούν να υπερκεράσουν τις προαναφερθείσες δυσκολίες και να αποσαφηνίσουν τη σχέση που φαίνεται να έχει ο πόνος με τις υπόλοιπες αισθήσεις, υποθέτοντας ότι συνιστά μια ολοκληρωμένη πολυδιάστατη εμπειρία και όχι ένα μεμονωμένο συμβάν.
2.1. Πόνος – όραση και αναπαράσταση του σώματος: Δύναται η οπτική πληροφορία να τροποποιεί την αίσθηση του πόνου;
Με αφετηρία αυτό το ερώτημα οι Longo et al., (2009) εξέτασαν τις πιθανές διαφορές στην ένταση του πόνου και τη δυσαρέσκεια που αισθάνονταν οι συμμετέχοντες, καθώς και τα αντίστοιχα προκλητά δυναμικά, σε διαφορετικές συνθήκες (σε περιπτώσεις οπτικής επαφής με το υποβληθέν σε επίπονο ερεθισμό μέλος του σώματός τους ή αποστέρησής της). Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες δέχονταν μέσω ειδικών λέιζερ εντοπισμένο, επίπονο ερέθισμα σταθερής έντασης στο χέρι. Οι Longo et al. (2009) κατέγραψαν μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος θετική συσχέτιση ανάμεσα στις αξιολογήσεις των συμμετεχόντων για την ένταση της αίσθησης του πόνου και την προκληθείσα δυσαρέσκεια και στις ενεργοποιήσεις στις περιοχές του σωματαισθητικού φλοιού και του προσαγωγίου. Σημειώθηκε μείωση της ενεργοποίησης στις προαναφερθείσες περιοχές, αλλά και στην αυτοαναφορά των συμμετεχόντων μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έβλεπαν το χέρι τους στον καθρέπτη σε σύγκριση με α) ένα ουδέτερο αντικείμενο και β) το χέρι του πειραματιστή (βλ. Εικόνα 1). Οι συγκρίσεις αυτές οδήγησαν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η αναλγητική επίδραση της όρασης που σημειώθηκε, πιθανόν να σχετίζεται με τη γενικότερη αναπαράσταση του σώματος και κατ’ επέκταση της αντίληψης του εαυτού. Επομένως, ίσως η οπτική πληροφορία να ενισχύει την αίσθηση του σωματικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αίσθηση του πόνου.

Παραμένοντας στο πλαίσιο διασύνδεσης της οπτικής πληροφορίας και της αίσθησης πόνου, οι Mancini et al., (2011) επέκτειναν τον σχεδιασμό τους εντάσσοντας το προσληφθέν μέγεθος του χεριού υπό διαστρέβλωση, ως πιθανή τροποποιητική παράμετρο (βλ. Εικόνα 2). Υπάρχουν αναφορές ασθενών που βιώνουν οξείς πόνους σε μέλη, για τα οποία διατηρούν μια στρεβλή εικόνα αναφορικά με το μέγεθός τους. Ορμώμενοι από τέτοιες περιπτώσεις, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως δείκτη τον ουδό αντίληψης του πόνου μέσω της μεθόδου-κλίμακας (staircase method), δηλαδή τη σταδιακή αύξηση της παρεχόμενης στο χέρι θερμότητας. Οι Mancini et al. (2011) κατέγραψαν αύξηση του εν λόγω δείκτη στη συνθήκη κατά την οποία οι συμμετέχοντες έβλεπαν στον καθρέπτη το χέρι τους σε σύγκριση με το ουδέτερο αντικείμενο, αποτέλεσμα που ενισχύει τα ευρήματα της προηγούμενης έρευνάς τους (Longo et al., 2009). Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι κατέγραψαν αύξηση του ουδού στο μεγεθυμένο χέρι και μείωση όταν είχε επέλθει σμίκρυνση. Φάνηκε δηλαδή, ότι, όταν οι συμμετέχοντες έβλεπαν στη θέση του χεριού τους ένα μεγεθυμένο χέρι, χρειαζόταν μεγαλύτερη θερμοκρασία για να χαρακτηρίσουν τον ερεθισμό επίπονο και το αντίστροφο όταν έβλεπαν το χέρι τους υπό σμίκρυνση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα αυτά οδηγούν στη σύνδεση της αντίληψης του πόνου με πολυαισθητηριακού τύπου σωματικές αναπαραστάσεις, υποθέτοντας ότι η διαστρέβλωση ενός μέλους οδηγεί σε τροποποίηση των αισθητικών παραμέτρων του πόνου.
Ωστόσο, τα παραπάνω ευρήματα έρχονται σε σύγκρουση με τα αποτελέσματα των Moseley et al., (2009), οι οποίοι σε παρόμοιο πειραματικό σχεδιασμό κατέγραψαν αυξημένη αίσθηση πόνου όταν το χέρι παρουσιαζόταν μεγεθυμένο. Είναι βέβαια, σημαντικό να σημειωθεί ότι οι πληθυσμοί από τους οποίους προέρχονταν οι συμμετέχοντες στις δύο έρευνες ήταν διαφορετικοί. Στην περίπτωση των Mancini et al. (2011), οι συμμετέχοντες ήταν υγιή άτομα, ενώ οι Moseley et al. (2009) εστίασαν σε άτομα με χρόνιο πόνο στο άνω άκρο. Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι πειραματιστές προκαλούσαν μέσω ειδικών γυαλιών την ψευδαίσθηση της μεγέθυνσης ή της σμίκρυνσης του χεριού. Ίσως ο χρόνιος πόνος και ένας οξύς προσωρινός πόνος να διαφέρουν ως προς το νευρωνικό τους υπόστρωμα και εκεί να έγκειται η διαφορά στα αποτελέσματα των δυο ερευνών. Παρά την ασυμφωνία στα ευρήματα, και οι δυο μελέτες δείχνουν μια διπλής κατεύθυνσης διασύνδεση (ανωφερούς-μέσω της οπτικής πληροφορίας και κατωφερούς-μέσω της σωματικής αναπαράστασης) μεταξύ της αντίληψης του πόνου και της οπτικής επεξεργασίας του σώματος, που την καθιστά νέο πεδίο διεξοδικότερης έρευνας, με όλες τις συνοδές προεκτάσεις που ενέχονται στο χώρο της αντιμετώπισης του πόνου.
Εστιάζοντας σε πληθυσμό με χρόνιο πόνο, αντλούμε πληροφορίες που ενισχύουν τα προαναφερθέντα αποτελέσματα περί διασύνδεσης της σωματικής αναπαράστασης και του πόνου. Σχετική έρευνα έδειξε ότι οι συμμετέχοντες έδειχναν να έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος και πιο συγκεκριμένα, έτειναν να υπολογίζουν τη μέση (άξονας τομής που χωρίζει νοερά ένα σώμα στη μέση) του σώματός τους μετακινημένη προς την πλευρά του άκρου το οποίο υπέφερε από χρόνιο πόνο (Sumitani et al., 2007). Αν θεωρήσουμε την οπτικοχωρική αντίληψη μια πολυαισθητηριακή διαδικασία, διαφαίνεται μια διασύνδεση των παραπάνω αισθήσεων. Επομένως, εφόσον η όραση, η αίσθηση του πόνου και η αναπαράσταση του σώματος πιθανόν αλληλοεπηρεάζονται, μένει να αποσαφηνιστούν οι κατευθύνσεις αυτών των επιδράσεων, έτσι ώστε να αξιοποιηθούν στη διαμόρφωση νέων θεραπευτικών σχημάτων.
2.2. Πόνος – αφή και αναπαράσταση του σώματος: Μπορεί η απτική πληροφορία να παίξει τροποποιητικό ρόλο αναφορικά με την αντίληψη του πόνου;
Σε μια προσπάθεια διερεύνησης της πιθανής διασύνδεσης της αφής με τον πόνο και υιοθετώντας την υπόθεση της πολυαισθητηριακής αναπαράστασης του σώματος, οι Kammers et al., (2010) χρησιμοποίησαν τη γνωστή πλάνη της «θερμικής σχάρας» (Thermal Grill Illusion, TGI από εδώ και στο εξής). Έχει φανεί για παράδειγμα, ότι όταν ο δείκτης και ο παράμεσος θερμανθούν, ενώ ο μέσος ψυχρανθεί, ύστερα από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το άτομο αισθάνεται ότι ο μέσος «καίγεται», προκαλώντας έντονη αίσθηση πόνου. Με αφετηρία αυτό το φαινόμενο, οι Kammers et al. (2010) θέλησαν να εξετάσουν τις συνθήκες στις οποίες το άγγιγμα των δαχτύλων, κατά τη διάρκεια της TGI, θα προκαλούσε πιθανή μείωση της αίσθησης πόνου (βλ. Εικόνα 3). Πράγματι, οι ερευνητές κατέγραψαν μείωση της αίσθησης του πόνου – και κατ’ επέκταση της αντιληφθείσας θερμοκρασίας – μόνο στην περίπτωση που ο συμμετέχων βίωνε την TGI και στα δυο χέρια και ακουμπούσε τα τρία δάχτυλα του ενός χεριού στα αντίστοιχα τρία δάχτυλα του άλλου. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη μείωση στην αντίληψη πόνου προκλήθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω συνθήκη, οδήγησε τους ερευνητές σε ερμηνείες πολυαισθητηριακής απαρτίωσης, αναφορικά με την αναπαράσταση του σώματος. Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, μόνο όταν οι απτικές πληροφορίες που σχετίζονται με τη θερμοκρασία είναι σύμφωνες και στα δυο χέρια και τα σήματα προέρχονται από την ίδια σωματική αφετηρία (ακριβώς τα ίδια δάχτυλα στα δυο χέρια) μπορεί να τροποποιηθεί η επίδραση της TGI· δηλαδή, αυξάνεται η αντιληπτική οξύτητα, με αποτέλεσμα την προσέγγιση μιας εκτίμησης πιο κοντινής στην πραγματική θερμοκρασία και κατ’ επέκταση, την εξουδετέρωση του ψευδούς πόνου.
2.3 Πόνος και προσοχή: Δύναται η προσοχή να επιταχύνει την επεξεργασία των εισερχόμενων σημάτων πόνου;
Από τα παραπάνω διαφαίνεται μια σχέση ανάμεσα σε όραση, αφή, σωματική αναπαράσταση και πόνο. Ποιος όμως είναι ο ρόλος του μηχανισμού της προσοχής στην αντίληψη του πόνου; Σε μια προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος, οι Spence et al. (2002) εξέτασαν την πιθανή επίδραση της προσοχής σε ένα έργο χωρικής διάκρισης, στο οποίο το ερέθισμα εναλλασσόταν μεταξύ της οπτικής τροπικότητας και της αίσθησης του πόνου (βλ. Εικόνα 4). Καταγράφηκαν μικρότεροι χρόνοι απόκρισης στις περιπτώσειςπου το προηγηθέν οπτικό σήμα ήταν σύμφωνο με την τροπικότητα που ακολουθούσε, σε σύγκριση με τις φορές που ήταν ασύμφωνο (όταν για παράδειγμα ο προεγέρτης – φωτεινή ένδειξη προκαθορισμένου χρώματος – και ο στόχος ήταν συμβατοί ως προς την οπτική τροπικότητα). Σημειώθηκε μείωση στους χρόνους απόκρισης και στις δύο υπό εξέταση τροπικότητες.

Οι Spence et al., (2002) ερμήνευσαν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους, υιοθετώντας έναν μηχανισμό επιλεκτικής προσοχής, πολυαισθητηριακής φύσης και περιορισμένων πόρων, ο οποίος επιταχύνει την επεξεργασία του εισερχόμενου σήματος όταν η προσοχή στρέφεται προς αυτό, μέσω συγκεκριμένης τροπικής οδού. Αντίθετα, όταν η προσοχή έχει στραφεί προς άλλη, «ανταγωνιστική» ως προς τους διαθέσιμους πόρους αίσθηση, η επεξεργασία της πληροφορίας φαίνεται να καθυστερεί. Μια τέτοια παρατήρηση αντιμετωπίζει τον πόνο ως ανεξάρτητη τροπικότητα, η όποια υφίσταται τους ίδιους περιορισμούς με τις λοιπές αισθήσεις (εν προκειμένω, σε σχέση με την όραση).
Αν δούμε αυτή τη σχέση πόνου και προσοχής αντίστροφα, προκύπτει προβληματισμός αναφορικά με την επίδραση του πόνου στην προσοχή, τίθεται δηλαδή το ερώτημα του κατά πόσο ένα επίπονο ερέθισμα προσανατολίζει την προσοχή προς την πηγή του. Σε σχέση με αυτό, οι Damne, Grombez και Lorenz (2007) κατέγραψαν αξιοσημείωτα αποτελέσματα σε έργο χωρικής διάκρισης οπτικών ερεθισμάτων, στο οποίο αυτή τη φορά προηγούνταν επίπονο σήμα στο ένα από τα δύο χέρια (οι συμμετέχοντες καλούνταν να αποφασίσουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα σε ποιο χέρι εμφανίστηκε). Πιο συγκεκριμένα, οι χρόνοι απόκρισης ήταν μικρότεροι όταν ο συμμετέχων κοιτούσε το χέρι στο οποίο είχε προηγηθεί επίπονο ερέθισμα, στη συνθήκη κατά την οποία οι πιθανότητες προβλεπτικότητας του επίπονου σήματος για το συγκεκριμένο χέρι ήταν σχετικά μεγάλες, αλλά και όταν ήταν ίσες μεταξύ των δύο χεριών. Στη δεύτερη περίπτωση, φάνηκε ότι ο πόνος «οδηγούσε» την προσοχή στην πηγή του μόνο όταν αυτός θεωρούνταν από τους συμμετέχοντες απειλητικός. Οι ερευνητές ερμήνευσαν τα αποτελέσματά τους ως ένδειξη του ότι ο πόνος δύναται να επηρεάσει την προσοχή. Σε περίπτωση ανάγκης, πιθανόν κάτι τέτοιο να είναι αποδοτικό, καθώς με τον προσανατολισμό της προσοχής στην επίπονη πηγή, το άτομο μπορεί να αντλήσει περαιτέρω πληροφορίες μέσω και των υπόλοιπων αισθήσεων αναφορικά με οποιονδήποτε πιθανό επικείμενο κίνδυνο.
2.3 Πόνος και γεύση: πιθανά αλληλοκαλυπτόμενα νευρωνικά υποστρώματα.
Πρόσφατα ευρήματα από μελέτες στον χώρο της πολυαισθητηριακής αντίληψης υποστηρίζουν ότι η αντίληψη του πόνου και η αίσθηση της γεύσης πιθανόν να έχουν αλληλοκαλυπτόμενα νευρωνικά υποστρώματα, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται δεν είναι επαρκώς μελετημένος. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι όσοι πάσχουν από χρόνιο πόνο μέσης, εξαιτίας διαφορών που αποδίδονται σε εγκεφαλική ευπλαστότητα, έχουν αυξημένη ευαισθησία σε επίπονα ερεθίσματα. Είναι εντυπωσιακό, ότι έρευνα στον ίδιο πληθυσμό αναφορικά με την ευαισθησία της γεύσης (διακριτική ικανότητα έντασης) την παρουσιάζει επίσης, αυξημένη, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, εύρημα που φαίνεται να ενισχύει την ιδέα της διασύνδεσης των δύο αισθήσεων (Small & Apkarian, 2006). Επιπρόσθετα, πρόσφατα βρέθηκε ότι η ευαισθησία σε πικρές γεύσεις συσχετίζεται με αυξημένο ουδό της αντίληψης του πόνου που προκαλείται από ένεση, υποδεικνύοντας και πάλι μια σχέση ανάμεσα στις δύο τροπικότητες (Erden et al., 2007). Ωστόσο, δεν υπάρχει επαρκής αριθμός ερευνών επί του θέματος, το οποίο αποτελεί πρόσφορο αντικείμενο μελέτης για το μέλλον. Η πιθανότητα συσχέτισης γεύσης και πόνου, που διαισθητικά φαντάζουν άσχετα μεταξύ τους, είναι εντυπωσιακή!

Το σύνολο των παραπάνω ερευνών δείχνει ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον προς μια πολυαισθητηριακού τύπου έρευνα των διαστάσεων του πόνου. Στην καθημερινή ζωή σπανιότατα ένα γεγονός αφορά αποκλειστικά μια μεμονωμένη τροπικότητα, οι ανθρώπινες εμπειρίες είναι κατά βάση πολυαισθητηριακές και ο πόνος (παρότι συνήθως δυσάρεστη αίσθηση) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της πλούσιας σε πολυτροπικά σήματα πραγματικότητας που βιώνουμε. Επίσης, τα προαναφερθέντα ευρήματα πιθανόν ανοίγουν νέους δρόμους για θεραπευτικές μεθόδους, οι οποίες με χαμηλό κόστος και σχετική απλότητα δύνανται να βοηθήσουν ασθενείς που υποφέρουν από έντονους πόνους, χειριζόμενες την οπτική ή την απτική τροπικότητα, τον μηχανισμό της προσοχής ή ακόμα και τη γεύση.
3. Ο ρόλος της πολυαισθητηριακής απαρτίωσης στην αντιμετώπιση του πόνου
Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και με την επιστροφή στις Η.Π.Α. τραυματιών από τον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, η μελέτη του άλγους άρχισε να εστιάζει στον πόνο που αισθάνονται ασθενείς με παράλυση ή ακρωτηριασμό των άκρων, δηλαδή στον πόνο του μέλους-φαντάσματος. Μία από τις υποθέσεις που προτάθηκε για την εξήγηση του φαινομένου αποτελεί αυτή της μαθημένης παραλυσίας. Σύμφωνα με αυτήν, ο πόνος προκύπτει από τη σύγκρουση μεταξύ της εντολής για κίνηση του μέλους και της οπτικής ανάδρασης από αυτό (ακινησία, στην περίπτωση παράλυτου άκρου) ή της έλλειψής της (απουσία του άκρου, στην περίπτωση ακρωτηριασμού). Σε αυτήν την υπόθεση βασίστηκαν ο Ramachandran και οι συνεργάτες του για να εξηγήσουν την επίδραση της κλασικής, πλέον, πλάνης του καθρεπτικού κουτιού στη μείωση του πόνου στο μέλος-φάντασμα (Ramachandran & Rogers-Ramachandran, 1996 – Ramachandran et al., 1995). Με αφετηρία αυτές τις μελέτες, η σύγχρονη έρευνα έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην εξακρίβωση του ρόλου που η πολυαισθητηριακή απαρτίωση των σωματικών πληροφοριών φαίνεται να διαδραματίζει στην αντιμετώπιση του άλγους (Mancini et al., 2011– Moseley et al., 2009).
Πρόσφατα, οι Weeks και Tsao (2010) κατέληξαν σε συναφή συμπεράσματα με αυτά του Ramachandran και των συνεργατών του (Ramachandran & Rogers-Ramachandran, 1996˙ Ramachandran et al., 1995). Συγκεκριμένα, παρουσίασαν την περίπτωση ενός ασθενούς με αμφίπλευρο ακρωτηριασμό των κάτω άκρων, στα οποία βίωνε πόνο διαφόρων διαβαθμίσεων. Ο ασθενής δήλωνε ότι ανακουφιζόταν από τον πόνο στα μέλη-φαντάσματα, όταν έξυνε τα προσθετικά του μέλη ή τους έκανε μαλάξεις. Επίσης, την ίδια αναλγητική επίδραση ανέφερε πως είχαν και οι μαλάξεις που εφάρμοζε ο ίδιος στο πόδι κάποιου άλλου. Οι ερευνητές, συμφωνώντας με την υπόθεση της μαθημένης παραλυσίας, πρότειναν ότι ο πόνος στο μέλος-φάντασμα εμφανιζόταν ως αποτέλεσμα πολυαισθητηριακής σύγκρουσης μεταξύ των ιδιοδεκτικών-κινητικών πληροφοριών του ασθενούς και της οπτικής ανάδρασης που λάμβανε από τα ακρωτηριασμένα του άκρα. Έτσι, οι ενέργειές του φαίνεται πως έλυναν αυτήν ακριβώς την ασυμφωνία, ενσωματώνοντας το ξένο μέλος στην εικόνα του σώματός του και κατά συνέπεια, συνέβαλλαν στη μείωση του αντιλαμβανόμενου πόνου. Οι ερευνητές υπέθεσαν, τέλος, ότι ο μηχανισμός στον οποίο βασίζεται το φαινόμενο αφορά σε ενεργοποίηση ενός συστήματος αισθητικών καθρεπτικών νευρώνων, κυκλώματος του δευτεροταγούς σωματαισθητικού φλοιού, το οποίο εμφανίζει αυξημένη αιμοδυναμική απόκριση όταν το άτομο παρακολουθεί σκηνές κατά τις οποίες κάποιος άλλος δέχεται ένα άγγιγμα (Keysers et al., 2004).
Εκτός, όμως, από τις πλάνες οπτικής ανάδρασης, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια έχει αναδείξει νέες τεχνικές στο προσκήνιο της αντιμετώπισης του άλγους. Αναφερόμαστε στις πλάνες που δημιουργούν συνθήκες εικονικής πραγματικότητας, οι οποίες εντάσσουν και άλλες διαστάσεις του ενσώματου εαυτού στο πολυαισθητηριακό πλαίσιο που εξετάζουμε (για μια ανασκόπηση βλ. Mahrer & Gold, 2009).
Η μελέτη των Hansel et al., (2011) χρησιμοποιεί μια τέτοια τεχνική και διερευνά την επίδραση της πλάνης της Εξωσωματικής Εμπειρίας1 στην αντίληψη του πόνου. Οι ερευνητές εισήγαγαν τους συμμετέχοντες σε τέσσερις πειραματικές συνθήκες, κατά τις οποίες δέχονταν ένα επίπονο, απτικό ερέθισμα στην πλάτη τους, ενώ παρακολουθούσαν, μέσω μιας οθόνης τοποθετημένης στο κεφάλι τους είτε την πλάτη μιας κούκλας είτε ένα κουτί σε ανθρώπινο μέγεθος που επίσης, δεχόταν ένα αντίστοιχο, ταυτόχρονο ή ασύγχρονο με το δικό τους, ερέθισμα. Πριν και μετά από κάθε συνθήκη, μετρήθηκαν οι ουδοί του πόνου, καθώς και οι αποκλίσεις στην αντίληψη της θέσης του εαυτού στον χώρο (self-location). Επίσης, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν τον βαθμό ταύτισής τους (self-identification) με την κούκλα και το κουτί και εκτίμησαν την προσδοκία τους να έχει αλλάξει ο ουδός του πόνου, ύστερα από κάθε συνθήκη. Τα αποτελέσματά τους έδειξαν αύξηση του ουδού του πόνου στην περίπτωση της κούκλας, ανεξάρτητα από το αν τα επίπονα ερεθίσματα σε αυτήν και τον συμμετέχοντα ήταν ταυτόχρονα ή όχι. Παράλληλα, διαφάνηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της αντιλαμβανόμενης έντασης του πόνου και του βαθμού ταύτισης με το προβαλλόμενο σώμα. Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι τα ευρήματά τους ενίσχυσαν αυτά προηγούμενης έρευνας (Longo et al., 2009) και ότι από τις διαστάσεις του ενσώματου εαυτού, «η ταύτιση και όχι η αντίληψη της θέσης του εαυτού στον χώρο είναι αυτή που διαμορφώνει την ανθρώπινη αντίληψη του πόνου» (Hansel et al., 2011, σελ. 878).

Όσον αφορά σε εφαρμογές σε κλινικό πληθυσμό, οι Hoffman et al., (2008) χρησιμοποίησαν τεχνικές εικονικής πραγματικότητας προκειμένου να ελέγξουν τα οφέλη της σε καταστάσεις οξέος πόνου. Συγκεκριμένα, με τη βοήθεια ενός κράνους, εισήγαγαν ασθενείς, νοσηλευόμενους για εγκαύματα σε έναν εικονικό κόσμο – παιχνίδι, στον οποίο μπορούσαν να ρίξουν χιονόμπαλες σε χιονάνθρωπους (SnowWorld), την ίδια στιγμή που υποβάλλονταν σε χειρουργική αφαίρεση ιστού. Στη συνέχεια, τους ζήτησαν να αξιολογήσουν τον πόνο που αισθάνονταν στην πειραματική συνθήκη, καθώς και στη συνθήκη ελέγχου (απουσία τεχνολογίας εικονικής πραγματικότητας). Τα αποτελέσματα έδειξαν μειωμένη αντίληψη πόνου στην πειραματική συνθήκη και ιδιαίτερα, στις περιπτώσεις που οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι είχαν απορροφηθεί αρκετά από το παιχνίδι. Οι συγγραφείς απέδωσαν τα ευρήματα της έρευνάς τους στην υπόθεση ότι η αντίληψη του πόνου προϋποθέτει την επένδυση πόρων της προσοχής στο αλγεινό ερέθισμα. Με δεδομένο ότι η προσοχή υπόκειται σε περιορισμούς όταν ο ασθενής προσηλώνεται στον εικονικό κόσμο, λιγότεροι πόροι διατίθενται στην επεξεργασία των επίπονων ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα τη μειωμένη αντίληψη του πόνου.
Τέλος, αξίζει επίσης να αναφερθούμε στην πρόσφατη έρευνα των Tse και Ho (2010), σχετικά με την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου σε ηλικιωμένους. Οι συγγραφείς εφάρμοσαν σε μια ομάδα ηλικιωμένων ένα πρόγραμμα πολυαισθητηριακού ερεθισμού και ενασχόλησης με χειροτεχνία, διάρκειας οκτώ εβδομάδων. Κατά τη διάρκεια αυτού του προγράμματος, τους εκπαίδευσαν να εστιάσουν στις πέντε βασικές αισθήσεις και την αναπνοή τους, με τη βοήθεια αρωμάτων, λοσιόν, μουσικής και τσαγιού, και τους παρότρυναν να ολοκληρώσουν συγκεκριμένες κατασκευές. Στο τέλος, σύγκριναν την αυτο-αξιολόγηση των συμμετεχόντων στους άξονες της αντίληψης του πόνου, του συναισθήματος της ευτυχίας, της μοναξιάς, της ικανοποίησης από τη ζωή και της κατάθλιψης, με την αυτο-αξιολόγηση μιας ομάδας που δεν είχε συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε όλους τους άξονες, με την πειραματική ομάδα να εμφανίζει χαμηλότερη επίδοση στην κλίμακα ανίχνευσης της κατάθλιψης και υψηλότερη σε όλες τις άλλες παραμέτρους υπό εξέταση. Οι Tse και Ho υποστήριξαν ότι το πρόγραμμα που εφάρμοσαν βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων και συμβάλλει στην αύξηση της χρήσης μη φαρμακευτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση του πόνου.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, παρατηρούμε ότι τόσο οι έρευνες που χρησιμοποιούν πλάνες οπτικής ανάδρασης όσο και εκείνες που βασίζονται σε τεχνολογία εικονικής πραγματικότητας αφορούν στην αίσθηση του ενσώματου εαυτού. Όπως αναφέρει ο Moseley (2011), τα φαινόμενα στα οποία αναφερθήκαμε μπορούν να ενισχύσουν την ιδέα ύπαρξης «ενός δικτύου ομοιοστατικών και πολυαισθητηριακών εγκεφαλικών περιοχών, που διαμορφώνουν ένα φλοιικό σωματικό μοτίβο (cortical pain matrix), μια δυναμική, δηλαδή, νευρωνική αναπαράσταση που ενοποιεί τα αισθητηριακά δεδομένα από διάφορα πλαίσια αναφοράς, με φυσιολογική ρύθμιση του σώματος, η οποία υποβοηθά την αίσθηση του πού και ποιοι είμαστε, σε φυσικό επίπεδο» (σελ. 773).
Όποιο και να είναι, πάντως, το νευρωνικό υπόβαθρο των όσων αναφέραμε, φαντάζει ακόμα μακρινή η δυνατότητα εφαρμογής αποκλειστικά μιας θαυμαστής, ελεύθερης από φαρμακευτική αγωγή, θεραπείας της μείωσης της έντασης του σωματικού πόνου είτε μέσω οπτικής ανάδρασης είτε με τη βοήθεια τεχνολογίας εικονικής πραγματικότητας. Απαιτούνται δεδομένα που θα βασίζονται σε αρκετά μεγάλα δείγματα, σε σταθερή μεθοδολογία και αντικειμενικές μετρήσεις της αντίληψης του πόνου, καθώς και στην εφαρμογή μακροχρόνιων προγραμμάτων αποκατάστασης (Mahrer & Gold, 2009· Moseley et al., 2008). Μένει στη μελλοντική έρευνα να δώσει περισσότερο σαφείς απαντήσεις αναφορικά με το φυσικό μας αναλγητικό.
Αντί επιλόγου
Από τη σύντομη αυτή ανασκόπηση, φάνηκε ότι ο πόνος θεωρείται πλέον ξεχωριστή τροπικότητα από την πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας. Οι εξειδικευμένοι υποδοχείς και το νευρωνικό μοτίβο του πόνου λειτούργησαν ενισχυτικά προς αυτή την κατεύθυνση. Κατ’ αυτή την έννοια και υπό το πρίσμα της πολυαισθητηριακής αντίληψης, εξετάζεται η σχέση του με τις λοιπές αισθήσεις. Οι πιθανές αλληλεπιδράσεις που καταγράφονται, πέρα από τις πολύτιμες πληροφορίες που μας παρέχουν για τον σχηματισμό μιας πληρέστερης εικόνας της αντίληψης, δύνανται να έχουν και πρακτικές εφαρμογές. Οι νέες πρωτοποριακές μέθοδοι που αναφέρθηκαν αναδεικνύουν ακριβώς τη δυνατότητα αντιμετώπισης του πόνου, με εφόδια απλώς τις υπόλοιπες αισθήσεις και τις πιθανές συσχετίσεις μεταξύ τους.
Η εμπειρία μας διαμορφώνεται βάσει των αισθήσεων. Σπάνια ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μεμονωμένο μονοτροπικό συμβάν, επομένως η αποκωδικοποίηση των αισθήσεων (συμπεριλαμβανομένου του πόνου), χρήζει διερεύνησης μέσω μιας αναδυόμενης οδού… της πολυαισθητηριακής. Εκεί όπου οι αισθήσεις συναντιούνται στον «κήπο…με τα διακλαδωτά μονοπάτια». Οι λειτουργίες τους περιπλέκονται ως αναρριχώμενα φυτά, δυσχεραίνοντας τη διαδικασία αποσαφήνισής τους. Η διαδρομή είναι σύνθετη μα και συναρπαστική. Σε κάθε στροφή κρύβεται μια νέα πληροφορία, η οποία μας βοηθά να προχωρήσουμε ένα βήμα μπρος προς τον τελικό προορισμό μας. Μεγάλο μέρος του λαβυρίνθου έχει ήδη εξερευνηθεί και τα σημεία από τα οποία έχουμε περάσει φαντάζουν πλέον γνώριμα, οικεία. Αυτό μας επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι, βασιζόμενοι σε όσα ήδη κατακτήσαμε και να συνεχίζουμε την πορεία, έτσι ώστε σύντομα να καταφέρουμε να απαντήσουμε στα αρχικά μας ερωτήματα. Τι είναι πόνος; Ποια η σχέση του με τις υπόλοιπες αισθήσεις; Και πώς, τελικά, μπορούμε εναλλακτικά να ανακουφιστούμε από αυτόν;
1 Πλάνη της Εξωσωματικής Εμπειρίας (Out-of-body Experience): Οι Lenggenhager et al. (2007), με τη βοήθεια τεχνολογίας εικονικής πραγματικότητας, χρησιμοποίησαν αντικρουόμενα οπτικο-σωματαισθητικά ερεθίσματα, προκειμένου να αποδεσμεύσουν πειραματικά την εμπειρία του συνειδητού εαυτού – όπως αυτή βιώνεται μέσα στα σωματικά όρια – από το σώμα αυτό καθαυτό. Συγκεκριμένα, έδειξαν ότι όταν προβαλλόταν μπροστά από το άτομο – μέσω μιας οθόνης τοποθετημένης στο κεφάλι του – ένα εικονικό σώμα (το δικό του ή άλλου), στο οποίο έβλεπε να χορηγούνται απτικά ερεθίσματα, ταυτόχρονα με αυτά που δεχόταν το ίδιο, το άτομο ταυτιζόταν με αυτό και τοποθετούσε χωρικά τον εαυτό του προς αυτό. Οι συγγραφείς υπέθεσαν ότι η εμπειρία του εαυτού απαρτίζεται από διακριτά μέρη, τα οποία εξαρτώνται από την πολυαισθητηριακή απαρτίωση των πληροφοριών που συλλέγει το σώμα.
Bιβλιογραφία
Baliki MN, Geha PY & Apkarian AV (2009). Parsing pain perception between nociceptive representation and magnitude estimation. Journal of Neurophysiology, 101, 875-887.
Bruneaua EG, Plutab A & Saxea R (2011). Distinct roles of the ‘Shared Pain’ and ‘Theory of Mind’ networks in processing others’ emotional suffering. Neuropsychologia, 50, 219-231.
Chapman CR (2004). Pain perception, affective mechanisms, and conscious experience. Στο Τ. Hadjistavropoulos και KD Craig (Eds.), Pain: Psychological Perspectives (σελ. 59-85). New Jersey: Lawrence Erlbaum Associates, Inc.
Cervero F & Laird JMA (2004). Understanding the signalling and transmission of visceral nociceptive events. Journal of Neurobiology, 61, 45-54.
Coghill RC, Sang CN, Maisog JM & Iadarola M J (1999). Pain intensity processing within the human brain: Α bilateral, distributed mechanism. Journal of Neurophysiology, 82, 1934-1943.
Dallenbach KM (1939). Somesthesis. Στο E. G. Boring, H. S. Langfeld και H. P. Weld (Eds.), Introduction to psychology (σελ. 608-625). New York: John Wiley.
Damme SV, Crombez G & Lorenz J (2007). Pain draws visual attention to its location: Experimental evidence for a threat-related bias. Journal of Pain, l8, 976-982.
Derbyshire SW, Jones AK, Gyulai F, Clark S, Townsend D & Firestone LL (1997). Pain processing during three levels of noxious stimulation produces differential patterns of central activity. Pain, 73, 431-445
Ελύτης Ο (1994). Το αιώνιο στοίχημα. Μαρία Νεφέλη (7η έκδ.). Αθήνα, Ίκαρος.
Erden V, Basaranoglu G, Korkuty Y, Delatioglu H, Yangin Z & Kiroglu S (2007). Relation between bitter taste sensitivity and incidence or intensity of propofol injection pain. European Journal of Anaesthesiology, 24, 516-520.
Fabrizi L, Slater R, Worley A, Meek J, Boyd S, Olhede S Fitzgerald M (2011). A shift in sensory processing that enables the developing human brain to discriminate touch from pain. Current Biology, 21, 1552-1558.
Frot M, Mauguiѐre F, Magnin M & Garcia-Larrea L (2008). Parallel processing of nociceptive A-δ Inputs in SII and midcingulate cortex in humans. The Journal of Neuroscience, 28, 944-995.
Hänsel A, Lenggenhager B, von Känel R, Curatolo M & Blanke O (2011). Seeing and identifying with a virtual body decreases pain perception. European Journal of Pain, 15, 874-879.
Hofbauer RK, Rainville P, Duncan GH & Bushnell MC (2001). Cortical representation of the sensory dimension of pain. Journal of Neurophysiology, 86, 402-411.
Hoffman HG, Patterson DR, Seibel E, Soltani M, Jewett-Leahy L & Sharar SR (2008). Virtual reality pain control during burn wound debridement in the hydrotank. Clinical Journal of Pain, 24, 299-304.
Höfle Μ, Hauck Μ, Engel ΑΚ & Senkowski D (2010). Pain processing in multisensory environments. e-Neuroforum, 1, 23-28.
Iannetti GD & Mouraux A (2010). From the neuromatrix to the pain matrix (and back). Experimental Brain Research, 205, 1-12.
Iannetti GD, Zambreanu L Cruccu G & Tracey I (2005). Operculoinsular cortex encodes pain intensity at the earliest stages of cortical processing as indicated by amplitude of laser-evoked potentials in humans. Neuroscience, 131, 199-208.
Kammers MPM, Vignemont F & Haggard P (2010). Cooling the thermal grill illusion through self-touch. Current Biology, 20, 1819-1822
Keeley BL (2002). Making sense of the senses: Individuating modalities in humans and other animals. The Journal of Philosophy, 99, 5-28.
Keysers C, Wicker B, Gazzola V, Anton JL, Fogassi L & Gallese V (2004). A touching sight: SII/PV activation during the observation and experience of touch. Neuron, 42, 335-346.
Kruger L (1996). Pain and touch. San Diego: Academic Press.
Kumazawa T (1996). The polymodal receptor: Bio-warning and defense system. Progress in Brain Research, 113, 3-18.
Lenggenhager B, Tadi T, Metzinger T & Blanke O (2007). Video ergo sum: manipulating bodily self-consciousness. Science, 317, 1096-1099.
Longo MR, Betti V, Aglioti SM & Haggard P (2009). Visually induced analgesia: Seeing the body reduces pain. The Journal of Neuroscience, 29, 12125-12130.
Mahrer NE & Gold JI (2009). The use of virtual reality for pain control: A review. Current Pain and Headache Reports, 13, 100-109.
Mancini F, Longo MR, Kammers MPM & Haggard P (2011). Visual distortion of body size modulates pain perception. Psychological Science, 22, 325-330.
Melzack R (1989). Phantom limbs, the self and the brain. Canadian Psychology, 30, 1-16.
Melzack R (2005). Evolution of the neuromatrix theory of pain. The Prithvi Raj Lecture. Presented at the third World Congress of World Institute of Pain, Barcelona 2004. Pain Practice, 5, 85-94.
Melzack R, Coderre TJ, Katz J & Vaccarino AL (2001). Central neuroplasticity and pathological pain. Annals of the New York Academy of Sciences, 933, 157-174.
Melzack R & Katz J (2004). The gate control theory: Reaching for the brain. Στο Τ. Hadjistavropoulos και KD Craig (Eds.), Pain: Psychological Perspectives (σελ. 13-34). New Jersey: Lawrence Erlbaum Associates, Inc.
Melzack R & Wall PD (1965). Pain mechanisms: A new theory. Science, 150, 971-979.
Moseley L (2011). Pain while you are out of your body – A new approach to pain relief? Commentary on a paper by Hänsel et al. (2011). European Journal of Pain, 15, 773-774.
Moseley GL, Gallace A & Spence C (2008). Is mirror therapy all it is cracked up to be? Current evidence and future directions. Pain, 138, 7-10
Moseley GL, Parsons TJ & Spence C (2009). Visual distortion of a limb modulates the pain and swelling evoked by movement. Current Biology, 18, 1047-1048.
Mouraux A, Diukova A, Lee MC, Wise RG & Iannetti GD (2011). A multisensory investigation of the functional significance of the “pain matrix”. NeuroImage, 54, 2237-2249.
Ostrowsky K, Magnin M, Ryvlin P, Isnard J, Guenot M & Mauguiere F (2002). Representation of pain and somatic sensation in the human insula: A study of responses to direct electrical cortical stimulation. Cerebral Cortex, 12, 376-385.
Ploghaus A, Tracey I, Gati JS, Clare S, Menon RS, Matthews PM & Rawlins JN (1999). Dissociating pain from its anticipation in the human brain. Science, 284, 1979-1981.
Rainville P, Duncan GH, Price DD, Carrier B & Bushnell MC (1997). Pain affect encoded in human anterior cingulate but not somatosensory cortex. Science, 277, 968-971.
Ramachandran VS & Rogers-Ramachandran D (1996): Synaesthesia in phantom limbs induced with mirrors. Proceedings of the Royal Society B, 262, 377-386.
Ramachandran VS, Rogers-Ramachandran D & Cobb S (1995). Touching the phantom limb. Nature, 377, 489-490.
Small DM & Apkarian AV (2006). Increased taste intensity perception exhibited by patients with chronic back pain. Pain, 120, 124-130.
Spence C, Bentley DE, Phillips N, McGlone FP & Jones AKP (2002). Selective attention to pain: A psychophysical investigation. Experimental Brain Research, 145, 395-402.
Sumitani M, Shibata M, Iwakura T, Matsuda Y, Sakaue G, Inoue T, Mashimo T & Miyauchi S (2007). Pathologic pain distorts visuospatial perception. Neurology, 68, 152-154.
Tolle TR, Kaufmann T, Siessmeier T, Lautenbacher S, Berthele A, Munz F, Zieglgansberger W, Willoch F, Schwaiger M, Conrad B & Bartenstein P (1999). Region-specific encoding of sensory and affective components of pain in the human brain: A positron emission tomography correlation analysis. Annals of Neurology, 45, 40-47.
Tse MMY & Ho SSK (2010). Management of chronic pain for older persons: A multisensory stimulation approach. Journal of Cyber Τherapy & Rehabilitation, 3, 313-323.
Weeks SR & Tsao JW (2010). Incorporation of another person’s limb into body image relieves phantom limb pain: A case study. Neurocase, 16, 461-465.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.