Θανάσης Τζαβάρας
Oμότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

σύναψις 15 [2009 – τόμος 05]

Συνειδητότητα και εγκεφαλικές λειτουργίες*

* Διάλεξη στον Κύκλο Ομιλιών «Επιστήμης Κοινωνία» του ΕΙΕ, με γενικό τίτλο «Κατανοώντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο» (20-1-2009). Δημοσιεύτηκε στον ομότιτλο τόμο που εξέδωσε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (2009) όπου περιλαμβάνονται και οι ομιλίες των Γ. Κωστόπουλου, Λ. Τριάρχου, Α. Ιωαννίδη,Γ. Μαραγκού και Α. Φωκά

Με την έναρξη της παρέμβασης θα ήθελα εκ προοιμίου να παρατηρήσω πως ευσχήμως απέφυγα να μιλήσω περί συνείδησης ή και εγκεφάλου ως αφηρημένες έννοιες. Σε αυτή την παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να παρουσιαστούν, με όσο το δυνατόν πιο σαφή, αλλά περιληπτικό τρόπο, κάποιες ιδέες και κάποιες εικόνες σχετικά με τις πιθανές σχέσεις μεταξύ συνειδητότητας και εγκεφαλικών λειτουργιών.

Όταν μιλάμε για συνειδητότητα, εννοούμε την πράξη και την πραγματικότητα, δηλαδή την πραγμάτωση του συνειδέναι και ποσώς την αφηρημένη και πολυδύναμη έννοια συνείδηση.  Η συνείδηση, συνειρμικά τουλάχιστον, ταλαντεύεται από την ηθική συνείδηση μέχρι τη νευρολογική συνείδηση, την εγρήγορση και την προσοχή. Στην ελληνική, όπως και στη γαλλική άλλωστε γλώσσα, δεν υπάρχουν δυο διαφορετικοί όροι-λέξεις που ορίζουν τις δυο αυτές ακραίες και δυνάμει αντίθετες καταστάσεις. Στα αγγλικά, ωστόσο, μπορούμε εύκολα να συνεννοηθούμε, για το λόγο ότι όταν μιλάμε για conscience εννοούμε την ηθική συνείδηση ή την conscience morale στα γαλλικά, ενώ όταν μιλάμε για consciousness εννοούμε τη συνειδητότητα, τη νευρολογική συνείδηση, κλπ.

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, στη σύνθεση που θα παρουσιάσω να παίξω το διπλό ρόλο, από τη μια μεριά του νευροψυχολόγου-νευροεπιστήμονα και από την άλλη του ψυχίατρου-ψυχαναλυτή. Η συνείδηση δεν είναι αντικείμενο, δεν είναι πράγμα. Η συνείδηση είναι λειτουργία και ακόμη καλύτερα, η συνειδητότητα είναι μια λειτουργία για την οποία θα πρέπει στη μελέτη μας και στην κατανόησή μας να περιγράψουμε το χωροχρονικό της προφίλ και να διερευνήσουμε το πώς το συνειδέναι έχει σχέση με τον εγκέφαλο και μάλιστα τον ζώντα, εν λειτουργία εγκέφαλο και ποσώς με τις εργαστηριακές μικρο- ή μακροσκοπικές κατασκευές και παρασκευάσματα.

Με τον όρο λειτουργία εννοούμε απλώς τον αλγόριθμο παραγωγής φαινομένων του ιδίου είδους –κάτι ανάλογο του λογισμικού των ηλεκτρονικών υπολογιστών–, το πρόγραμμα με άλλα λόγια, βάσει του οποίου παράγονται συγκεκριμένα, διακριτά, αλλά ομοειδή φαινόμενα. Με εγκεφαλικό μηχανισμό, από την άλλη μεριά, εννοούμε το σύνολο των νευρωνικών κυκλωμάτων μέσα στα οποία είναι ενσωματωμένη και μέσω των οποίων εκφράζονται αυτοί οι αλγόριθμοι, αυτά τα προγράμματα, κάτι ανάλογο των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων των υπολογιστών και κάτι –και κυρίως– ανάλογο αυτού που κάποτε ονομάζαμε εγκεφαλικό κέντρο.

Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστούν δυο σημαντικά στοιχεία από την πρόοδο των γνώσεών μας το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Οι μηχανισμοί δεν εδράζονται εξ ολοκλήρου σε ένα σημείο του εγκεφάλου, όπως τα πρώην κέντρα, αλλά είναι πολυεστιακοί: τα διάφορα μέρη τους είναι κατανεμημένα σε πολλά σημεία του εγκεφάλου και μέρος οποιουδήποτε μηχανισμού ενδέχεται να συμμετέχει σε μηχανισμούς διαφορετικών λειτουργιών. Δεν είναι, δηλαδή, αποκλειστικό εξάρτημα ενός μόνο μηχανισμού.1

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από την δυνατόν απλούστερη περιγραφή αυτού που ονόμασα νευρολογική συνείδηση. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν πρωτοπόροι ερευνητές μπόρεσαν να διεισδύσουν στις αρχές λειτουργίας του εγκεφάλου, άρχισε να διαμορφώνεται μια εικόνα της δυναμικής της λειτουργίας αυτού του οργάνου και των σχέσεων μεταξύ των ποικίλων περιοχών του, είτε φλοιϊκών, είτε υποφλοιωδών. Οπωσδήποτε δύο πράγματα κάνανε εντύπωση στους τότε επιστήμονες. Ότι η λειτουργία του εγκεφάλου εδράζεται, βεβαίως, σε λίγο πολύ σταθερές ανατομικές δομές, αλλά διέπεται από αρκετά αυστηρούς κανόνες βιοχημικών αλλαγών και κυρίως εκφράζεται και καταγράφεται υπό τη μορφή ηλεκτρικών κυμάτων.

Υπό την επήρεια του ευφάνταστου φρενολόγου Gall, ένα πρώτο δόγμα επικράτησε με έντονο τρόπο: ο αυστηρός εντοπισμός  στον εγκέφαλο, λειτουργιών και ιδιοτήτων. Αυτή η αρχική ιδέα, η οποία βέβαια έχει παλαιά καταγωγή –ήδη από τους αρχαίους Αιγυπτίους, με την παρατήρηση και τον εντοπισμό της πυραμιδικής οδού– ήρθε και ενισχύθηκε από τις παρατηρήσεις των κλινικών νευρολόγων, οι οποίοι προβάλουν κατ’ αρχήν μια νευρογλωσσική θεωρία και έτσι καταγράφουν τον εντοπισμό διακριτών λειτουργιών του λόγου, προφορικού αρχικά, γραπτού στη συνέχεια. Η νευρογλωσσική αυτή θεωρία εξηγούσε τις ποικίλες λειτουργίες του λόγου, στηριζόμενη κατά βάσιν στην ποικιλία των εγκεφαλικών περιοχών, που ονομαζόντουσαν, όπως ήδη είπαμε, και κέντρα. Η χαρτογράφηση των επονομαζόμενων αυτών κέντρων του εγκεφάλου θα συνεχιστεί στην πραγματικότητα μέχρι και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χωρίς καμία αμφιβολία, οι πολλαπλές παρατηρήσεις που σχετίζουν εντοπισμένες βλάβες του εγκεφάλου και διακριτά κλινικά φαινόμενα, θα δημιουργήσουν το κυρίαρχο μοντέλο του εντοπισμού των λειτουργιών και της αξίας των κέντρων.

Όμως, στην πραγματικότητα ήταν σα να λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί φωτισμένα μυαλά, ήδη από το 19ο αιώνα, είχαν υπογραμμίσει δυο σημαντικές παραμέτρους. Ο Άγγλος Hughlins Jackson φρόντισε να δείξει πως οι ποικίλες λειτουργίες είναι ιεραρχικά δομημένες και όποιος μιλάει για ιεραρχία υποδηλώνει, όχι μόνο την έννοια του ανώτερου ως προς το κατώτερο, του πληρέστερου ως προς το απλό, αλλά εννοεί και το νεότερο ως προς το παλαιότερο. Ενώ είχε μεγάλη επίδραση η επιστήμη του Jackson σε πολλούς ερευνητές, δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς η δυνατότητα που προσέφερε να ξεφύγουν οι νευρολόγοι από τη στατική θεώρηση και επεξηγηματική λογική, «κέντρο του εγκεφάλου-βλάβη-σύμπτωμα-λειτουργία», ώστε να δημιουργήσουν μια δυναμική χωρο-χρονική κατανόηση των φαινομένων της νευροψυχολογίας και έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος στην προσπάθεια κατανόησης των σχέσεων εγκεφαλικής λειτουργίας και συμπεριφοράς. Υποσημείωση στην άποψη του Jackson είναι, μεταξύ άλλων άλλωστε, και η μεταγενέστερη θεωρία του von Monakow, που προβάλλοντας την έννοια της διάσχισης, επέτρεψε να γίνει κατανοητό πώς μια βλάβη σε ένα σημείο μπορεί να έχει συνέπειες στις λειτουργίες μιας απόμακρης αλλά  ακεραίας εγκεφαλικής δομής.2

Μια άλλη σημαντική παράμετρος, η οποία προτάθηκε και οργανώθηκε από τον Sigmund Freud στον ίδιο 19ο αιώνα, ήταν η ύπαρξη δυο διακριτών ψυχικών λειτουργιών και πιθανώς δύο αντίστοιχα διαφορετικών εγκεφαλικών δομών. Στον Freud της πρώτης εποχής, η διαφορά μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου, όχι μόνο ερείδεται επί των διαφορετικών λειτουργιών και στόχων αυτών των δυο περιοχών του ψυχικού οργάνου, αλλά έχει δυνάμει και ανατομική βάση.

Είναι περιττό εδώ να διατρέξω όλο τον 20ό αιώνα, για να σας περιγράψω πράγματα που μπορεί να είναι λίγο πολύ γνωστά, σχετικά με την εγρήγορση, την προσοχή, το ρόλο του ανιόντος δικτυωτού μηχανισμού ή και τον κύκλο εγρήγορση-ύπνος-όνειρο, έτσι όπως πλέον έχει μετά σαφήνειας καταγραφεί. Aρκεί να υπενθυμίσουμε ότι: α) όλα τα γεγονότα της εν εγρηγόρσει ζωής μας δεν εισέρχονται στο πεδίο της συνείδησής μας, έστω και αν συμμετέχουν ή όχι στην συνειδητότητα μας και β) ο εν ύπνω οργανισμός δεν είναι και εν υπνώσει οργανισμός. Οι πολλαπλές ψυχοβιολογικές δραστηριότητες κατά την διάρκεια του ύπνου, με κορυφαίο φαινόμενο το όνειρο, επιτρέπουν επαρκώς να διαφοροποιούμε την εγκεφαλική δραστηριότητα από τη συνειδητότητα. Ούτε εν τέλει, θα ασχοληθώ με τις διαταραχές της [νευρολογικής] συνείδησης, από την αφηρημάδα στο βαθύ κώμα. Αβίαστα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να συνάγουμε ότι η συνειδητότητα δεν είναι αποτέλεσμα πάσης εγκεφαλικής λειτουργίας ή, λεγμένο διαφορετικά, πάσα εγκεφαλική λειτουργία, γενική ή ειδική, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε μια κατάσταση συνειδητότητας.

Βεβαίως, σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε τα στοιχεία που μας είναι γνωστά ήδη από το 19ο αιώνα, περί συνειδητών, υποσυνείδητων και α-συνειδήτων λειτουργιών. Οι υπόρρητες και υποουδικές [δηλαδή κάτω από τον ουδό, το κατώφλι του ερεθισμού] λειτουργίες, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα μεγάλο ποσοστό των λειτουργιών που έχουν την λειτουργική τους έδρα σε μηχανισμούς του υποφλοιού, δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ρητή και συνειδητή συμμετοχή του υποκειμένου.

Τονίσαμε ότι υπάρχουν υπο-συνείδητες και α-συνείδητες διεργασίες. Το ουσιαστικό ασυνείδητο το επιφυλάσσουμε κατ’ αποκλειστικότητα στην έννοια του φροϋδικού ασυνειδήτου, του δυναμικού ασυνείδητου, δηλαδή τον ασυνείδητο πόλο της ψυχικής οργάνωσης, που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως, είτε τούτο είναι γνωστό είτε μας είναι άγνωστο, οι δύο αυτοί πόλοι λειτουργούν πάντοτε σε συνέργεια και πολύ πιθανόν σε παραλληλία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως υπάρχει στην ουσία μία συνειδητή μη συνειδητότητα, ο συνειδητός ή και ο ασυνείδητος μηχανισμός της απώθησης, χάριν του οποίου κάτι ενοχλητικό διαγράφεται από την συνείδηση, παραμένει ενεργός και έτσι λειτουργεί συνεχώς σε μια διαλεκτική και δυναμική συνέργεια.

Ο αριθμός των δεδομένων που επιτρέπουν σήμερα να θεωρούμε ως τω όντι αληθές αυτό που μόλις τώρα είπα, είναι τέτοιος που δεν χωράει πολύ αμφιβολία. Ας πάρουμε ένα από τα απλούστερα παραδείγματα, έτσι που έχει επιτρέψει η πρόσφατη εξέλιξη των νευροεπιστημών να καταγραφεί. Η τεχνική του λειτουργικού μαγνητικού συντονισμού, η οποία επιτρέπει την παρακολούθηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας σε πραγματικό χρόνο, έδειξε, σε ένα σχετικά απλό πείραμα που συνίσταται στο να πατάει ένα κουμπί αυθαίρετα ένα υπό εξέταση υποκείμενο, ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα προηγείται της συνειδητοποίησης της απόφασης να πατήσει το ένα ή το άλλο κουμπί.3

Κατά έναν τρόπο, διαφορετικά λεγμένο, μετά τη συστηματοποίηση του Freud στο δίπολο ψυχισμό, η ερώτηση σχετικά με τη συνειδητότητα είναι πιθανόν ότι άλλαξε στην υφή της. Ενώ πριν ρωτούσαμε «γιατί μέρος της ψυχικής ζωής είναι ασυνείδητο;», τώρα καλούμαστε να ρωτήσουμε και να διερευνήσουμε το «πώς και γιατί ένα μέρος της εγκεφαλικής λειτουργίας-ψυχολογίας είναι συνειδητό;».

Μέσα στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα πολλές κλινικές και εργαστηριακές παρατηρήσεις επέτρεψαν να ενισχυθεί η φύση αυτού του ερωτήματος. Φαινόμενα γνωστά στην κλινική του τέλος του 19ού αιώνα μελετήθηκαν με όλο και πιο συστηματικό τρόπο και φτάνει εδώ να αναφέρουμε τα φαινόμενα της ημιαμέλειας ή πάλι τα φαινόμενα του μέλους φαντάσματος. Να θυμίσω ότι ημιαμέλεια είναι η κατόπιν εντοπισμένης βλάβης του εγκεφάλου αδυναμία ελέγχου και συμπεριφοράς μέσα στο ήμισυ του σωματικού και εξωσωματικού χώρου και τούτο χωρίς απώλεια ούτε της εγρήγορσης, ούτε της αισθητικότητας. Επιπλέον, το παλαιόθεν γνωστό φαινόμενο του μέλους-φαντάσματος μελετήθηκε εν τω βάθει, έτσι ώστε σήμερα να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε ότι δεν είναι η απουσία ενός μέλους που δημιουργεί το φάντασμα της παρουσίας του, αλλά η παρουσία των εγκεφαλικών μηχανισμών, που παρόλη την έλλειψη του μέλους, επιτρέπει την παρουσία ενός φαντάσματος. Αυτό που εν τέλει είχε την πιο εντυπωσιακή δημοσιότητα πρόσφατα, είναι το περίφημο φαινόμενο του blind sight, της τυφλής όρασης. Όσοι από μας παρατήρησαν στη δεκαετία του 1970 τη χαριτωμένη πιθηκίνα Έλεν να κινείται άνετα μεταξύ των εμποδίων στο εργαστήριο του Κέιμπριτζ και να φέρνει στο στόμα της κάθε βίδα και άσχετο αντικείμενο ως τροφή, δηλαδή να αναγνωρίζει το πού και να αγνοεί το τι, και τούτο μετά από πλήρη εκτομή και των δυο ινιακών της λοβών –την οπτική περιοχή–, καταλάβαμε πως μία καινούργια εποχή άρχιζε, όπου και οι τυφλοί βλέπουνε και οι ανοιχτομάτηδες εθελοτυφλούν, ανάλογα στις καταστάσεις του εγκεφάλου και τις συνθήκες έργου των εν δράσει υποκειμένων.

Οι ως άνω παρατηρήσεις ενισχύθηκαν από μεγάλο αριθμό πειραμάτων και ερευνών, που έκανε η ομάδα ερευνητών υπό τον Roger-Sperry, βραβείο Νόμπελ, σχετικά με τα σύνδρομα αποσύνδεσης. Έτσι, υπό όρους, τέτοια υποκείμενα, μπορούσαν να δρουν εν μέρει συνειδητά και εν μέρει ασυναίσθητα. Πολλαπλές κλινικές παρατηρήσεις επέτρεψαν έτσι να δημιουργηθεί μια πιο πλήρης εικόνα των δυνατοτήτων αναπλήρωσης των εγκεφαλικών λειτουργιών και εν τέλει να ενισχυθούν οι διαπιστώσεις σχετικά με την πλαστικότητα. Να που προφέραμε την κρίσιμη ως προς τις σχετικά πρόσφατες εξελίξεις έννοια, που είναι η έννοια της πλαστικότητας. Ενώ από παλιά ήταν γνωστό ότι κατά τη διάρκεια του αναπτυξιακού κύκλου υπάρχουν δυνατότητες μετακίνησης και αναπλήρωσης λειτουργιών που έχουν καταστραφεί, π.χ. έπειτα από εγκεφαλική βλάβη, η πλαστικότητα του ώριμου ενήλικου εγκεφάλου ήταν μια λογική αντίφαση, μια contradictio at terminem, με την καλά οργανωμένη, με κέντρα και διασυνδέσεις εγκεφαλική λειτουργία. Η, σε τελική ανάλυση, υπό όρους ύπαρξη πλαστικότητας στον ώριμο εγκέφαλο θέτει το ερώτημα της συνειδητότητας και των μετατροπών της με καινούργιους τρόπους.

Ένα σχετικά εύκολο παράδειγμα για το θέμα της πλαστικότητας είναι η παρατήρηση με τους οδηγούς ταξί του Λονδίνου. Σε σχετική μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2000, η συγκριτική μέτρηση του μεγέθους του ιππόκαμπου, τόπου διαχείρισης των μνημονικών ιχνών, αυτών των επαγγελματιών, που μαθαίνουν απ’ έξω τους δρόμους του Λονδίνου, έδειξε ότι είναι σημαντικά μεγαλύτερος ο ιππόκαμπος σε αυτούς, απ’ ότι σε συνομηλίκους, οι οποίοι δεν είναι οδηγοί ταξί.4

Προτού προχωρήσουμε σε κάποια ακόμη παραδείγματα, θα θέλαμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε την προσφυή αναλογία, που ο Karl Pribram χρησιμοποιεί για την κατανόηση των μεταβαλλόμενων ψυχολογικών λειτουργιών, όπως π.χ. της μνήμης. Η εικόνα είναι δάνεια από τη λειτουργία των ολογραμμάτων. Είμαστε όλοι εξοικειωμένοι πλέον με τα ολογράμματα, καλή ώρα αυτά που υπάρχουν πάνω στις πιστωτικές κάρτες. Το αυτό σχήμα, ορατό δια γυμνού οφθαλμού ως σταθερό σχήμα, μετατρέπεται δυναμικά, όταν αλλάξουμε τη γωνία όρασής του. Με αυτή τη μεταφορική χρήση, ο Pribram θέλει να δείξει ότι μέρος των πολλαπλών, δέστε πλαστικών, ψυχικών λειτουργιών, δεν παράγονται από την κατ’ ανάγκη πολλαπλότητα της εγκεφαλικής δομής, αλλά από τη γωνία όρασης –πήγα να πω γωνία κρούσης– που το βλέμμα μας, δηλαδή η πρόθεσή μας, ασκεί επί της δομής. Έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή και η ίδια λειτουργική φύση, εξίσου των αισθητών και των νοητών πραγμάτων. Τα πράγματα του νου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αισθητικών ερεθισμών, αλλά είναι και «πράγματα» που παράγει ο νους μας.5

Θα παρατηρείτε πως δεν έχω καθόλου αναφερθεί μέχρι στιγμής σε διάφορα μείζονα κεφάλαια που έχουν τεθεί στην ιστορία του προβληματισμού, εξίσου των ψυχολογικών επιστημών ή και των νευροεπιστημών. Μια προσφιλής προσέγγιση αυτών των προβλημάτων βρίσκεται στη διαφορά υφής, φύσης ή και προσέγγισης μεταξύ σώματος και ψυχής ή σώματος και νου ή εγκεφάλου και νου ή και συνείδησης και εγκεφάλου, το περιβόητο body-mind problem. Θα πρέπει πριν από όλα να διευκρινίσουμε ότι ο οιονεί δυϊσμός, που αυτή η αντιπαράθεση υπαινίσσεται, είναι στην πραγματικότητα η κληρονομιά άλλων εποχών, δηλαδή επίδραση μιας θρησκευτικής ή μεταφυσικής φιλοσοφίας. Μετά τον αιώνα των Φώτων, δεν τίθεται με τους ίδιους όρους αυτή η ψευδοαντιπαράθεση μεταξύ σώματος και ψυχής, έστω και αν στην άλλη άκρη του προβληματισμού, οι αφελείς υλιστές και αναγωγικοί υλιστές θέλησαν να κλείσουν το πρόβλημα, δηλώνοντας ότι «όπως το ήπαρ παράγει τη χολή, έτσι και ο εγκέφαλος παράγει τη σκέψη».

Χωρίς αμφιβολία, η προσέγγιση, η οποία πρυτάνευσε από το 19ο αιώνα μέχρι την εποχή μας, είναι μια μονιστική προσέγγιση, δηλαδή μη διαφοροποίηση μεταξύ σώματος και ψυχής ή εγκεφάλου και νου. Με τη μόνη διαφορά ότι, μεθοδολογικά τουλάχιστον, οι μελετητές των διαφόρων κλάδων των σχετικών επιστημών είναι υποχρεωμένοι να μελετάνε τα ποικίλα φαινόμενα ως δυνάμει διαφορετικά στη φύση τους, ενώ στην ουσία πρόκειται για τις ίδιες λειτουργίες και τους ίδιους μηχανισμούς, έτσι όπως τους έχουμε ορίσει.

Και εδώ τίθεται ένα καινούργιο ζήτημα. Τι είναι εκείνο που η επιστήμη μπορεί να διαχειριστεί; Χειρίζεται με τον ίδιο τρόπο τη γνώση, με τον ίδιο τρόπο την άγνοια και με τον ίδιο τρόπο την αγνωσία; Όπως ήδη παρατηρήσαμε, το κρίσιμο ερώτημα της συνειδητότητας είναι η διαπίστωση του πώς μια εγκεφαλική λειτουργία γίνεται συνειδητή, δηλαδή πώς μπορούμε να περάσουμε από την κατάσταση της ασυνειδησίας και της άγνοιας σε μια κατάσταση συνειδητότητας και κατά συνέπεια γνώσης.

Σε αυτό το σημείο θα μας φωτίσει και πάλι η φροϋδική ψυχανάλυση, έτσι όπως εξελίχθηκε στη θεωρητική της, αλλά και κυρίως στην κλινικο-πρακτική της δραστηριότητα. Ο κύριος στόχος μιας ψυχαναλυτικής θεραπείας είναι να απαλλάξει ένα υποκείμενο που υποφέρει από κάποια φαινόμενα-συμπτώματα. Το υποκείμενο υποφέρει, αλλά δεν ξέρει από τι υποφέρει. Απευθύνεται σε έναν ψυχαναλυτή και του λέει «υποφέρω από το τάδε και το δείνα και ήρθα να μου πεις εσύ για ποιο λόγο υποφέρω και ποιος είναι ο μηχανισμός που προκαλεί αυτή τη δυσλειτουργία». Ο ψυχαναλυτής  «δεν ξέρει από τι υποφέρει ο ασθενής, αλλά είναι έτοιμος να τον ακούσει για να βρει μόνος του τις αιτίες  του προβλήματος». Με τυπικό τρόπο αυτή η κατάσταση περιγράφεται ως εάν το υποκείμενο να ζει σε μια κατάσταση παραγνώρισης. Άμα πετύχει η ψυχαναλυτική θεραπευτική πρόταση, τότε περνάει από την κατάσταση της παραγνώρισης στην κατάσταση της αναγνώρισης και έτσι κατά αυτή την ευτυχή πιθανότητα απαλλάσσεται και από τα συμπτώματά του. Αυτή την αναγνώριση την ονομάζουμε και συνειδητοποίηση και παρουσιάζει αρκετές αναλογίες με την αναδυόμενη συνειδητότητα από τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Και αν φύγουμε από το κλινικό παράδειγμα που ανέφερα εδώ, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε μύριες όσες εκδηλώσεις της καθημερινής μας ζωής, όπου λειτουργίες, μηχανισμοί και συμπεριφορές από ασυνείδητες καταστάσεις γίνονται συνειδητές.6

Κλείνουμε θέτοντας δύο ζητήματα. Το ένα είναι το εάν και κατά πόσο μπορεί να θεωρηθούν οι μη συνειδητές λειτουργίες, λειτουργίες που διέπονται από ορθολογικότητα. Είναι αλήθεια ότι το ορθολογικώς σκέπτεσθαι είναι συνώνυμο της συνείδησης. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να τονιστεί ότι και τα συγγνωστά και κυρίως τα μη συνειδητά στοιχεία της προσωπικότητάς μας ή της ψυχολογίας ναι μεν διαθέτουν επιμέρους ορθολογικότητες, αλλά δεν ελέγχονται από τη συνειδητή ορθολογικότητα. Τυπικό παράδειγμα στη συζήτηση είναι η σημασία που έχει στη ζωή μας, αλλά και στην επιστήμη η έννοια της διαίσθησης.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις φιλοσοφικές καταβολές των μελετητών αυτών των φαινομένων. Όπως πολύ ωραία το αναλύει ο Louis Althusser στο δοκίμιο του 1967, Philosophie et philosophie spontanée de savants (Η Φιλοσοφία και η αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων), συναντάμε σε επιστημονικά κείμενα πολλές φορές επιστημονικές προκαταλήψεις και προτάσεις και σπαράγματα παλαιών δοξασιών. Είτε τούτο είναι σύγχυση μεταξύ συνειδητότητας και ηθικής συνείδησης είτε τούτο είναι σύγχυση μεταξύ ντετερμινισμού και ελευθερίας της βούλησης είτε πάλι είναι μείξη  μεταξύ απαισιόδοξων και αισιόδοξων σχετικά με τα όρια της γνώσης μας και κυρίως της επίγνωσης.

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1930, ο μαθηματικός David Hilbert, απευθυνόμενος στην γενική συνέλευση των Γερμανών επιστημόνων και φυσικών στο Königsberg, κατέληγε με στόμφο ότι σε αντίθεση με το παλιό ignoramus et ignorabimus (αγνοούμε και θα αγνοούμε),  πρέπει να ξέρουμε και θα ξέρουμε. Το 1931, ο άλλος μαθηματικός Kurt Gödel, με το θεώρημα της μη πληρότητας απέδειξε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία πλέον, ότι ναι θα κάνουμε προόδους στις αποδείξεις, ναι θα βελτιωθεί η γνώση και η επίγνωσή μας, αλλά στο μεγάλο ποτέ αγνοούμε και θα αγνοούμε. Ignoramus et ignoramibus.

Σημειώσεις

1 Για πάσα μη εξειδικευμένη άποψη, από τη σκοπιά της Νευροψυχολογίας, αναφερόμαστε στο D. Darby & K. Walsh (2008) (μτφρ.-επιμ. Ν. Καλφάκης, Κ. Πόταγας). Νευροψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Παρισιάνος. Για τις γενικές αναφορές στην ψυχανάλυση, αναφερόμαστε στο J. Laplanche & J.-B. Pontalis (1995) Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος. Και ειδικότερα για το θέμα μας δες Α.Κ. Παπανικολάου (2008). Λόγος και Συνείδηση. Στο Κ. Πόταγας, Ι. Ευδοκιμίδης (2008). Συζητήσεις για το Λόγο στο Αιγινήτειο. Αθήνα: Εκδόσεις Συνάψεις, σ. 493-514.

2 Δες σχετικά Τζαβάρας, Θ. (2008). Ακμή και παρακμή του νευρογλωσσικού παραδείγματος. Στο Κ. Πόταγας, Ι. Ευδοκιμίδης (2008). Συζητήσεις για το Λόγο στο Αιγινήτειο. Αθήνα: Εκδόσεις Συνάψεις, σ. 93-100.

3 Αναφέρεται στον ιστότοπο www.in.gr (14-42008) και στο άρθρο Πείραμα θέτει υπό αμφισβήτηση την έννοια της ελεύθερης βούλησης.

4 Maguire, E. A., Gadian, D. G., Johnsrude, I. S. et al. (2000). Navigation-related structure change in the hippocampi of taxi drivers. Proceedings of the National Academy of Sciences of the USA, 97, pp. 4398-4403.

5 Pribram, K. H. (1987) ( Bergson and the Brain: A Bio-logical Analysis of Certain Intuitions. Στο A. C. Papanicolaou  & P. A. Y. Gunter (eds) (1987). Bergson and Modern Thought. Chur: Harwood Academic Publishers, pp. 149-174

6 Πρόσφατα μεταφράστηκε το λίαν ενδιαφέρον ως προς το ζητούμενό μας βιβλίο των G. M. Edelman & G. Tononi (2008) (μτφρ. Β. Βακάκη). Το Σύμπαν της Συνείδησης: Πώς η ύλη γίνεται φαντασία. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.