Βασίλης Καψαμπέλης
Ψυχίατρος και Ψυχαναλυτής της
Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού.
Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας
στο 13ο Διαμέρισμα του
Παρισιού
σύναψις 15 [2009 – τόμος 05]
μετάφραση
Θανάσης Καράβατος
–Τον τελευταίο καιρό δεν μπορώ να κοιμηθώ, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, είμαι πολύ πιεσμένος…
–Πράγματι, μου φανήκατε αγχωμένος σήμερα… –Ναι, έτσι είναι, είμαι πολύ αγχωμένος, τα φάρμακα δεν κάνουν τίποτε… –Παίρνετε πάντα την ταμπλέτα των 25; –Ναι. –Θα σας δώσω των 100 [du cent, που προφέρεται ντυ σαν]. –Θέλετε δηλαδή να πιω αίμα; [du sang, που προφέρεται επίσης ντυ σαν και θα πει αίμα]. Κοιτάζω εμβρόντητος τον άρρωστό μου, κι ύστερα ξεσπάω στα γέλια· έπειτα από δισταγμό κάποιων στιγμών, θα γελάσει κι αυτός με την καρδιά του.
Ο διάλογος αυτός με έναν σχιζοφρενή δεν συμπυκνώνει βέβαια τις καταστάσεις χιούμορ που μπορούμε να ζήσουμε με αυτούς τους αρρώστους, κι είναι ακόμα λιγότερο αντιπροσωπευτικό του χιούμορ τους, αν δεχτούμε πως έχουν κάποιο ιδιαίτερο. Πράγματι, η χιουμοριστική κατάσταση στο παράδειγμά μας προκύπτει μέσα από κάτι που εντάσσεται στις συχνότερες πηγές του πνευματώδους και του λεκτικού ευφυολογήματος: την ομωνυμία. Ακριβώς όμως επειδή η πρόκληση του γέλιου σε αυτό το απόσπασμα της συνέντευξης βασίζεται σε ένα τόσο διαδεδομένο χαρακτηριστικό, μπορούμε ίσως να θεωρήσουμε ότι προσφέρεται καλύτερα για να εξετάσουμε αυτό που θα ίσως είναι η ιδιομορφία της σχέσης των ασθενών αυτών με το χιούμορ.
Η ομωνυμία

Οι σχέσεις ανάμεσα στις διεργασίες του προσυνειδητού και της ομωνυμίας είναι στενές. Ας θυμηθούμε ότι στην ίδια, πρακτικά, γραμμή έγραφε ο Freud την Ερμηνεία των ονείρων [1900], την Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής [1901] και το Λογοπαίγνιο στη σχέση του με το ασυνείδητο [1905]: και στα τρία αυτά έργα μελετώνται παγκόσμια μη παθολογικά φαινόμενα της ψυχικής ζωής του ανθρώπου, με στόχο να αποκαλυφθούν οι νόμοι της λειτουργίας τους, που διαφέρουν ριζικά από εκείνους που φαίνεται να διέπουν τη συνειδητή ζωή. Σε λειτουργικό επίπεδο, οι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλυπτόμενες ψυχικές διαδικασίες θα συμπυκνωθούν στην έννοια της πρωτογενούς διαδικασίας [Freud, 1911]: στον ιστό που σχηματίζει το σύνολο των παραστάσεων, κανένα κώλυμα, καμιά λογική ή επαγωγική σχέση, κανένας χρονικός ή χωρικός περιορισμός δεν έρχεται να διαταράξει το γρήγορο πέρασμα από την μιά παράσταση στην άλλη. Εδώ, μόνο η αρχή της ηδονής, με την πιο απλή όσο και «πρωτόγονη» έκφρασή της, οδηγεί την κίνηση: να προπέμψει κατά το δυνατόν πιο αποτελεσματικά το ποσόν διέγερσης που κυκλοφορεί στο εσωτερικό του ψυχικού οργάνου, ξαναβρίσκοντας και επανα-επενδύοντας την παράσταση που συνδέθηκε αρχικά σε την εμπειρία ικανοποίησης, πού εν προκειμένω σημαίνει εκφόρτισης.
Γνωρίζουμε ότι για τον Freud, χάρη σε αυτό το «ισοδύναμο της πράξης» που είναι η σκέψη και η γλώσσα, θα απαλυνθούν προοδευτικά η βιαιότητα και ο συμπαγής χαρακτήρας αυτών των νοητικών πράξεων υπέρ αυτού που θα ονομάσει δευτερογενή διαδικασία, η οποία συνδέεται με την εγκατάσταση μηχανισμών άμυνας για την αναστολή της εκφόρτισης. Πράγματι, η σκέψη θα θέσει στη διάθεση της διεξεργασίας που οδηγεί από την ασυνείδητη παράσταση στην κινητική πράξη μια εκτεταμένη γκάμα παραστάσεων λέξεων. Η χρήση τους ισοδυναμεί με κατάτμηση των ποσοτήτων διέγερσης που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του ψυχικού οργάνου ως επακόλουθο της ενορμητικής ώσης, κι αυτό έχει ορισμένες συνέπειες: την επιβράδυνση της κίνησης που οδηγεί στην ικανοποίηση· την καλύτερη προετοιμασία της διαδοχής των πράξεων που οδηγούν εκεί (άρα, την προστασία έναντι της απογοήτευσης)· και, τέλος, τον καλύτερο υπολογισμό των αντιληπτικών δεδομένων (αυτό που ο Freud ονομάζει «πραγματικότητα») κατά την κατάστρωση των νοητικών πράξεων που οδηγούν στην ικανοποίηση, με τρόπο ώστε η ακολουθούμενη οδός να είναι γενικά «προσθιοδρομική» (και όχι «παλινδρομική»), υπό την έννοια που έδωσε ο Freud σε αυτόν τον όρο στο κεφάλαιο 7 της Ερμηνείας των ονείρων: από την ασυνείδητη εικόνα προς την συνειδητή κινητική πράξη.
Από την άποψη αυτού του γενικού σχήματος, η ομωνυμία μπορεί να θεωρηθεί ως αληθινή «παγίδα» των δευτερογενών διαδικασιών: παρακάμπτοντας το νόημα των λέξεων και βάσιζόμενη στην ηχητική τους μόνο παράσταση, επιτρέπει το γλίστρημα πάνω στις σημασίες, αποφεύγοντας έτσι να σταθεί στα κομβικά σημεία που είναι κρίσιμα για την κατεύθυνση της ροής των σκέψεων σύμφωνα με τους νόμους της προσοχής και της κρίσης. Κατά κάποιο τρόπο επιτρέπει την είσοδο στοιχείων της πρωτογενούς λειτουργίας μέσα στις δευτερογενείς λειτουργίες. Έτσι ακριβώς η ομωνυμία μετατρέπεται σε ισχυρό έναυσμα για το απελευθερωτικό αποτέλεσμα που απέδιδε, όπως θα δούμε, ο Freud στο χιούμορ: πάνω στο δρόμο της «προσθιοδρομικής» κίνησης, η ομωνυμία προτείνει μια απότομη κατά 180 μοίρες παλινδρομική αναστροφή. Έτσι, οι ποσότητες της διέγερσης αυξάνονται και πάλι, ενώ ταυτόχρονα τα εξωδεκτικά ερεθίσματα (τά της «εξωτερικής πραγματικότητας») παραπλανάται: οι λέξεις, ο κύριος σύμμαχος στην αντίκρουση της αντιληπτικής ταυτότητας που επιβάλλει η πρωτογενής διαδικασία, αναπτύσσουν ικανότητα συμπύκνωσης τύπου οπτικής εικόνας. Περιπαίζοντας την εξωτερική πραγματικότητα και τους περιορισμούς της, η ομωνυμία αφήνει να υπεισέλθει στην έκφραση του υποκειμένου ο ανορθολογικός φόβος, η καταπιεσμένη επιθυμία, το ανομολόγητο δέος, η αποσιωπημένη δυσφορία. Εάν τελικά υπάρξει παραγωγή γέλιου, η εκδήλωση αυτή έρχεται να σημειώσει ταυτόχρονα στο μεν οικονομικό επίπεδο την εκφόρτιση της διέγερσης στο δε τοπικό την απελευθέρωση του εγώ που γίνεται εκ νέου κύριος των σκέψεων και των αισθημάτων του απέναντι σε μια πραγματικότητα που το περιορίζει.
Η ομωνυμία και η ψυχωτική σκέψη
Αυτή η ικανότητα της ομωνυμίας να «βραχυκυκλώνει» το πέρασμα στη δευτερογενή διαδικασία σχετίζεται με τις ιδιαιτερότητες της σχιζοφρενικής σκέψης. Πράγματι, για ένα ολόκληρο ρεύμα ψυχαναλυτικής ψυχοπαθολογίας, αυτό το γλίστρημα ενός σχιζοφρενούς από το cent (εκατό) στο sang (αίμα) δεν εκπλήττει. Για καιρό, η σχιζοφρένεια θεωρήθηκε, ιδίως από την αγγλόφωνη ψυχανάλυση, ως παθολογία που κυριαρχείται από την πρωτογενή λειτουργία. Ο Federn (1952), για παράδειγμα, επέμενε ιδιαίτερα πάνω στις ποικίλες μορφές παλινδρόμησης που συνδυάζονται στην σχιζοφρενική ψυχοπαθολογία: παλινδρόμηση της σκέψης στην πραγματικότητα, παλινδρόμηση του εγώ σε προηγούμενες καταστάσεις ανάπτυξης, εννοιολογική παλινδρόμηση της ιδέας στην ιδιαίτερη πρωταρχική εμπειρία. Οι ιδέες, οι παραστάσεις δεν χρησιμοποιούνται ως αφηρημένοι σχηματισμοί, αλλά τείνουν να ξαναβρίσκουν την αίσθηση με την οποία είχαν αρχικά συνδεθεί, τη εποχής της διάπλασης της σκέψης και της γλώσσας. Το πέρασμα από την (αφηρημένη) σκέψη στο αίσθημα εξηγεί γιατί εκ προκειμένω η ιδέα χρησιμοποιείται ως ηχητική παράσταση και, σε ένα πιο παλινδρομικό επίπεδο, ως οπτική παράσταση (άλλωστε, γι’ αυτούς τους συγγραφείς, ο μηχανισμός αυτός είναι ο ίδιος πού συναντάμε στη βάση της σχιζοφρενικής ψευδαίσθησης). Κατά συνέπεια, στο επίπεδο της ανάπτυξης της σκέψης, η σχιζοφρένεια χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση πρωτογενών παραστάσεων σε «ακατέργαστη» κατάσταση, περίπου στην κατάσταση που θεωρούμε πως βρίσκονται στα συστήματα του ασυνειδήτου και του προσυνειδητού.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την υπόθεση, η σχιζοφρένεια χαρακτηρίζεται από την αποτυχία της απώθησης, ανάλογη εκείνης που επιτρέπει το παιχνίδι της ομωνυμίας. Ο Federn υπενθυμίζει, άλλωστε, ότι η συνήθης ψυχική ζωή διανθίζεται με στιγμές κατά τις οποίες «η περίσσεια συγκίνησης ή ενόρμησης» μπορεί να αποτύχει στην άμυνα εναντίον της εισβολής ασυνείδητου υλικού, γεγονός που μεταφράζεται σε λάθη, γλωσσικές παραδρομές (lapsus), παραπραξίες κλπ. Σε κανονικές, όμως, καταστάσεις το εγώ καταφέρνει να συγκρατήσει το «ξεχύλισμα» που συνδέεται με την ασυνείδητη ώση, διότι διαθέτει τη δική του ενέργεια λειτουργίας και επένδυσης, που χρησιμοποιείται ακριβώς για να μετατρέψει τα αισθήματα σε λέξεις και σύμβολα, να προσδέσει το συναίσθημα σε παραστάσεις, να δημιουργήσει ένα δίκτυο όλο και πιο σύνθετο – κοντολογίς, να συνδέσει, δια της μεταθέσεως, τα ασυνείδητα περιεχόμενα, επιτρέποντας έτσι την σταδιακή τους επεξεργασία. Πρόκειται για λειτουργίες που πάσχουν στη σχιζοφρένεια, και οι οποίες χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με ένα μεγάλο ρεύμα ψυχαναλυτικής σκέψης, από «ανεπάρκεια επένδυσης του εγώ» –κατά την έκφραση του Federn– και κατά συνέπεια από ανικανότητα να συγκρατηθούν οι ενορμητικές κινήσεις που διεισδύουν έτσι στο επίπεδο της συνείδησης, σύροντας μαζί τους όλες τις πρώτες παραστάσεις στις οποίες είχαν αρχικώς προσδεθεί. Εξ ου και η αποδιδόμενη από τους συγγραφείς αυτούς σημασία στην επανεπένδυση του εγώ κατά την θεραπευτική διαδικασία της σχιζοφρένειας· με άλλα λόγια, στην αποκατάσταση της ναρκισιστικής επένδυσης αυτών των ασθενών, καθώς ο ναρκισισμός, όποια κι αν είναι η κατοπινή εξέλιξη και οι χρήσεις αυτού του όρου στη σύγχρονη ψυχοπαθολογία, είναι ακριβώς ο όρος που επέλεξε αρχικά ο Freud για να δηλώσει την λιβιδινική επένδυση του εγώ (Freud, 1914).
Από την ομωνυμία στο λογοπαίγνιο

Ωστόσο θα ήταν ανεπαρκές να κατανοήσουμε το κλινικό μας παράδειγμα μετατρέποντάς το σε απλή, έστω κι αν την θεωρήσουμε τυπική, εκδήλωση της ψυχικής λειτουργίας των σχιζοφρενών. Είναι αλήθεια πως η ομωνυμία είναι σε θέση να ερμηνεύσει αρκετά καλά τον υψηλής συμπύκνωσης, χαρακτηριστικό τρόπο ψυχικής λειτουργίας των ασθενών αυτών. Όλες όμως οι ομωνυμίες δεν προκαλούν γέλιο. Εδώ και μερικά χρόνια, μία συνάδελφος μου μετέφερε τη συνέντευξή της με μια σχιζοφρενή και τη μητέρα της που και οι δυο τους αντιτάσσονταν έντονα στη συνέχιση της θεραπείας με τα νευροληπτικά που της είχαν χορηγηθεί. Αναζητώντας επιχειρήματα και ολοένα εχθρικότερη, η μητέρα κατέληξε να φωνάξει : «σε καμμάι περίπτωση δεν θέλουμε αυτό το Καταραμένο-Μίσος σας! [maudite-haine, που διαβάζεται μοντίτ-εν]». Γιά κακή του τύχη, το ενεχόμενο νευροληπτικό σκεύασμα –αποτελεσματικό άλλωστε και χρήσιμο στη θεραπεία των σχιζοφρενών εκείνης της εποχής– έφερε το όνομα Moditen [Μοντιτέν]. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις η ομωνυμία θα εκφράσει την αμηχανία του σχιζοφρενούς μπροστά στη διαταραχή της σκέψης του, στη δυσχέρειά του να διαθέτει και να χρησιμοποιεί ένα «εργαλείο για να σκέφτεται τις σκέψεις» (Bion, 1967) που να του επιτρέπει να χειρίζεται τα ερεθίσματα του εξωτερικού και του εσωτερικού του κόσμου χωρίς να βρίσκεται επανειλημμένα μπροστά σε αγχογόνα αδιέξοδα. Ένας σχιζοφρενής μιας ορισμένης ηλικίας είπε σε μια συνεδρία ψυχοδράματος: «Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια μου ξανάρχονται ολοένα και περισσότερο συχνά εικόνες του πατέρα μου» (ο πατέρας του είχε πεθάνει προ πολλού). Την βαρύτητα όμως αυτής της φράσης, πού ήταν σε πλήρη συνάφεια με την πρόοδο της επεξεργασίας πού είχε σημειωθεί κατά τις τελευταίες συνεδρίες, έσπευσε να εξασθενίσει ή και να ακυρώσει με την αμέσως επόμενη φράση: λίγο ξαφνιασμένος, σα να μιλούσε μόνος του, πρόσθέσε: «Κι όμως, είναι περίεργο, ο πατέρας μου δεν είναι βιβλίο».
Το κλινικό στιγμιότυπο πού αναφέραμε στην αρχή και που μας χρησιμεύει ως οδηγός στο κείμενό μας μάς φέρνει λοιπόν ενώπιον μιας ομωνυμία η οποία υπέστη μια ορισμένη τροποποίηση, ένα είδος προσθήκης κάποιας «υπεραξίας»: έγινε ευφυολόγημα. Ο σχηματισμός ευφυολογήματος, λέει ο Freud, βασίζεται στο γεγονός ότι «μια προσυνειδητή σκέψη βρίσκεται προς στιγμή αφημένη στην ασυνείδητη επεξεργασία κι ευθύς αμέσως το αποτέλεσμά της συλλαμβάνεται από την συνειδητή αντίληψη» (Freud, 1905). Πραγματοποιείται έτσι μια σημαντική οικονομική «αποταμίευση» την οποία ο Freud θεωρεί αναγκαίο να διαφοροποιήσει ανάλογα με τον τύπο της κατάστασης που εκλύει γέλιο: (α) στο ευφυολόγημα, η αποταμίευση αφορά την ψυχική ενέργεια που, μέσω αναστολής ή καταστολής, χρησιμεύει στο να διατηρεί ασυνείδητη την ιδέα που εκφράζει το ευφυολόγημα, (β) στις κωμικές καταστάσεις, η εξοικονόμηση αφορά κυρίως τις παραστάσεις, στο βαθμό πού αναπαριστά κατά τρόπο συμπυκνωμένο ιδέες που θα απαιτούσαν μεγάλη κινητοποίηση λεκτικών μέσων, (γ) τέλος το χιούμορ εξοικονομεί συναισθήματα. «Η ουσία του χιούμορ έγκειται στην αποφυγή των συναισθημάτων που θα προκαλούσε η κατάσταση_ μέσα από έναν αστεϊσμό, η πιθανότητα τέτοιων εκδηλώσεων αισθημάτων τελικά παρακάμπτεται » (Freud, 1927). Ο Freud συμπεραίνει λοιπόν ότι το γέλιο στο χιούμορ διαθέτει μια απελευθερωτική πλευρά, υπό την έννοια ότι εκφράζει το «κέρδος ευχαρίστησης» που απορρέει από την αποφυγή ενός συναισθήματος δυσαρέσκειας, πόνου, τρόμου. Ο Ferenzi (1911), που επεξεργάστηκε από τη πλευρά του τις αρχικές ιδέες του Freud, θα διατυπώσει τις ίδιες διαφορές σε μια διάλεξή του λίγα χρόνια αργότερα: το ευφυολόγημα αποφεύγει την απώθηση με το λογοπαίγνιο, το κωμικό σκηνοθετεί τη δραστηριότητα ενός παιδιού που αγνοεί την ενήλικο σκέψη, το χιούμορ αναδιατυπώνει παιδικές φαντασιώσεις απαλλάσσοντάς τις από το συναισθηματικό τους βάρος.
Θα μπορούσε λοιπόν να περιμένει κανείς ότι το λογοπαίγνιο που πραγματοποιεί η ομωνυμία που μας ενδιαφέρει εδώ αποκαλύπτει κατά κάποιο τρόπο μια πτυχή του σχιζοφρενικού βιώματος, πιθανότατα του άγχους που συναντάμε σε πρώτο επίπεδο στην προκειμένη συνεδρία, κι ακόμα ίσως τις παραστάσεις τις οποίες ο ασθενής έχει σχηματίσει ο ασθενής σχετικά με τη θεραπευτική δράση που προορίζεται να τον ανακουφίσει. Από αυτή την άποψη, αναμφίβολα η επιλογή της ομωνυμίας δεν στερείται ενδιαφέροντος. Διότι το «εκατό (cent – σαν)» θα μπορούσε να είναι επίσης «χωρίς (sans-σαν)», και ακόμη «Άγιος (San – σαν)», όπως San Francisco. Στη περίπτωση μας όμως το «cent – εκατό» έγινε «sang – αίμα». Το σχιζοφρενικό άγχος έχει άραγε κάποια ξεχωριστή σχέση με το αίμα; Είναι αλήθεια πως παρουσιάζεται ως αίσθημα διάλυσης και διαμελισμού της ίδιας μας της σύστασης και της βεβαιότητας της ταυτότητάς μας, του ατόμου μας σαν «α-τομο»· ως αίσθημα αστάθειας και εξάχνωσης του ψυχικού μας κόσμου, που νιώθει έτσι να βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο αφάνισης και θανάτου. Το σχιζοφρενικό άγχος εμφανίζεται δηλαδή σαν ένα είδος κατακλυσμιαίας «αιμορραγίας του εγώ» με εν δυνάμει μοιραία κατάληξη για τον ασθενή.
Συμβαίνει ότι, από την οπτική γωνία τού σχιζοφρενούς ασθενούς, αυτή η αιμορραγική κατάσταση σχετίζεται πάντα με την ανυπόφορη διέγερση που προκαλεί στην ψυχική του ζωή η εμφάνιση του άλλου, του αντικειμένου. Ο σχιζοφρενής βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε ένα δίλλημα που δεν κατορθώνει να κάνει διαλεκτικό, και το οποίο ο Racamier (1978) περιέγραψε επανειλημμένα: από τη μια, το αντικείμενο γίνεται σαφώς αντιληπτό ως αναγκαίο, υπό την έννοια ότι ο σχιζοφρενής (σε αντιδιαστολή, ίσως, με τον πρωτογενή αυτισμό) γνωρίζει πως μόνο χάρη στην επένδυση του αντικειμένου, και διά μέσου αυτής, θα συγκροτήσει τη δική του επένδυση ενός εγώ· κι από την άλλη η επένδυση του αντικειμένου δρα επάνω του ως εκδήλωση συγκοινωνούντων δοχείων: κάθε επένδυση αντικειμένου μοιάζει να φτωχαίνει ανάλογα το δικό του εγώ, έτσι ώστε η παραμικρή κίνηση προς το αντικείμενο να βιώνεται ως κίνηση προς την απώλεια τού εαυτού του. Κατά κάποιο τρόπο, ο σχιζοφρενής συνεχώς «βρυκολακιάζει» από το αντικείμενο και, όπως σε όλες τις πραγματικές ιστορίες με βρυκόλοκες, είναι ταυτόχρονα θύμα και συναινών, στο βαθμό πού το «βρυκολάκιασμά» του είναι αποτέλεσμα της σαγήνης που ασκεί επάνω του το αντικείμενο.
Έτσι λοιπόν, όταν του προτείνεται μια ορισμένη δράση – εδώ, μιά απλή χορήγηση φαρμάκων – γιά να σταματήσει αυτήν την αιμορραγική κατάσταση που εκφράζεται μέσα από το άγχος του, ο τρόμος του να βρυκολακιάσει δίνει τη θέση του στον τρόμο να γίνει ο ίδιος βρυκόλακας. Η παθητικότητα μετατρέπεται σε ενεργητικότητα. Για μιά ατιγμή, όλες οι πιο βασικές φαντασιώσεις του ενδόμυχου δράματός του ζωντανεύουν και μιλούν δια μέσου της ομωνυμίας του «εκατό – cent» και του «αίματος – sang». Κι όσο παίρνουν ζωή μέσα στη γλώσσα, επαληθεύεονται μέχρι το παράλογο ενός λυτρωτικού γέλιου: πράγματι, να είσαι έτσι αγχωμένος, είναι σα να τρέφεις με το ίδιο σου το αίμα αυτόν τον αντικειμενοτρόπο κόσμο που δεν καταφέρνεις να τον κάνεις να συγκατοικήσει με το εγώ του, εκτός κι αν αντιστρέψεις τους ρόλους και τραφείς ο ίδιος με το αίμα των αντικειμένων πού σού προσφέρει.
Το «θεραπευτικό» χιούμορ
Το μικρό απόσπασμα της συνέντευξης που μας χρησίμευσε ως αφετηρία θα είχε εξαντλήσει το ενδιαφέρον του για το σκοπό μας εάν μια λεπτομέρεια της διήγησης δεν μας έδινε την εντύπωση ότι εκκρεμεί κάτι ακόμα. Όντως, αν ξαναπιάσουμε τη διήγηση τού κλινικού μας στιγμιότυπου, θα διακρίνουμε ότι το γέλιο του ψυχιάτρου και του ασθενούς δεν είναι απολύτως συγχρονισμένα: ένα «κλάσμα του δευτερολέπτου» καθυστέρηση χωρίζει το γέλιο του σχιζοφρενούς από εκείνο του συνομιλητή του. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το γέλιο του ψυχιάτρου προκάλεσε το γέλιο του ασθενούς· κι έτσι θα ήταν ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε όχι μόνο για την έννοια της ανταλλαγής μεταξύ «cent» και «sang», αλλά και για τις έννοιες που η ανταλλαγή γέλιων πρόσθεσε στην αρχική ομωνυμία. Και, γενικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εάν το γέλιο του ψυχιάτρου προηγείται του γέλιου του ασθενούς, τότε αυτό συγχωνεύεται σε κάθε άλλη θεραπευτική του δράση που απευθύνεται στο ασθενή (λόγος, σιωπή, συνταγογράφηση…), δράση της οποίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι βλέπουμε ένα από τα πρώτα αποτελέσματα στην αντίδραση του ασθενούς, δηλαδή στο γέλιο του. Στη βάση της υπόθεσης αυτής, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το γέλιο του ψυχιάτρου από την σκοπιά του θεραπευτικού ή αντιθεραπευτικού του αντίκτυπου ή του σκοπού του. Πράγμα πού ανάγεται στο γενικότερο ερώτημα τού πώς είμαστε θεραπευτές με ένα σχιζοφρενοή.
Πάνω σε αυτό το ζήτημα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πλειονότητα των θεραπευτών είναι περίπου σύμφωνοι –όποια ορολογία κι αν χρησιμοποιούν για να εκφράσουν τη σκέψη τους– ότι περιθάλπω έναν σχιζοφρενή σημαίνει να τον βοηθήσω να ανακτήσει τις λειτουργίες του εγώ του, να φροντίσω δηλαδή την αποκατάσταση των ναρκισιστικών του επενδύσεων. Αυτές όμως δεν έχουν νόημα, όπως είδαμε προηγουμένως, παρά μόνο στην αντιδιαστολή τους με τις αντικειμενοτρόπες επενδύσεις. Αυτό που θέτει σε κίνδυνο την επένδυση του εγώ στη σχιζοφρένεια δεν είναι κάποιο είδος στατικού ελλείμματος, ένα ελάττωμα κατασκευής στο επίπεδο των λειτουργιών του εγώ: ο σχιζοφρενής δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη μορφή νοητικής υστέρησης, όσο κι αν στις μέρες μας παρακολουθούμε μιά ορισμένη αναβίωση του κραιπελινικού πνεύματος της «πρώϊμης άνοιας» δια μέσου μιας σχεδόν ανατομοκλινικής αντίληψης της έννοιας του ελλείμματος. Η ναρκισιστική επένδυση κινδυνεύει από την επένδυση του αντικειμένου· μόνο λοιπόν δια μέσου του αντικειμένου έχει κάποια πιθανότητα να αποκατασταθεί. Ανώφελο να ελπίσουμε πως θα θεραπεύσουμε τη ναρκισιστική επένδυση του σχιζοφρενούς μόνο μέσα από μια νευροληπτική αγωγή, κατά προτίμηση ηρεμιστική, ακόμα κι αν έχουμε ισχυρούς λόγους να πιστεύουμε ότι η νευροληπτική δράση σχετίζεται με την αποκατάσταση της ναρκισιστικής του οικονομίας (Kapsambelis, 2002)· ούτε βέβαια εγκαθιστώντας ένα προστατευτικό περιβάλλον, κατά προτίμηση σε ίδρυμα, με τη σκέψη ότι έτσι τίποτε, καμιά αντικειμενοτρόπος εισβολή δεν θα έρθει να διαταράξει την γαλήνη θανάτου αυτής της ομοιοστασίας (Kapsambelis, 2003). Για να αποκαταστήσουμε τον σχιζοφρενικό ναρκισισμό απαιτείται να προσφερθούμε οι ίδιοι ως αντικείμενο που δεν θα τον βρυκολακιάσει, όπως επίσης και ως αντικείμενο δια μέσου του οποίου, ως είδος «νεφρικής διύλισης», τα πλέον τοξικά περιεχόμενα των σκέψεων αυτών των ασθενών θα υποστούν επεξεργασία, θα «ανακυκλωθούν» κατά κάποιο τρόπο σε ένα άλλο εγώ, αυτό του αντικειμένου, για να τους προταθούν εκ νέου.

Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το γέλιο και ειδικότερα το γέλιο πού μπορούμε να μοιραστούμε. Διότι η ομωνυμία, αυτή καθ’ εαυτή, δεν σταματά την αιμορραγία: απλώς την κάνει προφανή. Το γέλιο είναι αυτό που μετατρέπει το «cent» – «sang» από αγχώδη ομωνυμία σε λυτρωτικό λογοπαίγνιο. Και το «μοίρασμα» τού γέλιου είναι αυτό πού μετατρέπει το λογοπαίγνιο σε εκδήλωση χιούμορ, δηλαδή δραστηριότητα που αποκτά εφεξής κοινωνικό νόημα, «κοινωνικό» στο μέτρο ακριβώς που βρίσκει το πρώτο του κοινό, πρόθυμο να το αναγνωρίσει ως τέτοιο, και επομένως να του προσδώσει αυτήν την ταυτότητα. Μπορούμε να κάνουμε λογοπαίγνια μόνοι μας με το νου μας, αλλά για να κάνουμε χιούμορ πρέπει να είμαστε (τουλάχιστον) δύο.
Όπως είδαμε, ο Freud επέμενε στο διαχωρισμό μεταξύ ευφυολογήματος, κωμικού και χιούμορ. Αναγνωρίζοντας στις τρεις αυτές μορφές ένα κοινό λυτρωτικό αποτέλεσμα και την ίδια ικανότητα οικονομικής αποταμίευσης, θεωρούσε πως στο χιούμορ υπάρχει η επιβεβαίωση του εγώ και της δικαιοδοσίας του: «Το εγώ αρνείται την ενόχληση, αρνείται να υποχρεωθεί να υποφέρει από τις αφορμές που τού δίνει η πραγματικότητα, συνεχίζει να επιμένει ότι οι τραυματικές καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου δεν μπορούν να τον αγγίξουν, και μάλιστα αποδεικνύει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά παράγοντες που δίνουν την ευκαιρία μιάς επιπλέον ευχαρίστησης». Γι’ αυτό, το χιούμορ έχει «κάτι το μεγαλειώδες και συναρπαστικό, χαρακτηριστικά που δεν συναντάμε στις δύο άλλες μορφές κέρδους ευχαρίστησης [το ευφυολόγημα και το κωμικό] […] Το μεγαλειώδες έγκειται προφανώς στο θρίαμβο του ναρκισισμού, στο νικηφόρα βεβαιωμένο άτρωτο του εγώ».
Αφημένοι στις δικές τους σκέψεις, οι περισσότεροι σχιζοφρενείς δύσκολα θα ξέφευγαν από την απόλαυση και τον τρόμο μιας πιεστικής πρωτογενούς λειτουργίας, που απαγορεύει στο εγώ τους να έχει στη διάθεσή του την αναγκαία γιά τις διαδικασίες επεξεργασίας οικονομία. Όταν επιχειρούν να χειριστούν από μόνοι τους το πρόβλημα, συχνά αρχίζουν να γράφουν, και όσοι είναι εξοικειωμένοι με τα γραφτά των σχιζοφρενών γνωρίζουν σε ποιό σημείο αυτά τα κείμενα είναι γεμάτα από γλιστρήματα που επιτρέπουν στο ασθενή να μετατρέπει, εν μέρει τουλάχιστον, αυτές τις ομωνυμίες σε λογοπαίγνια, περιορίζοντας έτσι το εκμηδενιστικό άγχος της συνεχούς διαφυγής του νοήματος. Είναι χρήσιμο, αλλά όχι ακόμα αρκετό. Το επόμενο στάδιο είναι το χιούμορ, το μόνο ίσως που τους δίνει την ευκαιρία, με τη μεσολάβηση του συνομιλητή, να δεχθούν πραγματικά την επιστροφή όλου αυτού του υλικού που εκτόξευσαν γύρω τους, σχεδόν στα τυφλά, χωρίς καν να γνωρίζουν αν υπάρχει αποδέκτης. Η επιστροφή διακόπτει αυτήν την άνευ ορίου διάχυση, της δίνει ένα όριο, δηλαδή ένα χαρακτηρισμό («καλό», «κακό», «ωραίο», «άσχημο», «αγαπητό», «μισιτό»…)·το χιούμορ δομεί το εγώ, συμβάλλει στις διαδικασίες σύνδεσης και σηματοδότησης (Dubor, 1973). Και μάλλον κάπως έτσι επιπωματίζει το ρήγμα της ναρκισιστικής αιμορραγίας του ψυχωσικού άγχους.
Βιβλιογραφία
Bion WR, (1967). Reflection faites [γαλ. μτφρ F. Robert]. Paris, PUF 1983.
Dubor P, (1973). L’articulation dyssyntaxique des re-presentants pulsionnels dans l’humour et la psychose, Revue Française de Psychanalyse XXX-VII (4), 581-606.
Federn P, (1952). La psychologie du moi et les psychoses [γαλ. μτφρ A. Lewis-Loubignac], Paris, puf, 1979.
Ferenczi S, (1911). La psychologie du mot d’esprit et du comique [γαλ. μτφρ J. Dupont], Στο Oeuvres Complètes I, 150-161, Paris, Payot, 1968.
Freud S, (1899-1900). L’interpretation des rêves. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse IV, Paris, puf 2003.
Freud S, (1905). Le mot d’esprit et sa relation à l’inconscient, [γαλ. μτφρ D. Messier], Paris, Gallimard 1988.
Freud S, (1911). Formulations sur les deux principes de l’advenir psychique. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse XI, 11-21, Paris, puf 1998.
Freud S, (1914). Pour introduire le narcissisme, [γαλ. μτφρ J. Laplanche et coll, στο La vie sexuelle, Paris, puf 1969, 81-105.
Freud S, (1927). L’humour, στο Oeuvres completes de Freud..Psychanalyse XVIII, 133-140, Paris, puf 1994.
Kapsambelis V, (2002). Formulations psychanalytiques des effets des neuroleptiques, Revue française de psychanalyse, 66, 2, 447-464.
Kapsambelis V, (2003). Le lit et le divan. Psychopathologie de l’hospitalisation psychiatrique, L’information Psychiatrique, 79, 2, 119-127.
Racamier P-C, (1978). Les schizophrenes. Petite Bibliotheque Payot, Paris, 1980 (31990).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.