Πέτρος Πετρίκης
Λέκτορας Ψυχιατρικής στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
σύναψις 15 [2009 – τόμος 05]
Ένα «προοίμιο»
O François Leuret (1797-1851), βοηθός του Esquirol στο νοσοκομείο της Salpetrière, απέρριπτε τις μονομανίες –τα παραληρήματα που διακρίνονταν ανάλογα με το θέμα τους– και, επιπρόσθετα, διέκρινε τους «ασυνάρτητους» από τους «συστηματικούς» ασθενείς, αναπτύσσοντας το θέμα «παραληρήματα της νόησης» στο βιβλίο του Ψυχολογικά ζητήματα σχετικά με την τρέλα (1834),1 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: στους ασυνάρτητους «η διαταραχή είναι τόσο εκσεσημασμένη ώστε μπορεί να οδηγήσει σε λέξεις που το σύνολό τους δεν έχει κανένα νόημα, ακόμα και σε συλλαβές που δε σχηματίζουν καμία λέξη». Και πιο κάτω: «Βλέπουμε ότι η έλλειψη ισχύος στη σύνδεση των ιδεών [δική μας η πλαγιογράφηση] συνιστά τον ουσιαστικό χαρακτήρα του παραληρήματός τους. Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να συνυπάρχει ταυτόχρονα με τις οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις, χωρίς να επηρεάζεται από αυτές. Με την κατάσταση αυτή είναι συμβατή μια απόλυτη συνειδησιακή διαύγεια […], συχνά η ασυναρτησία των λόγων οφείλεται σε μια μεγάλη αδυναμία νοητικών ικανοτήτων όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε σε μερικούς ηλικιωμένους ή σε ανοϊκούς: σε αυτούς όμως δεν θα ήταν ακριβές να αναφερόμαστε σε ασυναρτησία διότι εδώ το νοητικό έλλειμμα δεν οφείλεται σε αλλοίωση της σύνδεσης των ιδεών [δική μας η πλαγιογράφηση], αλλά στο γεγονός ότι έχουν μόνο απλές και φευγαλέες ιδέες». Οι παρατηρήσεις αυτές αποτελούν για τους Allen & Postel ένα «προοίμιο» της έννοιας «διάσπαση» (dissociation).2
Ο διπλασιασμός (dédoublement) της προσωπικότητας
Μια «διάσπαση» (dissociation) πριν την διάσπαση
Η Félida X. γεννήθηκε στο Bordeau το 1843. Σε νεαρή ηλικία, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα της, εμφάνισε υστερικά συμπτώματα αλλά και μια ιδιαίτερη «κατάσταση», την οποία είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει επανειλημμένα ο θεράπων ιατρός της Εugène Azam. Ενώ π.χ. έραβε, αισθανόταν έναν δυνατό πόνο στους κροτάφους, το κεφάλι της έπεφτε στο στήθος, δίνοντας την εντύπωση ότι κοιμόταν βαθιά. Πράγματι, ούτε θόρυβοι ούτε νυγμοί μπορούσαν να την ξυπνήσουν. Σε λίγα λεπτά όμως ξυπνούσε μόνη της, συνέχιζε να ράβει, σιγοτραγουδώντας και ακτινοβολώντας από χαρά. Σε αυτή τη «δεύτερη κατάσταση» –έτσι (état seconde) την ονόμασε ο Αzam– η Félida θυμόταν γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί όχι μόνο κατά τη διάρκεια προγενέστερων τέτοιων «καταστάσεων» αλλά και συμβάντα που είχαν προηγηθεί. Αντιθέτως, στη διάρκεια της «πρώτης κατάστασης» εμφάνιζε αμνησία για την «άλλη» κατάσταση, γι’ αυτό και ο Azam ονόμασε την πάθησή της «περιοδική αμνησία». Με την πάροδο του χρόνου, οι εναλλαγές αυτές γίνονταν σχεδόν ανεπαίσθητα, έτσι που να περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη «δεύτερη κατάσταση», κατά την οποία, σύμφωνα πάντα με τον Αzam, ήταν υπνοβάτης: «Για τον κόσμο βρίσκεται σε εγρήγορση, γιατί, όντως, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της. Κι όμως, το επαναλαμβάνω, είναι μια τέλεια υπνοβάτης ή, καλύτερα, βρίσκεται σε πλήρη υπνοβασία».3

Η υπνοβασία –που εκείνη την εποχή τη θεωρούσαν ψυχιατρική πάθηση– θα αποτελέσει το πρότυπο για την ερμηνεία της νόσου της Félida, εξαιτίας ενός κοινού τους χαρακτηριστικού, της «ασύμμετρης λειτουργίας της μνήμης».4 Η Félida –όπως οι υπνοβάτες– όταν επιστρέφει σε φυσιολογική κατάσταση δεν έχει καμία απολύτως ανάμνηση των συναισθημάτων και των σκέψεων που είχε κατά τη διάρκεια της «δεύτερης κατάστασης». Να σημειώσουμε ότι το περιστατικό αυτό βρίσκεται στις απαρχές της «ιστορίας» των λεγόμενων «πολλαπλών προσωπικοτήτων».5
Ο Baillarger, επιχειρώντας το 1861 να ερμηνεύσει την υπνοβασία, θα επινοήσει τον όρο «διπλασιασμός της προσωπικότητας», που θα χρησιμοποιήσει και ο Azam για την περίπτωση τη Félida: «Υπάρχει εδώ διπλασιασμός της προσωπικότητας, ανάλογος με αυτόν που συμβαίνει στο όνειρο. Ένα τμήμα της ανήκει στο άτομο, ένα άλλο δίνει την αίσθηση ότι δεν του ανήκει.6 Σύμφωνα με τον Baillarger, αυτή η απώλεια «της νοητικής ενότητας παρατηρείται επίσης πολύ συχνά στους παράφρονες. Την ίδια εποχή, ο Mary, o Hervey de Saint-Denis και ο Joseph Delboeuf θα υποστηρίξουν ότι «διπλασιασμός του εγώ» παρατηρείται και στις «διπλές προσωπικότητες», όπως και σε υγιείς, κατά τη διάρκεια του ύπνου, στα όνειρα. Ο τελευταίος μάλιστα εξέδωσε βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Ό διπλασιασμός του εγώ στα όνειρα (1879). Στην ίδια δεκαετία, η έννοια αυτή, που διαπνέει όλες τις προαναφερθείσες μελέτες και θεωρίες, αρχίζει να μεταβάλλεται ριζικά υπό την επίδραση ενός σημαντικού ψυχολόγου της εποχής, του Ribot.
O Ribot και η συμβολή του στη διαμόρφωση της έννοιας «διάσπαση»
Ο Alain Bottéro7 θεωρεί τον Théodule Ribot ως τον «πρωταγωνιστή» στην προώθηση μιας ψυχοπαθολογίας που ο προσανατολισμός της να είναι «πειραματικός». Με το σύγγραμμά του Η σύγχρονη αγγλική ψυχολογία (1874), που επανεκδόθηκε πολλές φορές και αποτέλεσε το μανιφέστο της τότε σύγχρονης ψυχολογίας, είναι αυτός που εισήγαγε στη Γαλλία τις απόψεις των άγγλων συνειρμιστών ψυχολόγων. Όπως τονίζει ο Bottéro, επρόκειτο για ψυχολογία χειραφετημένη από την κηδεμονία της φιλοσοφίας, μια πειραματική ψυχολογία που διέθετε έναν βασικό νόμο, «το νόμο της σύνδεσης των ιδεών» (association), του οποίου η σημασία, σύμφωνα με τους εισηγητές του, συγκρινόταν με αυτήν του «νόμου της βαρύτητας» στη φυσική. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, όλα τα παράγωγα του νου προέρχονται από τη σύνθεση στοιχειωδών ιδεών και αισθήσεων. Οι σκέψεις, η μνήμη, τα συναισθήματα δεν αποτελούν δεδομένες οντότητες, αλλά δυναμικές συνθέσεις συναισθηματικών και νοητικών στοιχείων. Κατά τον Ribot, το Εγώ και η Συνείδηση αποτελούν επιφαινόμενα, όντας αποτέλεσμα συνθέσεως των αισθήσεων και των αναμνήσεων, ενώ τα μη συνειδητά φαινόμενα συγκροτούν μεγάλο μέρος δραστηριοτήτων. Έτσι, οι «δύο συνειδήσεις» του «περιστατικού» του Azam αποτελούσαν δύο υποκειμενικές μνήμες που σταδιακά εναλλάσσονται. «Κάθε μία ακολουθείται και θέτει σε ενέργεια ορισμένη ομάδα αισθημάτων, σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων που δεν υπάρχουν στην άλλη»,8 μόνο που τα αίτια αυτής της εναλλαγής συνειδήσεων παρέμεναν άγνωστα. Ο Ribot θα μελετήσει τα πράγματα κατά την αντίθετη φορά. Αν γενικός νόμος της ψυχολογίας είναι η «σύνδεση των ιδεών» (association), τότε, κατ’ αναλογία, η διάσπαση (dissociation) είναι ο νόμος της ψυχοπαθολογίας: «H παθολογία μας επιτρέπει να εξετάσουμε την association στην αντίθετη μορφή της, την dissociation».9 Ο Ribot υπήρξε, λόγω της εκτίμησης του Charcot προς το ερευνητικό του έργο, η ψυχή της Σχολής της Salpetrière που επηρέασε πολλούς συγχρόνους του, μεταξύ αυτών και τον Pierre Janet.
Η διάσπαση στα κείμενα του Janet
Στις 30 Νοεμβρίου 1885 ο Paul Janet διαβάζει στην Société de Psychologie Scientifique μια ανακοίνωση του ανεψιού του Pierre Janet, αναφερόμενη σε σειρά εξετάσεων της Mme B., η οποία εμφάνιζε επεισόδια υπνοβασίας από τα παιδικά της χρόνια. Η κυρία αυτή μπορούσε να «κοιμηθεί» ακόμη κι αν ο υπνωτιστής συγκέντρωνε εξ αποστάσεως τη σκέψη του σε αυτήν. Επίσης, μπορούσε να εκτελέσει τις εντολές του κατά τη διάρκεια της ύπνωσης ή και μετά το πέρας της. Στο πρώτο αυτό άρθρο, ο Janet περιγράφει τα δεδομένα της έρευνάς του χωρίς να προχωρά σε κάποια ερμηνεία. Το Δεκέμβριο του 1886 και το Μάιο του1887 θα παρουσιάσει και την Mme L, η οποία, σε σχέση με την Mme B, διέθετε το πλεονέκτημα να μην έχει υπνωτιστεί ποτέ προηγουμένως. Ο Janet την υπνωτίζει, οπότε κάνει την εμφάνισή της μια δεύτερη προσωπικότητα, η Adrienne, η οποία εκφράζεται και μέσω αυτόματης γραφής. Ο Janet γνώριζε τις υπαισθησίες της Mme L, σύμπτωμα συμβατό άλλωστε με την à la Charcot υστερία από την οποία έπασχε. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, η Adrienne όχι μόνο αντιλαμβανόταν το νυγμό της βελόνας αλλά «γνώριζε» και τις υπαισθησίες της Mme L. Σε άρθρο του Μαρτίου 1888, ο Janet δίνει ξανά το λόγο στην Mme B, της οποίας το ιστορικό αφηγείται. Μια δεύτερη προσωπικότητα, η Léontine, «εμφανίστηκε» όταν η Mme Β. ήταν τεσσάρων ετών, ενώ κατά την ύπνωση με τον Janet «εμφανίστηκε» η πριγκίπισσα Léonore, που θυμάται αυτά που η Léontine δε θυμάται, ενώ η τελευταία θυμάται αυτά που δε θυμάται η Mme Β. Η διαδοχή των προσωπικοτήτων θυμίζει «θέατρο μέσα στο θέατρο», πράγμα προσφιλές εκείνη την εποχή.10
Ο Janet, για να περιγράψει τον υπεύθυνο μηχανισμό των φαινομένων αυτών, χρησιμοποιούσε την έννοια της dissociation (διάσπαση), στην αρχή εναλλακτικά με την έννοια της desagregation (αποσύνδεση). Στο τέλος, θα επικρατήσει στα γραπτά του ο όρος «διάσπαση», τον οποίο χρησιμοποίησε και ο William James, από το 1890 και μετά, θεωρώντας τον ως συμβολή των Janet και Binet στη μελέτη των υστερικών συμπτωμάτων και του «διπλασιασμού της συνείδησης».
Με τον όρο «διάσπαση» ο Janet ερμηνεύει και τις υπαισθησίες ή τις παρέσεις που εμφανίζονται στην υστερία. Οι εκδηλώσεις αυτές ανεξαρτητοποιούνται από την αντίληψη του σωματικού βιώματος του ασθενούς και αποσυνδέονται από τις υπόλοιπες αναπαραστάσεις: «όλα τα ψυχολογικά φαινόμενα που παράγονται στον εγκέφαλο δεν συνενώνονται στην ίδια προσωπική αντίληψη· ένα τμήμα τους παραμένει ανεξάρτητο υπό μορφήν στοιχειωδών αισθήσεων και εικόνων».11 Η ρήξη των «συνδέσεων» διαρρυγνύει την ενότητα της προσωπικότητας και απομονώνει μια πλευρά του ψυχισμού. Στο έργο του Ψυχολογικός αυτοματισμός, όπως και στο άλλο μείζον σύγγραμμά του Η ψυχική κατάσταση των υστερικών, ο Janet διερευνά το «πεπρωμένο» των ψυχικών φαινομένων που αποχωρίζονται από το λοιπό ψυχισμό λόγω της διάσπασης: «τα φαινόμενα αυτά τείνουν να σχηματίσουν ένα νέο σύστημα, μια προσωπικότητα ανεξάρτητη της πρώτης».12
Σύγχρονοι μελετητές13,14 προσδιορίζουν το μέγεθος και τα όρια της προσφοράς του Janet. Παρατηρούν, έτσι, ότι διέκρινε μεταξύ της απόσπασης κάποιων φαινομένων από τον υπόλοιπο ψυχισμό –οπότε κάνει λόγο για «αποσύνδεση» desαgregation– και της κυρίως διάσπασης (dissociation), όπου τα εκτός συνειδήσεως ευρισκόμενα φαινόμενα, διατηρώντας την εσωτερική τους λογική και συνάφεια, συγκροτούν ένα διαφορετικό βίωμα, μια «δεύτερη προσωπικότητα». Ταυτόχρονα, παραλλήλιζε τη διαδικασία της «επανοργάνωσης» αυτής με την υπνοβασία. Ένας υπνοβάτης βιώνει δύο διαφορετικές ψυχολογικές υπάρξεις που διαδέχονται η μία την άλλη και όπου η διάσπαση εγκαθιστά την αμνησία για το υπνοβατικό επεισόδιο. Ως θεραπευτής επιχειρούσε να «αποσυνδέσει» το σύμπτωμα από τη βιωθείσα κατά το παρελθόν τραυματική εμπειρία, συμβολική έκφραση της οποίας αποτελεί. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης, υποδύεται έναν από τους πρωταγωνιστές της εμπειρίας εκείνης, δίνει όμως μια διαφορετική –ουδέτερη– εκδοχή των γεγονότων, την οποία υποβάλλει στον υπνωτιζόμενο. Υποτάσσοντας, όμως, τις αποσυνδεθείσες «υποσυνείδητες» σκέψεις στους νόμους της καρτεσιανής λογικής, παραγνώριζε τους ιδιαίτερους νόμους που τις διέπουν και για τους οποίους θα μιλήσει ο Freud.
Οι όροι «dissoziation» και «spaltung» στα φροϋδικά κείμενα
Όπως παρατηρούν ο Yves Thoret και οι συν., 15 από τα άρθρα του Freud που δημοσιεύθηκαν πριν το 1911, όσα είναι στα γαλλικά περιέχουν τον όρο dissociation, ενώ στα γερμανικά θα βρούμε, άλλοτε τον όρο Dissoziation (διάσπαση) και άλλοτε τον όρο Spaltung (διχασμός). Το 1893 δημοσιεύει στα Archives de Neuro-logie τη «Συγκριτική μελέτη των οργανικών και υστερικών παραλύσεων». Το άρθρο γράφηκε κατόπιν προτροπής του Charcot, με σκοπό να καταδειχθούν η φύση και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της υστερικής νεύρωσης. Σύμφωνα με τον Freud, η υστερική παράλυση είναι περιορισμένη διότι τροποποιεί ή καταργεί τη λειτουργία μόνο ενός οργάνου, αφήνοντας άθικτες τις υπόλοιπες. Συμφωνώντας, μάλιστα, με τον Janet, θα υποστηρίξει ότι ένα όργανο θίγεται κατά τρόπο που να αντιστοιχεί στην «κοινή, λαϊκή αντίληψη» για τα όργανα του σώματος. Η διάσπαση διαρρυγνύει τις συνδέσεις μεταξύ μιας λειτουργίας του σώματος και του συνόλου του ψυχισμού. «Η παράλυση του βραχίονα συνίσταται στο γεγονός ότι η αντίληψη του βραχίονα δεν μπορεί πλέον να συνδεθεί με τις άλλες ιδέες που αποτελούν το εγώ, του οποίου το ανθρώπινο σώμα αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα. Η βλάβη καταργεί τη συνειρμική σύνδεση με την αναπαράσταση του βραχίονα».16

Ενδιαφέρουσα είναι η αναζήτηση της «συνέχειας»: Ένας δεύτερος μηχανισμόs, τον οποίο ο Freud θα ονομάσει «διχασμό» (spaltung), έρχεται να απομακρύνει την λειτουργία αυτή από το υπόλοιπο του ψυχισμού, «διατηρώντας αυτά τα αποσυνδεθέντα φαινόμενα σε επαρκή απόσταση ώστε να είναι απρόσιτα σε κάθε νέα σύνδεση». O Freud, όπως και ο Janet, υπογραμμίζει τον κρυφό σύνδεσμο μεταξύ συμπτώματος και τραυματικού γεγονότος. «Αν η αναπαράσταση του βραχίονα είναι επενδεδυμένη με έντονη συναισθηματική αξία, δεν θα έχει πρόσβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των άλλων συνδέσεων». Κατ’ αυτόν, όμως, η διάσπαση δεν αποτελεί αδυναμία σύνθεσης των ψυχικών λειτουργιών σε ένα ανώτερο επίπεδο ή συνέπεια της στένωσης του συνειδησιακού πεδίου, αλλά τη δύναμη που, μέσω της ισχυρής συναισθηματικής τους επένδυσης, οδηγεί κάποιες αναπαραστάσεις, σε ψυχικές διαστρωματώσεις πέραν της συνείδησης. Ο Freud και ο Breuer, στο άρθρο τους «Οι ψυχικοί μηχανισμοί των υστερικών φαινομένων – Προκαταρκτική ανακοίνωση» (1893), γράφουν μεταξύ άλλων: «O διχασμός (spaltung) της συνείδησης, που ονομάζεται διπλή συνείδηση στις κλασσικές μελέτες, υπάρχει εν σπέρματι σε όλες τις υστερίες. Η τάση προς αυτήν την διάσπαση (Dissoziation) και, εν συνεχεία, προς την εμφάνιση των παθολογικών καταστάσεων που ονομάζουμε υπνοειδικές, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της νεύρωσης. Συμμεριζόμαστε με τον Binet και τους Paul και Pierre Janet αυτήν την άποψη».17 Λίγες, όμως, σελίδες παραπάνω έχει ήδη αναφερθεί η λέξη «απώθηση», λέξη-κλειδί της φροϋδικής σκέψης που τη ξεχωρίζει ουσιωδώς από την προβληματική του Janet: «επρόκειτο για πράγματα που ο ασθενής ήθελε να ξεχασει και που σκόπιμα διατηρούσε, απέρριπτε, απωθούσε [δική μας η πλαγιογράφηση] έξω από τη συνειδητή σκέψη».18 Δίπλα στις υπνοειδικές καταστάσεις και την διάσπαση-διχασμό, αναδεικνύεται η απώθηση ως βασικός μηχανισμός των υστερικών φαινομένων. Όπως θα τονίσει ο Freud και σε μεταγενέστερα κείμενα [Μια διαταραχή της όρασης κατά την ψυχαναλυτική θεώρηση], ο διχασμός και η διάσπαση δεν οφείλονται σε αδυναμία σύνθεσης, όπως πίστευε ο Janet, αλλά «στην εξέγερση των ψυχικών δυνάμεων που πρόβαλλαν την απόρριψη, την καταδίκη των αναπαραστάσεων που τους άξιζε η απώθηση».19
H «séjonction» του Wernicke
«Η ιστορία του συμπτώματος της διάσπασης (dissociation) αρχίζει με την ιστορία της αφασίας», παρατηρεί ο F. Hulak20 και παραπέμπει στη μελέτη Der aphasische Symptomen-komplex (1874), στην οποία ο Wernicke περιέγραψε την αισθητηριακή αφασία που φέρει έκτοτε το όνομά του. Εκκινώντας από εδώ θα προτείνει το «ψυχικό αντανακλαστικό» ως αρχή της ψυχικής λειτουργίας και θα περιγράψει τον μηχανισμό των διαφόρων βλαβών ως «διακοπή ή λύση της συνέχειας». Έχοντας εφαρμόσει τη θεωρία του στο πεδίο των αφασιών, θα θεωρήσει ότι ορισμένα συμπτώματα των ψυχώσεων (ιδίως εκείνα που σχετίζονται με διαταραχές του λόγου) προκαλούνται με τον ίδιο μηχανισμό, τον οποίο ονόμασε séjonction για να εκφράσει τη ρήξη των συνειρμικών συνδέσεων, τη χάλαση της αρχιτεκτονικής της προσωπικότητας που οδηγεί στην «διάσπαση του ατόμου, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συνύπαρξη φαινομένων ασύμβατων μεταξύ τους σ ένα συνειδησιακά διαυγές άτομο». Έτσι, κάποιος ασθενής μπορεί να γελά ενώ αφηγείται ένα τραγικό γεγονός ή, ενώ έχει σαφή αντίληψη για τα αισθήματα αγάπης των ατόμων του περιβάλλοντός του, θεωρεί ότι δέχεται απειλητικά μηνύματα από τα ίδια αυτά άτομα: Αν η séjonction προσβάλει τις οδούς που συνδέουν τις αισθητηριακές προβλητικές περιοχές με τις περιοχές που είναι υπεύθυνες για κάποιο είδος αντίληψης, τότε αυτονομούνται τα αντίστοιχα αντιληπτικά κέντρα και προκαλούνται ψευδαισθήσεις. Η έννοια αυτή επηρέασε σημαντικούς γερμανούς ψυχιάτρους, μεταξύ των οποίων και τον Bleuler.
Theodor Ziehen και Otto Gross
Ο Theodor Ziehen, μαθητής του Kahlbaum και καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Ιένα, είναι από τους πρώτους που θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν την ψυχωτική συμπτωματολογία ως διαταραχή των συνειρμών. Το 1892 περιγράφει τη νοσολογική οντότητα paranoia dissociativa με βάση την επικρατούσα στη νόσο «πρωτογενή ασυναρτησία, ή διάσπαση», πριν γενικεύσει τη θεώρησή του σε όλες τις «νοητικές ψυχώσεις» στο σύγγραμμά του über Störungen des Vor-stellungsablaufes bei Paranoia (1894). O Ziehen, μάλιστα, διατηρεί τη γαλλική ορθογραφία της λέξης dissociation (με c).Το σύγγραμμά του θα επανεκδοθεί 4 φορές μέχρι το 1911 και θα ασκήσει σημαντική επίδραση σε πολλούς ψυχιάτρους, μεταξύ των οποίων και στον Bleuler. Ο Ziehen επιχειρεί να συντάξει και μία νοσογραφία των ψυχώσεων βασισμένη στα «συνειρμικά ελλείμματα», οδηγείται όμως σε διαγνωστικό αδιέξοδο, όπως θα επισημάνει ο Kraepelin, υπερασπιζόμενος το δικό του νοσογραφικό σύστημα.21
Ο Otto Gross, σαφώς επηρεασμένος από τον Wernicke, προτείνει (1904) τον όρο dementia sejunctiva για την πρώιμο άνοια. Ο Carl Gustav Jung θα αντιτείνει: «Ο Otto Gros εκφράζει ιδέες νέες και ανεξάρτητες σχετικά μα την ψυχολογία της πρώιμης άνοιας. Προτείνει να την ονομάσουμε dementia sejunctiva. Η διάσπαση της συνείδησης των προϊόντων ανοϊκών, η séjonction τους, βρίσκεται στην αφετηρία της επιλογής της ονομασίας της. Ο Gross δανείστηκε, προφανώς, την έννοια της séjonction από τον Wernicke, αν και θα μπορούσε να επικαλεστεί τον συνώνυμο και αρχαιότερο όρο της διάσπασης (Dissoziation – Janet, Binet). Η διάσπαση της συνείδησης (dissociation) σημαίνει κατά βάθος το ίδιο πράγμα με την αποσύνδεση (desagragation – Bewusstseinszerfall) σύμφωνα με τον Gross. Με τον νέο όρο δεν έχουμε παρά έναν πλεονάζοντα όρο, από τους πολλούς που διαθέτει ήδη η ψυχιατρική».22

Η «προδοσία» του Jung,
Ο Carl Gustav Jung εργαζόταν από το 1900 στην Πανεπιστημιακή Κλινική Burghölzli στη Ζυρίχη, υπό την διεύθυνση του Bleuler. Κατά τα έτη 1902-03 βρέθηκε στο Παρίσι, όπου εντυπωσιάστηκε από τη διδασκαλία του Janet στο Collège de France, ιδιαίτερα από τη μέθοδό του της «ψυχολογικής ανάλυσης». Επιστρέφοντας στη Ζυρίχη, θα εφαρμόσει μαζί με τον Bleuler την ακόλουθη δοκιμασία: έδιναν στους ασθενείς λέξεις και τους ζητούσαν να αναφέρουν όσες άλλες τους έρχονταν στο νου, με σκοπό να ελέγξουν τους συνειρμούς που οι συγκεκριμένες λέξεις δημιουργούσαν. Παρόμοια δοκιμασία, αποκαλούμενη «δοκιμασία των λεκτικών συνειρμών», χρησιμοποιούσε, ήδη, ο Bleuler για διαγνωστικούς σκοπούς, αλλά και ο Theodor Ziehen. Ο τελευταίος, μάλιστα, είχε παρατηρήσει ότι η καθυστέρηση στις απαντήσεις των ασθενών σχετίζονταν με «συμπλέγματα αναπαραστάσεων, συναισθηματικώς φορτισμένα».23 Οι έρευνες αυτές αποτέλεσαν τη βάση της γνωστής μονογραφίας του Jung über die Psychologie der Dementia Praecox (1907). Προκειμένου να ερμηνεύσει την «πρώιμη άνοια», o Jung καινοτομούσε, υιοθετώντας τη σημαντική –για τη γαλλική ψυχολογική σκέψη– έννοια της «διάσπασης» (dissociation), της οποίας την πατρότητα απέδιδε στο Janet.24 Αυτή η επιρροή του αντιπάλου του στον αγαπημένο μαθητή του, απογοήτευσε τον Freud. Αναφερόμενος ο J Garrabé σε αυτή τη επιρροή, αλλά και, ευρύτερα, της Σχολής της Ζυρίχης προς τον Janet, θα τη χαρακτηρίσει «προδοσία».25
«Spaltung» – ο μηχανισμός παραγωγής των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας
Η έννοια της «πρώιμης άνοιας» θα διαμορφωθεί από τον Kraepelin κατά τη διάρκεια των επανεκδόσεων του περίφημου Kompedium der Psychiatrie. Στην τέταρτη έκδοση (1893) δίνεται η περιγραφή της ηβηφρένειας που είχε πρωτοπεριγράψει ο Hecker 20 χρόνια νωρίτερα. Ως διακριτή νοσολογική οντότητα εμφανίζεται στην έκτη έκδοση (1899), έχοντας ενσωματώσει εν τω μεταξύ την «κατατονία» του Kahlbaum και την «dementia paranoids».Την πρώιμη άνοια χαρακτήριζε η έναρξή της σε νεαρή ηλικία, οι παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθήσεις αλλά, κυρίως, η άμβλυνση του συναισθήματος, οι διαταραχές της βούλησης και της νόησης, πού ήταν υπεύθυνες για τη δυσμενή πρόγνωση της νόσου.
Οι κριτικές στο νοσογραφικό σύστημα του Kraepelin και ειδικά στην πρώιμο άνοια δε θα αργήσουν να έρθουν. Ανατρέχοντας σε όσα σχετικά καταγράφει ο Botero26 θα δούμε ανάγλυφη την ιστορία μιας νόσου που δεν θα αργήσει να πάρει το όνομα σχιζοφρένεια.
Η Spaltung στα όψιμα γραπτά του Freud
O Freud θα εκφράσει τις επιφυλάξεις του για τους όρους «σχιζοφρένεια» και «διχασμός» (spaltung) ως βασικού αιτιολογικού μηχανισμού της που επέλεξε ο Bleuler: «Προκαταλαμβάνει τη φύση της διαταραχής, χρησιμοποιώντας έναν χαρακτήρα της που εικάζεται θεωρητικά και ο οποίος, επιπλέον, είτε δεν απαντάται αποκλειστικά στη διαταραχή αυτήν είτε, υπό το φως άλλων θεωρήσεων, δε θα έπρεπε να θεωρηθεί ως το βασικό της χαρακτηριστικό».31 Ο Freud προτιμούσε τον όρο «πρώιμος άνοια», αν και πρότεινε την αντικατάστασή του από τον όρο «παραφρένεια» που, παράλληλα με την «παράνοια», αναδείκνυε την ενότητα του πεδίου των ψυχώσεων. Προς το τέλος της ζωής του, ο Freud θα επανέλθει στην έννοια του διχασμού (spaltung) αναφερόμενος στον «διχασμό του Εγώ» (Ichspaltung), θέτοντάς τον σε μια εντελώς διαφορετική προοπτική που σχετίζεται με το φετιχισμό και τις ψυχώσεις. Οι δύο αυτές διαταραχές καθιστούν προβληματική τη σχέση του Εγώ με την πραγματικότητα. Έτσι, επινοεί το μηχανισμό της απάρνησης (Verleugnung) που, όμως, δεν επαρκεί για να εξηγήσει ό,τι κλινικά παρατηρείται στο φετιχισμό και τις ψυχώσεις, δηλαδή τη συνύπαρξη δύο αντιτιθέμενων και αλληλοαποκλειόμενων ψυχικών καταστάσεων: «η μία, η φυσιολογική, λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα, η άλλη, υπό την επιρροή των ενορμήσεων, απομακρύνει το Εγώ από την πραγματικότητα».32 Αυτή η δεύτερη ωθεί στη δημιουργία της παραληρητικής νέο-πραγματικότητας και του φετίχ –στις ψυχώσεις και το φετιχισμό αντίστοιχα–, αφού επέλθει μέσω του μηχανισμού της «απάρνησης» ο διχασμός του Εγώ. Σύμφωνα με τους Laplanche και Pontalis, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Freud επέλεξε το πεδίο των ψυχώσεων –όπου ο Bleuler σε μια διαφορετική θεωρητική προσέγγιση μιλά για το διχασμό (Spaltung)– για να αναφερθεί στην Ichspal-tung. Αν και η έννοια δε χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τους μεταγενέστερους ψυχαναλυτές, περιγράφει ένα κλινικό φαινόμενο χωρίς όμως να παρέχει μια θεωρητικά ικανοποιητική λύση.33
Οι μεταφραστικές προσεγγίσεις του όρου Spaltung στα αγγλικά και γαλλικά
Ενδιαφέρον έχουν οι προβληματισμοί σχετικά με τις μεταφραστικές προσεγγίσεις του όρου Spaltung.34 Στα αγγλικά η μετάφραση του όρου Spaltung έγινε με τον ετυμολογικά και σημασιολογικά αντίστοιχο όρο splitting. Οι γαλλικές μεταφραστικές προσεγγίσεις προκάλεσαν, λόγω ακριβώς της έλλειψης ενός ανάλογου όρου, διχογνωμίες και αμηχανία. Ο Trénel, ο πρώτος που γνωστοποιεί τη θεωρία του Bleuler για τη σχιζοφρένεια στους Γάλλους, μεταφράζει τον όρο ως dislocation και ο Hesnard χρησιμοποιεί τον όρο dissociation, ενώ ο Minkowski, βοηθός του Bleuler στη Ζυρίχη, προτείνει το desagregation, όταν εκθέτει στη Γαλλία τις απόψεις του παλιού του δασκάλου. Ο Henri Ey, που επιχείρησε μια πρώτη, συνοπτική μετάφραση του έργου του Bleuler στα γαλλικά, θα ταλαντευτεί μεταξύ των δύο προτάσεων για να καταλήξει τελικά στον όρο dissociation ως την καλύτερη δυνατή απόδοση του όρου Spaltung στα γαλλικά. Αν βεβαίως ο όρος dissociation επιβλήθηκε στη γαλλική ψυχιατρική βιβλιογραφία ως αντίστοιχος του όρου Spaltung, αυτό οφείλεται, πέρα από την ακτινοβολία του Henri Ey, στο γεγονός ότι επρόκειτο για έννοια ενταγμένη από μακρού στη γαλλική ψυχιατρική παράδοση, βρίσκονταν δηλαδή οι Γάλλοι ψυχίατροι σε «γνώριμο πεδίο». Όσον δε αφορά τη φροϋδική έννοια «Ichspaltung», αυτή αποδόθηκε στα γαλλικά ως «clivage», ώστε να καταστεί σαφές ότι πρόκειται για όρο με διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο από τη dissociation, αλλά και για να αποφευχθεί περαιτέρω σύγχυση.
Επίλογος
O Bleuler «μετέτρεψε» την πρώιμο άνοια σε σχιζοφρένεια, διαταραχή, δηλαδή, της λειτουργίας των συνειρμών, ανοιχτή στην «υποκειμενική ιστορία των ασθενών».35 Αυτή η ανανέωση του τρόπου κατανόησης των συμπτωμάτων άνοιξε το δρόμο στην ψυχοπαθολογική κατανόηση και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση συμπτωμάτων που ως τότε ήταν απροσπέλαστα. Σε αυτό συνίστατο και η επιτυχία του. Από την άλλη, η αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας ως «διαταραχής των συνειρμών» επεξέτεινε τα διαγνωστικά της όρια, προκαλώντας έτσι διαγνωστικές ασάφειες. Όντας δευτερεύοντα τα ψυχωτικά συμπτώματα, αρκούσε πολλές φορές η εν απουσία τους παρουσία «χάλασης των συνειρμών», απλά και μόνο, για να τεθεί η διάγνωση της σχιζοφρένειας. Η ανακάλυψη και η διάδοση της χρήσης των αντιψυχωτικών κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση αυστηρότερων κριτηρίων για τη διάγνωση της σχιζοφρένειας, ώστε να είναι σαφώς αιτιολογημένη η χορήγηση μιας φαρμακευτικής αγωγής. Το ζήτημα επιλύθηκε με την εγκατάλειψη του κριτηρίου της «χάλασης των συνειρμών», σταδιακά από όλα τα σύγχρονα ταξινομικά συστήματα, κριτηρίου μη ειδικού, που δεν επιτρέπει σταθερές και αξιόπιστες διαγνώσεις. Βεβαίως, το νοσογραφικό της καθεστώς συνίσταται σε μια διάγνωση εξ αποκλεισμού, που τίθεται όταν όλες οι παθήσεις με παρόμοια κλινική εικόνα και σαφή αιτιολογία έχουν αποκλειστεί. Μπορεί λοιπόν να επιβιώσει η σχιζοφρένεια όταν η θεωρία που τη δημιούργησε έχει καταρριφθεί; Οι διαγνώσεις ως γνωστόν αποτελούν «προσωρινούς επιστημονικούς συμβιβασμούς, πρακτικού χαρακτήρα. Εξαρτώνται από τις γνώσεις μας σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και τις ισορροπίες μεταξύ των διαφόρων σχολών σκέψης».36 Όταν οι παράγοντες αυτοί, όπως και οι θεραπευτικές πρακτικές που τους υποστηρίζουν μεταβάλλονται, αλλάζουν και οι διαγνώσεις. Όπως, όμως, σημειώνει ο Bottéro, το ερώτημα τίθεται και πέρα από το πεδίο των διαγνωστικών κριτηρίων, τίθεται στο πεδίο της ψυχοπαθολογικής κατανόησης των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας, καθώς οι απώλειες που θα προέκυπταν στο πεδίο αυτό από την εγκατάλειψη της έννοιας του όρου spaltung και των όσων εξ αυτής απορρέουν θα ήταν μάλλον μεγάλες· ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη και την επανεμφάνιση του συνειρμισμού στο χώρο της γνωστικής νευροψυχολογίας, οπότε μπορεί να υποθέσει βάσιμα ότι η έννοια των όρων dissociation-spaltung έχει να διανύσει μακρύ επιστημονικό δρόμο ακόμα.37
Είναι σκόπιμο να αναφερθεί ακόμη ότι το DSM-IV διατηρεί την κατηγορία των «διασχιστικών διαταραχών» (που επανέφερε το DSM-III-R) και όπου συμπεριλαμβάνονται η διασχιστική αμνησία, η διασχιστική φυγή και η «διασχιστική διαταραχή ταυτότητας», όπως μετονομάστηκε η παλαιά «διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας». To DSM φαίνεται –πέρα από τη χρήση του όρου dissociation –να επιστρέφει στην ψυχοπαθολογική θεώρηση του Janet για την υστερία·38 το επισημαίνει ο J. Garrabé, τονίζοντας πως αυτό γίνεται σε ένα σύστημα που θέλει να είναι α-θεωρητικό.
Σημειώσεις
1 Leuret F. Fragements psychologiques sur la folie. Crochard, Paris 1834. Αναφέρεται στο Allen FD, Postel J. Des origines françaises de la dissociation à partir des travaux de François Leuret L’Évolution Psychiatrique 2000, 65, 55-66.
2 Allen FD, Postel J., ό.π.
3 Azam E. Hypnotisme et double conscience: origine de leur étude et divers travaux sur des sujets analogues. Alcan, Paris1893.
4 James T. Dédoublements. L’Évolution Psychiatrique, 1999, 64, 739-48.
5 Πετρίκης Π. Η «επιδημία» των πολλαπλών προσωπικοτήτων. Σύναψις 2009, 13, 52-58.
6 Baillarger J .Sans titre (observation d’une patiente spiritiste). Annales médico-psychologiques. 1861, 7, 92-93. Αναφέρεται στο James T., ό.π.
7 Bottéro A. Un autre regard sur la schizophrénie. Odile Jacob, Paris, 2008, 113-116.
8 Ribot T. Les maladies de la personnalité. Alcan, Paris1885, σελ. 128.
9 Ribot T. Résumé du cours sur l’association des idées et de la mémoire. Annuaire du Collège de France, 1 année, Leroux , Paris 1901. Αναφέρεται στο Bottéro A., ό.π., 113.
10 Carroy J, Plas R. La genèse de la notion de dissociation chez Pierre Janet et ses enjeux. L’Evolution Psychiatrique 2000, 65, 9-18.
11 Janet P. L’état mental des hystériques. Félix Alcan, Paris 1911, 418.
12 Στο ίδιο, 418.
13 Thoret Y, Giraud AC, Ducerf B. La dissociation hystérique dans les textes de Janet et de Freud avant 1911. L’Evolution Psychiatrique 1999, 64, 749-64.
14 Parcheminey G. La conception de l’hystérie. L’Évolution Psychiatrique 1950, 3, 377-390.
15 Thoret Y, Giraud AC, Ducerf B., ό.π.
16 Freud S. Étude comparative des paralysies motrices organiques et hystériques. Στο Freud S. Résultats, idées, problèmes. Vol 1.Paris, 1984, 56-57. Αναφέρεται στο Thoret Y, et al., ό.π.
17 Freud S, Breuer J. (1893) Les mécanismes psychiques des phénomenes hystériques. Στο Études sur l’hystérie. PUF, Paris 1956, 1-13.
21 Bottéro A., ό.π., 117.
22 Jung CG. über die Psychologie der Dementia Praecox, Halle, Carl Marhold, 1907, 29. Αναφέρεται στο Bottéro Alain. Ό.π. 111.
23 Στο Bottéro A., ό.π., 110-111.
24 Géraud M. Jung et la dissociation schizophrénique. L’Évolution Psychiatrique 2000, 65, 31-5.
25 Garrabé J. La taxinomie actuelle des troubles dissociatifs. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64,717-26.
26 Bottéro Α., ό.π, 94-117.
27 Βleuler E. Dementia Praecox. J Ment Pathol, 1902-1903, 3, 113-120. Αναφέρεται στο Bottero A., όπ., 104.
28 Bleuler E. Die Prognose der Dementia Praecox (schizophreniengrouppe). Allgem Zeitschr Psychiat, 1908, 65, 436-464. Αναφέρεται στο Bottero A., όπ., 105-106
29 Bottéro A., ό.π.,108-109.
30 Bleuler E. Dementia Praecox oder Grouppe der Schizophrenien, Leipzig –Wien, Franz Deuticke, 1911, 296. Αναφέρεται στο Bottéro A., ό.π., 110.
31 Freud S. Remarques psychanalytiques sur l’ autobiographie d’un cas de paranoia (Dementia paranoides): Le Président Schreber. Στο Cinq psycanalyses. PUF, Paris 1954, 312-313.
32 Freud S. Abrégé de psychanalyse. PUF, Paris 1950, 78.
33 Laplanche J,Pontalis B-J. Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Μτφρ: Β. Καψαμπέλης, Λ. Χαλκούση, Α. Σκουλικά, Π. Αλούπης. Κέδρος, Αθήνα 1986.
34 Βοttero A. Ό.π., 116-117.
35 Στο ίδιο, 121.
36 Στο ίδιο, 123.
37 Στο ίδιο, 124.
38 Garrabé J., ό.π.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.