Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Καθηγητής Ψυχιατρικής –Παιδοψυχιατρικής στο ΑΠΘ
Δημήτρης Πλουμπίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]
Εισαγωγή
Η εφηβεία και η νεότητα αποτελούν ένα σχετικά πρόσφατο θέμα της κοινωνικής έρευνας, παράλληλα με τη μελέτη της θέσης των γυναικών και των παιδιών.1,2 Συνήθως παρακάμπτει το ερώτημα κατά πόσον η εφηβεία αποτελεί έννοια που ανθεί στον Δυτικό κόσμο (η οποία φυσικά αντικατοπτρίζει την εξέλιξη των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών δυτικών κοινωνιών) ή πανανθρώπινη διαχρονική εμπειρία.3 Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι απλή και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οπτική γωνία ανάλυσης του φαινομένου, με δεδομένες τις δυσκολίες του «αντικειμενικού» ορισμού της, σε αντίθεση με τον ορισμό της παιδικής ηλικίας και επίσης τα ασαφή όρια μεταξύ εφηβείας και νεότητας. Όταν μιλάμε για «εφηβεία» αναφερόμαστε κυρίως:
H F. Heritier4 εξετάζοντας το θέμα από την πλευρά της κοινωνικής ανθρωπολογίας απαντά θετικά στο ερώτημα κατά πόσον η ιδέα της εφηβικής κρίσης αποτελεί μια παγκόσμια σταθερά: τα δεδομένα του προβληματισμού που συνοδεύουν το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή αποτελούν μια πανανθρώπινη κατάσταση, που απαντάται σε όλους τους πολιτισμούς, όμως ο κάθε πολιτισμός απεργάζεται τους δικούς του δρόμους για να επιτύχει αυτό το πέρασμα, αναφερόμενος κατά περίπτωση σε διάφορες πανανθρώπινες σταθερές, όπως οι ανάγκες ασφάλειας, κοινωνικής αναγνώρισης και διαφοροποίησης, οι απαγορεύσεις και ο έλεγχος της βίας. Οι δυσκολίες που προκύπτουν αντικατοπτρίζονται με αρκετά αποκαλυπτικό τρόπο και τίθενται ως ουσιώδη ερωτήματα ακόμη και σε μελέτες που θεωρούν την «εφηβεία» ως ένα δεδομένο αναπτυξιακό στάδιο και αναζητούν τις διαφοροποιήσεις της από την παιδική ηλικία.5

Για ορισμένους συγγραφείς το ερώτημα έχει σαφή απάντηση: η εφηβεία είναι μια εφεύρεση – επινόηση του σύγχρονου πολιτισμού, που δεν χαρακτηρίζεται από την παγκοσμιότητα και την «φυσικότητα» που διέπουν την παιδική ηλικία και την ενήλικη ζωή, αλλά αντίθετα εμφανίζεται με εκρηκτικό τρόπο μόνο σε αστικές-βιομηχανικές χώρες. Το σύγχρονο αυτό φαινόμενο (των δεκαετιών ’60 και ’70) διαφέρει ριζικά από οποιοδήποτε φαινόμενο νεανικής αμφισβήτησης ή παραβατικότητας που μπορεί να έχει υπάρξει σε προηγούμενες ιστορικά εποχές ή σε άλλες προ-βιομηχανικές κοινωνίες.6 Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η εφηβεία μόνο σε ένα καθορισμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο μπορεί να υπάρξει ως αξία, αλλά και ως ένας ολόκληρος κόσμος με τις δικές του αξίες. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που σίγουρα μπορεί να υποστηριχθεί είναι ότι η είσοδος στην ήβη αποτελεί ένα φαινόμενο πανανθρώπινο όλων των εποχών, ένα φαινόμενο σχεδόν «ανιστορικό», που σίγουρα προκαλεί μία κοινωνική ρήξη, αλλά που δεν ταυτίζεται πάντα με μία σχετικά μακρά περίοδο μετάβασης, με ένα «αργόσυρτο» και μάλλον απλαισίωτο πέρασμα. Στις «άγριες» κοινωνίες, σε αντίθεση με τις σύγχρονες δυτικές, η ήβη περιστοιχίζεται αυστηρά από τελετουργίες και αποτελεί ένα γρήγορο πέρασμα από την παιδική ηλικία στην κοινωνία των ενηλίκων. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ενώ και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μία μορφή περάσματος, η διάρκεια και τα χαρακτηριστικά του περάσματος σε κάθε περίπτωση διαφοροποιούν ποιοτικά την υφή του, αλλά και τον αντίκτυπό του στη γενικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Στην περίπτωση αυτή, το σύγχρονο φαινόμενο της εφηβείας περιέχει το πανανθρώπινο στοιχείο της μετάβασης, αλλά με ιστορικά πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά.
Η σύγχρονη έννοια της εφηβείας
Η ιστορική προσέγγιση της εφηβείας στον Δυτικό κόσμο μπορεί να επιχειρηθεί με δύο τρόπους: είτε μελετώντας τι αποκαλύπτουν οι χρήσεις των όρων «έφηβος» και «εφηβεία» σε κάθε ιστορική εποχή ή προσπαθώντας να εντοπίσουμε σε κάθε ιστορική περίοδο αυτή την ενδιάμεση ηλικιακή περίοδο που ανεξάρτητα από την ονομασία της παραπέμπει σε αυτό που σήμερα κατανοούμε ως εφηβεία.7 Ο όρος adolescence χρησιμοποιείται ιστορικά με ποικίλους τρόπους. Για παράδειγμα, στην Αρχαία Ρώμη η adolescentia περιγράφει αποκλειστικά την περίοδο κοινωνικής ανάπτυξης των αγοριών μέχρι την ηλικία των 25-30 χρόνων. Στον Μεσαίωνα, η λέξη adoles-cens παραπέμπει εξίσου στο νεογέννητο και στον έφηβο και χρησιμοποιείται αδιαφοροποίητα μαζί με άλλες λέξεις (π.χ. infans, puer, juvenis) για να περιγράψει όσους δεν ανήκουν στον κόσμο των ενηλίκων. Από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι λέξεις ado-lescence, adolescent(e) αποκτούν σταδιακά στη Γαλλία το σύγχρονό τους νόημα. Συγχρόνως όμως μπορούμε να θεωρήσουμε ως ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τις «ομοιότητες» του εφήβου στον κλασικό αρχαιοελληνικό πολιτισμό με τον σύγχρονο έφηβο, την ανάδυση της εικόνας του πίσω από τον σημερινό έφηβο.8 Παρόλα αυτά κάθε ταύτιση της αρχαιοελληνικής εφηβείας με τη σύγχρονη εφηβεία εμπεριέχει μεγάλο βαθμό ιστορικής αυθαιρεσίας (ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι κατά το αττικό δίκαιο έφηβος θεωρούταν ο νέος που είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, ήταν ελεύθερος και δεν ήταν νόθος). Ίσως το πιο «σύγχρονο» στοιχείο της αρχαιοελληνικής κλασικής παράδοσης ως προς την εφηβεία να ήταν ο συσχετισμός της εφηβείας και της νεότητας με την εκπαίδευση.9,10
Από την άλλη υπάρχουν σαφείς περιγραφές της εφηβικής βιο-ψυχο-κοινωνικής διεργασίας και κατάστασης κατά τον 16ο και 17ο αιώνα που δεν συνδέονται με μία διακριτή κοινωνική και ηλικιακή τάξη. Πολλοί συγγραφείς αποδίδουν στον Jean-Jacques Rousseau την «εφεύρεση» της εφηβείας, υπονοώντας είτε ότι η εφηβεία ως διακριτή περίοδος της ζωής δεν υπήρχε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ή ότι ο Rousseau επινόησε την σύγχρονη έννοια της εφηβείας ως μία φανταστική κατασκευή, που στη συνέχεια διαμόρφωσε και τις κοινωνικές αντιλήψεις –άρα τόνισε την ανθρώπινη κατάσταση που προκύπτει όταν ένα παιδί ανακαλύπτει τις ηθικές και σεξουαλικές ευθύνες της ενήλικης ζωής.11 Στην πραγματικότητα, ο Rousseau «κατασκεύασε» συνολικά την έννοια της παιδικής ηλικίας, αναγνωρίζοντάς της μία ταυτότητα που περιέχει συγχρόνως τις ιδιότητες της ιδιαιτερότητας και της ελευθερίας: το παιδί είναι ένα ανθρώπινο ον χωρίς να είναι ακόμη ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος στην «ανθρωπιά» του, δηλαδή στην ελευθερία του.12 Ο Rousseau αναγνωρίζει την παιδικότητα των παιδιών ως ωριμότητα, προτείνει να επιτρέπουμε στην παιδική ηλικία να μπορεί να εξελίσσεται στα παιδιά και ανατρέπει με αυτό τον τρόπο την επικρατούσα μέχρι τότε έννοια της εκπαίδευσης. Με τον τρόπο αυτό, ανοίγει τις δυνατότητες κατανόησης της εφηβείας με ένα πολύ «μοντέρνο» τρόπο, ως μία «κριτική» ηλικία, άρα και δυνάμει επικίνδυνη για την τάξη.
Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να υποστηρίξουμε την άποψη ότι η εφηβεία –ή σωστότερα το «εφηβικό πρότυπο»– εφευρίσκονται ως μία κοινωνική κατασκευή με τη σύγχρονη έννοια του όρου στο πλαίσιο του πολιτισμού μας (του Δυτικού κόσμου) κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κυρίως μετά το 1850. Το «εφηβικό πρότυπο»13 συνδυάζει απαραίτητα τρεις συνιστώσες:
Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν, έστω και αντιφατικά μεταξύ τους, προς αυτή την κατεύθυνση:
Η εφηβεία άρχισε να διαμορφώνει τη σύγχρονη εικόνα της ως κρίσιμη ηλικία, που αποτελεί συγχρόνως ένα διακύβευμα για την υπόλοιπη κοινωνία: μια ηλικία δυνάμει επικίνδυνη που εξελίσσεται και πρέπει να ελεγχθεί. Ο ρόλος και ο λόγος της παιδαγωγικής, της ψυχολογίας, αλλά και της Ιατρικής άρχισαν πλέον να αποκτούν μια βαρύνουσα σημασία ως προς την κατανόηση και τη «διαχείριση» της εφηβείας.
Τα τελευταία χρόνια στον δυτικό κόσμο έχει γίνει επίσης αισθητό ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα, αυτό της ακραίας εξατομίκευσης των σχέσεων και της μεγάλης διάσπασης των συλλογικών αναφορών.14 Το φαινόμενο αυτό επιπλέκει σοβαρά την προβληματική της εφηβείας, όπως την αναπτύξαμε προηγουμένως και η ελληνική κοινωνία γνωρίζει τα τελευταία χρόνια την ορμητική εισβολή αυτών των φαινομένων.15 Επίσης, η ευρεία χρήση του διαδικτύου και η ιδιότυπη, επιλεκτική και αποσπασματική κοινωνικοποίηση μέσω του διαδικτύου εισάγουν νέα και πρωτόγνωρα κοινωνικά ήθη, δύσκολα κατανοητά από τις μεγαλύτερες ηλικίες.16,17 Για τα ζητήματα αυτά όμως απαιτείται ένα ξεχωριστό κείμενο.
Ιατρική και εφηβεία
Ένας έμμεσος τρόπος προσέγγισης της ιστορίας της εφηβείας και των σχέσεων της με την Ιατρική θα ήταν μέσω των ιατρικών εργασιών του 18ου αιώνα για τις φυσιολογικές διεργασίες της ήβης και των ιατρο-κοινωνικών στάσεων ως προς το θέμα του αυνανισμού. Το σύγγραμμα του Tissot για τον αυνανισμό (1760)18 σημάδεψε για πολλά χρόνια όχι μόνο τις ιατρικές θέσεις, αλλά και τις ευρύτερες κοινωνικές, κατακεραυνώνοντας τον και αποδίδοντάς του έναν καταστροφικό ρόλο για την υγεία.
Η ανάπτυξη της Ιατρικής στα τέλη του 19ου αιώνα οδήγησε για πρώτη φορά στην εμφάνιση ειδικεύσεων, μεταξύ των οποίων και αυτές που έχουν ως αντικείμενο ομάδες ηλικιακά προσδιορισμένες (π.χ. η παιδιατρική). Το πέρασμα όμως από την παιδιατρική σε μία αμιγώς εφηβική Ιατρική θα επιχειρηθεί –με αρκετές ενστάσεις– κατά τη διάρκεια του ύστερου 20ου αιώνα, χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η εφηβεία αποτελεί ένα πεδίο διεκδίκησης, συχνά παράδοξο, μεταξύ της Ιατρικής των παιδιών και της Ιατρικής των ενηλίκων, όπου παρατηρείται άλλοτε να την διεκδικούν και άλλοτε να την αποφεύγουν, χωρίς όμως ποτέ να εκχωρούν ότι εμπίπτει στην δικαιοδοσία τους.
Εφηβεία και Ψυχιατρική
Η κλινική προσέγγιση της ψυχοπαθολογίας της παιδικής ηλικίας προηγήθηκε ιστορικά μιας ιδιαίτερης ψυχοπαθολογίας της εφηβείας και κατά συνέπεια η δημιουργία του κλάδου της παιδοψυχιατρικής προηγήθηκε της ψυχιατρικής του εφήβου (η παιδοψυχιατρική συνεχίζει, άλλωστε, να «ενσωματώνει» εν μέρει την εφηβεία). Μοναδική ίσως εξαίρεση, στον αγγλοσαξονικό κόσμο είναι η μελέτη του G.S. Hall Adolescence το 1904.19
Η ψυχιατρική του εφήβου ως ιδιαίτερος κλάδος αρχίζει να οργανώνεται στις ΗΠΑ την δεκαετία του 1960, κυρίως με έδρα τη Νέα Υόρκη και τη δημιουργία της Εταιρείας Εφηβικής Ψυχιατρικής SAP.20 H Αμερικανική Εταιρεία Εφηβικής Ψυχιατρικής ASAP, που αποτελεί μία ομοσπονδία των τοπικών Εταιρειών, δημιουργείται το 1967. Η Διεθνής Εταιρεία Ψυχιατρικής του Εφήβου ιδρύεται το 1984 από επιφανείς παιδοψυχιάτρους και ψυχαναλυτές όπως ο S. Lebovici.21
Τα πρώτα τμήματα νοσηλείας εφήβων ανοίγουν στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αλλά αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις μέχρι και την δεκαετία του 1970. Υπάρχουν γενικά πολλές αντιστάσεις, ερωτηματικά και διλήμματα ως προς το θέμα της νοσηλείας των εφήβων και την εκπαίδευση των θεραπευτών τους (παιδοψυχίατροι ή ψυχίατροι ενηλίκων;). Σε γενικές γραμμές, η ψυχιατρική των εφήβων ως ιδιαίτερος κλάδος αρχίζει να διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την δεκαετία του 1970, περισσότερο με τη μορφή ενός κινήματος που διεκδικεί την κατοχύρωση της επιστημονικής ιδιαιτερότητάς του, σε ένα κλίμα, όπου ο προσδιορισμός των ιδιαίτερων αντικειμένων και των αρμοδιοτήτων της είχε και έχει να αντιμετωπίσει αρκετές αντιφάσεις, επιστημονικού και κοινωνικού χαρακτήρα.

Εφηβεία και ψυχανάλυση
Στα πρακτικά των συναντήσεων της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Βιέννης (1906-1918), θέματα σχετικά με την εφηβεία δείχνουν να επανέρχονται υπαινικτικά με αρκετή συχνότητα (αυνανισμός, σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, απόπειρες αυτοκτονίας), χωρίς όμως να καταλήγουν σε μία συνολική θεωρητική σύλληψη.22 Το μόνο θεωρητικό έργο της εποχής παραμένει το κλασικό «Τρία δοκίμια για τη σεξουαλική θεωρία» του Freud (1905). Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου πολλοί ψυχαναλυτές εργάστηκαν πάνω στο θέμα της εφηβείας, αλλά κυρίως ως προς τις εφαρμογές της ψυχανάλυσης στην παιδαγωγική των εφήβων. Η ψυχαναλυτική θεραπεία των εφήβων παρέμεινε ένα ζήτημα που οι ψυχαναλυτές απέφευγαν να θίξουν, θεωρώντας την ως μία κατάσταση που περικλείει κάποιους κινδύνους. Δεν αποκλείεται το τραγικό τέλος της πρωτοπόρας ψυχαναλύτριας Hermine von Hug Hellmuth να επηρέασε αρνητικά το κλίμα. Η Melanie Klein δημοσίευσε ελάχιστα σχετικά με την εφηβεία –πιθανόν επειδή η θεωρία της στρέφεται κυρίως σε αρχαϊκά επίπεδα λειτουργίας του ψυχισμού και αναγνωρίζει στην εφηβεία απλώς μια επανάληψη της οιδιπόδειας προβληματικής. Η Anna Freud θεώρησε τις λιβιδινικές ιδιαιτερότητες της εφηβείας ως μία αντένδειξη για την κλασική ψυχαναλυτική θεραπεία των εφήβων. Παρόλα αυτά παρέμεινε ανοιχτή στους προβληματισμούς και τις έρευνες σχετικά με την εφηβεία και δημοσίευσε μία σημαντική συνθετική εργασία πάνω στις σχέσεις ψυχανάλυσης και εφηβείας, όπου τελικά υποστήριζε τις θεραπευτικές δυνατότητες της ψυχανάλυσης για τους εφήβους, χωρίς η ίδια να αναλάβει ποτέ εφήβους σε θεραπεία. Ο Winnicott ανάπτυξε έναν σημαντικό προβληματισμό γύρω από την εφηβεία –και κυρίως τις εκφράσεις της εφηβικής κρίσης– με στόχο το σεβασμό των διεργασιών της, μία «ανάγνωση» των συμπτωμάτων της με την οπτική της προσπάθειας ανάκτησης της ψυχικής υγείας, προτείνοντας ένα είδος «θεραπευτικής υπομονής», που θα μπορούσε όμως να εκληφθεί εσφαλμένα και ως θεραπευτική απραξία. H κατάσταση αρχίζει να αλλάζει ριζικά προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, με τις εργασίες της ολλανδής ψυχαναλύτριας Lampl-de Groot, φίλης της Anna Freud, που επιμένει στις δυνατότητες της ψυχαναλυτικής θεραπείας των εφήβων και του Moses Laufer, που με την υποστήριξη της Anna Freud αναπτύσσει μια σημαντική δραστηριότητα ψυχανάλυσης εφήβων. Την ίδια περίπου εποχή, στη Γαλλία, ο Pierre Mâle και η Evelyne Kestemberg θέτουν τις βάσεις της γαλλικής σχολής ψυχανάλυσης των εφήβων, που διαχέεται στην υπόλοιπη ψυχιατρική, κυρίως μέσω του Philippe Jeammet. Η τάση αυτή κορυφώνεται τα τελευταία 20 χρόνια, όπου η ψυχανάλυση των εφήβων αρχίζει να αποκτά τη δική της αυτόνομη υπόσταση και οδηγεί στην έκδοση του περιοδικού Adoles-cence το 1983 και τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ψυχανάλυσης των Εφήβων το 1993.23 Παράλληλα, στην Αμερική, ο Peter Bloss ασχολείται συστηματικά με την ψυχανάλυση των εφήβων με βάση την θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων και τη διαίρεση της εφηβείας σε στάδια.
Η εφηβική ψυχιατρική στην Ελλάδα
Η σύγχρονη δυτική αντίληψη της εφηβείας πέρασε στην Ελλάδα με πολύ αργότερους ρυθμούς, γεγονός που αντανακλάται και στον χρόνο εμφάνισης των σχετικών υπηρεσιών. Μέχρι σήμερα, η θέση της εφηβικής ψυχιατρικής, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι ασαφής και κινείται ανάμεσα στην παιδο-ψυχιατρική και την ψυχιατρική των ενηλίκων. Αυτό διαφαίνεται και από το γεγονός ότι μόλις το 1985 λειτούργησε στην Αθήνα μία αμιγής μονάδα εφηβικής ψυχιατρικής, το «Τμήμα Εφήβων» του Γ.Ν.Ν.Α. Γ. Γεννηματάς24,25 και το 2001 δημιουργήθηκαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μονάδες για εφήβους χρήστες ουσιών.
Οι ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις των εφήβων είχαν και έχουν πάντα μία έντονη κοινωνική χροιά. Συνήθως η κοινωνία προσπαθεί να δώσει κάποιες απαντήσεις σε αυτές, μόνο όταν πιέζεται από την παραπτωματική συμ-περιφορά, τη σχολική αποτυχία ή, πρόσφατα, από την χρήση ουσιών. Η ιδέα ότι ένα παιδί ή ένας έφηβος μπορεί να παρουσιάζει μία ψυχική νόσο και όχι κάποια παροδική αντίδραση ή «κακό χαρακτήρα» χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο για να περάσει στις κοινωνικές συνήθειες.
Οι πολυάριθμες, συχνά στομφώδεις, δημοσιεύσεις για την σωματική και ψυχική υγιεινή των παιδιών και των εφήβων στα χρόνια του μεσοπολέμου είχαν ως κύριο στόχο την κινητοποίηση της οικογένειας και δευτερευόντως του σχολείου και όχι τον ίδιο τον έφηβο.
Στις συνθήκες της εφηβείας είναι αναμενόμενο ότι η οικογενειακή παρέμβαση λειτουργεί συνδετικά και αποτελεί κλειδί για την επιτυχή έκβαση της κάθε θεραπευτικής ή κοινωνικής παρέμβασης. Τα προβλήματα γίνονται οξύτερα όταν το οικογενειακό σύστημα δεν μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα, αλλά και στις περιπτώσεις όπου εναποτίθενται τα πάντα στην οικογένεια λόγω απουσίας των σχετικών υπηρεσιών.26
Τις πρώτες πληροφορίες για τα προβλήματα των εφήβων έχουμε μέσα από την ιστορία των ορφανοτροφείων και των σωφρονιστικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα ή μέσα από την ιστορική προσέγγιση της νεανικής εγκληματικότητας27 ή της νεανικής παραβατικότητας. Πρόκειται για καταστάσεις όπου η κοινωνική παρέμβαση εξαντλείται συνήθως σε μία ελαφρότερη ποινή, για αδικήματα κλοπών αλλά και βιασμών.28
Μία δεύτερη και σημαντική πηγή πληροφοριών αντλούμε από την ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Από το τέλος του 19ου αιώνα είχε περάσει η αντίληψη ότι εκπαίδευση και βελτίωση του χαρακτήρα είναι σχεδόν ταυτόσημα. Στις παρυφές της εκπαίδευσης τονίστηκε η ανάγκη επιτήρησης από γονείς, εκπαιδευτικούς, αλλά και «παιδονόμους» αυτών των «νεαρών» μεταξύ παιδιού και ενήλικα και η απομάκρυνση των κακών επιρροών.
Ζητήματα συμβουλευτικής των παιδιών και των εφήβων απέκτησαν σταδιακά μεγαλύτερη βαρύτητα στους παιδαγωγικούς κύκλους και συνέβαλαν σημαντικά, διαμέσου της επιμόρφωσης των δασκάλων, σε μία διαφορετική διαχείριση των προβλημάτων της εφηβείας. Η επιρροή των ψυχαναλυτικών ιδεών, αλλά και της ατομικής ψυχολογίας («Αντλεριανοί») ήταν εμφανής στους παιδαγωγικούς κύκλους, κυρίως στις δεκαετίες του 1920 και ’30.29,30
Από το 1932 ως το 1938 λειτούργησε στην Αθήνα,από τον Δ. Μωραΐτη, Συμβουλευτικός Ψυχοπαιδαγωγικός Σταθμός, σύμφωνα με τις αρχές της Ατομικής Ψυχολογίας. Η Ρ. Ιμβριώτη ίδρυσε, επίσης την δεκαετία του 1930, στην Καισαριανή, το Πρότυπο Ειδικό Σχολείο Ανωμάλων Παίδων (Π.Ε.Σ.Α.Π.) με πλειάδα λαμπρών συνεργατών, μεταξύ των οποίων και τον ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Γ. Ζαβιτσιάνο.31 Στην πρώτη φάση της λειτουργίας του δέχτηκε και παραβατικούς εφήβους.
Εκτός των ορίων της ειδικής εκπαίδευσης, ο αριθμός αναφορών σε θεραπείες ψυχικών διαταραχών παιδιών και εφήβων, κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, είναι μονοψήφιος, συμπεριλαμβανομένης και της πρώτης ανακοίνωσης του Γ. Ζαβιτσιάνου (1940), σχετικά με την ψυχαναλυτική μέθοδο στην θεραπεία των ψυχονευρώσεων της παιδικής ηλικίας.
Μία ιδιαίτερη και τραγική στιγμή για τα παιδιά και τους εφήβους στην Ελλάδα υπήρξαν τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Υπέστησαν τον πόλεμο ή συμμετείχαν σε αυτόν. Η κάθε παράταξη συγκέντρωσε παιδιά και εφήβους, από τα χωριά και τις κωμοπόλεις της ζώνης των επιχειρήσεων, για να τα προστατεύσει ή για να τα αποσπάσει από την επιρροή του αντιπάλου. Από την μία η απομάκρυνση 18-25.00 παιδιών και εφήβων σε διάφορες χώρες του σοβιετικού μπλοκ, από την άλλη το πρόγραμμα για τα «ανταρτόπληκτα», των «παιδουπόλεων» του Βασιλικού Ιδρύματος Προνοίας, για περίπου 25.000 παιδιά.32,33 Μία συγκεντρωτική μελέτη για παιδιά φυλακισμένων μητέρων έδειξε ότι η απλή έκθεση σε τραυματικά γεγονότα δεν επαρκεί για να πυροδοτήσει ψυχοπαθολογικές διεργασίες, αλλά απαιτείται ο συνδυασμός πολλαπλών παραγόντων.34,35 Η Ο. Βαρών-Βασάρ, στο βιβλίο της για τις οργανώσεις της νεολαίας στην κατοχή, τονίζει ότι αυτές δίνουν την ευκαιρία στους ιστορικούς να πλησιάσουν τους νέους μιας γενιάς μέσα από σχήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν και στα οποία λειτούργησαν με μεγάλη αυτενέργεια. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης εμπλουτίζει την παραδοσιακή ιστορική έρευνα σχετικά με την ιστορία της νεολαίας, που συνήθως προσεγγίζεται μέσα από φορείς, τους οποίους οι ίδιοι οι ενήλικοι έχουν επινοήσει για να χειραγωγούν τις νεότερες γενιές (όπως η εκπαίδευση, ο στρατός, τα ιδρύματα πρόνοιας κ.λπ.).36
Τα παιδιά και οι έφηβοι με νοητική καθυστέρηση και άλλες εγκεφαλοπάθειες αποτέλεσαν μία ιδιαίτερη κατηγορία. Για αυτούς δημιουργήθηκαν τα πρώτα εξειδικευμένα ιδρύματα στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες στη διάρκεια του 19ου αιώνα37 και πολύ αργότερα στην Ελλάδα. Πολλά από αυτά μετεξελίχτηκαν σε ψυχιατρικά ιδρύματα για τα παιδιά και τους εφήβους, έπειτα από πολλές περιπέτειες και καταγγελίες για τις απαράδεκτες συνθήκες λειτουργίας τους.
Η παιδοψυχιατρική κλινική του Δημόσιου Ψυχιατρείου Αθηνών έγινε αυτόνομη κλινική το 1949 με πρώτο διευθυντή τον Γ. Ζαβιτσιάνο και από το 1953 τον Α. Καλούτση,38 φιλοξενώντας έναν πληθυσμό παιδιών και εφήβων, με βαριά και πολλαπλή παθολογία –που κράτησαν τον τίτλο του «παιδιού» και μετά την ενηλικίωσή τους. Αργότερα, το τμήμα αυτό καταργήθηκε. Παρόμοιο πληθυσμό φιλοξένησε και το Νταού Πεντέλης από το 1958. Ως την δεκαετία του 1990 ανάπτυξε τέσσερις μονάδες εξωνοσοκομειακής φροντίδας (οι τρεις στο πλαίσιο του κανονισμού 815/84 της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Την τελευταία δεκαετία κατάφερε να μετακινήσει τον πληθυσμό των βαρέως πασχόντων «παιδιών και εφήβων» σε στεγαστικές δομές εκτός του ιδρύματος (προγράμματα Ψυχαργώ Ι και ΙΙ της Ε.Ε.), ενώ στεγάζει ακόμα μια μονάδα οξέων περιστατικών, με έναν ιδιαίτερα προβληματικό πληθυσμό εφήβων: 37 εισαγωγές το 2006 [33 με διάγνωση διαταραχής της συμπεριφοράς και 30 εξ αυτών με ηλικία 15 ετών και άνω], 44 εισαγωγές το 2007 [29 με διάγνωση διαταραχής της συμπεριφοράς και 25 εξ αυτών με ηλικία 15 ετών και άνω].39 Η οριστική παύση της λειτουργίας του εξαρτάται από τις μονάδες νοσηλείας παιδιών και εφήβων στο Σισμανόγλειο και στο Νοσοκομείο Πεντέλης, που περιμένουμε ακόμα, ενώ στο Αγλαΐα Κυριακού έχει αναπτυχθεί μόνο η διασυνδετική υπηρεσία και τα εξωτερικά ιατρεία. Περιμένουμε εδώ και μια δεκαετία τη λειτουργία ανάλογης μονάδας στο Τζάνειο του Πειραιά.
Το 1956 λειτούργησαν για πρώτη φορά από το Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής, στην Αθήνα, εξωτερικά ιατρεία και συμβουλευτικός σταθμός για παιδιά και εφήβους, με στόχο την κλινική αντιμετώπιση των ψυχιατρικών περιστατικών και την πρόληψη. Χρειάστηκαν τουλάχιστον είκοσι ακόμα χρόνια πριν γίνει ευρύτερα συνειδητή, ως κοινωνική ανάγκη, η λειτουργία εξειδικευμένων υπηρεσιών για τη διάγνωση και τη θεραπεία παιδιών και εφήβων με ψυχικά νοσήματα και για τη στήριξη των οικογενειών τους. Αρκετές από τις υπηρεσίες, που λειτούργησαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οργανώθηκαν χάρη στην συγχρηματοδότηση από κοινοτικά προγράμματα.
Την ίδια εποχή έγιναν και οι πρώτες μεγάλες επιστημονικές εκδηλώσεις σχετικά με την εφηβεία, που κορυφώνονται στη συνέχεια και συχνά συνοδεύονται από την έκδοση των πρακτικών. Το 1994, η International Society of Adolescence Psychiatry οργάνωσε το διεθνές συνέδριό της στην Αθήνα.
Η ψυχιατρική της εφηβείας αναπτύχθηκε παράλληλα με την παιδοψυχιατρική κυρίως κατά την δεκαετία του 1980. Το παιδοψυχιατρικό τμήμα του Νοσοκομείου Αγία Σοφία, του μεγαλύτερου παιδιατρικού νοσοκομείου της χώρας, δημιουργήθηκε το 1978 και γνωρίζει έκτοτε μια θεαματική ανάπτυξη σε ότι αφορά την ίδια τη λειτουργία της μονάδας νοσηλείας, όσο και εξωνοσοκομειακών μονάδων.40 Καλείται, σήμερα, με 10 κρεβάτια να καλύψει περίπου το σύνολο των αναγκών της Αττικής!
Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν 2 παιδο-ψυχιατρικές υπηρεσίες που προσφέρουν νοσηλεία και σε εφήβους μέχρι 18 χρόνων, συνολικής δυναμικότητας 20-25 κλινών, στα νοσοκομεία «Ιπποκράτειο» από το 1987 και Παπανικολάου από το 1996. Το τελευταίο αρχικά είχε προγραμματιστεί ως τμήμα εφήβων. Η ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ δέχτηκε, για μία δεκαετία και ως τα τέλη της δεκαετίας του 1990, νοσηλείες εφήβων στο πλαίσιο της γενικής ψυχιατρικής.41,42 «Μονάδα Εφήβων» της Γ’ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής, στη Θεσσαλονίκη, εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2009, (πρόγραμμα Ψυχαργώ) και προετοιμάζει την πλήρη λειτουργία της.
Το παράρτημα Θεσσαλονίκης του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, από το 1979, και το Κ.Ψ.Υ. του κεντρικού ψυχιατρικού τομέα της πόλης, από τις αρχές του 1990, προσφέρουν ιατρο-παιδαγωγικές υπηρεσίες, ανάλογα με τις εκάστοτε δυνατότητές τους.
Μικρές παιδο-ψυχιατρικές μονάδες υπάρχουν στην Πάτρα και το Ηράκλειο. Τα ΚΨΥ Βόλου και Λάρισας διαθέτουν παιδοψυχιατρική υπηρεσία. Τα ΚΨΥ Κατερίνης και Ξάνθης διαθέτουν παιδοψυχίατρο. Στην Αλεξανδρούπολη μόλις εκλέχθηκε λέκτορας παιδοψυχίατρος, ενώ και σε άλλες πόλεις υπηρετούν κατά διαστήματα παιδο-ψυχίατροι…
Η ανάπτυξη παιδο-ψυχιατρικών υπηρεσιών κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη έχει συμβάλλει θετικά στην αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων, αλλά τα κενά εξακολουθούν να είναι πολύ μεγάλα, ιδιαίτερα στην επαρχία.
Διευρύνοντας την προσέγγισή μας στον τομέα της πρόληψης, παρατηρούμε ελλιπέστατη στελέχωση σε ειδικούς των δικαστικών, σωφρονιστικών, σχολικών και κοινωνικών υπηρεσιών, που αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των παραπτωματικών εφήβων, των χρηστών ουσιών και των εφήβων με σχολική αποτυχία.
Η παιδοψυχιατρική ειδικότητα αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη ιατρική ειδικότητα το 1981 περιλαμβάνοντας στους κόλπους της και την ψυχιατρική της εφηβείας. Όμως, οι μεγαλύτεροι έφηβοι και «μετέφηβοι» (νέοι) συνεχίζουν να αποτελούν ένα πρόβλημα και για την παιδοψυχιατρική (π.χ. το θέμα της νοσηλείας τους και η συνύπαρξή τους με μικρότερα παιδιά), αλλά και έναν δικαίως «διεκδικούμενο» πληθυσμό, καθώς η παιδοψυχιατρική εκπαίδευση προετοιμάζει καλύτερα για την προσέγγιση των εφήβων. Ο αριθμός των παιδοψυχιάτρων, πολύ μειωμένος στην αρχή της δεκαετίας του ’80, παρουσιάζει σήμερα σοβαρή άνοδο (περισσότεροι από 250, το 2009) και καλύτερη εκπαίδευση ως προς τα θέματα της εφηβείας.
Η ιδρυματική περίθαλψη των εφήβων έχει βεβαρυμμένο παρελθόν. Μελετήθηκε, μερικά, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέσω ερευνών για τα παιδιά που μεγάλωναν σε ιδρύματα.43 Η έρευνα αυτή, που, με την συμβολή διαφόρων συγγραφέων, περιέλαβε όλα τα ιδρύματα κλειστής περίθαλψης. έδειξε ότι τα περισσότερα παιδιά ήταν έφηβοι, κυρίως αγόρια, που μεγάλωναν σε συνθήκες μεγάλων (ή και ακραίων) ελλείψεων εξοπλισμού και ψυχο-παιδαγωγικής πλαισίωσης. Τα ιδρύματα αυτά έχουν σε μεγάλο ποσοστό ιδρυθεί σε ταραγμένες ιστορικά περιόδους (μικρασιατική καταστροφή, εμφύλιος και ένα 30% τα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας), κατανέμονται κυρίως σε Μακεδονία, Ήπειρο, Αττική, Κρήτη, νησιά Αιγαίου και εποπτεύονται κατά 40% από το κράτος και 35% από την εκκλησία. Υποδέχονται εφήβους με αναφερόμενο λόγο εισαγωγής τα «ψυχοκοινωνικά προβλήματα».
Μεγάλος αριθμός εφήβων που ζουν προβληματικές οικογενειακές καταστάσεις «φιλοξενούνται» ακόμη και σήμερα σε ακατάλληλες συνθήκες (π.χ. σε πρώην ορφανοτροφεία με ελάχιστη στελέχωση, όπως το Παπάφειο στη Θεσσαλονίκη, πρώην παιδουπόλεις που λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα και τώρα «ανακαινίζεται» η χρήση τους μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων κ.λπ.). Τα ιδρύματα για εφήβους με ποικίλες μορφές νοητικής καθυστέρησης, ιδιαίτερα του προνοιακού τομέα, επωφελήθηκαν πολύ λιγότερο από προγράμματα εκσυγχρονισμού και εξακολουθούν να θυμίζουν παλαιότερες εποχές, παρά τις αναμφισβήτητες βελτιώσεις. Η απουσία, σε αυτά, της παιδοψυχιατρικής προσέγγισης αφήνει δυσεπίλυτα κενά.
Το πρόβλημα της έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των παιδιών και των εφήβων είναι κεντρικό πρόβλημα και για την τομεοποίηση των σχετικών υπηρεσιών (Τομείς Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων), η οποία προβλέπεται από τον νόμο 2716 / 1999.
Βιβλιογραφία
1 Da Silva JG. Η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας στην πρόσφατη ιστορική παραγωγή. Ανακοίνωση στο Διεθνές Συμπόσιο «Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1986. Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.
2 Duché D.-J. Histoire de la psychiatrie de l’enfant, P.U.F., Paris 1990.
3 Glowczewski B. Adolescence et sexualité, PUF, Paris 1995.
4 Heritier F. L’idée de crise adolescente est-elle universelle? Neuropsychiatrie de l’enfance et de l’adolescence, 2001, 49, 8, 502- 511.
5 Montemayor R, Adams GR, Gullotta TP, From childhood to adolescence. A transitional period?, Advances in Adolescent development, Vol. 2, Sage Publications, USA 1990.
6 Sebald H. Adolescence, A social psychological analysis, Prentice-Hall, Inc., New Jersey 1984, 3rd edition.
7 Thiercé A. Histoire de l’adolescence (1850-1914), Belin, Paris 1999.
8 Perrot M. Αdolescences, un pluriel à l’étude des historiens. Adolescence, 1985, 3, 1, 42-72.
9 Μιχαηλίδη-Νουάρου A. Έφηβοι και παιδεία, Προβλήματα της εφηβικής ηλικίας στο παρελθόν και σήμερα, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1987.
10 Χαρτοκόλης Π. Ιστορική ανασκόπηση. Η εφηβεία από την αρχαιότητα ως σήμερα, Στο Α. Δοξιάδη-Τριπ / Ε. Ζαχαρακοπούλου (Επιμ.) Ο έφηβος και η οικογένεια, Εστία, Αθήνα 1985.
11 Kaplan L. Adolescence. The Farewell to Childhood, Jason Aronson Inc., New Jersey 1986.
12 Renault A. La libération des enfants. Contribution philosophique à une histoire de l’enfance, Calmann-Lévy, Paris 2002.
13 Thiercé A. ό.π.
14 Gauchet M. L’école à l’école d’elle même. Contraintes et contradictions de l’individualisme démocratique. Στο La Démocratie contre elle même. Gallimard / Tel, Paris 2002,109-169.
15 Ray O. Une folle solitude, le fantasme de l’homme autoconstruit. Ed. Seuil, Paris 2006.
16 Agamben G. Homo sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή. Εκδ. Scripta, Αθήνα 2005.
17 Μπάουμαν Z. Ζωή για κατανάλωση. Πολύτροπον, Αθήνα 2008.
18 Duché D-J. ό.π.
19 Slaff B. History of Adolescent Psychiatry, Adolescent Psychiatry, 1981, 9, 7-21.
20 Στο ίδιο.
21 Braconnier A. Hommage to Serge Lebovici. Στο: Personnality and Conduct Disorders – Adolescence, International Society for Adolescent Psychiatry (V International Congress….
22 Slaff B. ό.π.
23 Perret-Catipovic M, Ladame F. (επιμ.). Adolescence et psychanalyse: une histoire. Delachaux et Niestlé, Lausanne 1997.
24 Stephanatos G. Pratique de psychanalyse et de psychothérapie à l’adolescence en Grèce. Adolescence, 2000 18, 1, 265-269.
25 Stephanatos G. Adolescent Psychiatry in Greece: A problematic Individuation. ISAP’s Bulletin, 1995, 8, 4, 4-5.
26 Δραγώνα Θ, Ντάβου Μ. (επιμ.). Εφηβεία, Προσδοκίες και αναζητήσεις, Παπαζήσης, Αθήνα 1991.
27 Μπενβενίστε Ρ. Η ποινική καταστολή της νεανικής εγκληματικότητας τον 19ο αιώνα (1833-1911), Εγκληματολογικά, 7. Εκδόσεις Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα/Κομοτηνή, 1994.
28 Duché D.-J. Histoire de la psychiatrie de l’enfant, P.U.F., Paris 1990.
29 Ληξουριώτης Γ. Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί, τον πρώτο αιώνα του Νεοελληνικού κράτους. Ίδρυμα Ερευνών για το Παιδί-«Δωδώνη», Αθήνα, 1986.
30 Πλουμπίδης ΔΝ. Τα πρώτα βήματα και η διάδοση της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Η ψυχαναλυτική πρακτική και η ανακοπή της γύρω στο 1950. Στο Θ. Τζαβάρας (επιμ.) Ψυχανάλυση και Ελλάδα. Έκδοση Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας. Αθήνα, 1984, 55-85.
31 Ατζινά Λ. Η μακρά εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Ψυχαναλυτές. Ιατρικοί Θεσμοί και Κοινωνικές Προσλήψεις(1910-1990). Διδακτορική Διατριβή. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης. Αθήνα 2001.
32 Ζαβιτσιάνος Γ. Η ωφελιμότης της ψυχοαναλυτικής μεθόδου κατά τας ψυχονευρωτικάς εκδηλώσεις της παιδικής ηλικίας, Κλινική, 1940, 12, 323-329.
33 Boerentzen L. Το «παιδομάζωμα» και οι παιδουπόλεις της βασίλισσας. Στο L. Boerentzen, Γ.Ο. Ιατρίδης, O.L. Smith (επιμ.) Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο, 1945-1949. Επιμέλεια: Εκδ. Ολκός, Αθήνα 1992 ,137-164.
34 Brouskou A. Vos parents ne sont plus vos parents. Stratégies de l’Assistance à enfance en Grèce. Nouvelle Revue d’Ethnopsychiatrie, 1989, 74, 71-82.
35 Dalianis-Karambatzakis M. Children in Turmoil During The Greek Civil War 1946-49: Today’s Adults. Karolinska Institute, child and Adolescent Psychiatric Unit, Department of Child and Adolescent Psychiatry, University of Lund. Stockholm 1994.
36 Πλουμπίδης ΔΝ. Οι συνέπειες των πολεμικών συρράξεων στα παιδιά. Θέματα Ψυχοδυναμικής και Ψυχοκοινωνικής Παιδοψυχιατρικής, αφιέρωμα στον καθηγητή Γ. Τσιάντη. Καστανιώτης, Αθήνα 2007, 595-604.
37 Βαρών-Βασάρ Ο. Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην κατοχή και την αντίσταση. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2009.
38 Φιλανδριανός K. Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών. Δαφνί μια φανταστική πολιτεία. Αθήνα 1977.
39 «Έκθεση» της επιτροπής για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση της ΕΨΕ (2006-2008) – [Χ. Βαρουχάκης, Στ. Θεοδωροπούλου, Θ. Καράβατος, Δ. Πλουμπίδης, Βλ. Τομαράς, B. Τσιπάς. Στον δικτυακό τόπο www.psych.gr32.
40 Tsiantis S, Beratis E, Tsanira G, Karantanos G. Child and adolescent psychiatry in Greece. Στο: H. Remschmidt-H. van Engeland (ed.). Child and Adolescent Psychiatry in Europe, Springer, Darmstad, 1999.
41 Αμπατζόγλου Γρ. Νοσηλεία, φροντίδα και παρακολούθηση εφήβων στο Γενικό Νοσοκομείο. Στο Γ. Τσιάντης και συν. (επιμ.) Εφηβεία, Ένα μεταβατικό στάδιο σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, Καστανιώτης 1994.
42 Ζηλίκης Ν. Ψυχιατρική περίθαλψη εφήβων στο Γενικό Νοσοκομείο. Στο Χ.Σ. Ιεροδιακόνου – Α.Ι. Ιακωβίδης (επιμ.). Η ψυχιατρική στο Γενικό Νοσοκομείο. Εκδ. Μαστορίδη, Θεσσαλονίκη 1997.
43 Καλλινικάκη Θ (επιμ.). Μεγαλώνοντας σε ίδρυμα, Ελληνική Εταιρεία Ψυχικής Υγιεινής και Νευροψυχιατρικής του Παιδιού, Αθήνα 1988.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.