David Frank Allen
Ψυχαναλυτής και Maître de conférences στο
Πανεπιστήμιο Rennes 2 – Γαλλία
Σταυρούλα Καμπουγέρη
Ψυχολόγος, υποψήφια Διδάκτωρ του
Πανεπιστημίου Rennes 2 – Γαλλία
σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]

Με το άρθρο αυτό επιχειρούμε μια σύντομη ανασκόπηση που θα μας επιτρέψει να αναδείξουμε την έως σήμερα συνέχεια της λυκοφωτικής υστερίας1 και των παράπλευρων απαντήσεων2 –δύο έννοιες οι οποίες έγιναν διάσημες μέσα από δύο ανακοινώσεις [1, 2] του Sigbert Josef Maria Ganser (1853-1931). Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα στοιχεία σχετικά με την ανακάλυψη του συνδρόμου Ganser. Υπάρχουν, ωστόσο, οι κλινικές αφηγήσεις του ίδιου, καθώς και η «ερμηνεία» των κειμένων του από τον Eugene Bleuler, τον Carl Jung και άλλους. Εμείς θα εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια ιδιαίτερη αφήγηση διασταυρώθηκε με ένα άλλο πλέγμα αφηγήσεων, πριν τελικά καταλήξει στην αφάνεια. Υπενθυμίζουμε ότι η απορρόφηση της λυκοφωτικής υστερίας από την τότε αναδυόμενη σχιζοφρένεια, ουσιαστικά ενέτεινε τον διαμελισμό της υστερίας, τα αποτελέσματα του οποίου γίνονται αισθητά ακόμη και σήμερα, εξαιτίας των ισχυρών λόμπι που υποστηρίζουν το DSM. Από όσο γνωρίζουμε δημοσιεύτηκε προ ετών στο περιοδικό Ψυχιατρική μία ιστορική αναδρομή στην γκανσερική προβληματική για να προβληθούν οι σύγχρονες νοσογραφικές της περιπέτειες στο πλαίσιο του αθεωρητισμού των διαδοχικών εκδόσεων του DSM- που περιόρισαν τη μελέτη της υστερίας [3].
Ας ανοίξουμε το DSM ΙΙΙ: Το σύνδρομο Ganser είναι ενταγμένο στις προσποιητές διαταραχές. Ένα τέτοιο λάθος –ένα μεταξύ πολλών– δεν είναι παρά ένα ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του γεγονότος ότι η λυκοφωτική υστερία συχνά παρακάμπτεται. Πράγματι, με την πάροδο των ετών οι εργασίες του ταπεινού φρενολόγου από την Δρέσδη έγιναν αντικείμενο τόσων παραποιήσεων και παρανοήσεων που θα μπορούσαν να διαβαστούν ως ένα απωθημένο κεφάλαιο της ιστορίας της υστερίας. Ο Ganser ήταν πνεύμα σχετικά ελεύθερο, που ήξερε να αποφεύγει τους σκοπέλους της υπερβολικής ιδεολογικοποίησης, γι’ αυτό και η επιχείρηση απομυθοποίησης που διεξήγαγε εναντίον κάποιων σύγχρονών του ιδεών τράβηξε την προσοχή μας.
Ο Ganser βρέθηκε περιθωριοποιημένος λόγω της αποστασιοποίησής του από τον Kraepelin που του είχε ασκήσει αυστηρή κριτική για την έννοια της «κληρονομικής υστερίας», αλλά και εκ του γεγονότος ότι ο Bleuler διέστρεψε τη δουλειά του σε τέτοιο βαθμό που να γίνεται μεθοδολογικό το λάθος, καθώς την απέκρυπτε πίσω από ένα ολόκληρο σώμα δημοσιεύσεων που δεν αντέχουν στην κριτική. Ωστόσο, παρά τούτο το θάμπωμα, πρέπει να σημειώσουμε ότι, παρά την πρωτίστως περιγραφική φύση του έργου του, είναι ο Ganser και όχι ο Bleuler που προσέγγισε περισσότερο τον Freud και τις Μελέτες για την Υστερία [4].
Από τις πρώτες, ίσως, λογοτεχνικές αναπαραστάσεις του συνδρόμου Ganser είναι ο Άμλετ (1600;) που χρησιμοποιεί συχνά παράπλευρες απαντήσεις για να διατηρήσει μια κάποια σύνδεση ανάμεσα στον ψυχικό του κόσμο και στα ερωτήματα που του απευθύνονται από τον εξωτερικό κόσμο [5]. Κι ας προσθέσουμε πως τα στοιχεία-κλειδιά του συνδρόμου (αμνησία, αναστολή της συνήθους γνώσης, παράπλευρες απαντήσεις και σωματικές διαταραχές) είχαν ήδη καταγραφεί το 1608 από ένα δαιμονολόγο, τον αδελφό Guazzo [6, 7, 8] Η ιστορία όμως του συνδρόμου Ganser μπορεί να πει κανείς πως ξεκινά περίπου το 1130-35 με την έκδοση του έργου «Amlethus» από τον Saxo Grammaticus [9]. Σ’ αυτή την ιστορία ο ήρωας προσποιείται τον ανόητο και κάνει πράγματα αντίθετα από αυτά που πρέπει για να αποκρύψει τις πραγματικές του προθέσεις, φάσκει και αντιφάσκει χρησιμοποιώντας απαντήσεις γκανσερικού τύπου. Στον σαιξπηρικό Άμλετ το σύνδρομο Ganser επιτελεί μια κεντρική καλλιτεχνική και δραματουργική λειτουργία αφού επιτρέπει στον Άμλετ να προστατέψει την αλήθειά του, την αλήθεια που του μεταφέρεται από τον νεκρό του πατέρα. Χρησιμοποιεί λοιπόν ένα είδος σημασιολογικής επιδεξιότητας για να αποφύγει την τοξική φύση του κυρίαρχου ψέματος, ότι δηλαδή ο βασιλιάς πέθανε στον ύπνο του από δάγκωμα φιδιού. Οι γκανσερικού τύπου απαντήσεις κυριαρχούν στους διάλογους μεταξύ Άμλετ και Πολώνιου, για παράδειγμα πίσω από τον χαρακτηρισμό του Πολώνιου ως προαγωγού (στα αγγλικά fishmonger / fleshmonger), υπάρχει ένας μηχανισμός τύπου Ganser. Η αντίδραση γκανσερικού τύπου αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την απάντηση σε ένα παθογόνο ψέμα.
Ο Ganser από τον Ganser
Αναφερθήκαμε ήδη στις ανακοινώσεις του Ganser για τις παράπλευρες απαντήσεις στη λυκοφωτική υστερία. Η πρώτη, με τίτλο «Οι ιδιαίτερες καταστάσεις της λυκοφωτικής υστερίας», παρουσιάστηκε στις 23 Οκτωβρίου 1897 κατά τη διάρκεια του 3ου Συνεδρίου των ψυχιάτρων της κεντρικής Γερμανίας, στην Halle, πόλη στην οποία ο ίδιος εργάστηκε και έκανε την κλινική του ανακάλυψη. Ο Ganser ήταν ψυχίατρος στη δημοτική φυλακή η οποία –κατά τους ιστορικούς της «ψύχωσης εγκλεισμού», τον Nitsche (από την Δρέσδη) και τον Wilmanns (από την Heidelberg)–, χρησιμοποιήθηκε ως «χωματερή» των καταδικασμένων «ανυπότακτων σε κάθε είδους πειθαρχία […] [οι οποίοι υπέφεραν] από νοητικές διαταραχές, πιστοποιημένες ή όχι και […] στέγαζε έναν υπερβολικό αριθμό παθολογικών περιπτώσεων» [10].
Αναφερόμαστε σε αυτό το πλαίσιο, επειδή η υπόθεση για το προσποιητό των εκδηλώσεων: (α) ήταν πολύ διαδεδομένη εκείνη την εποχή μεταξύ των συναδέλφων του και (β) χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για να περιορίσει το εύρος των συμπερασμάτων του. Έτσι, αν και ο ίδιος ο Ganser έθετε τον προβληματισμό περί προσποιητής διαταραχής, αυτό γινόταν ακριβώς για να τον απορρίψει καλύτερα. Αναφέρει, έτσι, ότι έχει σημειώσει αρκετές διαταραχές που χαρακτηρίζονται από άμβλυνση της συνείδησης, παροδική έκλειψη των συνήθων γνώσεων, ψευδαισθήσεις λίγο ή πολύ ζωηρές, ονειρώδη κατάσταση, παράπλευρες απαντήσεις, δυσκολίες στη σκέψη και μια μεταβαλλόμενη αναλγησία, επιμένοντας ότι όλα αυτά τα συμπτώματα προκύπτουν ταυτόχρονα και ότι μια μεταγενέστερη αμνησία έρχεται να καλύψει το σύνολο του χρονικού διαστήματος των διαταραχών. Για τον Ganser, πρόκειται για περιπτώσεις λυκοφωτικής υστερίας και δεν είναι δηλωτικές ούτε προσποίησης ούτε ψύχωσης: «[είναι] προφανές ότι το σύνδρομό μας αποτελεί μια μορφή λυκοφωτικής υστερίας. Η υστερική φύση ή, πιο σωστά, οι υστερικές εκδηλώσεις που ενδέχεται να συνοδεύουν πολλές περιπτώσεις της ψύχωσης εγκλεισμού, μου είχαν διαφύγει έως τώρα. […]. Έτσι δεν πρέπει […] να αφεθούμε και να παραπλανηθούμε μπροστά σε περιπτώσεις όπως αυτές που δίνουν αρχικά την εντύπωση μιας επιτηδευμένης προσποίησης» [2]. Πέντε χρόνια αργότερα θα αναπτύξει αυτή την πρώτη του θέση και θα συνεχίσει να επιμένει ως προς τον ονειρισμό, την παράπλευρη ομιλία –που σύμφωνα με τον ίδιο δεν είναι ποτέ εντελώς παράπλευρη, ποτέ πραγματικά ασύνδετη– τις ψευδαισθήσεις, τον χωρο-χρονικό αποπροσανατολισμό, την σύγχυση, την εμβροντησία και την αμνησία που ακολουθεί. Κατά συνέπεια, πολλοί νοσοκομειακοί γιατροί θα καταλήξουν στον ίδιο τύπο διάγνωσης για ασθενείς που ζουν μέσα σε συνθήκες πολύ διαφορετικές.
Η περίπτωση της Godwina F. (Jung 1902)
Ήδη, όμως, την εποχή κατά την οποία ο Ganser δημοσιεύει τις θέσεις του, ο Jung θα στηριχθεί στην πρώτη παρέμβασή του για να εξηγήσει καλύτερα τη δημοσίευση της περίπτωσης Godwina F., άρθρο που εμφανίζεται το 1902 [11], ενώ εργαζόταν ακόμη υπό τον Eugène Bleuler. Ο Ganser θα κάνει κάποια σχετική νύξη στη δεύτερη ανακοίνωσή του, το ίδιο έτος.
Κατηγορούμενη για κλοπή, η Godwina F. συνελήφθη και φυλακίστηκε στις 31 Μαΐου 1902. Κατά τα λεγόμενα της κόρης της, η φυλάκιση την έκανε οξύθυμη και καταθλιπτική, γι’ αυτό και μεταφέρθηκε στο Burgzholzli όπου και την εξέτασε ο Jung. Το πρώτο μέρος της αναφοράς του είναι αξιοπρόσεκτο γιατί συγκλίνει με τις θέσεις του Ganser: «Όταν άνοιξαν το κελί της το πρωί της 4ης Ιουνίου 1902 στις 6:30, ήταν όρθια, “άκαμπτη”, εντελώς άκαμπτη κοντά στην πόρτα. Προχώρησε προς την φύλακα και απαίτησε να της επιστρέψει τα χρήματα που της είχε κλέψει. Αρνήθηκε την τροφή με ένα νεύμα, δηλώνοντας ότι είχε “δηλητηριαστεί”, πράξη την οποία ακολούθησε μια κρίση θυμού κατά την οποία τριγυρνούσε έξαλλη στο κελί της, απαιτώντας τα χρήματά της (τα χρωστούσε στο ξενοδοχείο). Η φύλακας κάλεσε τότε τον υπεύθυνο που, μαζί με τη γυναίκα του και το βοηθό του, προσπάθησε να την ηρεμήσει “τραντάζοντας την” (sic). Το ποσό που υποστήριζε ότι έχασε (δέκα χιλιάδες μάρκα) αντιστοιχούσε σε αυτό που, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, όφειλε να της επιστρέψει ο εραστής της. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο ιατρικός υπεύθυνος την επισκέφθηκε και την βρήκε “εντελώς αποπροσανατόλιστη”».
Ο Jung διαπιστώνει τα ακόλουθα συμπτώματα: απώλεια μνήμης (σχεδόν ολική), συναισθηματική αστάθεια, ομιλία κοφτή και ασταθή, πλήρη αναισθησία μετά από βαθύ τρύπημα με βελόνα, μεγαλομανιακές ιδέες, τρόμο των χεριών και του κεφαλιού, αβέβαιη και διακεκομμένη γραφή. Επισημαίνει, επιπλέον, ότι η Godwina έλεγε πως ήταν εκατομμυριούχος και έβλεπε τη φυλακή ως ξενοδοχείο πολυτέλειας στο οποίο διέμενε, διοργανώνοντας γεύματα, με το προσωπικό επιτήρησης στον ρόλο των άλλων ενοίκων του ξενοδοχείου. Υποστήριζε, επίσης, ότι είχε πέσει θύμα νυχτερινής επίθεσης από έναν «ψυχρό άνθρωπο». Είχε ξεχάσει την έννοια του χρήματος, δεν αναγνώριζε πλέον την αξία των χρημάτων που της παρουσίαζαν, ενώ είχε ξεχάσει επίσης το όνομά της και δεν μπορούσε να δώσει καμία πληροφορία για το παρελθόν, το δικό της ή εκείνο της οικογένειάς της.
Οι συζητήσεις, τις οποίες αναφέρει ο Jung, είναι εντελώς συγκρίσιμες με τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται ο Ganser ή με την περίπτωση Franz του Jaspers [12]. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό:
― Πού βρισκόμαστε; / ― Στο Μόναχο. / ― Πού διαμένετε; / ― Στο ξενοδοχείο. / ― Τι ώρα είναι; / ― Δεν ξέρω. / ― Ποιο είναι το επώνυμό σας; / ― Δεν ξέρω. / ― Και το όνομά σας; / ― Ίντα (είναι το όνομα της δεύτερης κόρης της) . / ― Η ημερομηνία της γέννησής σας; / ― Δεν ξέρω. / ― πόσο καιρό είστε εδώ; / ― Δεν ξέρω.
Στη διάρκεια της αφήγησης, οι διαταραχές που περιγράφονται από τον Ganser παραμένουν: η Godwina δεν ξέρει να μετρήσει, αρνείται να αναγνωρίσει ορισμένα γεγονότα και παρουσιάζει ιδιαίτερα έντονες διαταραχές μνήμης και αισθητικότητας. Οι κατά προσέγγιση απαντήσεις της και τα στοιχειώδη λάθη υπολογισμού είναι υπερβολικά πολλά για να αναφερθούν εδώ. Παρουσιάζει επιπλέον αμνησία για την περίοδο από την 31η Μαΐου μέχρι τη νύχτα της 3ης Ιουνίου, οπότε και ο Jung καταφέρνει να την αντιμετωπίσει μέσω ύπνωσης. Ο Jung εξηγεί το περιεχόμενο του παραληρήματος της Godwina, λέγοντας ότι «αυτό αποτελείται από ένα λίαν γνωστό μίγμα ψευδαισθητικής εκπλήρωσης της επιθυμίας και παραληρήματος προκαταλήψεων» [11].
Σε άλλο σημείο προσθέτει ότι «ο καθοριστικός παράγοντας φαίνεται να έχει ξεχαστεί. Οι απαντήσεις του τύπου «δεν ξέρω» απεικονίζουν πράγματι την ασυνείδητη επιθυμία […] να μην θέλει να γνωρίζει». Ο Jung προσθέτει επίσης ότι ο παράπλευρος λόγος δεν είναι παρά ένα δευτερεύον φαινόμενο.
Στην πραγματικότητα, ο Jung υποστηρίζει περισσότερες της μίας απόψεις: (α) ότι το σύνδρομο Ganser εξηγείται από τον φροϋδικό μηχανισμό της απώθησης, (β) ότι περιέχει στοιχεία προσποίησης,3 και (γ) ότι δεν είναι παρά ένα «αυτοματοποιημένο σύμπτωμα» που συγγενεύει με την προσποίηση.4 Η αμφιθυμία ενός τέτοιου συμπεράσματος μας άφησε σε κάποια σύγχυση, που μάταια δοκιμάσαμε να επιλύσουμε διαβάζοντας το άρθρο για την προσποιητή τρέλα που έγραψε ο Jung το επόμενο έτος. Η μόνη βεβαιότητα που αποκομίσαμε, είναι ότι πρόκειται για μια σχεδόν συνολική αποδοκιμασία των εργασιών του Ganser, σάμπως ο Jung να είχε στο μεταξύ ενταχθεί στο στρατόπεδο των δυσφημιστών του.
Ο Ganser όπως τον είδε ο Bleuler
Από τις αρχές κιόλας του αιώνα ο Kraepelin [14] υπερασπίζεται τον Ganser, ο Abraham5 τον αναφέρει [15], ο Jaspers περιγράφει μια περίπτωση εντελώς συγκρίσιμη, χωρίς να κάνει λόγο για το σύνδρομό του [16], ο Kretschmer [17] αναγνωρίζει μεν τη σημασία του εν λόγω συνδρόμου, αλλά μένει μάλλον αμφιθυμικός, ενώ ο Jung –όπως μόλις είδαμε– τον ανταγωνίζεται σε αυτό το σημείο. Και είναι παράδοξο πώς ένας αμερικανός οπαδός του Kraepelin, ο S. Paton, θα έχει την εντιμότητα να επισημάνει, από το 1905, την προφανή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο σύνδρομο Ganser και τις υπνοειδικές καταστάσεις, που είχαν περιγραφεί από τον Bleuler και τον Freud [18].
Η μελέτη των κειμένων δείχνει ότι ο Bleuler, ο Jung και πολλοί άλλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, «απορρόφησαν» τη δουλειά του Ganser· αυτός μάλιστα που, με την βιολογική του λογική [πρωτογενές σύμπτωμα/δευτερογενές σύμπτωμα], συνέβαλε κυρίως στην ανάμειξη της λυκοφωτικής υστερίας με τη νεφελώδη ομάδα των σχιζοφρενειών του είναι ο Bleuler που γράφει: «Αναλύοντας τη δυνατότητα των μεμονωμένων συμπτωμάτων να καθορίσουν την τελική κατάσταση, αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στο διαχωρισμό μεταξύ των πρωτογενών συμπτωμάτων που αποτελούν μέρος της ασθένειας και των δευτερογενών συμπτωμάτων που εμφανίζονται ως αντίδραση της πάσχουσας ψυχής στο περιβάλλον […] Στην οστεοπόρωση, η σκλήρυνση του οστού είναι το πρωτογενές σύμπτωμα, το κάταγμα, αποτέλεσμα ενός ελαφρού τραυματισμού, είναι το δευτερογενές σύμπτωμα […]. Ερευνώντας τις συγκρίσιμες διαφορές στη σχιζοφρένεια, έχουμε ήδη ένα σημείο αναφοράς που δεν είναι άλλο από τα συμπτώματα που προκαλούν οι εξωτερικές επιρροές, όπως για παράδειγμα, οι βίαιες κρίσεις θυμού, οι οποίες αποτελούν την ψυχολογική αντίδραση σε εξωτερικές επιρροές, ακόμη και όταν αυτές διαιωνίζονται και ξεκινούν με ψευδαισθήσεις. Η ίδια σημασία μπορεί να αποδοθεί και σε καταστάσεις τροποποίησης της συνείδησης στις οποίες συγκαταλέγεται και το σύνδρομο Ganser» [19].
Πρόσθετες αποδείξεις αυτής της διάβρωσης ας θεωρηθούν και οι επόμενες διαβεβαιώσεις: «Δεν γνωρίζουμε ακόμη με σιγουριά τα πρωτογενή συμπτώματα της εγκεφαλικής ασθένειας του σχιζοφρενούς […]. Οι λυκοφωτικές καταστάσεις μπορεί να ποικίλλουν ιδιαίτερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, βρίσκουμε μια ονειρική δραστηριότητα [Dämmerzustande]. Επομένως, πρόκειται ουσιαστικά για την αντίδραση μιας ελαφρώς σχιζοφρενικής6 προσωπικότητας σε ένα ψυχικό τραύμα: ένα εξωτερικό γεγονός φαίνεται να είναι ο καθοριστικός παράγοντας» [20].
Αυτή η «νίκη» της σχιζοφρένειας –στηριγμένη όπως είναι στο μοντέλο της οστεοπόρωσης!– αντιστοιχεί σε νίκη της ιδεολογίας του σώματος που ξαποστέλνει το πνεύμα σε δεύτερη μοίρα, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Η «παραφωνία» που κυριαρχεί σε ένα μέρος των σχέσεων μεταξύ Bleuler και Freud ενδέχεται να πηγάζει από εδώ. Χωρίς να είναι φροϋδικός, ο Ganser αρνείται να καταφύγει πίσω από τη λογική του σώματος, απορρίπτει επίσης το κρυφτούλι με την έννοια της προσποίησης για να μη δει ό,τι βρίσκεται απέναντι και αντιμετωπίζει, όπως μπορεί, την οδύνη, αφού προηγουμένως μετατρέψει την αμφιβολία των έτοιμων επιστημονικών απαντήσεων σε κλινική μέθοδο. Ο Bleuler οικειοποιείται την ιδέα ότι η λυκοφωτική κατάσταση τύπου Ganser δεν είναι παρά μια προσποίηση τρέλας, όπως την φαντάζεται και ο κοινός νους7 –με τον «φροϋδισμό» του να εμφανίζεται στην ιδέα ότι η προσποίηση ελέγχεται από το ασυνείδητο!8 Σε κάθε περίπτωση, θα ανήκει έκτοτε στην «ελαφράς μορφής σχιζοφρένεια» [20].
Στο εγχειρίδιο του 1916, ο Bleuler θα εικονογραφήσει σε μερικές γραμμές την διφορούμενη στάση που είχε ήδη επιδείξει το 1908 και 1911 σε σχέση με τον Ganser. «Μια κατάσταση που δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωρίσει κανείς από τις άλλες κατατονικές καταστάσεις, είναι το παρακινητικό σύνδρομο, στο οποίο το σύνολο των συμπτωμάτων περιορίζεται σε υπερβολικές γκριμάτσες που γίνονται για να τραβήξουν την προσοχή, καθώς και σε παράπλευρες απαντήσεις. Εμφανίζεται ομοίως στη λυκοφωτική κατάσταση (σύνδρομο Ganser) αποκλειστικά ως αντίδραση σε μια περίσταση από την οποία το άτομο θέλει (ασυνειδήτως) να απαλλαγεί μέσω της ψυχικής ασθένειας.[…]. Μπροστά σε αφόρητες καταστάσεις, συνήθως μετά από ερωτική απογοήτευση, οι σχιζοφρενείς καταφεύγουν σε μια λυκοφωτική κατάσταση· η δυσάρεστη πραγματικότητα ακρωτηριάζεται [abgelspalten] ή δεν υπάρχει γι’ αυτούς παρά μόνο συμπληρωματικά· έτσι δημιουργείται αντισταθμιστικά ένας φανταστικός κόσμος, μέσα στον οποίο οι επιθυμίες εκπληρώνονται άμεσα, για παράδειγμα, η ασθενής παντρεύεται τον εραστή της, την επισκέπτεται κάθε νύχτα, μένει έγκυος και φέρνει στον κόσμο ένα παιδί […]. Η συμπεριφορά των λυκοφωτικών περιπτώσεων ποικίλλει. Κάποιοι ζουν τα όνειρά τους, παραμένοντας ήσυχοι στο κρεβάτι, ακόμη και κάτω από τα σκεπάσματα. Άλλοι περιφέρονται άσκοπα και, καθώς έχουν λανθασμένη αντίληψη του περιβάλλοντος, έρχονται αναπόφευκτα σε σύγκρουση μαζί του […]. Ενώ οι λυκοφωτικές καταστάσεις στην υστερία ή την επιληψία δεν διαρκούν συνήθως παρά ώρες ή μέρες, αυτές των σχιζοφρενών μπορούν να διαρκέσουν μήνες, και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και πάνω από χρόνο. Παρόλα αυτά, από την γένεσή τους κιόλας, σπάνια αφήνουν πίσω τους κάποια σημαντική επιδείνωση της συνηθισμένης κατάστασης, όπως στην περίπτωση άλλων οξέων συνδρομών. Σε προφυλακισμένους της ανακριτικής διαδικασίας και σε άλλες περιπτώσεις και με διαφορετικές αφορμές, αυτή η κατάσταση παίρνει τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου Ganser. Ενώ οι λυκοφωτικές καταστάσεις διαμορφώνονται μέσω της ψυχικής οδού, υπάρχει επίσης ένα είδος άμβλυνσης, (Benommenheit: νοητική νωθρότητα) η οποία έχει οργανικό χαρακτήρα και θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν εξαιτίας της ιδιαίτερα αρνητικής της πρόγνωσης: οι ασθενείς περιφέρονται άσκοπα […] συχνά δυσκολεύονται να απαντήσουν στις ερωτήσεις μας. Η ροή της σκέψης τους είναι αργή, ανακριβής και σύντομη. Αυτά τα άτομα αποτυγχάνουν ακόμη και σε απλούς υπολογισμούς κι όταν γράφουν κάνουν αθέλητα λάθη ορθογραφίας και γραμματικής, προχωρούν σε συναιρέσεις, συμφυρμούς κ.ά., ενώ οι παραισθήσεις και τα προβλήματα προσανατολισμού ενδέχεται, ωστόσο, να είναι απόντα. […]. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η κατάσταση διαχωρίζεται συνήθως δύσκολα από άλλες ψυχογενείς μορφές νοητικής άμβλυνσης [Benommenheit]» [21].
Εφεξής, το σύνδρομο Ganser θα έχει διπλή ζωή, αλλά και κάθε είδος υστερίας θα μπορούσε, βάσει του συστήματος του Bleuler, να είναι σχιζοφρένεια.9 Η χρησιμοποίηση του επιθέτου «σχιζοειδής» για να περιγράψει ό,τι ο Freud και ο Breuer είχαν ονομάσει υπνοειδική κατάσταση, η υστερική σχάση της συνείδησης και η έννοια της «ελαφράς μορφής σχιζοφρένειας» [20], ανοίγουν τον δρόμο για μια άνευ προηγουμένου σύγχυση, η οποία εξακολουθεί να στοιχειώνει ακόμα και σήμερα τους προθαλάμους της επιστήμης. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ουσία των θεμάτων που έθεσε ο Bleuler, οφείλουμε να εξετάσουμε την εσωτερική λογική της μεθοδολογίας του.
«Η φύση του υστερικού παραληρήματος δεν έχει ακόμα καθοριστεί», γράφει στο Εγχειρίδιό του και παρακάτω αναφέρει: «Μιλάμε για μανία, μελαγχολία, υστερική τρελά […]. Αυτοί οι όροι, που χρησιμοποιούνταν συχνά μέχρι πρότινος, αποτελούν για μένα περιπτώσεις σχιζοφρένειας» [22]. Η λογική αυτού του μηχανισμού προβληματίζει: τίθεται ένας άγνωστος (η υστερική τρέλα) και έπειτα αναφέρονται παμπάλαιοι όροι που θα βρίσκαμε, για παράδειγμα, στον Bienville [23].
Η τρίτη λογική κίνηση είναι να αλλοιωθεί το παρελθόν (η ενδομήτρια οργή μετατρέπεται αναδρομικά σε σχιζοφρένεια), πράγμα που επιτρέπει την επιβεβαίωση της σύγχρονης έννοιας της σχιζοφρένειας με την αποδοχή –και την ταυτόχρονη απόκρυψη– του γεγονός ότι αποτελεί εν μέρει το ίχνος της υστερικής τρέλας του παρελθόντος. Η επιδεξιότητα του Bleuler έγκειται στο γεγονός ότι μπόρεσε να θέσει τον άγνωστο σε μια εξίσωση και να επιχειρηματολογήσει ως εάν η αξία αυτού του αγνώστου να οριζόταν από ένα νεολογισμό. Με αυτή την οπτική, αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το γιατί η χάλαση των συνειρμών (Lockerung) μοιάζει στο Vorbeireden,10 ή μάλλον στο Vorbeigehen (παράπλευρο λόγο) του Ganser.
Το παράδειγμα που δίνει ο Bleuler γι’ αυτή τη χάλαση των συνειρμών αξίζει την προσοχή μας: «Στην ερώτηση: “που βρίσκεται η Αίγυπτος;” σε κανένα κανονικό άτομο δεν έρχεται η ιδέα να απαντήσει: “μεταξύ της Ασσυρίας και του κράτους του Κονγκό”. Θεωρούμε ότι αυτό το είδος της κατά προσέγγιση απάντησης είναι παθογνωμονικό του συνδρόμου Ganser» [24].
Με αυτό τον τρόπο ο Bleuler ηθελημένα θεμελίωσε την θεωρία του τόσο πάνω στην υστερία όσο και στην πρώιμη άνοια: «Κάθε υστερικό σύμπτωμα μπορεί να έχει μια σχιζοφρενική βάση. Αυτό ισχύει επίσης για την νευρασθένεια αλλά και για τις ψυχαναγκαστικές ιδέες» [20]. Αν και η παραδοχή αυτή ενοχλεί, είναι μάλλον προφανές ότι, βάσει της περιγραφής του Bleuler, η σχιζοφρένεια περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα, τόσο τη νεύρωση όσο και την ψύχωση, ενώ η θεωρητικοποίησή της βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στην παραποίηση των απόψεων του Ganser. Μπορούμε, εξ άλλου, να το επιβεβαιώσουμε ανατρέχοντας στο Εγχειρίδιο Ψυχιατρικής, όπου ξεκάθαρα αναφέρεται πως η διαφορά μεταξύ σχιζοφρένειας και υστερίας δεν είναι παρά «ζήτημα βαθμού του Spaltung» [της σχάσης] και, επίσης, πως η παραποίηση απλών εννοιών «δεν συμβαίνει ποτέ στην υστερία» [22]. Ίσως ο Bleuler να ένιωθε την υποχρέωση να απορροφήσει το σύνδρομο Ganser ώστε να παγιώσει το θεωρητικό του οικοδόμημα γύρω από το Spaltung και τον αρνητισμό. Με αυτή την κίνηση, ωστόσο, ήρθε σε σύγκρουση με κάποιους από τους γερμανούς συνάδελφούς του, οι οποίοι, υποστηρίζοντας τις θέσεις του Ganser, εντόπιζαν σε υστερικούς ασθενείς τους την παραποίηση απλών εννοιών όπως είναι οι αριθμοί, οι ημερομηνίες και τα ονόματα.
Το γεγονός ότι έννοιες όπως Benommen-heit, Lockerung, οπτικές ψευδαισθήσεις και παράπλευρος λόγος ή γελοίες απαντήσεις βρίσκονται τόσο στο έργο του Ganser –ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υστερίας– όσο και στην σχιζοφρένεια του Bleuler, δεν είναι μόνο πρόβλημα ορολογίας. Κάτι παραπάνω, μας επιτρέπει να επερωτήσουμε την κλινική και επιστημονική αξία του θεωρητικού μπλοϋλερικού οικοδομήματος.
O Kretschmer και η έννοια του Bewegungssturm
Η έννοια Bewegungssturm –«κινητική καταιγίδα», βάσει της μετάφρασης του Jankele-vitch– αποτελεί στοιχειώδη θεωρητικοποίηση του συνδρόμου Ganser. Τον όρο χρησιμοποίησε ο Kretschmer (1888-1964) στο σύγγραμμά του [25] που επηρέασε και τον Lacan,11 για να περιγράψει την συμπεριφορά ενός υστερικού υποκειμένου το οποίο, έχοντας απολέσει τις «ανώτερες ιδιότητές του» (sic), προσπαθεί να ξεφύγει από έναν κίνδυνο ή μια αγχογόνο ανεπιθύμητη κατάσταση, χρησιμοποιώντας αρχέγονους ενστικτώδεις μηχανισμούς. Τον κατέστησε μάλιστα στοιχείο-κλειδί της υστερίας, συνδέοντας νευρώσεις του πολέμου (αγχώδεις νευρώσεις και υστερίες μετατροπής), τραυματική νεύρωση και σύνδρομο Ganser, για το οποίο δυσπιστεί ενίοτε, στο ιατροδικαστικό επίπεδο κυρίως.12 Σε κάθε περίπτωση, ο Kretschmer κατέληξε σε συμπεράσματα που μας φαίνονται να προσεγγίζουν εκείνα των Jung και Ganser, χρησιμοποιώντας ωστόσο ένα μοντέλο σκέψης εντελώς διαφορετικό.
Ο Kretschmer βλέπει στο σύνδρομο Ganser ένα ακραίο σημείο της υστερίας: «[Τ]ο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσης ψυχικής επεξεργασίας της αγωνίας ή του φόβου μέσω μηχανισμών υστερικού τύπου, είναι η λυκοφωτική κατάσταση γκανσερικού τύπου […]. Συγκρίνοντας τις υστερικές αντιδράσεις με τις ενστικτώδεις, παρατηρούμε ότι η “τέλεια” υστερία, με τα ποικίλα και έντονα συμπτώματα (ανακλαστικός μηχανισμός, κινητική καταιγίδα, εμβροντησία, παράλυση και λυκοφωτική κατάσταση) εμφανίζεται κυρίως σε καταστάσεις που σχετίζονται με τις βασικές ενορμήσεις, δηλαδή τις ερωτικές συγκρούσεις και τον κίνδυνο θανάτου» [25]. Οι «παράπλευρες (ή αθέλητες) απαντήσεις» θα μπορούσαν, λοιπόν, να θεωρηθούν ως το λεκτικό ισοδύναμο της κινητικής καταιγίδας, η οποία, με την σειρά της, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η άτακτη εκδήλωση μιας ενόρμησης που δεν κατευθύνεται προς την ικανοποίησή της, αλλά προς την επιβίωση. Συνεπώς, το σύνδρομο Ganser αποτελεί ένα είδος άρνησης του θανάτου στο πεδίο της μάχης, καθώς και του ψυχικού θανάτου μέσα σε συνθήκες φυλάκισης και απομόνωσης.
Στα γραπτά του Kretschmer παρατηρούμε την έντονη επιθυμία του να επανατοποθετήσει την κινητική καταιγίδα –μονοπάτι που κατ’ αυτόν οδηγεί στο σύνδρομο Ganser ή σε ισοδύναμό του– μέσα στο πλαίσιο μιας επιλογής: «Εάν η αύξηση των ρυθμικών κινήσεων μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωμα παλινδρόμησης του ψυχικού μηχανισμού στο σύνολό του προς χαμηλότερους φυλογενετικούς βαθμούς, το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε και για κάποιες άλλες εκδηλώσεις. Είδαμε ότι αυτό που χαρακτηρίζει τις κατώτερες σειρές ζώων είναι το ότι η προσαρμογή τους σε νέα εξωτερικά ερεθίσματα πραγματοποιείται με υπερβολική παραγωγή κινήσεων, ενώ μόνο σε ανώτερους βαθμούς εξέλιξης η προσαρμογή είναι, θα λέγαμε, εσωτερική και πραγματοποιείται χάρη, όχι σε κινήσεις, αλλά σε απαρχές κινήσεων, έτσι ώστε η αντίδραση στο νέο ερέθισμα να εκφράζεται ευθύς αμέσως με κατάλληλες κινήσεις, ως αποτέλεσμα μιας μη ορατής ψυχικής επιλογής» [25]. Επομένως, στο έργο του Kretschmer υπάρχει η ψυχική αιτιότητα, μια «δέσμη ψυχικών αιτιών» που κινείται προς έναν στόχο εκφράζοντας μια επιθυμία…
Κάποια στοιχεία της γαλλικής θέσης
Ο L. Lichtwitz [27] μελέτησε λεπτομερώς το θέμα της αναισθησίας των βλεννογόνων, με το οποίο ασχολήθηκε αργότερα και ο ίδιος ο Ganser. Κάτω από τον τίτλο «Υποβολές» αναφέρει πως «η ασθενής δέχεται τόσο σε κατάσταση εγρήγορσης όσο και σε καταλειπτοειδή κατάσταση, κάθε είδους υποβολές. Αναφέρουμε μόνο αυτές που σχετίζονται με την κατάργηση των αντανακλαστικών των βλεννογόνων. Εάν υποβάλουμε στην ασθενή την ιδέα πως δεν έχει πια το αντανακλαστικό του εμετού στο άγγιγμα του πίσω μέρους της στοματικής κοιλότητας, θα πρέπει να ερεθίσουμε για πολύ ώρα την υπερώα και τα πίσω τοιχώματα του φάρυγγα για να προκαλέσουμε το αντανακλαστικό του εμετού, ακόμη και αν η ασθενής αισθάνεται την επαφή με το γλωσσοπίεστρο όπως και πριν» [2].
Ο Lichtwitz περιγράφει ένα είδος δερματικής αναισθησίας την οποία «μετατοπίζει» βάσει αυτού που ονομάζει, ίσως επηρεασμένος από τον Charcot, «μεταβίβαση»: «Προκαλέσαμε μεταβίβαση μέσα σε δέκα με δεκαπέντε λεπτά, εφαρμόζοντας χρυσά νομίσματα στο αριστερό αντιβράχιο. Πριν αρχίσει η μεταβίβαση, η αριστερή ημιαναισθησία –που δεν είναι πλήρης στην ασθενή–, γινόταν πρώτα πλήρης, δηλαδή, οι συνήθως ευαίσθητες δερματικές περιοχές της αναισθητικής πλευράς, που είχαν αναισθητοποιηθεί στην αρχή του πειράματος, αντιστέκονταν για περισσότερο χρόνο στη μεταβίβαση. Οι βλεννογόνοι και τα όργανα των αισθήσεων δέχονταν την μεταβίβαση σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά την διαδικασία, η ημιαναισθησία της δεξιάς πλευράς ήταν πλήρης. Προκαλέσαμε επίσης μεταβίβαση γεμίζοντας με υδράργυρο τον αριστερό ακουστικό πόρο. Η μεταβίβαση ήταν ολική μέσα σε ενάμισι λεπτό» [27].
Αν και ο Lichtwitz διακρίνει σαφώς τις διαταραχές της υστερικής αισθητικότητας, τις οποίες αργότερα θα φέρει στο προσκήνιο ο Ganser (αναστολή της συνήθους γνώσης, βαθιά τροποποίηση του πεδίου της συνείδησης), δεν είναι και ο μόνος που τις αναφέρει. Και άλλοι επίσης κάνουν λόγο για περιπτώσεις «ιδιαίτερης μορφής» υστερίας όπως, για παράδειγμα, ο René Lepine, ο οποίος σε άρθρο του 1894 αναφέρει τα εξής: «Ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται τίποτα εκτός από τον θόρυβο που ακούει. Πολλές φορές χτυπήσαμε ξαφνικά πίσω του ένα καμπανάκι παράγοντας ήχο εκκωφαντικό και ανυπόφορο για κάθε άτομο με κανονική ακοή […]. Είναι απολύτως σίγουρο ότι ο ασθενής δεν ακούει το καμπανάκι, αν δεν τον ειδοποιήσουμε πρώτα και αν δεν το βλέπει. Η προσποίηση εκ μέρους του δεν είναι αποδεκτή, γεγονός για το οποίο δεν αμφέβαλλε κανείς από τους πολλούς γιατρούς που ήταν παρόντες» [28].
Ο Lepine περιγράφει, επίσης, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε παράπλευρη αντίληψη: «Παρουσιάζω στον ασθενή, από κατάλληλη απόσταση, μια παραμάνα, αντικείμενο που δεν του είναι […] γνωστό και εκείνος απαντά “είναι λευκό”. Όταν τον πιέζω να γίνει πιο συγκεκριμένος λέει “είναι ένα κομμάτι κιμωλία”. Είναι επομένως βέβαιο ότι βλέπει, όταν γνωρίζει τι πρέπει να δει» [28].
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στο γύρισμα του αιώνα (από τον 19ο στον 20ο), κάποιοι γάλλοι συγγραφείς είχαν ήδη δώσει τις κατευθύνσεις που θα διευκόλυναν την είσοδο των ιδεών του Ganser στη χώρα. Γι’ αυτό και οι επιφυλάξεις που παρουσιάστηκαν μας προκαλούν έκπληξη, αφού ο λησμονημένος της Δρέσδης δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ενοποιήσει σε διάφορες κλινικές εικόνες ό,τι ήταν ήδη γνωστό στη Γαλλία από μεμονωμένες περιπτώσεις όπως, όταν το 1910 οι Mairet και Salager ανέφεραν στο σύγγραμμά τους για την υστερική τρέλα13 το φαινόμενο της επερχόμενης αμνησίας, που δεν ήταν παρά μια κοινή διαπίστωση [29]_ Ένας από τους βασικούς υπεύθυνους αυτής της συντονισμένης εκτροπής θεωρούμε πως ήταν ο Costedoat [30, 31] που επισημοποίησε, κατά μια έννοια, την απόρριψη της δουλειάς του Ganser στο έργο του με τίτλο Η προσποίηση παθολογικών συμπτωμάτων και ασθενειών. Έχοντας αποκτήσει την φήμη του ειδικού στον τομέα του, τράβηξε αναμφίβολα την προσοχή πολλών συνάδελφών του και συνέβαλε έτσι στην εγκαθίδρυση μιας λανθασμένης αντίληψης για τη συμβολή του Ganser.
Πράγματι, ο Ganser και η έννοια της λυκοφωτικής υστερίας ζημιώθηκαν επίσης κι από την συγχώνευση του συνδρόμου του με την ψύχωση εγκλεισμού. Κι επειδή ένα φαινόμενο παρατηρείται στη φυλακή, τούτο δεν σημαίνει πως δεν παράγεται αλλού.
Από τον Πόλεμο μέχρι σήμερα
Από την εποχή του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, δυο ήταν οι παράγοντες που από κοινού κατέστησαν τις ιδέες του Ganser ακόμα λιγότερο αποδεκτές: (α) ο ρόλος του Babinski (1857-1932), μαθητή του Charcot, ο οποίος θα γκρεμίσει το οικοδόμημα του δάσκαλου του και (β) η πρωταρχική ανάγκη να παραμείνουν στο μέτωπο όσο το δυνατόν περισσότεροι άνδρες. Σε αυτά τα δεδομένα θα έρθει να προστεθεί και ένας οικονομικός παράγοντας, αφού στα υστερικά περιστατικά δεν αναγνωριζόταν το δικαίωμα σύνταξης ή απαλλαγής. Έχοντας λοιπόν ως στόχο την «απαγόρευση» της τραυματικής υστερίας, οι «κατά φαντασία ασθενείς» εντοπίζονταν, παρακολουθούνταν νυχθημερόν και, εφόσον η υστερία θεωρείτο απλώς υποβολή και προσποίηση, στέλνονταν πίσω στο μέτωπο το συντομότερο δυνατόν.
Σε ένα άρθρο του 1917, ο Henri Aime, γιατρός-ταγματάρχης και υπεύθυνος μιας νευροψυχιατρικής υπηρεσίας αντιμετωπίζει ως ακολούθως τα κλινικά προβλήματα πολέμου: «Οι “κλονισμοί” δεν εμφανίστηκαν […] παρά μόνο στο τέλος του πρώτου εξαμήνου. Εμφάνιζαν έναν μεταβατικό χαρακτήρα, προγνωστικά συνήθως απατηλό. Από την στιγμή που ο πόλεμος λίμνασε, εμφανίστηκαν και οι πιο σοβαρές διαταραχές. Η μάχη των χαρακωμάτων δημιούργησε […] ένα σχεδόν μόνιμο σύνδρομο “κλονισμού”. Ο κατάλογος συμβάντων […] περιλαμβάνει 168 περιπτώσεις […], οι οποίες πιστεύω ότι μπορούν να διαχωριστούν ως εξής: (α) 12 περιστατικά κωφαλαλίας ή πλήρους βωβότητας με ή χωρίς πραγματικές ακουστικές βλάβες, (β) 21 περιπτώσεις επώδυνου “κλονισμού” (μετωπιαία κεφαλαλγία, σύγχυση, εξασθένηση, κ. ά. (γ) 17 περιπτώσεις λαβυρινθικoύ “κλονισμού” όλων των βαθμίδων, από απλή βαρηκοΐα μέχρι αταξία, (δ) 54 περιπτώσεις τυπικού διασεισικού συνδρόμου με μυδρίαση, αύξηση των δερματικών και τενοντίων αντανακλάσεων, εφίδρωση, διαταραχές θερμοκρασίας, υπερσυγκινησία κ. ά. (ε) 47 περιπτώσεις μεταδιασεισικών συγχυτικών καταστάσεων, με νησιοειδή αμνησία, παραλήρημα, ονειρική διέγερση, κατατονικές εικόνες κ. ά. (ζ) 17 περιπτώσεις διαφόρων τύπων (παρετικές, επιληπτοειδείς κ.ά.» [33].
Αυτή η κατηγοριοποίηση έγινε «χάριν ευκολίας». Είναι ωστόσο δύσκολο να μην αναγνωρίσουμε την ομοιότητα μεταξύ της πέμπτης κατηγορίας και της λυκοφωτικής υστερίας όπως την περιέγραψε ο Ganser, που δεν είχε ποτέ υπηρετήσει στις διοικητικές υπηρεσίες του στρατού. Σε μια έκδοση του τέλους του πολέμου, ο André Leri –ψυχίατρος, συνεργάτης του Babinski και ειδικός στις νευρώσεις πολέμου– δηλώνει κατηγορηματικά: «Τα αποτελέσματα της θεραπείας υστερικών περιπτώσεων στο στράτευμα και σε κάποιες εσωτερικές υπηρεσίες, δικαιολογούν πλήρως την απόφαση η οποία ελήφθη από τον Εταιρεία Υγείας (Société de Santé) βάσει της αναφοράς των Babinski, Grasset και εμού, σύμφωνα με την οποία οι εμφανίζοντες υστερικά χαρακτηριστικά δεν δικαιούνται απαλλαγής ή οικονομικής απολαβής, απόφαση η οποία εφαρμόστηκε από τον υφυπουργό Υγείας» [34].
Κάτω από μια τέτοια προοπτική, αντιλαμβανόμαστε εύκολα γιατί ο Leri αρνείται να προσφέρει στους ασθενείς όπλα: «την αυθυποβολή στις θεραπευτικές προσπάθειες που θα ήταν τόσο πιο σημαντικές όσο ο όρος της διάσεισης διαθέτει πάντα μέσα στον κόσμο μια σοβαρή σημασία, όντας εργαλείο πίεσης για μεθύστερες [οικονομικές, φυσικά] διεκδικήσεις. Γι’ αυτό ζητήσαμε, και έγινε δεκτό, να αποφεύγεται η αναγραφή της διάγνωσης της εγκεφαλικής ή εγκεφαλο-νωτιαίας διάσεισης στα εισιτήρια […]» [34].
Ο Ganser, όπως είδαμε, έβλεπε μέσα σε κάθε είδους τραύμα, φυσικό ή ψυχικό, ένα στοιχείο ικανό να οδηγήσει σε λυκοφωτική διαταραχή. Ο Leri, από την πλευρά του, θεωρεί ότι τα κλινικά δεδομένα μπορούν να αλλάξουν βάσει των όρων που χρησιμοποιούμε για να τα περιγράψουμε [35]. Με αυτό τον τρόπο και ως επέκταση της λογοκρισίας των διαγνώσεων, οι γάλλοι τα «κατάφεραν» να προσδώσουν μια απόχρωση υποβολής ή προσποίησης σε κάθε τραυματική αντίδραση…
Στη συνέχεια, τα εγχειρίδια και οι επιτομές ψυχιατρικής μεγάλης κυκλοφορίας14 [36] θα διαιωνίσουν την ήδη υπάρχουσα σύγχυση. Ειδικά ο André Costedoat, ο οποίος θεωρήθηκε ειδικός του συνδρόμου Ganser μετά από μια δημοσίευση του 1933, μας προσφέρει ένα ιδανικό παράδειγμα: «Το σύμπτωμα του Ganser ή των παράλογων απαντήσεων, θα πρέπει να καθιστά ύποπτο αυτόν που το εμφανίζει. Στις ερωτήσεις που τίθενται, ο ενδιαφερόμενος απαντά είτε κατά προσέγγιση είτε κατά τρόπο διαμετρικά αντίθετο από τον αναμενόμενο. «― Τι ώρα είναι; / ― Είκοσι δυο. / ― Πόσων χρόνων είστε; / ― Επτά και μισή.» Η συμπεριφορά αυτή συνοδεύεται και από τις αντίστοιχες κινήσεις: αν ζητήσουμε από το υποκείμενο να δείξει το αριστερό του χέρι, θα δείξει το δεξί και αντιστρόφως. Θεωρούμε πως η πρώτη σκέψη του ειδικού θα πρέπει να είναι πως έχει να κάνει με έναν αδέξιο υποκριτή ο οποίος προσπαθεί να υιοθετήσει μια συμπεριφορά αντίθετη προς αυτή που θεωρεί φυσιολογική. Στην πραγματικότητα, η σημασία αυτού του συμπτώματος ποικίλλει. Αν και η προσποίηση […] είναι αυτή που εμπλέκεται συνήθως, μια προσποίηση νοητικά καθυστερημένου υπομανιακού, το σύμπτωμα Ganser γενικότερα, θα πρέπει να θεωρείται ως ένα είδος παιχνιδιού, ένα είδος παθολογικού αστείου· αυτό φαίνεται να ισχύει στο αρχικό στάδιο της πρώιμης άνοιας, οπότε, όπως συμβαίνει κάποιες φορές, η ασθένεια δεν έχει ακόμη αποκαλύψει την πραγματική της φύση και εμφανίζεται μέσω του ανώδυνου μανδύα της υστερίας, ενώ αργότερα, όταν πλέον εκδηλωθεί, το σύμπτωμα Ganser είναι σημάδι αρνητισμού. Στην δε χρόνια συστηματική ψύχωση δεν είναι παρά ένα μέσο άμυνας για την αποφυγή ερωτήσεων» [31].
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κάποιες μεμονωμένες εργασίες έρχονται να θυμίσουν ότι το σύνδρομο Ganser, υπό την αυστηρή του έννοια, είναι κατά βάση ένα νευρωτικό φαινόμενο το οποίο, αντιθέτως, συνηθίσαμε να θεωρούμε «ψυχωτικό». Διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε ένα άρθρο του 1952: «Σχετικά σπάνια δημοσιεύονται παρατηρήσεις του συνδρόμου Ganser. Στην τρέχουσα κλινική παράδοση, από την εποχή των αρχικών περιγραφών υστερικών περιπτώσεων, παρουσιάστηκε μία διολίσθηση κατευθυνόμενη προς την αφομοίωση του συνδρόμου Ganser με τις παράπλευρες απαντήσεις των σχιζοφρενών» [39].
Ο George Heuyer, για παράδειγμα, φέρνει το 1974 την παραποίηση στο ζενίθ: «Το σύνδρομο Ganser ή παράπλευρος λόγος [40]. Ο σχιζοφρενής απαντά σε ερώτηση και ο λόγος του δεν σχετίζεται καθόλου με το θέμα της συζήτησης». Ακόμη πιο κοντά στις μέρες μας, το 1993, ο Eric Bazin και οι συνεργάτες του [41, 42] επιχειρούν μια επανατοποθέτηση του θέματος: «Εάν το σύνδρομο Ganser είναι μια αναγνωρίσιμη έννοια», γράφουν με επιφύλαξη, «το περιεχόμενό της […] είναι μάλλον προβληματικό.» Αυτή η αβεβαιότητα ως προς την σημασία του συνδρόμου τους οδηγεί στην παγίδα της πρώτης εκείνης διαστρέβλωσης: «Στις παρατηρήσεις που έχουν εκδοθεί διαπιστώνουμε την εξής κατανομή: υστερία 51%, σχιζοφρένεια 24%, προσποίηση 6%, άλλα 19%».
Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, μόνο το ήμισυ των περιπτώσεων θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε αυτό που ο Ganser θεωρούσε πως είχε ανακαλύψει ως δηλωτικό της λυκοφωτικής υστερίας και κανενός άλλου. Ωστόσο, εάν θεωρήσουμε τα σύνδρομα ως καίρια σημεία προσανατολισμού, δεν θα μπορούσαμε βέβαια να κατευθυνθούμε ταυτοχρόνως και προς τον βορρά και προς τον νότο, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, η διάγνωση της ψύχωσης θα έπρεπε να αποκλείει την διάγνωση της λυκοφωτικής υστερίας, εφόσον, δεν μπορούν να ανήκουν και οι δυο στην ίδια λογική κατηγορία. Σε αντίθετη περίπτωση, τέτοιου είδους στατιστικά στοιχεία υπονοούν πως οι Ganser, Ey [43], Laing [44] και άλλοι πλανώνται [45], γεγονός που θα ενίσχυε την λογική του Bleuler. Κάθε κατευνασμός, κάθε λογική ταυτότητας δεν θα μπορούσε παρά να προωθήσει μια συσσώρευση λόγων όπου όλα ομογενοποιούνται…
Το σύνδρομο Ganser φαίνεται να εμφανίζεται σε συνθήκες ιδιαίτερης ψυχικής έντασης: κυνηγάμε τον δαίμονα και επανεμφανίζεται στις φύλακες, απαγορεύουμε την υστερία στα χαρακώματα και θα συναντήσουμε μια μυριάδα συνώνυμων… Στις Η.Π.Α. επιχειρήθηκε η εξαφάνιση της υστερίας_ το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό: μια πλειάδα διαγνώσεων πολλαπλής προσωπικότητας, καθώς και ένα νέο σύνδρομο που σχετίζεται με απαγωγή από εξωγήινους… Οι εργασίες του καθηγητή στο Harvard J. Mack [46] θα έκαναν τον Ganser να χαμογελάσει αφού, αυτός ο μικρός φρενολόγος φαίνεται πως αντιλήφθηκε κάτι πολύ βασικό, είτε το ονομάζουμε σύνδρομο Ganser, ξεπερασμένη νεύρωση ή ακόμα και υποκινούμενη παραληρητική πνοή. Όταν δεν παίρνουμε υπ’ όψιν μας τη δουλειά του Ganser είναι, κατά βάση, ένας τρόπος να μην υπολογίσουμε την ίδια την κλινική. Πράγματι, από αφήγηση σε αφήγηση και από περίπτωση σε περίπτωση, ανακαλύπτουμε και πάλι, κατά μια έννοια, την συνέχεια και την εμμονή μιας ασυνείδητης λογικής που μας επιτρέπουν την παράκαμψη των λέξεων με σκοπό να διατηρήσουμε μια υποκειμενικότητα… Το σύνδρομο Ganser γίνεται κατανοητό ως ένας αμυντικός μηχανισμός τον οποίο ενδέχεται να χρησιμοποιήσει κάποιος υπό διάφορες συνθήκες ( πόλεμος φυλάκιση, χρήση ουσιών κ.ά.) όταν ο χρονικός παράγοντας δεν επιτρέπει την ομαλή λειτουργία της απώθησης. Η συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση είναι κεφαλαιώδους σημασίας ως φυλάκιο της υστερίας. Θα λέγαμε πως μπορεί να θεωρηθεί ως μια αυθεντική μορφή της υστερίας, η οποία αντικατοπτρίζει την φύση της δομής, με την έννοια που οι Lacan και Minkowski απέδωσαν στον συγκεκριμένο όρο. Οι μηχανισμοί του συνδρόμου Ganser (αναστολή, αμνησία, διαστρεβλωμένη αντίληψη του κόσμου που μας περιβάλλει) μπορούν να θεωρηθούν ως «έκτακτες αντιδράσεις» συγκρίσιμες με την έννοια της κινητικής καταιγίδας.
Η πραγματικότητα, αλλά και η συνοχή της συγκεκριμένης διαταραχής δεν είναι δυνατόν να παραβλέπονται στις μέρες μας, ακόμη και αν μια νευρολογική βάση δεν εντοπιστεί ποτέ. Υπό αυτή την έννοια, η δουλειά του Ganser προσεγγίζει περισσότερο τον Freud παρά τον Charcot. Θεωρούμε επίσης ότι ο όρος «λυκοφωτική υστερία» θα πρέπει να διατηρηθεί εφόσον αποτελεί για τον κλινικό ένδειξη του ότι ο ασθενής βρίσκεται μεταξύ δυο διαφορετικών καταστάσεων: το υποκείμενο του ασυνείδητου λειτουργεί παράλληλα με το συνειδητό Εγώ, κάτι που μας οδηγεί στην διαπίστωση ότι το σύνδρομο Ganser (ή το σύμπτωμα Ganser κατά τον Abraham ) αποτελεί ένα ξεκάθαρο παράδειγμα της διάσπασης του υποκειμένου.
Μια θεώρηση της ανθρώπινης εμπειρίας η οποία αρνείται την ψυχολογική αλήθεια του συνδρόμου Ganser είναι πιθανότατα κυρίως ιδεολογική και διοικητική –δεν μπορεί ωστόσο να παρουσιάζεται ως κλινική υπό την έννοια των Ganser, Ey και Abraham.
Σημειώσεις
1 Θεωρούμε ότι η υστερική ονειρώδης κατάσταση προϋποθέτει την προηγούμενη ύπαρξη του αντικειμένου του ασυνειδήτου και του συνειδητού υποκειμένου. Μια μεταβαλλόμενη συνείδηση του περιβάλλοντος συνυπάρχει με ασυνείδητες επιθυμίες χωρίς το υποκείμενο να είναι σε θέση να τις διαχωρίσει.
2 Η απάντηση βρίσκεται στην σημειωτική κατεύθυνση της ερώτησης, όμως το περιεχόμενό της είναι εννοιολογικά απομακρυσμένο. Η ερώτηση για παράδειγμα «ποια είναι η ηλικία σας» θα μπορούσε να έχει ως απάντηση «τρεις παρά τέταρτο» –η έννοια του χρόνου είναι, ωστόσο, αναγνωρίσιμη.
3 Γράφει ο Joung: «Η προσωπική μου παρατήρηση της συχνότητας του συνδρόμου Ganser ταιριάζει απόλυτα με τον φροϋδικό μηχανισμό της απώθησης συναισθημάτων. Επομένως, θα μπορούσε κανείς δικαιολογημένα να θεωρήσει αυτές τις ιδιαίτερες καταστάσεις ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας επιρροής των συναισθημάτων και σε ψυχογενείς διαταραχές δεν είναι καθόλου περίεργη η παρείσφρηση κάθε είδους “προσποιητών” συμπτωμάτων, ανάλογα με το περιβάλλον» [13].
4 «Το σύνδρομο Ganser […] θα πρέπει να θεωρείται ως ένα αυτοματοποιημένο σύμπτωμα παρόμοιο με την προσποίηση».
5 Για τον Karl Abraham είναι εμφανές πως το σύνδρομο Ganser ανήκει στην λυκοφωτικη υστερία.
6 Εδώ ο Bleuler απλώς αναπαράγει μια αναλογία την οποία είχε ήδη χρησιμοποιήσει ο Moreau de Tours το 1855.
7 Bλ. Bleuler, Affectivity, Suggestibility, Paranoia: «Υπάρχουν επίσης τύποι ηθελημένης υστερίας (wish hysterias), πέρα από τις παραληρητικές καταστάσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν μια πλασματική αυτοεκπλήρωση (fictitious wish fulfillment), η επιθυμία μπορεί τότε να εκπληρωθεί πλήρως. Ένας προφυλακισμένος, για παράδειγμα, που πιστεύει πως τον συμφέρει να κηρυχθεί παράφρων, ενδέχεται να διαταραχθεί ψυχικά, αλλά όπως ο ίδιος το εννοεί (σύνδρομο Ganser)» [19].
8 «Μια προσποίηση παραφροσύνης, όπως την αντιλαμβάνεται ο κοινός νους, που ελέγχεται από το ασυνείδητο, αυτή είναι η λυκοφωτικη κατάσταση Ganser» [20]».
9 «Προς το παρόν, οφείλουμε μόνο να θυμόμαστε πως κάθε υστερικό σύμπτωμα ενδέχεται επίσης να έχει σχιζοφρενική βάση».
10 Πρόκειται για όρο του Moeli (1988). Ο Ganser χρησιμοποιεί τον όρο Vorbeigehen.
11 Ο Lacan θα δείξει έντονο ενδιαφέρον για την δουλειά του Kretschmer: η έννοια της «μη ορατής ψυχικής επιλογής» του Kretschmer επηρέασε την κατοπινότερη του σύλληψη της έννοιας της «απεριόριστης επιλογής» (choix insondable) στην ψύχωση.
12 Προφανώς ο Kraepelin είχε αυτή την έννοια κατά νου όταν συνέγραψε την περίφημη κριτική του για τα Σοβιέτ της Βαυαρίας [26].
13 «Η αμνησία δεν είναι παρά ένα επιπλέον στοιχείο και η υστερική τρέλα διατηρεί πάντοτε τα ίδια χαρακτηριστικά». Αυτό το βιβλίο είναι ίσως ένα από τα τελευταία που βρίσκουμε υπέρ της υστερικής τρέλας. Με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα επέλθει και ο μεγάλος κερματισμός. Η συνέχεια θα επιφέρει την αδυναμία να κατανοηθεί το «σοκ των οβίδων» (shell shock), έτσι που οι ειδικοί του μεταπολέμου να έχουν την ευκαιρία να μοιράσουν την υστερία μεταξύ ψύχωσης και προσποίησης. Το «shell shock» εντάσσεται στην προϊστορία του PTSD, βλ Πετρίκης Π., 2005 [32].
14 Το σύνδρομο Ganser βρίσκεται στις 23 αράδες που αναφέρονται στον «λόγο του προϊόντος ανοϊκού». Ο J. Rogues de Fursac διαχωρίζει το σύμπτωμα Ganser από απαντήσεις πραγματικά παράλογες «χωρίς καμία απολύτως σύνδεση με τις ερωτήσεις που ετέθησαν» (σ. 83-84) κι αφήνει στην άκρη το σύνδρομο [37]. Πιο κοντά στις μέρες μας, ο Baruk αναφέρει το σύνδρομο Ganser μεταξύ των σχιζοφρενικών και διασχιστικών αντιδράσεων [38].
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.