Άννα Καρλοβασίτου-Κόνιαρη
Καθηγήτρια Νευρολογίας και
Διευθύντρια του Εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας του
Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ

σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]

Επιληψίες

Εισαγωγή

Η επιληψία ή οι επιληψίες, όπως είναι προτιμότερο να λέγεται, δεν είναι μία νοσολογική οντότητα, αλλά αποτελείται από διάφορα σύνδρομα και νόσους με διαφορετική αιτιολογία, συμπτωματολογία, πορεία, πρόγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση, ένα από τα συμπτώματα των οποίων, ή το μοναδικό σύμπτωμα, είναι η εμφάνιση επαναλαμβανόμενων (δύο ή περισσότερων) επιληπτικών κρίσεων. Οι επιληψίες είναι από τα συχνότερα χρόνια νευρολογικά νοσήματα και η συχνότητά τους κυμαίνεται μεταξύ 0,5-1% στον γενικό πληθυσμό. Στα παιδιά και στους ενήλικες άνω των 60 ετών είναι μεγαλύτερη.

Τα αίτια των επιληψιών ποικίλλουν και εξαρτώνται κατά πολύ από την ηλικία εμφάνισης της επιληψίας. Όταν η επιληψία εμφανίζεται τις πρώτες δύο δεκαετίες της ζωής, τα συνηθέστερα αίτια είναι συγγενείς και γενετικές ή ενδομήτριες και περιγεννητικές βλάβες, λοιμώξεις, δυσπλασίες αγγειακές ή φλοιϊκές του εγκεφάλου και σκλήρυνση του ιπποκάμπου. Στη μέση ηλικία η εμφάνιση επιληψίας είναι συνήθως συμπτωματική με συχνότερα αίτια χωροκατακτητικές εξεργασίες και κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και στη τρίτη ηλικία επίσης συμπτωματική από αγγειακές βλάβες και εκφυλιστικά νοσή-ματα.

Όταν τα αίτια της επιληψίας είναι συγκεκριμένα, η επιληψία λέγεται συμπτωματική, ενώ όταν η αιτία δεν καθορίζεται λέγεται ιδιοπαθής. Οι ιδιοπαθείς επιληψίες είναι συχνές στις πρώτες δύο δεκαετίες της ζωής και έχουν γενετικό υπόστρωμα. Προκύπτουν από δυσαρμονία μεταξύ των ευοδωτικών και ανασταλτικών μηχανισμών του εγκεφάλου. Επιληψίες χωρίς εμφανή αίτια, που δεν μπορούν να ενταχθούν στις ιδιοπαθείς, ονομάζονται κρυπτογενείς. Με την εξέλιξη των νευροαπεικονιστικών τεχνικών, σε πολλές από τις θεωρούμενες κρυπτογενείς επιληψίες αποκαλύπτονται εγκεφαλικές βλάβες, όπως φλοιϊκές δυσπλασίες, χαμηλής κακοήθειας όγκοι του εγκεφάλου κ.ά.

 

Επιληπτική κρίση

Η επιληπτική κρίση είναι ένα σύμπτωμα του οποίου η κλινική εικόνα ποικίλλει και χαρακτηρίζεται από την παροξυντική εμφάνιση επεισοδίων με νευρολογική ή ψυχιατρική σημειολογία. Προκαλείται από αιφνίδια, υπέρμετρη και σύγχρονη διέγερση μιας ομάδας νευρικών κυττάρων ή όλων των νευρικών κυττάρων του φλοιού του εγκεφάλου. Χαρακτηριστικό των επιληπτικών κρίσεων είναι ότι εμφανίζονται αιφνίδια, διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα έως 1-2 λεπτά, σπάνια περισσότερο, εκτός από τις περιπτώσεις της επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus), και διακόπτονται το ίδιο απότομα. Μετά την κρίση, το άτομο είναι τελείως καλά και επανέρχεται στην προηγούμενη δραστηριότητα, με εξαίρεση τις γενικευμένες κρίσεις με τονικοκλονικούς σπασμούς που μπορεί να εξελιχθούν σε μετακριτικό ύπνο ή μετακριτική διέγερση. Ενίοτε η κλινική φαινομενολογία της κρίσης είναι τόσο ανεπαίσθητη, ώστε να διαλάθει της προσοχής.

Η ύπαρξη επιληπτικής κρίσης είναι απαραίτητο σύμπτωμα για τη διάγνωση της επιληψίας, αλλά κάθε επιληπτική κρίση δεν είναι επιληψία. Επιληπτικές κρίσεις που εμφανίζονται κάτω από συνθήκες οξείας εγκεφαλικής βλάβης ή άλλης αναστρέψιμης εγκεφαλικής διαταραχής δεν αποτελούν επιληπτική νόσο.

Atsuko Tanaka
Atsuko Tanaka

Ταξινόμηση των επιληπτικών κρίσεων

Οι επιληπτικές κρίσεις, σύμφωνα με τη διεθνή ταξινόμηση της Παγκόσμιας Οργάνωσης κατά της Επιληψίας (1981) που βασίζεται σε κλινικά και ηλεκτροεγκεφαλογραφικά χαρακτηριστικά, διακρίνονται σε γενικευμένες, εστιακές και εστιακές με δευτερογενή γενίκευση με τονικοκλονικούς σπασμούς. Ειδικότερα:

Γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις

Κατά την κρίση εκφορτίζουν όλοι οι νευρώνες του φλοιού του εγκεφάλου. Σε αυτές εντάσσονται οι παρακάτω:

Α) Τονικοκλονικές.

Ο όρος τονικοκλονική κρίση έχει αντικαταστήσει στη σύγχρονη βιβλιογραφία τον γαλλικό όρο «Grand mal» που απέδιδε με τον δραματικότερο τρόπο τη σημειολογία αυτών των κρίσεων. Είναι οι συχνότερες γενικευμένες κρίσεις. Ξεκινούν συνήθως χωρίς πρόδρομα σημεία, με απώλεια συνείδησης και εξελίσσονται σε τρεις φάσεις: τονική, κλονική και μετακριτική που συχνά εξελίσσεται σε ύπνο ή ενίοτε σε διέγερση. Αποτελούν σύμπτωμα τόσο των ιδιοπαθών όσο και πολλών συμπτωματικών επιληψιών. Η διαφορική τους διάγνωση πρέπει να γίνει από συγκοπικές κρίσεις, στις οποίες, όταν είναι παρατεταμένης διάρκειας, μπορεί να εκδηλωθούν τονικά ή κλονικά φαινόμενα, και από ψυχογενείς κρίσεις (ψευδοκρίσεις). Τονικοκλονική κρίση με κλειστά τα μάτια είναι συνήθως ψυχογενής κρίση.

Β) Αφαιρέσεις

Οι αφαιρέσεις είναι κρίσεις μικρής διάρκειας που χαρακτηρίζονται πρωτίστως από αλλοίωση (ελάττωση ή κατάργηση) του επιπέδου της συνείδησης και δεν συνοδεύονται από μείζονα κινητικά φαινόμενα. Διακρίνονται σε:

  • Τυπικές αφαιρέσεις (Petit mal) που παρατηρούνται στo πλαίσιo της ιδιοπαθούς γενικευμένης επιληψίας της παιδικής ηλικίας και, σπανιότερα, της εφηβείας με αφαιρέσεις και παρουσιάζουν παθογνωμονική μεσοκριτική ή κριτική δραστηριότητα στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) αμφοτερόπλευρων εκφορτίσεων, σύγχρονων και συμμετρικών, αιχμής κύματος συχνότητας περίπου των 3 κ/δ (εικόνα 1), σε φυσιολογική, κατά τα άλλα, βασική δραστηριότητα του ΗΕΓ. Σπάνια είναι δυνατό να συνοδεύεται η παροδική απώλεια της συνείδησης από ήπιες μυοκλονίες των βλεφάρων ή περιστοματικές, ήπια τονικά ή ατονικά στοιχεία και απλούς αυτοματισμούς, σε αντίθεση με πιο σύνθετους αυτοματισμούς που απαντώνται στις εστιακές σύνθετες επιληπτικές κρίσεις, καθώς επίσης και φαινόμενα από το αυτόνομο νευρικό σύστημα (ΑΝΣ).
  • Άτυπες αφαιρέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από προοδευτικότερη έναρξη και λήξη, γενικά μεγαλύτερη διάρκεια και συχνά με λιγότερο έκδηλη αλλαγή του επιπέδου συνείδησης σε σχέση με τις τυπικές αφαιρέσεις. Στοιχεία τονικά, ατονικά και μυοκλονικά είναι πιο έκδηλα απ’ ό,τι στις τυπικές αφαιρέσεις. Ο τύπος αυτών των κρίσεων απαντάται κυρίως σε εγκεφαλοπάθειες της παιδικής ηλικίας και συνήθως συνυπάρχουν με άλλα είδη κρίσεων. Το ΗΕΓ διακρίνεται από εκφορτίσεις συμπλεγμάτων αιχμής κύματος αμφοτερόπλευρες, ακανόνιστες και ασύγχρονες, με συχνότητα μικρότερη των 3 κ/δ. Οι εκφορτίσεις αυτές συχνά συνδυάζονται με άλλα ΗΕΓραφικά φαινόμενα, όπως ταχείες και μικρού εύρους δραστηριότητες από αιχμές πάνω σε βασική δραστηριότητα που είναι συνήθως παθολογική (εικόνα 2).
Εικ. 1
Εικ. 1
Εικ. 2
Εικ. 2

Γ) Μυοκλονικές

Οι μυοκλονικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από σύγχρονη σύσπαση αγωνιστών και ανταγωνιστών μυών που προκαλεί ένα αιφνίδιο και βραχείας διάρκειας τίναγμα με ποικίλη εντόπιση και ένταση. Αποτελούν σύμπτωμα πολλών επιληπτικών συνδρόμων από τα πλέον καλοήθη, όπως της νεανικής μυοκλονικής επιληψίας που εμφανίζονται συνήθως μετά την αφύπνιση, μέχρι τις σοβαρές εγκεφαλοπάθειες μαζί με άλλους τύπους κρίσεων. Οι μυοκλονίες δεν είναι πάντοτε επιληπτικό φαινόμενο, όπως π.χ. στις διαταραχές του ύπνου (καλοήθης νεογνικός μυόκλονος, υπναγωγικές μυοκλονίες, περιοδικές κινήσεις των άκρων κατά τον ύπνο), και είναι εντελώς φυσιολογική αντίδραση μετά από ξάφνιασμα. Οι μυοκλονίες στη νεανική μυοκλονική επιληψία εκφράζονται στο μεσοκριτικό ή κριτικό ΗΕΓ με γενικευμένες εκφορτίσεις συμμετρικές συμπλεγμάτων αιχμών-πολυαιχμών βραδέων κυμάτων 3-5 κ/δ και φυσιολογική βασική δραστηριότητα (εικόνα 3).

Δ) Κλονικές κρίσεις

Οι κλονικές κρίσεις συμβαίνουν εκλεκτικά στα παιδιά ενίοτε στο πλαίσιο πυρετικών σπασμών και συνίστανται σε αμφοτερόπλευρα κλονικά τινάγματα, συχνά ασύμμετρα, προοδευτικά επιβραδυνόμενα που συνοδεύονται από αλλαγή του επιπέδου συνείδησης και μετακριτική σύγχυση. Το ΗΕΓ αναδεικνύει ρυθμικές εκφορτίσεις συμπλεγμάτων αιχμής κύματος.

Ε) Τονικές κρίσεις

Οι τονικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από παροξυντική μυϊκή σύσπαση, διάρκειας τουλάχιστον μερικών δευτερολέπτων, που συνοδεύεται από αλλαγή του επιπέδου συνείδησης, άπνοια και άλλες αλλαγές από το ΑΝΣ. Προκαλούν συνήθως πτώσεις και τραυματισμούς. Είναι συχνότερες κατά τη διάρκεια του ύπνου και απαντώνται επιλεκτικά σε επιληπτογόνους εγκεφαλοπάθειες των παιδιών, όπως στο σύνδρομο Lennox Gastaut. Στο ΗΕΓ καταγράφονται γενικευμένες πολυαιχμές. Η διαφορική τους διάγνωση πρέπει να γίνει από δυστονικά σύνδρομα.

ΣΤ) Ατονικές ή αστατικές κρίσεις

Οι ατονικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από την κατάργηση του τόνου θέσεως που προξενεί μια απότομη και τραυματική πτώση. Ενίοτε περιορίζονται σε μια απλή πτώση της κεφαλής προς τα εμπρός. Απαντώνται επιλεκτικά σε επιληπτογόνους εγκεφαλοπάθειες των παιδιών και είναι δύσκολο να διαγνωσθούν ενίοτε κλινικά από μία τονική ή μυοκλονική κρίση ή συνδυασμό αυτών (μυοκλονο-τονική κρίση ή μυοκλονο-ατονική κρίση). Το ΗΕΓ αναδεικνύει εκφορτίσεις πολυαιχμών και ακανόνιστων συμπλεγμάτων αιχμής κύματος. Η διαφοροδιάγνωσή τους πρέπει να γίνει από καταπληξία μέσα στο πλαίσιο ναρκοληψίας, η οποία όμως σπάνια οδηγεί σε πτώση και δεν συνοδεύεται από διαταραχή του επιπέδου συνείδησης.

 

Εστιακές επιληπτικές κρίσεις

Κατά την κρίση εκφορτίζουν ομάδες νευρώνων του φλοιού. Το άτομο μπορεί να διατηρεί πλήρως τη συνείδησή του (απλές εστιακές) ή να εμφανίζει κάποιου βαθμού σύγχυση (λυκοφωτική κατάσταση) (σύνθετες εστιακές). Παρουσιάζουν ποικιλία κλινικών εκδηλώσεων και η συμπτωματολογία τους εξαρτάται από τη λειτουργική εξειδίκευση του λοβού του εγκεφάλου από τον οποίο ξεκινούν και από τη λειτουργική εξειδίκευση των λοβών στους οποίους διαχέονται. Η ανάλυση της κλινικής τους έκφρασης αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της εγκεφαλικής λειτουργίας. Στο ΗΕΓ καταγράφεται ποικιλομορφία εστιακής παροξυντικής δραστηριότητας (συμπλέγματα αιχμής κύματος, αιχμηρά βραδέα, αιχμές κ.ά.) (εικόνες 4, 5) με επικράτηση στις επιληπτογόνους περιοχές.

Διακρίνονται σε απλές εστιακές και σύνθετες εστιακές.

Α) Οι απλές εστιακές κρίσεις χαρακτηρίζονται από απουσία διαταραχής της συνείδησης, αν και αυτό ορισμένες φορές είναι ιδιαίτερα δυσδιάκριτο. Διακρίνονται σε:

  • Κρίσεις με κινητικά φαινόμενα: Οι πλέον τυπικές είναι αυτές με τζακσόνια πορεία και οι μόνες που προσανατολίζουν σαφώς σε μια καθορισμένη φλοιώδη προέλευση. Κλονική ή τονική σύσπαση ακολουθούμενη από κλονικά τινάγματα ξεκινά από ένα περιορισμένο τμήμα ενός μέλους ή από το ήμισυ του προσώπου και εξαπλούται βαθμιαία επηρεάζοντας διαδοχικά κάθε τμήμα του αντίπλευρου προς την εκφόρτιση ημισώματος. Γενικότερα, σωματοκινητικές κρίσεις με ή χωρίς τζακσόνια πορεία που συνδυάζουν τονικές, δυστονικές και/ή κλονικές εκδηλώσεις προσανατολίζουν σε μια μετωπιαία προέλευση. Άλλα είδη κρίσεων με κινητικά φαινόμενα είναι οι στροφικές κρίσεις και οι φωνητικές κρίσεις (αναρθρία, αφημία ή φλοιώδης κινητική αφασία, παλιλαλία). Η παραφασική εκπομπή λόγου πιο επεξεργασμένη και ακατάληπτη προσανατολίζει προς το οπίσθιο τμήμα της ανώτερης κροταφικής έλικας. Η διαφορική διάγνωση των κρίσεων αυτών πρέπει να γίνει από παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, τα οποία συνήθως όμως διαρκούν περισσότερο (5 λεπτά έως 24 ώρες) και από παθήσεις του εξωπυραμιδικού συστήματος με δυστονικά ή υπερκινητικά φαινόμενα.
  • Κρίσεις με αισθητικά ή με αισθητηριακά συμπτώματα: Οι σωματοαισθητικές κρίσεις προκύπτουν από εκφόρτιση στην πρωτογενή αισθητική περιοχή οπισθορολάνδια. Οι εκδηλώσεις είναι παροξυντικές και ποικίλλουν (μυρμηγκιάσματα, τσιμπήματα, αιμωδία, αίσθημα ηλεκτρικής εκκένωσης, πόνος) και αφορούν ένα τμήμα ή ολόκληρη την αντίπλευρη της εκκένωσης ημισωματική πλευρά. Οι οπτικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. Οι στοιχειώδεις παραισθήσεις (φωτεινά σημεία λάμψης, σπινθήρες, σκοτώματα, ημιανοψία κ.ά.), προκύπτουν συνήθως από εκφορτίσεις στον αντίπλευρο περιπληκτραίο ινιακό λοβό. Οι σύνθετες οπτικές ψευδαισθήσεις (σκηνές, πρόσωπα) και οι οπτικές παραισθήσεις (μακροψία ή μικροψία, διπλωπία) εμπλέκουν την ινιακοβρεγματική συμβολή. Οι ακουστικές κρίσεις μπορεί να χαρακτηρίζονται από ακουστικές παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις απλές (θόρυβοι, εμβοές, σφυρίγματα) ή σύνθετες (μουσική, φωνές) συχνότερα μη πλαγιωμένες. Παραπέμπουν σε ερεθιστική βλάβη του οπίσθιου τμήματος της άνω κροταφικής έλικας. Οι οσφρητικές ψευδαισθήσεις είναι πάντοτε ψευδαισθήσεις του τύπου της δυσάρεστης απροσδιόριστης οσμής. Παραπέμπουν σε κρίσεις του κροταφικού λοβού, του αγκίστρου ή της κατώτερης οπίσθιας μετωπιαίας περιοχής. Οι γευστικές κρίσεις είναι ενίοτε δύσκολο να διαφοροδιαγνωσθούν από τις προηγούμενες, παρόλα αυτά είναι διαφορετική η προέλευσή τους που είναι η βρεγματική καλύπτρα. Πρόκειται συνήθως για γευστικές ψευδαισθήσεις συνήθως δυσάρεστες (πικρή ή όξινη ή αλμυρή γεύση που ενίοτε ακολουθούνται από δυσγευσία ή αγευσία). Τέλος, οι κρίσεις ιλίγγου, πολύ σπάνιες, αποτελούν αιτία μεγάλων διαγνωστικών δυσκολιών σε απουσία άλλων συνοδών εκδηλώσεων. Στην εκδήλωσή τους εμπλέκονται ο κατώτερος βρεγματικός φλοιός και ο κροταφικός νεοφλοιός. Η διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνει από παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, ημικρανία και ψυχιατρικές διαταραχές.
  • Εστιακές κρίσεις με συμπτώματα από το ΑΝΣ: Τα συμπτώματα από το ΑΝΣ είναι πολύ συχνά στις εστιακές κρίσεις. Οι υποκειμενικές (σπλαγχνοαισθητικές) και αντικειμενικές (σπλαχνοκινητικές) εκδηλώσεις μπορεί να αφορούν:
    • στο πεπτικό σύστημα: βάρος, σύσφιξη, πόνος, καύσος, ναυτία, εντοπισμένες ή μετατοπιζόμενες συχνά στις κροταφικές κρίσεις, ενώ ερυγές, έμετοι, αποβολή πτυέλων παραπέμπουν περισσότερο στην καλυπτρονησιδιακή περιοχή,
    • στην ουρογεννητική οδό: επιθυμία για ούρηση, κατ’ εξαίρεση στύση ή οργασμός, υπαγορεύει τη συμμετοχή του κογχικού φλοιού,
    • στο καρδιοαγγειακό σύστημα: αίσθημα παλμών, ερυθρότητα, ωχρότητα, ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία, υπερτασικές κρίσεις,
    • στο αναπνευστικό σύστημα: αίσθημα πνιγμού, βήχας, αναπνευστική δυσχέρεια, άπνοια, βραδύπνοια,
    • στη θερμορρύθμιση: ρίγη, ανόρθωση των τριχών, εφίδρωση, ριπή θερμότητας και τέλος,
    • στους εσωτερικούς μυς του οφθαλμού, μυδρίαση και σπανιότερα μύση ή παροξυντικός νυσταγμός.
Εικ. 3
Εικ. 3
Εικ. 4
Εικ. 4
Εικ. 5
Εικ. 5

Η διαφορική διάγνωση των κρίσεων αυτών πρέπει να γίνει από φαιοχρωμοκύττωμα, καρδιακές αρρυθμίες και, όταν συμβαίνουν κατά τον ύπνο, σύνδρομο απνοιών του ύπνου.

  • Εστιακές κρίσεις με ψυχικά φαινόμενα: Εκτός από τις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις που έχουν ήδη περιγραφεί, οι κρίσεις με ψυχικά φαινόμενα συνδυάζουν τυπικά στοιχεία αντίληψης, μνήμης και θυμικού. Υπό τον όρο ονειρική κατάσταση (dreamy state του Jackson) ομαδοποιούνται διάφορα φαινόμενα που συνδέονται με την αποδιοργάνωση των μέσων και πλάγιων κροταφικών δομών έχοντας κοινή μια αλλοιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Μπορεί να πρόκειται για εντυπώσεις αποξένωσης, αποπραγματοποίησης ή βιώματος του παρόντος σ’ έναν ονειρικό κόσμο, καθώς και ψευδαισθήσεις εμπειρίας από εξαναγκασμένη και ανάρμοστη ανάκληση γεγονότων του παρελθόντος. Αυτές οι «μη συνειδητές αναμνήσεις» οδηγούν σε μία κατάσταση «πνευματικής διπλωπίας»: ο ασθενής αισθάνεται τον εαυτό του στο παρόν, βιώνοντας ταυτόχρονα μία σκηνή του παρελθόντος. Οι παραισθήσεις οικειότητας (déjà-vu, déjà-vécu) ή αποξένωσης (jamais-vu, jamais-vécu) μπορούν να εξηγηθούν ως αλλοιωμένη αντίληψη των φυσιολογικά κωδικοποιημένων πληροφοριών, που οδηγούν σε λανθασμένη ερμηνεία του παρόντος. Άλλες εκδηλώσεις, όπως η εξαναγκασμένη σκέψη (παρασιτική ιδέα που υποβάλλεται στο άτομο), δεν έχουν την ίδια τοπογραφική σημασία και παραπέμπουν σε άλλες εντοπίσεις, κυρίως μετωπιαίες. Οι διαταραχές του θυμικού ομαδοποιούν διάφορα συναισθήματα, συχνότερα δυσάρεστα, του τύπου άγχους, φόβου ή αληθινού τρόμου και, σπάνια, συναισθήματα ευεξίας ή ευφορίας. Οι κρίσεις γέλιου (γελαστικές κρίσεις) και κλάματος (δακρυϊκές κρίσεις) είναι συχνά συνδεδεμένες με την ύπαρξη υποθαλαμικού αμαρτώματoς. Η διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνει από ψυχικές διαταραχές.

Β) Οι σύνθετες εστιακές κρίσεις χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη διαταραχής της συνείδησης, εξ αρχής ή δευτερογενώς, έπειτα από απλή κρίση ή υποκειμενικό αίσθημα της κρίσης, δηλαδή αύρα. Ένα από τα χαρακτηριστικά τους είναι οι αυτοματισμοί, οι οποίοι είναι ακούσιες κινητικές εκδηλώσεις, περισσότερο ή λιγότερο επεξεργασμένες ευπραξικές ή δυσπραξικές. Αντίθετα όμως απ’ ό,τι μέχρι τώρα θεωρούνταν, οι αυτοματισμοί δεν είναι παθογνωμονικοί των σύνθετων εστιακών κρίσεων, αφού μπορεί να παρατηρηθούν και σε παρατεταμένης διάρκειας τυπικές αφαιρέσεις. Επίσης, η εντοπιστική τους αξία είναι συνάρτηση της χρονικής σχέσης με τα υπόλοιπα συμπτώματα της κρίσης.

Διακρίνονται:

  • στους στοματικούς αυτοματισμούς, όπως μασητικές και καταποτικές κινήσεις, πλατάγισμα γλώσσας, οι οποίοι εάν είναι πρώιμοι υπαγορεύουν την εμπλοκή της έσω κροταφικής περιοχής,
  • στους απλούς ή σύνθετους κινητικούς αυτοματισμούς, όπως ξύσιμο, τσαλάκωμα, τρίψιμο, κούμπωμα και ξεκούμπωμα ρούχων,
  • στους λεκτικούς αυτοματισμούς, λέξεις ή τεμάχια εκφράσεων συχνά στερεότυπων, οι οποίοι ενίοτε είναι δύσκολο να διακριθούν από τους αφασικούς μετασχηματισμούς του λόγου,
  • στις συμπεριφεριολογικές κινητικές σκηνές, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες του τύπου, κυρίως, των νυχτερινών διεγέρσεων, ενώ φαινόμενα περιπλάνησης ή τρέξιμο είναι συνήθως μετακριτικές καταστάσεις.

Η διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνει από ψυχιατρικές διαταραχές και όταν συμβαίνουν κατά τον ύπνο, από διαταραχές του ύπνου, όπως REM συμπεριφορική διαταραχή, υπνοβασία, νυχτερινοί τρόμοι, εφιάλτες.

Εστιακές επιληπτικές κρίσεις με δευτερογενή γενίκευση με τονικοκλονικούς σπασμούς

Έχουν έναρξη με συμπτωματολογία εστιακών κρίσεων και στη συνέχεια γενικεύονται με τονικοκλονικούς σπασμούς.

 

Ταξινόμηση των επιληπτικών συνδρόμων 

Ανάλογα με τον τύπο των κρίσεων που εμφανίζει ένα άτομο με επιληψία, την ηλικία, τα αίτια, τα ευρήματα στο ΗΕΓ και την πορεία της νόσου, οριοθετήθηκαν, το 1989, από την Παγκόσμια Οργάνωση κατά της Επιληψίας, ορισμένα επιληπτικά σύνδρομα. συχνότερα των οποίων, παρά τις κατά καιρούς μικροδιαφοροποιήσεις (προτάσεις 2001, 2006, 2009), είναι:

Α. Γενικευμένες επιληψίες

Οι επιληπτικές κρίσεις που εμφανίζει το άτομο έχουν μία ή περισσότερες από τις μορφές των γενικευμένων επιληπτικών κρίσεων που περιγράφηκαν παραπάνω. Αποτελούν περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των επιληψιών. Η αϋπνία και η κατάχρηση αλκοόλ είναι ισχυροί εκλυτικοί παράγοντες των κρίσεων. Σε αυτές εντάσσονται οι:

  • Ιδιοπαθείς γενικευμένες επιληψίες. Το αίτιο δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, οι κρίσεις ελέγχονται καλά με τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, έχουν πολύ καλή πορεία και συχνά υπάρχει ίαση. Υπάρχει γενετική προδιάθεση. Οι συχνότερες ιδιοπαθείς γενικευμένες επιληψίες είναι:
    • Αφαιρέσεις της παιδικής ηλικίας: Πρόκειται για τη συχνότερη μορφή επιληψίας στα παιδιά. Ηλικία έναρξης 4-10 έτη. Στο μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών οι κρίσεις σταματούν κατά την ενηλικίωση.
    • Νεανική μυοκλονική επιληψία: Εμφανίζεται συνήθως στις ηλικίες 12-18 ετών. Ανταποκρίνεται στη φαρμακευτική αγωγή και χρειάζεται μακροχρόνια θεραπεία. Κύριο σύμπτωμα είναι οι μυοκλονίες κατά την αφύπνιση, αλλά και γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις και σπάνια αφαιρέσεις.
    • Νεανική αφαιρετική επιληψία: Εμφανίζεται στην εφηβική ηλικία, είναι σχετικά σπάνια και εκδηλώνεται με τυπικές αφαιρέσεις.
    • Επιληψία με γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς κατά την αφύπνιση: Η ηλικία έναρξης μπορεί να είναι η παιδική, συχνότερη όμως η εφηβική και σπάνια η ενήλικη. Στην κατηγορία αυτή προτείνεται να ενταχθούν και άλλες επιληψίες με γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς που συμβαίνουν κατά την διάρκεια της ημέρας και κατά τον ύπνο χωρίς ανιχνεύσιμη αιτία.
  • Συμπτωματικές επιληψίες με γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις. Συνήθως υπάρχει συγκεκριμένη εγκεφαλική βλάβη ή μεταβολική διαταραχή. Οι κρίσεις είναι γενικευμένες τονικοκλονικές. Η ανταπόκριση στα φάρμακα και η πορεία της νόσου εξαρτάται από τη φύση της εγκεφαλικής βλάβης.

Β. Εστιακές επιληψίες

Οι επιληπτικές κρίσεις είναι εστιακές με μια ή περισσότερες από τις κρίσεις που περιγράφηκαν παραπάνω.

  • Ιδιοπαθείς εστιακές επιληψίες. Αυτές οι μορφές επιληψίας εμφανίζονται στην παιδική ηλικία και ονομάζονται καλοήθεις επιληψίες της παιδικής ηλικίας διότι οι κρίσεις σταματούν στην εφηβεία. Συνήθως οι κρίσεις είναι απλές εστιακές, κινητικές ή αισθητηριακές ή του ΑΝΣ, σπάνια γενικεύονται και όταν είναι αραιές δεν χρειάζεται η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Συχνότερες μορφές είναι η καλοήθης επιληψία με ρολάνδιες αιχμές και τα σύνδρομα Παναγιωτόπουλου και Gastaut με ινιακές αιχμές.
  • Συμπτωματικές εστιακές επιληψίες (υπάρχει εγκεφαλική βλάβη). Είναι οι επιληψίες που σε μεγάλο ποσοστό ανταποκρίνονται δύσκολα στη θεραπευτική αγωγή και διακρίνονται, ανάλογα με την εντόπιση της βλάβης, σε κροταφικές, μετωπιαίες, βρεγματικές και ινιακές επιληψίες.
  • Αντανακλαστικές επιληψίες. Είναι συνήθως ιδιοπαθείς επιληψίες οι οποίες εκδηλώνονται έπειτα από έκθεση σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα. Σ’ αυτές εντάσσονται η επιληψία που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια πολύωρης ενασχόλησης με παιχνίδια σε οθόνη υπολογιστή ή τηλεόρασης με γρήγορη εναλλαγή εικόνων (φωτοευαίσθητη επιληψία), καθώς και σπάνιες επιληψίες όπως η αντανακλαστική επιληψία της ανάγνωσης, της εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων, η επιληψία κατά τη διάρκεια ζεστού λουτρού κ.ά.

 

Γ. Κρυπτογενείς επιληψίες ή πιθανώς συμπτωματικές

Σε αυτές εντάσσονται επιληπτογόνες εγκεφαλοπάθειες της νεογνικής, βρεφικής και παιδικής ηλικίας, όπως τα σύνδρομα West, Lennox Gastaut, Landau-Kleffner κ.ά., καθώς επίσης και επιληψίες της μέσης ηλικίας, όταν η αιτιολογία τους είναι αδιευκρίνιστη και συνυπάρχουν κρίσεις των οποίων η φύση, ως εστιακές ή γενικευμένες, δεν έχει διευκρινιστεί.

 

Διαγνωστική Προσέγγιση των Επιληψιών

Η διαγνωστική προσέγγιση των επιληψιών αποσκοπεί αφενός στην τεκμηρίωση του επιληπτικού φαινομένου, αφετέρου στη διευκρίνιση του τύπου των κρίσεων και την ένταξή τους σε ένα από τα οριοθετημένα επιληπτικά σύνδρομα, δεδομένου ότι αυτό θα προκαθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ενδεικνυόμενη θεραπευτική αγωγή και την πρόγνωσή του. Η διάγνωση των επιληψιών είναι κατά βάση κλινική. Ένα καλό ιστορικό, που θα ανιχνεύει με ευαισθησία το συμβάν και το οποίο θα λαμβάνεται όχι μόνο από τον ίδιο τον ασθενή, αλλά και από αυτόν που υπήρξε μάρτυρας, βάζει τη διάγνωση σε ποσοστό που υπερβαίνει το 80%. Ερωτήσεις όπως «έχασες ούρα», «δάγκωσες τη γλώσσα», «έβγαλες αφρούς από το στόμα», που μειώνουν και τρομάζουν τον ασθενή, θα πρέπει να προσεγγίζονται με μεγάλη ευαισθησία και διακριτικότητα. Από το ιστορικό θα ερευνηθούν και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επεισόδιο (μακροχρόνια στέρηση ύπνου, κατάχρηση αλκοόλ, μεταβολικές ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές κ.ά.) που προδιαγράφουν σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες υποτροπής του φαινομένου.

Οι παρακλινικές εξετάσεις που, μαζί με το ιστορικό, θα τεκμηριώσουν ή θα θέσουν υπό αμφισβήτηση τη διάγνωση του επιληπτικού φαινομένου, θα διευκρινίσουν την αιτιολογία του και θα βοηθήσουν στην ένταξή του σε συγκεκριμένο επιληπτικό σύνδρομο είναι:

  • Ο πλήρης βιοχημικός και αιματολογικός έλεγχος, με έμφαση σε ενδεχόμενο υπογλυκαιμικό και γενικότερα μεταβολικό σύνδρομο, θα συμβάλλει στη διάγνωση και είναι απαραίτητος για να υπάρχει ως σύγκριση με ενδεχόμενες αλλαγές που θα προκύψουν από την ακολουθούμενη φαρμακευτική αγωγή ή για να συνυπολογιστούν στη φαρμακευτική αγωγή που θα αποφασισθεί.
  • Το ΗΕΓ ρουτίνας αποτελεί μέχρι σήμερα αναντικατάστατη μέθοδο ελέγχου επιληπτικών ή επιληπτόμορφων φαινομένων. Μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση και να συμβάλλει στη συνδρομική ταξινόμηση. Ωστόσο, η αξιολόγηση του ΗΕΓ γίνεται πάντα σε σχέση με την κλινική εικόνα, χωρίς να αγνοείται ότι, σε ποσοστό περίπου 15% των ασθενών με επιληψία, το ΗΕΓ μπορεί να είναι φυσιολογικό, ακόμα και μετά τη χρήση ενεργοποιητικών μεθόδων, όπως επίσης ότι 10% περίπου του φυσιολογικού πληθυσμού έχει μη ειδικές ανωμαλίες στο ΗΕΓ και 1% ειδικού τύπου παροξυντικές ανωμαλίες, ιδιαίτερα τα παιδιά. Μεγάλη ευαισθησία έχει το ΗΕΓ στην ανάδειξη ανωμαλιών στις ιδιοπαθείς επιληψίες εστιακές ή γενικευμένες. Η στέρηση ύπνου ως ενεργοποιητική μέθοδος, με τις δυνατότητες που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία πραγματοποίησης παρατεταμένης διάρκειας οπτικοηλεκτροεγκεφαλογραφικών καταγραφών (video EEG monitor-ing), έχει την τάση να περιορίζεται ολοένα και περισσότερο, εφόσον είναι μέθοδος που ταλαιπωρεί τον ασθενή και το περιβάλλον του και εγκυμονεί κινδύνους για την πυροδότηση κρίσεων. Άλλωστε, η στέρηση ύπνου είναι ευαίσθητη σε νεαρά άτομα και σχεδόν καθόλου ευαίσθητη σε άτομα μεγάλης ηλικίας. Μια τάση για μερική στέρηση του ύπνου έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια.
  • Από τις απεικονιστικές μεθόδους, η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ενδείκνυται μόνο σε επείγουσες καταστάσεις. Η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου υψηλής ευκρίνειας είναι αναγκαία με εξαίρεση τις περιπτώσεις σαφούς εικόνας ιδιοπαθούς συνδρόμου, τεκμηριωμένου κλινικά και ΗΕΓραφικά. Η μαγνητοεγκεφαλογραφία και η ποζιτρονική τομογραφία χρησιμοποιούνται σε εξειδικευμένα κέντρα για προεγχειρητικό έλεγχο.
  • Σε περιπτώσεις ύπαρξης κληρονομικού συνδρόμου με διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, αλλά και σε διαφοροδιαγνωστικά διλήμματα καρδιογενούς αιτιολογίας του φαινομένου, ο έλεγχος της καρδιακής λειτουργίας με Holter 24ωρης παρακολούθησης είναι απόλυτα ενδεδειγμένος.

 

Γενικές αρχές της θεραπευτικής προσέγγισης

Η θεραπεία των επιληψιών είναι κατά βάση φαρμακευτική. Τα αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ), ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους, χωρίζονται σε αυτά με γκαμπαεργική δράση, σε αυτά με αντιγλουταμινεργική δράση και με σταθεροποιητικά της κυτταρικής μεμβράνης μέσω των διαύλων νατρίου. Η επιλογή της φαρμακευτικής αγωγής γίνεται με γνώμονα την αποτελεσματικότητά της στη συγκεκριμένη μορφή επιληψίας και τον τύπο των κρίσεων, την όσο το δυνατόν μικρότερη τοξικότητα του φαρμάκου στα άλλα όργανα του σώματος και ιδιαίτερα στις νοητικές λειτουργίες, την όσο το δυνατόν καλλίτερη συμπεριφορά του ως προς την τερατογένεση, την απουσία αλληλεπιδράσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ηλικιωμένα άτομα που λαμβάνουν πολλά φάρμακα.

Βασικές αρχές είναι, η έναρξη με μονοθεραπεία, η εξατομίκευση στην επιλογή, αλλά και στη δοσολογία των φαρμάκων και η σταδιακή κλιμάκωση της δόσης. Γενικά, στη χρήση ενός ή περισσότερων, εάν χρειαστεί, φαρμάκων συνεκτιμάται η ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και ανεπιθύμητων ενεργειών. Το εύκολο δοσολογικό σχήμα είναι καλό να προτιμάται σε νεαρά άτομα ή άτομα που δύσκολα συμμορφώνονται στην αγωγή.

Πέραν από τις γενικές αυτές αρχές, οι κατευθύνσεις που δίνονται για την επιλογή της φαρμακευτικής αγωγής είναι οι ακόλουθες:

  • Στις ιδιοπαθείς εστιακές επιληψίες της παιδικής ηλικίας, όπου η πρόγνωση είναι γνωστή, δηλαδή ύφεση των κρίσεων στις ηλικίες 14-16 χρόνων, εάν οι κρίσεις είναι αραιές και υπάρχει συναίνεση και των γονέων, δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Τα φάρμακα επιλογής είναι η καρβαμαζεπίνη και η οξκαρβαζεπίνη. Παρόλα αυτά, έχουν περιγραφεί περιπτώσεις επιδείνωσης των κρίσεων με τα δύο παραπάνω φάρμακα. Τότε, το βαλπροΐκό νάτριο είναι το φάρμακο επιλογής. Για την αποτελεσματικότητα των υπόλοιπων νεότερων
    Atsuko Tanaka
    Atsuko Tanaka

    αντιεπιληπτικών φαρμάκων δεν υπάρχουν καλά τεκμηριωμένες κλινικές μελέτες.

  • Στις γενικευμένες ιδιοπαθείς επιληψίες φάρμακο επιλογής είναι το βαλπροΐκό νάτριο και είναι αποτελεσματικό σε ποσοστό 85-90 % των ασθενών. Οι επιληψίες αυτές ανταποκρίνονται στη θεραπευτική αγωγή και μάλιστα σε χαμηλές δόσεις (500-1000 mg/ημέρα). Στην περίπτωση φαρμακοανθεκτικότητας είναι προτιμότερη, αντί για την αύξηση της δόσης του βαλπροΐκού νατρίου, ιδιαίτερα εάν υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες, η προσθήκη εθουσοξιμίδης, λαμοτριγίνης ή λεβετιρασετάμης στις αφαιρέσεις, λεβετιρασετάμης ή ζονισαμίδης ή βενζοδιαζεπινών στις μυοκλονίες και τοπιραμάτης ή λεβετιρασετάμης ή λαμοτριγίνης στις γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις. Ως προς τη μακροπρόθεσμη πρόγνωση, είναι γνωστό ότι οι τυπικές αφαιρέσεις σε ένα ποσοστό που φτάνει το 90% υφίενται κατά την εφηβεία και η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να διακοπεί. Δεν υπάρχουν όμως μεγάλες προοπτικές μελέτες για τη μακροπρόθεσμη πρόγνωση των άλλων μορφών ιδιοπαθών γενικευμένων επιληψιών. Ειδικότερα, για τη νεανική μυοκλονική επιληψία έχουν αρχίσει να εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι ισόβια όπως μέχρι τώρα θεωρείτο. Ένα επιχείρημα για την αμφισβήτηση αυτή είναι το μικρό έως ελάχιστο ποσοστό των ασθενών που πάσχουν από νεανική μυοκλονική επιληψία κατά τη διάρκεια της τρίτης ηλικίας. Γεγονός όμως είναι ότι η θεραπευτική αγωγή θα είναι μακροχρόνια. Φάρμακα όπως η καρβαμαζεπίνη, η υδαντοίνη, η οξκαρβαζεπίνη, η βιγκαμπατρίνη, η γκαμπαπεντίνη, η πρεγκαμπαλίνη και η λακοσαμίδη επιδεινώνουν τις κρίσεις. Η φαινοβαρβιτάλη μπορεί να ελέγχει τις μυοκλονίες και τις γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις, αλλά επιδεινώνει τις αφαιρέσεις. Η λαμοτριγίνη μπορεί να ελέγχει τις αφαιρέσεις και γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις, αλλά είναι ενδεχόμενο να επιδεινώσει τις μυοκλονίες και οι βενζοδιαζεπίνες να επιδεινώσουν τις τονικές κρίσεις.
    Atsuko Tanaka
    Atsuko Tanaka
  • Όσον αφορά στις συμπτωματικές επιληψίες, με εξαίρεση την εθουσοξιμίδη, όλα τα ΑΕΦ μπορούν να αποβούν αποτελεσματικά και η επιλογή θα γίνει με βάση την βαρύτητα της επιληψίας και το «προφίλ» του ασθενούς. Είναι γεγονός ότι τα παλαιότερα ΑΕΦ υπερτερούν των νεότερων σε αποτελεσματικότητα, υστερούν όμως ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες και ιδιαίτερα στον τομέα των αλληλοεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Ένα μεγάλο ποσοστό των επιληψιών αυτών είναι φαρμακοανθεκτικές και είναι απαραίτητος ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων φαρμάκων. Κατά κύριο λόγο πρόκειται για σύνθετες εστιακές κρίσεις που οφείλονται σε σκλήρυνση του ιπποκάμπου και φλοιϊκές δυσπλασίες. Εάν ο συνδυασμός δύο φαρμάκων αποτύχει να ελέγξει τις κρίσεις, η πιθανότητα ελέγχου με τρίτο φάρμακο είναι πολύ μικρή και εντελώς άσκοπη και πιθανώς επιβλαβής η προσθήκη τέταρτου φαρμάκου. Αβέβαιη είναι επίσης η πρόγνωση, και μάλλον κακή, επιληψιών κρυπτογενών ή συμπτωματικών με πολλά είδη κρίσεων που αφορούν στην πλειονότητά τους παιδικές εγκεφαλοπάθειες (άτυπες αφαιρέσεις, μυοκλονίες, τονικές ατονικές κρίσεις). Στις περιπτώσεις αυτές είναι καλό να προτιμώνται φάρμακα ευρέως φάσματος όπως το βαλπροϊκό νάτριο, η λαμοτριγίνη, η τοπιραμάτη, η λεβετιρασετάμη και η ζονισαμίδη.
  • Περίπου το 70 % των περιπτώσεων με νεοδιαγνωσμένη επιληψία απαντά πολύ καλά στη δόκιμη μονοθεραπεία.

 

Συνήθεις αιτίες αποτυχίας της αγωγής είναι:

α) Η εσφαλμένη διάγνωση (επιληψία ή επιληπτόμορφη διαταραχή).

β) Η εσφαλμένη συνδρομική ταξινόμηση και κακή επιλογή φαρμάκου.

γ) Η χαμηλή δοσολογία.

δ) Η μη τήρηση ορισμένων κανόνων υγιεινής.

ε) Η κακή συμμόρφωση στην αγωγή.

στ) Οι ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα.

ζ) Προϊούσα υποκείμενη νόσος.

η) Φαρμακοανθεκτική επιληψία (παιδικές εγκεφαλοπάθειες, σκλήρυνση ιπποκάμπου, φλοιϊκές δυσπλασίες).

  • Σε περίπτωση που τεκμηριώνεται φαρμακοανθεκτικότητα αντιμετωπίζεται σοβαρά το ενδεχόμενο χειρουργικής αντιμετώπισης και ο ασθενής παραπέμπεται για περαιτέρω έλεγχο σε οργανωμένα χειρουργικά κέντρα προκειμένου να εκτιμηθεί το όφελος από ενδεχόμενη χειρουργική αντιμετώπιση. Πάντως, η περίοδος αναμονής δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από δύο χρόνια για να μην επηρεάζεται αρνητικά και για μακρό χρονικό διάστημα η προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ασθενούς. Σε βλάβες όπως σκλήρυνση ιπποκάμπου και σε ορισμένες εστιακές εγκεφαλικές βλάβες είναι δυνατή η πλήρης ύφεση των κρίσεων μετά την αφαίρεση της επιληπτογόνου εστίας. Η εμφύτευση ερεθιστού του πνευμονογαστρικού και η κετογόνος δίαιτα στα παιδιά μπορούν να δοκιμαστούν σε φαρμακοανθεκτικές μορφές όταν η χειρουργική αντιμετώπιση δεν ενδείκνυται.
  • Για τον έλεγχο ιδιοσυγκρασιακών φαρμακευτικών ανεπιθύμητων ενεργειών, αιματολογικός, βιοχημικός και κλινικός έλεγχος καλό είναι το πρώτο εξάμηνο να γίνονται αρχικά 15 ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής, στον μήνα και στο τρίμηνο. Στην συνέχεια, και εφόσον όλα εξελίσσονται ικανοποιητικά, η επίσκεψη στον γιατρό και η επανάληψη των παραπάνω εξετάσεων, μια φορά το εξάμηνο ή και τον χρόνο είναι αρκετή. Αυτό φυσικά δεν ισχύει για άτομα με μη ελεγχόμενες κρίσεις με ανεπιθύμητες ενέργειες ή για άτομα με ψυχικές διαταραχές που ενδεχομένως χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση.
  • Ο ανά τακτά χρονικά διαστήματα έλεγχος των επιπέδων των φαρμάκων στο αίμα στα άτομα με ελεγχόμενες κρίσεις χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες είναι άσκοπος. Εξαίρεση αποτελεί η υποτροπή των κρίσεων, η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα γνωστικών, η συννοσηρότητα με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια και η εγκυμοσύνη. Τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα δεν θα πρέπει από μόνα τους να είναι οδηγός στην τροποποίηση της αγωγής. Ένα μεγάλο ποσοστό των ιδιοπαθών γενικευμένων επιληψιών ελέγχονται πλήρως με επίπεδα φαρμάκων κάτω από τα θεραπευτικά επίπεδα. Αντίστροφα, καλός έλεγχος των κρίσεων και απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών, ακόμα και εάν τα επίπεδα των φαρμάκων είναι πάνω από τα θεραπευτικά, δεν αποτελούν λόγο μείωσης των φαρμάκων, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για κρίσεις που δύσκολα ελέγχθηκαν. Η συχνή επανάληψη του ΗΕΓραφήματος, εφόσον έχει τεκμηριωθεί και ΗΕΓγραφικά η διάγνωση, είναι άσκοπη. Στις περιπτώσεις φαρμακοανθεκτικών κρίσεων είναι απόλυτα ενδεδειγμένος ο έλεγχος με παρατεταμένης διάρκειας οπτικοηλεκτροεγκεφαλογραφικές καταγραφές και όχι με απλό ΗΕΓ ρουτίνας. Όσον αφορά στην επανάληψη της MRI, αυτή επιβάλλεται να γίνει μέσα στον πρώτο χρόνο σε κρυπτογενείς επιληψίες όψιμης εμφάνισης, ιδιαίτερα μάλιστα εάν δεν ελέγχονται ικανοποιητικά οι κρίσεις.
  • Οι επιληψίες είναι νοσήματα που αφορούν όλες τις ηλικίες και οι επιπτώσεις τους στην προσωπική, σχολική, οικογενειακή, κοινωνική, επαγγελματική και ψυχολογική ζωή είναι ενίοτε πολύ σοβαρές. Η αντιμετώπιση του ασθενούς πρέπει να είναι σφαιρική και να εκτείνεται πέρα από τον έλεγχο των κρίσεων με γνώμονα τη διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας της ζωής του. Ο θεράπων ιατρός οφείλει να ενημερώσει τον ασθενή και το περιβάλλον του με σαφήνεια για τον τρόπο και την αναγκαιότητα της ανελλιπούς λήψης των φαρμάκων και τις ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς επίσης και την αντιμετώπιση μιας γενικευμένης τονικοκλονικής κρίσης. Επίσης πρέπει να συμβουλεύσει τον ασθενή για την αποφυγή των εκλυτικών παραγόντων των κρίσεων, όταν αυτοί είναι σαφείς, χωρίς όμως υπερβολές. Καλό είναι να αποφεύγονται επαγγέλματα με εναλλασσόμενα ωράρια και φυσικά αυτά που εγκυμονούν κινδύνους από ενδεχόμενη κρίση.
  • Τα σπορ, εκτός από τις καταδύσεις και την αναρρίχηση, δεν απαγορεύονται. Γυναίκες που βρίσκονται σε φάση αναπαραγωγής οφείλουν να ενημερώσουν τον γιατρό τους πριν προγραμματίσουν μια εγκυμοσύνη και να γνωρίζουν για το ενδεχόμενο ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης αν λαμβάνουν αντισυλληπτικά και αντιεπιληπτικά φάρμακα που επάγουν το ένζυμο Ρ450.
  • Τέλος, ο θεράπων ιατρός έχει το χρέος να σταθεί δίπλα στον ασθενή και το περιβάλλον του με ευαισθησία, να του διαλύσει μύθους και προκαταλήψεις σχετικά με την νόσο που έχουν επικρατήσει μέσα στους αιώνες με το γνωστό «στίγμα», να του ενδυναμώσει την αυτοπεποίθηση, την αυτοεκτίμηση και την ανεξαρτησία, να του εμπνεύσει στόχους και μαχητικότητα και να γεμίσει με όνειρα τη ζωή του.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  1. Baker G. & Jacoby A. Epilepsy. In: Johnson M & Johnson D (eds). Comprehensive Clinical Psychology. Elsevier Science 1998, 8.21.
  2. Bancaud J, Brunet-Bourgin F, Chauvel P, Halgren E. (1994). Anatomical origin of déjà-vu and vivid “memories” in human temporal lobe epilepsy. Brain 1994, 117, 71-90.
  3. Guberman, Α. & Bruni, J. Essentials of clinical epilepsy. Buttererworth-Heineman 1999.
  4. Kraemer. G. Epilepsy from A to Z. Stuttgart: Thieme, 2005.
  5. Leonardi M. & Ustun B. The global burden of epilepsy. Epilepsia, 2002, 21-25.
  6. Manford M. Practical Guide to Epilepsy. Elsevier Science 2003.
  7. Mc Hugh J. & Delanty N. (2008). Epidimiology and Classification of Epilepsy: Gender Comparisons. International Review of Neurobiology 2008, 83, 11-26.
  8. Panayiotopoulos C. The epilepsies. Seizures, Syndromes and Management. Bladon Medical Publishing, 2005.
  9. Pugh M, Copeland L, Zeber J. et. al. The impact of epilepsy on health status among younger and older adults. Epilepsia, 2005, 1820-1827.
  10. Schmitz B. Epilepsy. Encyclopedia of the Human Brain. Elsevier Science (USA), 2002, Vol. 2, 201-219.
  11. Shafer P. Improving the quality of life in epilepsy. Postgrad. Med. 2002
  12. Thomas P. & Arzimanoglou A.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.