Εμμανουήλ Μαγιορκίνης,
Καλλιόπη Σιδηροπούλου,
Αριστείδης Διαμαντής
σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]
Ο Εμμανουήλ Μαγιορκίνης είναι Ιατρός – Βιολόγος (PhD)
Η Καλλιόπη Σιδηροπούλου είναι Εκπαιδευτικός
Ο Αριστείδης Διαμαντής είναι Ιατρός – Κυτταρολόγος (PhD)
1. Η επιληψία στην αρχαιότητα
1.1 Οι πρώτες περιγραφές της επιληπτικής νόσου
Η επιληψία είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Η πρώτη περιγραφή της νόσου εμφανίζεται σε κείμενο του 2.000 π.Χ., που ανακαλύφθηκε στην περιοχή της Μεσοποταμίας, γραμμένο στην αρχαία ακκαδική γλώσσα (σημιτικής προέλευσης), την οποία μιλούσαν οι αρχαίοι Ασσύριοι και Βαβυλώνιοι. Ο συγγραφέας του κειμένου περιέγραφε μια αρρώστια, η οποία αποκαλούνταν antasubbû (χέρι της aμαρτίας) και την οποία φαίνεται να είχε στείλει η θεότητα της Σελήνης σε κάποιον «αμαρτωλό» που παρουσίαζε συμπτώματα παρόμοια μ’ αυτά της επιληψίας [1]. Σχετικές αναφορές εντοπίζονται και στα αρχαία αιγυπτιακά ιατρικά κείμενα. Στον πάπυρο του Edwin Smith (περί τα 1600 π.Χ.) αναγράφονται περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι «συσπώνται ανεξέλεγκτα» [2]. Οι Βαβυλώνιοι φαίνεται επίσης να γνώριζαν τη νόσο, αποδίδοντάς την σε πονηρά πνεύματα. Σε ένα από τα παλιότερα βαβυλωνιακά ιατρικά κείμενα (1067- 1046 π.Χ.), το Sakikku (Όλοι οι νόσοι), η επιληψία αναφέρεται με τις λέξεις miqtu και anta-subba, (είναι εμφανής η ομοιότητα μεταξύ της ακκαδικής και της βαβυλωνιακής λέξης) [3, 4]. Στον κώδικα του Χαμουραμπί (1790 π.Χ.) η νόσος αναφέρεται με τη λέξη bennu [5] και στο Caraka Samhita Sutra, της ινδικής ιατρικής, περιγράφεται μια παροξυσμική απώλεια της συνείδησης, λόγω διαταραχής της μνήμης, η οποία συνοδεύεται από κρίσεις σπασμών· την απέδιδαν σε δυσλειτουργία του εγκεφάλου και όχι σε θεϊκή παρέμβαση [6].
1.2 Η επιληψία στην Αρχαία Ελλάδα: η ιερή νούσος
Η λέξη επιληψία προέρχεται από την αρχαία λέξη επίληπτος του ρήματος επιλαμβάνω, το οποίο σημαίνει λαμβάνω, αρπάζω, επιτίθεμαι που, μεταξύ άλλων, είχε και τη σημασία της ασθένειας, η οποία επιτίθεται (εισβάλει) ξαφνικά στον οργανισμό [7]. Άλλοι συγγραφείς αναφέρονται στη νόσο με διαφορετικά ονόματα, όπως σεληνιασμός, ιερή νόσος, δαιμονισμός και Ηράκλεια νόσος (είχε προσβάλει τον ημίθεο Ηρακλή). Η αναφορά της ως ιερής νόσου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θεία της προέλευση. Ο Ορφέας στο έργο του Λιθικά περιγράφει την επιληψία ως εκδίκηση της Μήνης, θεάς της Σελήνης [8].
Για τους αρχαίους μας προγόνους, η επιληψία ήταν μίασμα [που παραπέμπει σε «ηθική μόλυνση»], μια θεία τιμωρία που την περιέβαλε μια αύρα μυστικισμού και προκατάληψης. Τη θεωρούσαν, επίσης, συνδεδεμένη με τη θεά του φεγγαριού Σελήνη, γι’ αυτό και πάθαιναν επιληψία όσοι την πρόσβαλαν. Ανάλογα με τα ειδικά συμπτώματα των επιληπτικών κρίσεων απέδιδαν την επιληψία σε θεότητες, όπως την Κυβέλη, τον Ποσειδώνα, τον Άρη, την Εκάτη, τον Ερμή και τον Απόλλωνα· για παράδειγμα, εάν τα συμπτώματα ήταν κροτάλισμα των οδόντων ή σπασμοί στη δεξιά πλευρά, τότε η επιληψία αποδιδόταν στην Κυβέλη, ενώ όταν ο ασθενής έβγαζε ήχους όπως τα άλογα (χλιμιντρίσματα), τότε υπεύθυνος ήταν ο Ποσειδώνας [9].
Ο Εφέσιος φιλόσοφος Ηράκλειτος (535-475 π.Χ.) χρησιμοποιεί πρώτη φορά τον όρο ιερή νόσος για να περιγράψει την έπαρση (αλαζονεία) και όχι την επιληψία [10] και ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης (6ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε ο πρώτος που θεώρησε τον εγκέφαλο ως το κέντρο των αισθήσεων, της πνευματικής ενέργειας και της αθάνατης ψυχής, αποδίδοντας σ’ αυτόν την ικανότητα της μνήμης και των σκέψεων [11]. Ο Δημόκριτος (5ος αιώνας π.Χ.), στο σύγγραμμα του Περί επιληψίας –το οποίο δεν διασώζεται– πίστευε ότι ο εγκέφαλος αποτελεί το κέντρο της ψυχής και ότι η επίγνωση και οι αισθήσεις ήταν ένα και το αυτό, καθότι προερχόμενες από την ίδια δύναμη [12]. Ο Ηρόδοτος (484-425 π.Χ.) αναφέρεται εμμέσως στην επιληψία, από την οποία προσεβλήθη ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης, η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του οποίου αποδίδεται είτε στην εκδίκηση κάποιου θυμωμένου θεού είτε στην ιερή νόσος· ωστόσο δεν παρέλειπε να τονίσει την κληρονομική φύση της (εκ γενεής) [13]. Εκείνη την εποχή θεωρούσαν πως οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι έχουν περίσσεια μαύρης χολής, εμφανίζοντας την τάση να γίνονται μελαγχολικοί, γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης συνέδεε την επιληψία με την ιδιοφυΐα [14].


1.3 Η κληρονομιά του Ιπποκράτη: η πρώτη επιστημονική περιγραφή
Την πρώτη επιστημονική περιγραφή της νόσου θα επιχειρήσει ο Ιπποκράτης ο Κώος (460-377 π.Χ.) στο έργο του Περί ιερής νούσου. Ο Ιπποκράτης γράψει: «Η νόσος αυτή κατά τη γνώμη μου δεν είναι πιο θεία από τις άλλες, έχει την ίδια φύση και την αιτία που προκαλεί και τις άλλες αρρώστιες. Είναι επίσης ιάσιμη, εκτός και αν λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος έχει τόσο βαθειά ριζωθεί, που είναι πιο ισχυρή από τα φάρμακα, που χορηγούνται» [15]. Ο Ιπποκράτης θα ασκήσει επίσης δριμεία κριτική σε αυτούς που αποδίδουν την αρρώστια στη θεία παρέμβαση, αποκαλώντας τους αγύρτες και τσαρλατάνους [16] και θα αποδώσει την αιτιολογία της νόσου σε δυσλειτουργία του εγκεφάλου [17], χωρίς όμως να παραλείψει και αυτός να επισημάνει ότι η κληρονομικότητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνισή της [15]. Η κλινική περιγραφή της νόσου είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, περιλαμβάνοντας τα μονόπλευρα κινητικά συμπτώματα, καθώς και τα συμπτώματα αύρας [18].
Ο Ιπποκράτης αποκαλεί την επιληψία μεγάλη νόσο [19], από όπου φαίνεται αντλήθηκε το γαλλικό grand mal. Ενδιαφέρουσες, όμως, είναι και οι απόψεις του για την προέλευση των επιληπτικών σπασμών: θεωρεί πως «η νόσος ξεκινά όταν το έμβρυο βρίσκεται ακόμα μέσα στη μήτρα» και ότι οι αλλαγές των ανέμων και της θερμοκρασίας, η έκθεση της κεφαλής στον ήλιο, το κλάμα και ο φόβος αποτελούν εκλυτικούς παράγοντες μιας κρίσης [20]. Η πρόγνωση είναι χειρότερη όταν η νόσος εκδηλωθεί πρώιμα στην παιδική ηλικία [21] και καλύτερη στους πιο ηλικιωμένους ανθρώπους [22]. Στο έργο του Περί τραυμάτων κεφαλής, ο Ιπποκράτης θεωρεί ότι τα τραύματα στο κεφάλι προκαλούν συχνά επιληπτικούς σπασμούς, εισάγοντας την έννοια της τραυματικής επιληψίας [23], ενώ φαίνεται να γνωρίζει και τους μηχανισμούς πρόκλησης των εστιακών επιληπτικών κρίσεων [24].
Ο Αριστοτέλης ( 384-322 π.Χ. ) θα ασχοληθεί επίσης με την επιληψία· στο βιβλίο του Προβλήματα θα αναφερθεί στο μελαγχολικό χαρακτήρα και στη μαύρη χολή, η οποία προκαλεί παραφροσύνη [25] – όπως πίστευε και ο Ιπποκράτης [26]–, θεωρώντας ότι, όταν η επιληψία εκδηλωθεί στα αρχικά στάδια της ζωής, οδηγεί σε μια κατάσταση που μοιάζει με λήθαργο ή ακραία μέθη [27]. Στο βιβλίο του Περί ύπνου και εγρηγόρσεως θα συγκρίνει την επιληψία με τον ύπνο, αναφέροντας ότι «ο ύπνος είναι παρόμοιος με την επιληψία και ως εκ τούτου ο ύπνος είναι επιληψία» [28]· επειδή, όπως πιστεύει, η τροφή παράγει ατμούς μέσα στις φλέβες, οι οποίοι ανέρχονται κατά τον ύπνο προς τον εγκέφαλο [29]. Οι απόψεις και οι θεωρίες του Αριστοτέλη για την επιληψία θα επηρεάσουν όλους τους γιατρούς στην μετα-Ιπποκρατική εποχή, καθώς επίσης και στο Μεσαίωνα, αφού η Καθολική Εκκλησία θα θεωρήσει τα διδάγματά του θέσφατα, πέραν πάσης κριτικής.
1.4 Η επιληψία στη μετα-Ιπποκρατική εποχή: Αλεξανδρινή και Ρωμαϊκή Σχολή

Ο Γαληνός (131-201 μ.Χ.), ένας από τους πιο διάσημους έλληνες γιατρούς της Ρωμαϊκής περιόδου και προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, συστηματοποίησε τη νοσολογία και περιέγραψε την επιληψία με ακρίβεια στο περίφημο έργο του Όροι Ιατρικοί, όπου την προσδιόρισε ως «κατάληψη του νου και των αισθήσεων με ξαφνική πτώση, ορισμένες φορές με σπασμούς και άλλες χωρίς […] αφρός δε ρέει εκ του στόματος όταν η νόσος υποχωρεί και περνάει η έντασή της» [30].
Ο Γαληνός διέκρινε τρία είδη επιληψίας, την ιδιοπαθή, τις δευτερογενείς μορφές και μια τρίτη μορφή, τα οποία απέδωσε, αντίστοιχα, είτε σε πρωτογενή εγκεφαλική δυσλειτουργία είτε σε διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας είτε σε διαταραχή άλλου τμήματος του ανθρωπίνου σώματος που μεταδίδεται στον εγκέφαλο [31]· αναφερόμενος στη συμπτωματολογία ενός δεκατριάχρονου παιδιού, χρησιμοποίησε την ελληνική λέξη αύρα, όρο που χρησιμοποιείται και σήμερα για να υποδηλώσει τα συμπτώματα που προηγούνται της εκδήλωσης μιας επιληπτικής κρίσης [32].
Ο Αρεταίος (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.) ήταν ο πρώτος που περιέγραψε τις παραισθήσεις που συχνά προηγούνται των επιληπτικών κρίσεων σε ορισμένους ασθενείς και προσδιόρισε: (α) την επιληψία ως «νόσο διαφόρων μορφών και τρομερή», (β) το μεμονωμένο επιληπτικό παροξυσμό ως ένδειξη οξείας προσβολής, (γ) την τάση επανεμφάνισης των κρίσεων από τη στιγμή που θα εδραιωθούν και (δ) το φαινόμενο της επιληπτικής παράνοιας [33, 34]. Διέκρινε τρεις κύριες φάσεις μιας επιληπτικής κρίσης: την εκδήλωση, την υποχώρηση και τη διακοπή των συμπτωμάτων [35], θεωρώντας την κοιλιά ως σημείο έναρξης των κρίσεων [36], ενώ δεν παρέλειψε να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια την επιληπτική προσωπικότητα [37].
Ο Σωρανός ο Εφέσιος (πιθανόν 98-138 μ.Χ.), εκπρόσωπος της Σχολής των Μεθοδικών, αποκληθείς και πατέρας της Γυναικολογίας, αναφέρθηκε στην επιληψία, χωρίς ωστόσο να συμβάλει στην διαλεύκανση των μηχανισμών της, ενώ ο ρωμαίος γιατρός Καίλιος Αυρηλιανός (5ος αιώνας μ.Χ.), παραφράζει τον Σωρανό και μας περιγράφει εκτενώς την επιληψία και τα συμπτώματά της, που θεωρεί πως ξεκινούν από τις μήνιγγες [38].
1.5 Θεραπείες της επιληψίας στην αρχαιότητα
Στο Περί Επιδημιών ο Ιπποκράτης συστήνει πλήρη αποχή από φαγητό και ποτό [39], ενώ στο Περί Παρθενίων συστήνει το γάμο και την εγκυμοσύνη για την αποφυγή των επιληπτικών κρίσεων κατά την εφηβεία [40]. Ο Καίλιος Αυρηλιανός αναφέρει ότι ο περίφημος γιατρός Διοκλής ο Καρύστιος (4ος π.Χ. αιώνας) θεράπευε τους επιληπτικούς ασθενείς ανάλογα με την υποκείμενη αιτία, συστήνοντας διουρητικά φάρμακα, περίπατο, άσκηση, φλεβοτομή, ενώ για την πρόληψη των κρίσεων σύστηνε την κατανάλωση ξιδιού, την πρόκληση φτερνίσματος πριν την κατάκλιση και τη χορήγηση αγριαψιθιάς (αρτεμισία το αψίνθιο) και του βοτάνου Centaurea spinosa, ενώ ο Σεραπίων ο Αλεξανδρεύς, ένας από τους κυριότερους ιδρυτές της Ιατρικής Σχολής των Εμπειρικών, σύστηνε την επάλειψη του λαιμού με ξίδι και έλαιο ρόδων και του υπολοίπου σώματος με λάδι, συνδυάζοντας συστηματική άσκηση και άλλες διαιτητικές παρεμβάσεις [41, 42].
Ο Γαληνός δεν χρησιμοποιούσε κάποια συγκεκριμένη θεραπεία, αλλά ειδικές δίαιτες και φλεβοτομή από το κατώτερο τμήμα του άνω άκρου ή του μηρού, καθώς και ελαφρά σωματική άσκηση [43], ενώ ο μεγάλος φαρμακολόγος της αρχαιότητας και θεμελιωτής της φαρμακολογίας Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος (40-90 μ.Χ.) περιέγραψε 45 διαφορετικές ουσίες για τη θεραπεία της επιληψίας [44].
Ο Αύλος Κορνήλιος Κέλσος (25 π.Χ-50 μ.Χ.) στην πραγματεία του De Medicina θεωρούσε την επιληψία δύσκολα θεραπεύσιμη [45], συστήνοντας κι αυτός σεξουαλική επαφή στα νέα αγόρια [46], ενώ ο Αρεταίος συνιστούσε φλεβοτομή, υποκλυσμό, αλοιφές, χρήση βεντουζών και πρόκληση εμετού [34], σε ορισμένες δε ακραίες περιπτώσεις τρυπανισμό και καυτηριασμό του κρανίου [47].
2. Η επιληψία στο Μεσαίωνα
2.1 Εισαγωγή
Κατά το Μεσαίωνα, ο συμβολισμός και η δαιμονολογία, σε συνδυασμό με τη διάχυτη θρησκοληψία και τις διαστρεβλωμένες ιατρικές απόψεις της ελληνορωμαϊκής περιόδου, θα κυριαρχήσουν στη ζωή και τις επιστήμες. Ο μυστικισμός και ο δογματισμός κυριαρχεί και μεταξύ των γιατρών που υιοθετούν αρχαίες βαβυλωνιακές και εβραϊκές πεποιθήσεις περί δαιμονισμού σε αρρώστιες όπως η επιληψία και η υστερία. Έτσι, οι θεραπευτικές μέθοδοι θα βασιστούν πάνω σε θρησκευτικές τελετουργίες, ενώ τα θύματα της επιληψίας αντιμετωπίζονται με προκατάληψη, εξορκισμούς και κοινωνική περιθωριοποίηση [48]. Αναπόφευκτα, όσα συμπτώματα φαίνονταν να αντιστοιχούν σε αυτά της επιληψίας οδηγούσαν γιατρούς και κληρικούς να συστήνουν τον εξορκισμό ως τη μόνη θεραπεία [49]. Εκείνη την εποχή, η επιληψία αντιμετωπίστηκε συχνά και ως μεταδοτική νόσος με αποτέλεσμα οι επιληπτικοί να εξαιρούνται της θείας κοινωνίας και της ευχαριστίας, εξαιτίας του φόβου μόλυνσης του κοινού κυπέλλου και πιάτου [50]. Στα εγχειρίδια της Ιατρικής Σχολής του Σαλέρνo η επιληψία είχε συμπεριληφθεί στις μεταδοτικές νόσους με τον όρο pedicon [51].

2.2 Οι απόψεις των Βυζαντινών γιατρών για τη νόσο
Σε γενικές γραμμές, οι απόψεις των Βυζαντινών γιατρών για την επιληψία φαίνεται να αποτελούν ανακεφαλαίωση των θεωριών των αρχαίων ελλήνων ιατρών. Οι ίδιοι θα συστηματοποιήσουν περαιτέρω τη νοσολογία, καταγράφοντας ενδιαφέροντα περιστατικά επιληπτικών ασθενών. Για τον Ορειβάσιο τον Περγαμηνό (320-400), το ιπποκρατικό φλέγμα προκαλούσε επιληπτικούς σπασμούς, όπως και οι διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον εγκέφαλο, ενώ ο Αέτιος ο Αιμιδηνός (502-575), παραμένοντας προσκολλημένος στις απόψεις του Γαληνού, ακολουθούσε απλώς τις θεραπείες του Ορειβάσιου [52]. Ο Αλέξανδρος Τραλλιανός (525- 605), στο έργο του Θεραπευτική, θα προσεγγίσει την επιληψία περισσότερο ορθολογικά, θεωρώντας την ως διαταραχή του εγκεφάλου, αλλά δεν θα εγκαταλείψει τις «μαγικές θεραπείες» [53]· ωστόσο θα απορρίψει τις ακραίες θεραπευτικές μεθόδους, όπως τον τρυπανισμό, δηλώνοντας ότι «τέτοιες διαδικασίες πραγματοποιούνται περισσότερο ως τιμωρία παρά ως θεραπεία» [54]. Ο Παύλος ο Αιγινήτης (625- 690) ασχολήθηκε με την επιληψία στο κεφάλαιο Περί παραφροσύνης, την οποία θεωρούσε ως σύσπαση του σώματος που προκαλείται από προσβολή του ηγεμονικού, υποστηρίζοντας ότι το φλέγμα και οι όγκοι μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνισή της [55]· ο ίδιος είναι ο πρώτος γιατρός που θα περιγράψει μια κλινική εικόνα η οποία μοιάζει με το status epilepticus [52]. O Θεόφιλος Πρωτοσπαθάριος (603-641), χωρίς να προσφέρει ιδιαίτερα στην κατανόηση της επιληψίας, θα συμφωνήσει ότι ο εγκέφαλος αποτελεί την έδρα της νόσου [56], ενώ αργότερα, κατά τον 10ο αιώνα, ο Θεοφάνης ο Νόννος θα θεωρήσει τον επιληπτικό εγκέφαλο ως όργανο που νοσεί και θα αναγνωρίσει τις εστιακές μορφές της νόσου [57].
Παρά το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί γιατροί ήταν πεπεισμένοι για την οργανική φύση της νόσου, η κοινή γνώμη, επηρεασμένη από την κληρική σκέψη και τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία στην κοινωνία κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, απέδιδε την επιληψία σε δαιμονικές επιδράσεις και στη θεία τιμωρία που ακολουθούσε τις ανθρώπινες αμαρτίες.
2.3 Η Αραβική Ιατρική για τη νόσο


Τρία περιστατικά επιληψίας έχει περιγράψει ο διάσημος γιατρός και αλχημιστής Ραζής (Abu Bakr Muhammad ibn Zakariya Raz, 865-925) στο βιβλίο του Continens [58], ενώ o φημισμένος χειρουργός Αμπούλκασης (Abu al-Qasim Khalaf ibn al-Abbas Al-Zahrawi, 936-1013) θα απαριθμήσει πέντε κύριες αιτίες επιληψίας: οι τέσσερις αφορούσαν στους γνωστούς χυμούς και ατμούς, ενώ η πέμπτη σε κάποιο εξωτερικό παράγοντα, με άγνωστο τρόπο δράσης, πιθανολογούσε όμως την ύπαρξη κάποιων «καταραμένων δαιμόνων», καθώς είχε γνωρίσει πάσχοντες που άλλαζε ξαφνικά η όψη τους, μιλούσαν σε ξένη άγνωστη γλώσσα, διάβαζαν πολύπλοκα βιβλία και μιλούσαν για επιστημονικά θέματα τα οποία αγνοούσαν [59]. Ο ίδιος θα συστήσει για θεραπεία καυτηριασμό με εναπόθεση καυτού σιδήρου σε διάφορα σημεία της κεφαλής [60] και θα καταγράψει σημαντικές παρατηρήσεις πάνω στην τραυματική επιληψία, συσχετίζοντας τα κατάγματα της κεφαλής και της συμπίεσης του εγκεφάλου με τη νόσο [61]. Ο διάσημος γιατρός και ψυχολόγος Μασουντί (Ali ibn Abbas al-Majusi, τέλη 10ου αιώνα) θα αναφερθεί στην επιληψία τραυματικής αιτιολογίας [62] και ο πασίγνωστος Αβικέννας (Abu Ali Sina Balkh, 981-1037) θα υποστηρίξει τη «θεωρία του αποκλεισμού των χυμών» ως πιθανό μηχανισμό πρόκλησης των επιληπτικών σπασμών [63]. Ο Κωνσταντίνος ο Αφρικανός (1027-1087), μοναχός στο Μόντε Κασίνο και μεταφραστής ελληνικών και ισλαμικών ιατρικών κειμένων συμβούλευε τους γονείς των επιληπτικών παιδιών να τα οδηγούν στην Εκκλησία τη δεύτερη εβδομάδα της Πεντηκοστής και για εκκλησιασμό στη Λειτουργία της Παρασκευής ή του Σαββάτου [64, 65].
3. Η ιατρική της Αναγέννησης και η ανάκτηση της επιστημονικότητας

Η άνοιξη των επιστημών θα έρεθει με την Αναγέννηση. Όλοι σχεδόν οι διάσημοι γιατροί της περιόδου αυτής ασχολήθηκαν με την επιληψία εμπλουτίζοντας επιστημονικά τις απόψεις των προκατόχων. Κυρίως θα εστιαστούν στον προσδιορισμό ενός υπεύθυνου για την εμφάνιση των επιληπτικών κρίσεων μηχανισμού, καθώς και στην περαιτέρω ταξινόμηση της νόσου.
Ο ολλανδός γιατρός Petrus Forestus (1522-1597) θεωρούσε ότι οι διαφορετικές εκδηλώσεις της νόσου είχαν ως αφετηρία το μέρος του σώματος από το οποίο ξεκινούσε η επιληπτική κρίση [66], ενώ ο συμπατριώτης του Godefridus Steeghius (1550-1609) θα δει την επιληψία ως σύμπτωμα άλλων ασθενειών, η θεραπεία των οποίων θα οδηγούσε και στον τερματισμό των κρίσεων [67].
Στο βιβλίο Daemonum investigatio peripa-tetica του ιταλού φιλοσόφου, γιατρού και ανατόμου Andrea Caesalpinus (1519-1603), οι επιληπτικές κρίσεις αρχίζουν να διαχωρίζονται κάπως από το δαιμονισμό [68]. Ο πρώτος γιατρός της Αναγέννησης που θα τον αμφισβητήσει έντονα είναι ο γάλλος Jean Taxil στην περίφημη πραγματεία του Traité de l’épilepsie (1602), όπου θα υποστηρίξει πως το μειωμένο εγκεφαλονωτιαίο υγρό που έβρισκε νεκροτομώντας επιληπτικά παιδιά έδειχνε πως η νόσος οφείλεται σε ερεθισμό του εγκεφάλου από τοξικές ουσίες [69, 70].
Ο διάσημος ελβετός γιατρός, βοτανολόγος, φιλόσοφος και αλχημιστής Theo-phrastus Phillippus von Hohenheim, γνωστός με το όνομα Παράκελσος (1493-1541), ενώ συμφωνούσε με τις μέχρι τότε κρατούσες αντιλήψεις για την προέλευση της νόσου [71], οι απόψεις του για την ανθρώπινη φύση και την κατασκευή του ανθρωπίνου σώματος θα τον οδηγήσουν αναπόφευκτα στη διατύπωση μιας διαφορετικής θεώρησης για την επιληπτική κρίση, παρομοιάζοντάς την με καταιγίδα [72]· εντούτοις, παρά το γεγονός, ότι πίστευε στη φυσική και όχι στην υπερφυσική προέλευση της νόσου, προσέφευγε στην αναζήτηση θείας βοήθειας για τη θεραπεία της νόσου [73].
Ο ορισμός της επιληψίας διευρύνθηκε με τον γερμανό γιατρό Johannes Marcus Marci (1595-1667), που συμπεριέλαβε στις επιληπτικές κρίσεις κι αυτές που εμφάνιζαν διανοητικά συμπτώματα [74], ενώ τις μέχρι τότε θεολογικές προκαταλήψεις για την προέλευση της νόσου κατέρριπτε ο διάσημος ολλανδός γιατρός Levinus Lemnius (1505-1568), μαθητής του μεγάλου ανατόμου Ανδρέα Βεσάλιου (1514-1564) [75].
Ανάλογη ήταν και η συμβολή του γάλλου γιατρού Charles le Pois (1563-1636) με την πραγματεία του De epilepsia, όπου κατέγραφε πως η επιληπτική κρίση ξεκινά από τον εγκέφαλο, εκδηλώνεται και γίνεται αισθητή σε συγκεκριμένα μέρη του σώματος, πριν γενικευτεί και συνοδευτεί από απώλεια των αισθήσεων [76]. Προηγουμένως, ο συμπατριώτης του Jean Fernel (1497-1558) είχε απορρίψει τη μεσαιωνική αντίληψη για τη μεταδοτικότητα της νόσου στο βιβλίο του De Abditis rerum causis [77].
Υπέρμαχος της «θεωρίας των ερεθιστικών ουσιών» [78], υπήρξε ο γάλλος γιατρός και αλχημιστής, οπαδός του Παράκελσου, Joseph du Chesne (1544-1609), το ίδιο και ο άγγλος γιατρός και ανατόμος Francis Glisson (1597-1677) [79], αντίθετος όμως ο ελβετός γιατρός Johann Jacob Wepfer (1620-1695) – η επιληπτική κρίση ήταν γι’ αυτόν υγιής αντίδραση του νευρικού συστήματος προκειμένου να αποβληθούν οι επιβλαβείς ουσίες [80].

Ο William Harvey (1578-1657), εκτός από τη διατύπωση της θεωρίας της κυκλοφορίας του αίματος, συνέβαλε και στην εδραίωση της κλινικής νευρολογίας με την περιγραφή διαφόρων νευρολογικών παθήσεων, ανάμεσα τους και της επιληψίας [81, 82], ενώ ο Thomas Willis (1621-1675) θα υποθέσει την ύπαρξη ενός «μηχανισμού στον εγκέφαλο» που πυροδοτεί τους «σπασμούς» [83]. Στο βιβλίο του De morbus convulsivis θα αναφερθεί ιδιαίτερα σε «έκρηξη» των «ζωικών πνευμάτων», που όταν γίνεται στο κέντρο του εγκεφάλου προκαλεί νοητικά συμπτώματα, ενώ όταν συμβαίνει στο υπόλοιπο νευρικό σύστημα συμβάλει στην επέκταση των σπασμών σε ολόκληρο το σώμα [84]. Για τον γερμανό χημικό και γιατρό Georg Stahl (1660-1734), οι επιληπτικοί σπασμοί ήταν αποτέλεσμα μηχανικής διεργασίας και διακρίνονταν από τις συμπτωματικές σπασμωδικές κινήσεις άλλων ασθενειών [85].
4. Η πρώιμη επιστημονική περίοδος
4.1 Εισαγωγή
Η ιατρική επιστήμη, απελευθερωμένη από τους περιορισμούς της Καθολικής Εκκλησίας, θα πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα σημαντικά βήματα στην κατανόηση της επιληψίας και θα διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο η έρευνα θα κινηθεί τους επόμενους αιώνες. Κινητήριος μοχλός υπήρξε η ίδρυση μεγάλων νοσοκομειακών μονάδων στα μεγάλα αστικά κέντρα των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως της Γαλλίας, καθώς και η μελέτη μεγάλου αριθμού νευρολογικών και ψυχιατρικών ασθενών από τους διάσημους τότε γιατρούς της Γαλλικής Σχολής.
4.2 Δέκατος όγδοος αιώνας
Ο διάσημος ολλανδός γιατρός, βοτανολόγος και ανθρωπιστής Herman Boerhaave (1668-738) είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με την κατανόηση της επιληψίας, δίνοντας έναν περισσότερο επιστημονικό ορισμό της νόσου: «επιληψία είναι η αιφνίδια κατάργηση όλων των ζωτικών λειτουργιών με συνοδό αύξηση της κινητικότητας και σπασμούς σε όλους τους μυς του σώματος»· στην πραγματεία του Praelectiones de morbis nervorum, που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, το 1761, ο Boerhaave ακολουθεί τη γαληνική κατάταξη, διακρίνοντας την ιδιοπαθή από τη δευτεροπαθή επιληψία [86], ενώ συνηγορεί υπέρ της κληρονομικής φύσης της νόσου [87].
Ένας ακόμη φημισμένος νευρολόγος αυτής της περιόδου, ο ολλανδο-αυστριακός Gerard van Swieten (1700-1772), μαθητής του Booerhave και προσωπικός γιατρός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Μαρίας Τερέζας, θα περιγράψει εκτενώς τα κλινικά χαρακτηριστικά των διαφόρων μορφών της νόσου, θα συγκρίνει την επιληψία με την αποπληξία και την υστερία και θα προσπαθήσει να εξηγήσει ορθολογικότερα τα συμπτώματά της, όπως την επιληπτική κραυγή και τους αφρούς στο στόμα, καταπολεμώντας τις προλήψεις και τη δεισιδαιμονία της εποχής του [88].
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η περίφημη πραγματεία Traité de l’épilepsie (1770) του ελβετού γιατρού Samuel-Auguste Tissot (1728-1787), στην οποία καταρρίπτονται οι απόψεις για την επίδραση της σελήνης και γίνεται δεκτή η κληρονομική φύση της νόσου. Επισημαίνεται ακόμα το «καθήκον» της αποχής του επιληπτικού από το γάμο [89], ενώ στο βιβλίο του L’onanisme, θα τονίσει πως ο αυνανισμός μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις [90].
Η ποικιλία των κλινικών εκδηλώσεων της νόσου επισημάνθηκε από τον γάλλο γιατρό Jacques Gilles Maisonneuve (1809-1897) στο βιβλίο του Recherches et observations sur l’épilepsie, όπου αναφέρει πως η επιληψία, όπως και όλες οι χρόνιες νόσοι, μελετώνται καλύτερα στο νοσοκομείο [91]· αποδέχονταν τη διαίρεση της επιληψίας σε ιδιοπαθή και «συμπαθή» και θεωρούσε ότι τα βίαια πάθη μπορεί να προκαλούν επιληπτικές κρίσεις [92].
Με τον ερεθισμό του εγκεφαλικού φλοιού, ο ιταλός φυσικός και φιλόσοφος Felice Gaspar Ferdinand Fontana (1730-1805) θα δείξει ότι οι σπασμοί μπορούν να προκληθούν από πίεση του εγκεφάλου και όχι από ερεθισμό της σκληρής μήνιγγας, όπως αρχικά πιστευόταν [93, 94], ενώ ο σκοτσέζος καθηγητής ιατρικής William Cullen (1712-1790), στο βιβλίο του Of neuroses or nervous disorders, θα συμπεριλάβει την επιληψία ανάμεσα στις παθήσεις που συνοδεύονται από σπασμούς χωρίς πυρετό, όπως είναι ο τέτανος και ο χορός του St. Vitus [95].
4.3 Δέκατος ένατος αιώνας: ο Χρυσός αιώνας της Γαλλικής Ιατρικής και οι απόψεις των άλλων Ευρωπαίων γιατρών
Στο σύγγραμμά του The modern practice of physic (1805), ο άγγλος γιατρός Edward Goodman Clarke θα αναφερθεί: (α) στους προδιαθεσικούς παράγοντες της επιληψίας [κληρονομικότητα, καταχρήσεις, μεγάλη κινητικότητα του οργανισμού κατά τις πρώτες φάσεις της ζωής] και (β) στους περιστασιακούς ή ερεθιστικούς παράγοντες που την προκαλούν [πιεστικοί όγκοι του εγκεφάλου, κρανιακές δυσπλασίες ή κατάγματα, αποστήματα, έντονη συγκινησιακή φόρτιση, πίεση του προμήκους και του νωτιαίου μυελού, παράσιτα, οδοντοφυΐα, σύφιλη, πυρετός σε βαριά λοιμώδη νοσήματα (όπως ευλογιά και οστρακιά), μεγάλες αιμορραγίες, φόβος, τρόμος, τοξικές ουσίες, εργώδης τοκετός, παθήσεις του ήπατος, καθώς και διάφορα εξωτερικά ερεθίσματα] [96].
Τη μελέτη της επιληψίας σε σχέση με την παραφροσύνη θα αναλάβει ο γάλλος ψυχίατρος Jean- Étienne Dominique Esquirol (1772-1840), που διακρίνει τις σοβαρές από τις ελαφρές επιληπτικές κρίσεις [97]. Πίστευε ακόμα στη δυνατότητα της παθολογοανατομικής μελέτης να φωτίσει τα αίτια της νόσου [98] και διαχώριζε την επιληψία σε ιδιοπαθή, συμπαθητική και συμπτωματική [99]. Οι μαθητές του Bouchet και Cazauvieilh, επιχειρώντας να εδραιώσουν την ανατομική σχέση μεταξύ παραφροσύνης και επιληψίας, τοποθέτησαν την πρώτη στη φαιά ουσία και τη δεύτερη στα αμέσως βαθύτερα στρώματα του εγκεφάλου [100].

Ο άγγλος γιατρός και εθνολόγος James Cowles Prichard (1786-1848), στο σύγγραμμά του A treatise on diseases of the nervous system, επεσήμανε την εμφάνιση παραληρήματος όταν ο ασθενής βρίσκεται στο στάδιο ανάρρωσης από κωματώδη κατάσταση έπειτα από επιληπτική κρίση, αλλά και χωρίς να έχει προηγηθεί κρίση· ο ίδιος περιέγραψε τα συμπτώματα της επιληπτικής μανίας [101], καθώς και άλλες καταστάσεις διανοητικής σύγχυσης, όπως υπνοβασία ή επιληπτική έκσταση, είτε κατά τη διάρκεια του ύπνου είτε κατά την αφύπνιση του ασθενή [102]. Ο Prichard υπήρξε ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο μερική επιληψία στο βιβλίο του Of local convulsion or partial epilepsy [103].
Με το σύγγραμμα Observations sur la nature et le traitement de l’épilepsie (1827), ο γάλλος γιατρός, ανατόμος και ιστορικός της ιατρικής Antoine Baron Portal (1742-1832) θα επισημάνει ότι σε πολλές περιπτώσεις η νεκροψία δεν ανέδειξε κάποια αλλοίωση στον εγκέφαλο ή σε άλλα σημεία του σώματος [104]. Περιέγραψε, επίσης, την κλινική εικόνα furor epilepticus, πριν ή και μετά την εμφάνιση της επιληπτικής κρίσης, κατά την οποία ο ασθενής μπορεί να πραγματοποιήσει ακόμη και έγκλημα [105].
Ο γερμανός νευρολόγος Moritz Heinrich Romberg (1795-1873), στην κλασική του μονογραφία Lehrbuch der nervenkrankheietn des menschen, περιέγραψε εκτενώς τους μυϊκούς σπασμούς διαφόρων αιτιολογιών, συμπεριλαμβανομένης και της επιληψίας, καθώς και των προδρόμων συμπτωμάτων αυτής, αισθητικού, κινητικού ή ψυχικού χαρακτήρα [106, 107].
Στα μέσα του 19ου αιώνα ιδρύονται στην Ευρώπη τα πρώτα νοσοκομεία για ασθενείς με νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις και αρχίζει η συστηματική ανθρωπιστική προσέγγιση των κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι επιληπτικοί με τη λειτουργία κέντρων περίθαλψης και επαγγελματικού προσανατολισμού. Ανάμεσα στις χώρες που πρωτοστάτησαν είναι η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αγγλία, η Ελβετία, η Δανία και η Νορβηγία.
Μια από τις πιο σημαντικές συμβολές στην αποσαφήνιση των ψυχικών εκδηλώσεων της επιληψίας αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου του γάλλου γιατρού François–Emmanuel Fodéré (1764-1835) Les lois éclairées par les sciences physiques (1799), ενός από τα πλέον σημαντικά εγχειρίδια Ιατροδικαστικής του 19ου αιώνα, στο οποίο η έννοια του περιοδικού παραληρήματος θα ταυτιστεί με την επιληπτική μανία [108].
Ο γάλλος γιατρός Louis François Bravais (1801-1843), στη διατριβή του Recherches sur les symptômes et le traitement de l’épilepsie hémiplégique (1827), θα αναφερθεί στην ημιπληγική επιληψία κατά την οποία προηγείται μονόπλευρη εμφάνιση σπασμών που ακολουθείται από παράλυση· ο Bravais θα παρατηρήσει για πρώτη φορά τους σπασμούς που αργότερα θα περιγράψει ο Jackson [109].
Ο Richard Bright (1789-1858), ένας από τους πιο διάσημους άγγλους γιατρούς που ασχολήθηκαν με την επιληψία, προσπάθησε να συνδυάσει τα κλινικά με τα παθολογοανατομικά ευρήματα, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις μπόρεσε να διακρίνει αλλαγές στο φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων· στο σύγγραμμά του Reports on medical cases (1831), ο Bright θα περιγράψει με λεπτομέρεια διάφορες περιπτώσεις επιληψίας, συμπεραίνοντας ότι η επιληψία συνδέεται με τον ερεθισμό της επιφάνειας του εγκεφάλου [110].
Τη «θεωρία των αντανακλαστικών δράσης» διατύπωσε ο άγγλος γιατρός και φυσιολόγος Marshall Hall (1790-1857), πιστεύοντας ότι η επιληψία οφείλεται σε αναιμία του μυελού, καθώς και σε «παροξυσμικές εκφορτίσεις» του εγκεφάλου [111, 112]. Η επιληψία εκδηλώνεται υπό δύο μορφές: (α) με κεντρική προέλευση από το νωτιαίο μυελό και (β) ως αντανακλαστική λειτουργία, με την ερεθιστική αιτία να είναι κεντρική και να δρα, κυρίως, στα νεύρα του στομάχου ή των εντέρων, τα οποία σχηματίζουν το πρώτο τμήμα του αντανακλαστικού τόξου [113, 114]. Ο ιρλανδός γιατρός Robert Bentley Todd (1809-1860), αναζητώντας την έδρα της επιληψίας, κατάφερε να παράγει διακριτές κινήσεις στο πρόσωπο ενός κουνελιού με ερεθισμό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, χωρίς όμως να εκτιμήσει τη σημασία του εγχειρήματός του· χρησιμοποίησε τον όρο επιληπτόμορφες, προκειμένου να περιγράψει τις επιληπτικές κρίσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων παρουσιάζονται τονικοκλονικοί σπασμοί, οι οποίοι υποχωρούν ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, προκαλώντας εξάντληση και υπνηλία χωρίς όμως να επηρεάζουν τη συνείδηση. Προκειμένου να εξηγήσει τους ουραιμικούς σπασμούς, καθώς και τους σπασμούς σε περιπτώσεις δηλητηριάσεων, ο Todd ανέπτυξε τη χυμική θεωρία για την επιληψία, η οποία ήταν γνωστή στον ιατρικό κόσμο της εποχής και χρησιμοποίησε, όπως και ο Bravais, τον όρο επιληπτική ημιπληγία για να περιγράψει τις επιληπτικές κρίσεις που συνδυάζονται με αδυναμία ή παράλυση του προσβεβλημένου άκρου, γνωστή σήμερα ως πάρεση ή παράλυση του Todd [115] .
Τον αγγειακό σπασμό στη βάση του εγκεφάλου θα ενοχοποιήσει ο γερμανός παθολογοανατόμος Friedrich Gustav Jacob Henle (1809-1895) στο σύγγραμμά του Hanbuch der rationellen pathologie (1853) για την πρόκληση επιληπτικών σπασμών, ενώ για την απώλεια της συνείδησης τόνισε πως εξαρτάται από την αύξηση ή τη μείωση της ροής του αίματος στα εγκεφαλικά ημισφαίρια [116].

Επιληπτόμορφους σπασμούς προκάλεσε ο διάσημος γάλλος φυσιολόγος και νευρολόγος Charles-Édouard Brown-Séquard (1817-1894) με εγκάρσια διατομή του ημίσεως του νωτιαίου μυελού [117]. Ο ίδιος υποστήριξε, ότι η επιληψία μπορεί να προκληθεί σε οποιοδήποτε σημείο του νευρικού συστήματος, κεντρικό ή περιφερικό και ότι κάθε μορφή επιληψίας αποτελεί αντανακλαστικό φαινόμενο [118]. Τις εκδηλώσεις της νόσου, όπως ωχρότητα του προσώπου και απώλεια της συνείδησης, τις απέδωσε στη σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων μέσω ερεθισμού των συμπαθητικών ινών και τη σύσπαση των αρτηριών του εγκεφάλου μέσω του ίδιου μηχανισμού αντίστοιχα, ενώ οι σπασμοί συνδέθηκαν με τη μείωση της συγκέντρωσης του οξυγόνου στο αίμα και τη συνοδό αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα [119].
Το 1859, ο πρωτοπόρος της ολλανδικής νευρολογίας και ψυχιατρικής, Jacobus Schroeder van der Kolk (1797-1862), και θιασώτης της «θεωρίας των αντανακλαστικών», τοποθέτησε την έδρα των επιληπτικών κρίσεων στον προμήκη μυελό, συμφωνώντας με τον Tissot ότι ο αυνανισμός μπορεί να θεωρηθεί αιτία των επιληπτικών κρίσεων [120]. Την ίδια χρονιά, ο διάσημος γερμανός γιατρός Adolf Kussmaul (1822-1902), μαζί με το συνεργάτη του Adofl Tenner, στο σύγγραμμά τους Περί της φύσεως και προέλευσης των επιληπτόμορφων σπασμών, θα θεωρήσουν ως κύρια αιτία των σπασμών την ξαφνική διακοπή της μεταφοράς οξυγόνου και θρεπτικών ουσιών στον εγκέφαλο, υποθέτοντας ότι οι αλλοιώσεις των ουσιών αυτών, καθώς και διάφορες τοξικές ουσίες μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στη σύσταση της εγκεφαλικής ουσίας [121].
Ο άγγλος νευρολόγος John Russell Reynolds (1828-1896), ένας από τους πλέον διαπρεπείς γιατρούς της βικτοριανής εποχής, διαχώρισε την επιληψία από τον ιδιοπαθή τύπο [122] και τις επιληπτικές κρίσεις που οφείλονται σε διάφορα αίτια, όπως σε όγκους του εγκεφάλου [123]· ο ίδιος υποστήριξε ότι η έδρα της επιληψίας τοποθετείται στον προμήκη μυελό, θεωρώντας την ιδιοπαθή επιληψία νόσο αγνώστου αιτιολογίας [124]. Ο άγγλος νευρολόγος Samuel Wilks (1824-1911), θα αναφέρει το 1866 ότι η φαιά ουσία του εγκεφάλου αποτελεί το σημείο αφετηρίας των εκδηλώσεων της επιληψίας [125].

Ένα χρόνο αργότερα, στο βιβλίο Des accès incomplets d’épilepsie (1867) του γάλλου νευρολόγου Théodore Herpin (1799-1865), που δημοσιεύτηκε δύο χρόνια μετά το θάνατό του, αναφέρεται ότι η αναγνώριση των πρώιμων συμπτωμάτων της νόσου αποτελεί το κλειδί για την επιτυχή θεραπεία της [125]. Ο Herpin θεωρούσε ότι η αιτιολογία της επιληψίας βρισκόταν στον εγκέφαλο και όχι στα περιφερικά μέρη [126], ενώ απέρριπτε τη δυαδική κατηγοριοποίηση της επιληψίας σε ιδιοπαθή και συμπτωματική μορφή, υιοθετώντας προγενέστερες κατατάξεις. Ασχολήθηκε επίσης με τις ψυχοκινητικές εκδηλώσεις της νόσου [127] και τις περιπτώσεις που εμφάνιζαν διανοητικές διαταραχές και απώλεια συνείδησης [128].
Την ίδια περίπου χρονική περίοδο, διάσημοι ψυχίατροι θα ασχοληθούν με τα ψυχιατρικά συμπτώματα των επιληπτικών κρίσεων. Ο γάλλος ψυχίατρος Bénédict Augustin Morel (1809-1879) θα παρατηρήσει ότι ανάμεσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας επιληπτικής προσωπικότητας περιλαμβάνονται η ευερεθιστότητα και η οργή [129]. Άλλος διάσημος γάλλος ψυχίατρος, ο Julies Falret (1824-1902), διαίρεσε τις διανοητικές διαταραχές των επιληπτικών σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το χρόνο της εμφάνισής τους πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την επιληπτική κρίση, περιέγραψε τις διαταραχές που παρατηρούνται στους επιληπτικούς κατά τα διαστήματα μεταξύ των κρίσεων και αναφέρθηκε στο μεγάλο ή μικρό παρατεταμένο παραλήρημα στις περιπτώσεις επιληπτικής τρέλας [130]. O Falret υπήρξε ο πρώτος που ταυτοποίησε τις διανοητικές διαταραχές στις περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων, κατά τις οποίες οι ασθενείς δεν εμφανίζουν απώλεια συνείδησης [130] και υποστήριξε σθεναρά ότι η έδρα της επιληψίας είναι ο εγκέφαλος και όχι ο προμήκης μυελός, μη μπορώντας ωστόσο να εξηγήσει την απώλεια των αισθήσεων και τις κινητικές εκδηλώσεις της νόσου [131].
Για τη θεραπεία της επιληψίας προτάθηκαν διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα, όπως η χρήση του βοτάνου Selinum palustre και του οξειδίου του ψευδαργύρου [132], η τερεβινθίνη [133], το λουλάκι και η μπελαντόνα [134], το χλωροφόρμιο [135] και το βρωμιούχο κάλιο λόγω της αντισπασμωδικής του δράσης [136, 137, 138]. Η πρόκληση διαλείποντος πυρετού για τη θεραπεία των επιληπτικών ασθενών υποστηρίχθηκε από τον Selade [139], ενώ ο τρυπανισμός του κρανίου, που εφαρμόστηκε από τους Charles-Édouard Brown-Séquard, Benjamin Dudley (1785-1870), John Saw Billings (1838-1913) και Paul Broca (1824-1880), θα θεωρηθεί από τις πιο δημοφιλείς χειρουργικές προσεγγίσεις, την εποχή εκείνη, στη θεραπεία, ιδιαιτέρως των περιπτώσεων συμπαθητικού τύπου επιληψίας [140, 141, 142].
4.4 Ο John Hughlings Jackson και η εποχή του
O «πατέρας της Αγγλικής Νευρολογίας» John Hughlings Jackson (1835-1911) είναι ουσιαστικά αυτός που θα εγκαινιάσει την σύγχρονη έρευνα της επιληψίας με τις κλινικές του παρατηρήσεις οι οποίες άρχισαν το 1866 και κρυσταλλώθηκαν στον διάσημο ορισμό του: «επιληψία είναι το όνομα για την τυχαία, αιφνίδια, υπερβολική, ταχεία και τοπική εκφόρτιση της φαιάς ουσίας». Ο θάνατος της γυναίκας του από θρόμβωση του εγκεφάλου, η οποία θα συνοδεύτηκε από σπασμούς, μπορεί να αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό για τις μετέπειτα μελέτες του πάνω στη φύση των επιληπτικών σπασμών, που θα πάρουν αργότερα το όνομά του («Ιακσώνειος επιληψία»). Αρχικά εργάστηκε στο Νοσοκομείο του Λονδίνου, αργότερα Εθνικό Νοσοκομείο για τη νοσηλεία παραλύτων και επιληπτικών και σήμερα Εθνικό Νοσοκομείο Νευρολογίας και Νευροχειρουργικής, αντιμετωπίζοντας μεγάλη ποικιλία περιστατικών επιληψίας [143]. Τα πειράματα των Eduard Hitzig (1839-1907) και Theodor Fritsch (1837-1927) σε σκύλους, που οδήγησαν το 1870 στην ανακάλυψη της κινητικής περιοχής του εγκεφάλου [144], καθώς και οι πειραματικές μελέτες του David Ferrier (1843-1928) το 1873 πάνω στη φυσιολογική και παθολογική λειτουργία του [145] θα επιβεβαιώσουν τις προγενέστερες κλινικές παρατηρήσεις του Jackson. Οι κατοπινές μελέτες του πάνω στην παθολογική ανατομική της επιληψίας θα τον κάνουν να θεωρήσει ότι οι εστιακοί επιληπτικοί σπασμοί οφείλονται σε βλάβη των νευρικών κύτταρων· Ως προς τις παρατηρήσεις του πάνω στην επιληψία, η ζωή του Jackson διακρίνεται, σύμφωνα με τον Temkin [146], σε τρεις περιόδους: (α) μεταξύ 1861-1863, οπότε δημοσιεύει το Cases of epilepsy associated with syphilis (1861) [147] και το Convulsive spasms of the right hand and arm preceding epileptic seizures (1863) [148]· (β) μεταξύ 1864-1870, οπότε δημοσιεύει τη μελέτη του Epileptic aphemia with epileptic seizures on the right size (1864) [149] και (γ) στη χρονική περίοδο που ακολούθησε της δημοσίευσης των μελετών του. Με αυτό τον τρόπο ο Jackson προσέφερε μια νέα εξήγηση για τις επιληπτικές κρίσεις, διαφορετική από τους προκατόχους του, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η έδρα της νόσου βρίσκεται στον προμήκη μυελό· οι απόψεις του Jackson, σχετικά με την εμπλοκή του ραβδωτού σώματος και της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου στη γένεση των επιληπτικών κρίσεων, θα αποτελέσουν το επίκεντρο των ερευνών τα επόμενα χρόνια [150].
Ο Jackson διαίρεσε το κεντρικό νευρικό σύστημα σε τρία επίπεδα, το κατώτερο, το οποίο περιλαμβάνει το νωτιαίο και τον προμήκη μυελό, τη γέφυρα, καθώς και τα νεύρα που ελέγχουν τις αδρές και απλές κινήσεις, το μεσαίο, που αποτελείται από τη φλοιώδη μοίρα του εγκεφάλου και από τα γάγγλια του ραβδωτού σώματος, που ελέγχουν τις κινήσεις όλων των μερών του σώματος και το ανώτερο, το οποίο σχηματίζεται από τα κέντρα των μετωπιαίων λοβών και θεωρείται το «όργανο του νου»· με τη διαίρεση αυτή, ο Jackson θεώρησε ότι οι σπασμοί του μεσαίου επιπέδου αντιστοιχούν στους επιληπτόμορφους σπασμούς και του ανώτερου επιπέδου στις επιληπτικές κρίσεις [151].
Ο Jackson αναφέρθηκε επίσης και στην «ονειρώδη κατάσταση», η οποία παρουσιάζεται σε ορισμένους ασθενείς πριν την έναρξη των επιληπτικών κρίσεων [152]· το 1876 θα σημειώσει μια σειρά εκφράσεων, που χρησιμοποιούνται από τους ασθενείς για την περιγραφή της λεγόμενης διανοητικής αύρας, μερικές από τις οποίες μοιάζουν με καταστάσεις γνωστές στη σύγχρονη νευρολογία και ψυχιατρική ως déjà vu.
Συμπεράσματα
Ο 18ος και 19ος αιώνας θα πρέπει να θεωρηθούν ως η πιο σημαντική χρονική περίοδος στη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης πάνω στην επιληψία ως νόσου και ως συμπτώματος. Του σημαντικότατου έργου του John Hughlings Jackson θα προηγηθεί μια πληθώρα μελετών διακεκριμένων ευρωπαίων γιατρών, οι οποίες θα συμβάλουν στην αποσαφήνιση του μηχανισμού πρόκλησης της νόσου και θα διεξαχθούν σπουδαίες πειραματικές μελέτες, οι οποίες θα ενισχύσουν τις κλινικές παρατηρήσεις σε ανατομικό και παθολογοανατομικό επίπεδο, συνδέοντας παράλληλα την επιληψία με διάφορα ψυχιατρικά συμπτώματα.
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.