Λία Γκίκα
Ειδικευόμενη στη Νευρολογία –
Αιγινήτειο Νοσοκομείο
Ανδρέας Κυρώζης
Λέκτορας Νευρολογίας του
Πανεπιστημίου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]
Α. Σημειώσεις για μια βιογραφία
«Η ζωή είναι ένα δώρο, κάθε λεπτό της μία αιωνιότητα ευτυχίας»

Το όνομα Ντοστογέφσκι προέρχεται από τη ρώσικη λέξη ντοστοΐινι που σημαίνει αξιότιμος, αξιοσέβαστος. Ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι Μιχαήλ Αντρέγιεβιτς, γόνος παλιάς αριστοκρατικής λιθουανικής οικογένειας, ήταν στρατιωτικός χειρουργός. Γιος ιερέα, εμφορούνταν από στείρα θρησκευτικότητα που εμπεριείχε την πίστη ότι υπερείχε πνευματικά έναντι των περισσοτέρων. Ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικός και ζηλότυπος ως σύζυγος, ενώ ως πατέρας ήταν αυστηρός και απαιτητικός. Από τα παιδιά απαιτούσε στρατιωτική πειθαρχία, ενώ η σχέση του με αυτά ήταν απόμακρη. Ο Ντοστογιέφσκι διηγείται ότι «στη διάρκεια του μεσημεριανού του ύπνου κατά τους θερινούς μήνες, ο πατέρας του είχε επιβάλει στα παιδιά να κάθονται στο δωμάτιο για να διώχνουν μακριά τις μύγες και να κάνουν αέρα όσο αυτός κοιμόταν». Έχοντας οικογενειακό ιστορικό αλκοολισμού, ήταν και ο ίδιος αλκοολικός, πάθαινε «περίεργες κρίσεις» που περιοδικά τον κατέβαλαν και τον ανάγκαζαν να αποσύρεται για ώρες από την εργασία του, χωρίς να έχει διευκρινισθεί αν αυτές σχετίζονταν με τη λήψη αλκοόλ.
Η μητέρα του Ντοστογιέφσκι, Μαρία Φιοντόροβνα Νεσάγιεβα, προερχόταν από συντηρητική οικογένεια εμπόρων της Μόσχας. Ήταν γυναίκα γεμάτη στοργή, αγάπη και αφοσίωση στην οικογένειά της. Η θρησκευτικότητά της, εσωτερική και ουσιαστικότερη από αυτή του συζύγου της, εκφραζόταν με την ανυπόκριτη καλοσύνη και τη βαθύτατη πίστη στην ύπαρξη Θεού. Αρνούνταν να ενστερνιστεί τις αντιλήψεις του συζύγου της για τον τρόπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών, την παιδαγωγική αξία της τιμωρίας και την αναγκαιότητα της αυστηρότητας. Η ίδια ήταν συμπονετική, ανεκτική και μακρόθυμη με το προσωπικό, ενώ η στοργή και η τρυφερότητα προς τα παιδιά της ήταν πάντα σημείο τριβής με το σύζυγό της. Πέθανε το 1836, σε ηλικία 35 ετών, από φυματίωση.
Όπως προκύπτει από τη μεταξύ τους αλληλογραφία, το ζεύγος Μιχαήλ και Μαρία Ντοστογιέφσκι είχαν μία πολύ έντονη σχέση, με εκφράσεις έντονου ερωτικού πάθους από την πλευρά του Δρ. Ντοστογιέφσκι που, ορισμένες φορές, παλινωδούσε μεταξύ της ανάγκης του να μοιράζεται τα πάντα με την πολυαγαπημένη του σύζυγο και του ζηλοτυπικού παραληρήματός του που έφθανε μέχρις ακόμα και την αμφισβήτηση της πατρότητας των ίδιων του των παιδιών.
Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1821 στο νοσοκομείο απόρων Mariinsky στη Μόσχα και ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Τότε η οικογένεια κατοικούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα πίσω από το νοσοκομείο Mariinsky, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως χειρουργός. Η περιοχή ήταν από τις χειρότερες της Μόσχας και το πίσω μέρος του διαμερίσματος συνόρευε με ένα νεκροταφείο εγκληματιών και το άσυλο ανιάτων, στον κήπο του οποίου πήγαινε συχνά ο μικρός Ντοστογιέφσκι κάνοντας παρέα στους ασθενείς.
Το 1831, παραχωρήθηκε στον πατέρα του, που είχε στο μεταξύ προαχθεί, το δικαίωμα να αποκτήσει γη και προσωπικό. Τότε αγόρασε το μικρό υποστατικό στο Daravobe, μαζί με έναν μικρό οικισμό ονόματι Cheremoshna, έκτασης περίπου 6 στρεμμάτων, όπου έμεναν 100 χωρικοί. Όταν το 1836 έχασε τη μητέρα του, ο πατέρας του έστειλε εσώκλειστους αυτόν και τον αδελφό του σε στρατιωτικό σχολείο στην Αγία Πετρούπολη. Έναν χρόνο αργότερα ο πατέρας τους πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Βρέθηκε νεκρός, πιθανότατα δολοφονημένος από τους ίδιους τους υπηρέτες του σε αντίποινα της συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο υποστατικό του.
Ο Φιόντορ έγινε τότε δεκτός στη στρατιωτική σχολή Μηχανικών της Αγίας Πετρούπολης. Αποφοίτησε από τη Σχολή το 1842 και διορίστηκε στο Υπουργείο Στρατού. Η εργασία του στο Υπουργείο ήταν εκτός των ενδιαφερόντων του και των πνευματικών του ανησυχιών, ενώ οι σταθερές αποδοχές που του εξασφάλιζε εξανεμίζονταν αμέσως στα τυχερά παιχνίδια, στα οποία είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει εθισμό. Παρέμεινε στην εργασία του μέχρι το 1844, οπότε παραιτήθηκε και άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά πλέον με τη συγγραφή.
Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, που στάθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένο, το 1846, με τίτλο οι Πτωχοί· τον ίδιο χρόνο ακολούθησε ο Σωσίας και άλλα λιγότερο γνωστά διηγήματα. Οραματιστής ενός δικαιότερου πολιτικού συστήματος και βαθιά προβληματισμένος από το 1847 για τη φθίνουσα πνευματική πορεία του σύγχρονού του κόσμου, εντάχθηκε στην ομάδα του Petrashevsky, ο οποίος, όντας επικεφαλής σοσιαλιστικής επαναστατικής κίνησης, ευαγγελιζόταν αγώνες για την ισονομία και την ειρηνική αναγέννηση της Ρωσίας.
Συνελήφθη λόγω της συμμετοχής του στην ομάδα αυτή με την κατηγορία της συνωμοσίας για την ανατροπή του τσάρου Νικολάου κι αφού φυλακίστηκε για οκτώ μήνες, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του. Την τελευταία στιγμή και ενώ το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν ήδη σε θέση βολής, κατέφθασε η άμαξα του τσάρου και ανακοινώθηκε η απονομή χάριτος στους καταδίκους και η τροποποίηση της ποινής τους σε 4ετή καταναγκαστική εργασία στη Σιβηρία.
Έχοντας νιώσει την οσμή του θανάτου έγραψε στον αδελφό του Μιχαήλ: «η ζωή είναι ένα δώρο, κάθε λεπτό της μία αιωνιότητα ευτυχίας». Ακολουθούν τέσσερα χρόνια (1849-1853) καταναγκαστικών έργων στο Ομσκ της Δυτικής Σιβηρίας, τόπο εξορίας βαρυποινιτών, που ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως τέσσερα χρόνια φρικτής και ανυπόφορης κόλασης. Είναι χρόνια σκληρής εξευτελιστικής δουλειάς σε απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, στα όρια της φυσικής εξαθλίωσης και της ηθικής εξουθένωσης· χρόνια που περιγράφει σαν Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο που εκδίδεται αργότερα (1861), το οποίο τόσο ο Λένιν όσο και ο Τολστόι χαρακτήρισαν ως αριστουργηματικό.

Τον Φεβρουάριο του 1854, ο Ντοστογιέφσκι αφέθηκε ελεύθερος, όχι όμως για να επιστρέψει στην Αγία Πετρούπολη, αλλά για να υπηρετήσει υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στην ανατολική, αυτή τη φορά, Σιβηρία, στα σύνορα με την Κίνα. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν καλύτερες, μολονότι και αυτή η κατάσταση του στέρησε την ελευθερία για μια 5ετία. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του ερωτεύτηκε, χωρίς ανταπόκριση αρχικά, τη Μαρία Ντμίτριεβνα Ισάεβ, παντρεμένη τότε με έναν μέθυσο χωρικό που την ξυλοκοπούσε και την ανάγκαζε να ζει μέσα στην ανέχεια, τόσο αυτήν όσο και το μικρό γιο τους.
Ο Nτοστογιέφσκι εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της, την άοκνη προσπάθεια να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής της ίδιας και του γιου της και το δυνατό χαρακτήρα που δεν τον έκαμπταν οι κακουχίες και οι αδικίες που ζούσε. Μετά διετή πολιορκία και πολλές απορρίψεις συνδέθηκαν, αφού στο μεταξύ πέθανε ο σύζυγος της Μαρίας, και τελικά παντρεύτηκαν το 1857. Ο Ντοστογιέφσκι θα αναλάβει πλήρως την ευθύνη και τη φροντίδα του παιδιού της Μαρίας, υιοθετώντας το. Μολονότι μιλούσε για τη γυναίκα του με πολύ μεγάλο σεβασμό και αγάπη, η κοινή τους ζωή δεν ήταν ευτυχισμένη εξαιτίας του δύστροπου χαρακτήρα της.

Το 1859 του επέτρεψαν να επιστρέψει στην Αγία Πετρούπολη, όπου άρχισε να αξιοποιεί το υλικό που συνέγραψε κατά τα χρόνια της εξορίας του. Ενδιαμέσως έζησε για αρκετούς μήνες σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Με τον αδελφό του Μιχαήλ εξέδωσαν από κοινού στην Πετρούπολη το περιοδικό Vremya (Χρονικό), με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο, δημοσιεύοντας άρθρα που στήριζαν τη νέα ιδεολογική τάση της poschva (αναγέννηση), σύμφωνα με την οποία η Ρωσία διαθέτει εγγενείς δυνάμεις πνευματικής αναγέννησης, στηριζόμενη στις θεμελιώδεις αξίες της ισότητας, της αρετής και της ευαγγελικής αγάπης. Χαρακτηριστικά, ο Ντοστογιέφσκι πίστευε ότι στο ρωσικό λαό, περισσότερο από κάθε άλλο, η ύπαρξη όποιας ταξικής διαστρωμάτωσης είναι τεχνική και επίπλαστη και γι’ αυτό κάθε διάκριση και διαστρωμάτωση είναι ανούσια και καταδικασμένη.
Στο περιοδικό Vremya, ο Ντοστογιέφσκι πρωτοδημοσίευσε αποσπάσματα από τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων και άλλα κείμενα. Το 1863 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του περιοδικού με διαταγή του τσάρου, επειδή κρίθηκε επαναστατικό το περιεχόμενό του. Σε συνέχεια της Vremya οι αδελφοί Ντοστογιέφσκι εξέδωσαν το περιοδικό Epokha (Εποχή), όπου ο Ντοστογιέφσκι δημοσιεύει σε κάθε τεύχος «τις σημειώσεις από το υπόγειο».
Τον Απρίλιο του 1864 έχασε τη σύζυγο του Μαρία και τον Ιούλιο του ίδιου έτους τον αδελφό του Μιχαήλ. Τα δύο γεγονότα ήταν καίρια πλήγματα για τον Ντοστογιέφσκι που, εκτός από τη συναισθηματική κατάρρευση, χρεοκόπησε και οικονομικά_ η απώλεια του αδελφού του σήμαινε και την απώλεια του κύριου χρηματοδότη και διαχειριστή των χρεών του. Το Δεκέμβριο του 1864 έκλεισε το περιοδικό και κατέφυγε στην Ευρώπη, προκειμένου να γλιτώσει από τους πιστωτές του. Τον Ιανουάριο του 1865 παραδίδει καθυστερημένα χειρόγραφα από τον πρώτο τόμο του βιβλίου Έγκλημα και Τιμωρία, που γνωρίζει αμέσως τεράστια εκδοτική επιτυχία στη Ρωσία, χωρίς όμως ο συγγραφέας του να καταφέρει να ανακάμψει οικονομικά. Η σχέση του με τα χρήματα ήταν κάκιστη εξαιτίας της εξάρτησής του από τον τζόγο (κυρίως τη ρουλέτα), γεγονός που και ο ίδιος αναγνώριζε ως παθολογικό αδύναμο και ποταπό στοιχείο, απέναντι στο οποίο «δεν είχε την δύναμη να αντιτάξει τη βούληση του για να αντισταθεί».
Το 1866 υπό την πίεση πιστωτών και εκδοτών αναγκάστηκε να παραδώσει εντός συγκεκριμένου χρονικού περιθωρίου χειρόγραφα για τα οποία οι ημερομηνίες παράδοσης είχαν παρέλθει και καθ’ υπόδειξιν φίλων προσέλαβε την 20χρονη τότε στενογράφο Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα προκειμένου να επιταχύνει το ρυθμό της εργασίας του. Μαζί κατάφεραν να ετοιμάσουν εντός μηνών τον Παίκτη, ενώ μέχρι την ολοκλήρωση της συγγραφής του, ο Ντοστογιέφσκι είχε ήδη κάνει πρόταση γάμου στη νεαρή Άννα.
Παντρεύτηκαν ένα χρόνο αργότερα, το Φεβρουάριο του 1867. Η Άννα Γκριγκόριεβνα Ντοστογιέφσκαϊα, αγαπούσε και στήριζε τον Ντοστογιέφσκι με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αφοσίωση ως το τέλος της ζωής του. Από την αρχή της κοινής του ζωής το ζευγάρι είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, τα προβλήματα της υγείας του Ντοστογιέφσκι (βαριά πνευμονοπάθεια και επιληψία), καθώς και το μέγιστο πρόβλημα της εξάρτησής του από τη ρουλέτα, που πολλές φορές τους έφερνε αντιμέτωπους με υπέρογκα χρέη. Αυτός ήταν και ο λόγος που, 4 μήνες μετά το γάμο τους, η Άννα αναγκάστηκε να πουλήσει ακόμα και τα κοσμήματα της μητέρας της προκειμένου να εξασφαλίσει τα ναύλα για τη φυγή τους από τη Ρωσία, προκειμένου να μην τους βρουν οι πιστωτές τους. Τα χρόνια της περιπλάνησής τους στην Ευρώπη, το πρόβλημα της εμμονής στη ρουλέτα ήταν πάρα πολύ έντονο τόσο που ο ίδιος εξομολογείται οδυρόμενος ότι κατάντησε να παίζει στη ρουλέτα ακόμα και τη βέρα της γυναίκας του και ότι το πάθος του αυτό τον κατακαίει και τον υπερνικά. Το 1868 ήρθε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, η Σόνια, γεγονός που άλλαξε την οπτική της ζωής του συγγραφέα, μόνο που ο θάνατός της, από λοίμωξη σε ηλικία 3 μόλις μηνών, τον έριξε σε βαθύ πένθος.
Η ύπαρξη οικογενειακών υποχρεώσεων μπόρεσαν τελικά να τον αποσπάσουν από τον τζόγο, γεγονός που, μαζί με τη χρηστή οικονομική διαχείριση της συζύγου του Άννας, επέτρεψε την αντιμετώπιση των οικονομικών τους προβλημάτων και την εξασφάλιση μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Απέκτησε δύο ακόμα παιδιά όσο ήταν στο εξωτερικό, τη Ludva και τον Fiodor (1869 και 1871 αντίστοιχα), και τον Απρίλιο του 1871 επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, οπότε σταμάτησε να παίζει τυχερά παιχνίδια και επιδόθηκε συστηματικά στο συγγραφικό του έργο. Η 10ετία 1870-1880 ήταν η πλέον παραγωγική συγγραφικά για τον Ντοστογιέφσκι και του έφερε και τη μεγαλύτερη καταξίωση.
Ως πατέρας, ο Ντοστογιέφσκι ήταν ιδιαίτερα τρυφερός· του άρεσε να διαβάζει και να χορεύει με τα παιδιά του, να τα συνοδεύει στο θέατρο και να απολαμβάνει την παρουσία τους στο σπίτι, την οποία θεωρούσε ως τη μέγιστη ευλογία που του δόθηκε από το Θεό. Ως σύζυγος υπεραγαπούσε τη γυναίκα του και ήταν ευγνώμων για την ανοχή και τη γενναιοδωρία της απέναντι στο πάθος του με το τζόγο, έχοντας πλήρη συναίσθηση της παθολογικής εμμονής του.
Το 1871, όταν επέστρεψε στην Πετρούπολη, ήταν ήδη διάσημος συγγραφέας στην Ευρώπη, συγκρινόμενος από πολλούς κριτικούς με τον Σαίξπηρ, και στην πατρίδα του ευρύτατα γνωστός, κυρίως από τη στήλη του, με τίτλο το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, στο εβδομαδιαίο περιοδικό Grazhdanin (ο πολίτης). Σύντομα η στήλη έγινε τόσο δημοφιλής που ο Ντοστογιέφσκι ήταν πια σε θέση να εκδώσει ανεξάρτητο περιοδικό με τον τίτλο της στήλης. Το 1878 όμως, ο θάνατος του 3χρονου Αλιόσα [το 4ο παιδί του], κατά τη διάρκεια επιληπτικού status, τον καταρράκωσε ψυχολογικά_ ήταν γεμάτος ενοχές καθώς θεωρούσε πως αυτός κληροδότησε στο παιδί του τη νόσο. Ακολούθως η οικογένεια μετακόμισε σε διαμέρισμα στην Οδό Κουζνέτσνυ αριθ. 5, όπου ο Ντοστογιέφσκι έζησε για 2 1/2 χρόνια μέχρι το θάνατό του, μετά από μαζική αιμόπτυση, συνεπεία πολλαπλώς υποτροπιάζουσας εμφυσηματικής πνευμονοπάθειας.
Β. Σημειώσεις για μια διάγνωση
Οι περιγραφές των κρίσεων
Οι περισσότερες κρίσεις του Ντοστογιέφσκι συνέβαιναν νωρίς κατά την έλευση του ύπνου (Gastaut, 1978). Προηγείτο άναρθρη κραυγή και ακολουθούσαν γενικευμένοι τονικοκλονικοί σπασμοί, με ή χωρίς απώλεια ούρων, ενώ μετακριτικά υπήρχε, αρχικά σύγχυση και μετά υπνηλία (Dostoevsky, 1935). Ωστόσο υπήρχαν και κρίσεις που συνέβαιναν την ημέρα, με ή χωρίς αύρα. Ο ίδιος είχε δηλώσει: «έχω όλους τους τύπους των κρίσεων» (Dostoevsky, 1935).
Λόγους υγείας επικαλέστηκε τον Ιανουάριο του 1859 προκειμένου να απολυθεί από το στρατό. Ο στρατιωτικός γιατρός Μayor Yermakov βεβαιώνει τα παρακάτω: «εξέτασα τον Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, παρουσία του λοχαγού Βakhirev […]. Το 1850 είχε την πρώτη του κατάρρευση (κρίση επιληψίας) με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: κραυγή, απώλεια συνειδήσεως, σπασμούς των άκρων και του προσώπου, αφρούς στο στόμα, ρογχώδη αναπνοή, ταχύ και αδύναμο σφυγμό. Η διάρκεια της κρίσης ήταν 15 λεπτά της ώρας στην οποία επακολούθησαν γενικευμένη αδυναμία και ανάκτηση της συνείδησης. Το 1853 είχε μία ακόμα όμοια κρίση και από τότε έχει κρίσεις περίπου στο τέλος κάθε μηνός» (Yamolinsky, 1960 – Alajouanine, 1963 – Siegel & Dom, 2001).
Ανάλογη είναι και η περιγραφή της πρώτης κρίσης που είδε η σύζυγός του Άννα: «Ο Φιόντορ μιλούσε με την αδελφή μου και ήταν συνεπαρμένος. Ξαφνικά το χρώμα του άλλαξε, τρέκλισε προς τον καναπέ και άρχισε να γέρνει προς εμένα. Κοίταζα έκπληκτη τις αλλαγές στο πρόσωπό του, ξαφνικά έβγαλε μια φρικαλέα κραυγή, κραυγή που δεν έμοιαζε καθόλου ανθρώπινη, σαν ουρλιαχτό άγριου θηρίου και συνέχισε να γέρνει προς το μέρος μου, να τεντώνεται και να τινάζει χέρια και πόδια» (Voskuil, 1983).
H Άννα περιγράφει επίσης μια εστιακή κρίση χωρίς γενίκευση: «Στη Βασιλεία, ενώ βλέπαμε στο μουσείο την Αποκαθήλωση του Χολμπάιν, το πρόσωπό του μόρφασε παράξενα, αλλόκοτα και σπασμωδικά δύο τρεις φορές, το χέρι τινάχτηκε από τον ώμο, όπως γίνεται συχνά κατά το πρώτο λεπτό της κρίσης, αλλά ευτυχώς μετά δεν έγινε τίποτα άλλο»· ο ίδιος αναφέρει ότι στην έναρξη της κρίσης είχε αμφοτερόπλευρη αιμωδία των άκρων και αίσθημα κνησμού στα χέρια (Rossetti & Bogousslavsky, 2005).
Ο φιλόσοφος και κριτικός Νικολάι Στράκχοφ, καλός φίλος του Ντοστογιέφσκι, παραθέτει μία ακόμα περιγραφή: «Ενώ μιλούσε με πολύ ενθουσιασμό, σταμάτησε προς στιγμή σα να αναζητούσε τις κατάλληλες λέξεις προκειμένου να εκφράσει κάτι εμπνευσμένο. Τον κοίταζα με τεταμένη την προσοχή μου όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος σαν γρύλισμα, μια παρατεταμένη άναρθρη κραυγή κι ύστερα έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Εκείνη τη φορά η κρίση δεν ήταν δυνατή. Το σώμα του ήταν όλο τεντωμένο και κάποιοι αφροί έβγαιναν από το στόμα του. Σε μισή περίπου ώρα συνήλθε και περπατήσαμε μαζί προς το σπίτι» (Alajouanine, 1963).
Ο Ντοστογιέφσκι αναφέρει ότι σε λίγες κρίσεις είχε «εκστατική» πρόδρομη αύρα. Ήταν μια ευφορική κατάσταση, χαρακτηριστική για την επέλευση της κρίσης. Ο Νικολάι Στράκχοφ μεταφέρει όσα του είχε περιγράψει ο ίδιος ο συγγραφέας για αυτήν την εμπειρία: «Πριν την έναρξη της κρίσης υπάρχουν κάποιες στιγμές που βιώνω τόση χαρά που δεν είναι συμβατή με την πραγματική ζωή […] τόση αγαλλίαση που κανένας δε μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει. Βιώνω την πλήρη αρμονία με τον εαυτό μου και με τον κόσμο κι αυτό το συναίσθημα είναι τόσο δυνατό και γλυκό που για λίγα δευτερόλεπτα τέτοιας αγαλλίασης θα αντάλλαζα δέκα ή περισσότερα χρόνια, ακόμα ίσως και ολόκληρη τη ζωή μου» (Alajouanine, 1963). Όμως, στην αγαπημένη του φίλη Σοφία Κοβαλέσκαγια είχε πει: «Δεν ξέρω αν αυτή η χαρά κρατάει δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, αλλά δεν θα αντάλλασσα όλες τις χαρές της ζωής με αυτήν εδώ» (Alajouanine, 1963).
Πανομοιότυπη δήλωση θα κάνει και ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο επιληπτικός του ήρωας στο έργο του ο Ηλίθιος, που ενσαρκώνει έναν αγνό και ακέραιο χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της αύρας βίωνε και μια κατάσταση που ο ίδιος χαρακτήριζε σαν «επιβεβλημένο σκέπτεσθαι». Περιγράφοντας τον Μίσκιν γράφει σχετικά: «Υπήρχαν δύο ή τρεις στιγμές, λίγο πριν αρχίσει η καθαυτό κρίση που ξαφνικά, μέσα στη θλίψη και την απογοήτευση, το μυαλό του έμοιαζε να παίρνει φωτιά για λίγα λεπτά. Η αίσθηση ότι είναι ζωντανός και η συναίσθηση των πάντων δεκαπλασιαζόταν εκείνες τις στιγμές που περνούσαν σαν αστραπή. Το μυαλό και η καρδιά του φωτίζονταν από ένα εκθαμβωτικό φως. Όλη η αναστάτωση, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες έδειχναν ήρεμες σε απόλυτη τάξη και αρμονία όλα ήταν απολύτως κατανοητά […] αλλά αυτά τα λεπτά […] αυτές οι αναλαμπές ήταν οι προάγγελοι της απόλυτης αγαλλίασης […] της έκστασης […] που διαρκούσε μόνο μία στιγμή πριν την κρίση».*
Μετακριτικά, εμφάνιζε σύγχυση και διαταραχές τόσο του γραπτού όσο και του προφορικού λόγου, ενώ ανέφερε έντονο καταθλιπτικό συναίσθημα και αδυναμία συγκέντρωσης που διαρκούσαν περισσότερο από ένα 24ωρο (Rossetti & Bogousslavsky, 2005). Στο σημειωματάριο του υπογραμμίζει: «Μετά την κρίση, για λίγες ώρες δεν μπορώ να μιλήσω και όταν, μετά από ώρα γράψω, κάνω πολλά λάθη με τις λέξεις»· «μετά την κρίση, για μία μέρα ή και περισσότερο, έχω μεγάλη θλίψη και κλαίω πολύ!!! […] έχουν περάσει τρεις μέρες τώρα κι ακόμα το κεφάλι μου δεν το νιώθω καθαρό […]. Δεν μπορώ να σκεφτώ και να συγκεντρωθώ» (Dostoevsky, 1914).
Ηλικία έναρξης κρίσεων

Σύμφωνα με τους περισσότερους ερευνητές, η έναρξη των κρίσεων του Ντοστογιέφσκι, με γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς, τοποθετείται γύρω στα 20 έτη (Chokroverty et al., 2007 – Hughes, 2005 – Voskuil, 1983). Μερικοί υποστηρίζουν ότι οι κρίσεις αυτές υπήρχαν από τη σχολική ηλικία, ενώ η κόρη του έλεγε πως οι κρίσεις αυτές άρχισαν όταν, σε ηλικία 16 ετών, του αναγγέλθηκε ο θάνατος του πατέρα του (Frank, 1976). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ένα επεισόδιο ακουστικών ψευδαισθήσεων (σαν σπαρακτική κραυγή), το οποίο είχε σε ηλικία 7 ετών (Alajouanine, 1963) και επεισόδια παροδικής «αφωνίας», τα οποία περιγράφονται (Vallery-Radot, 1956) κατά την ηλικία των 15 ετών και πιθανολογούνται ως ψυχογενή, σχετιζόμενα με την απώλεια της μητέρας του, χωρίς να έχουν πλήρως διευκρινισθεί (Voskuil, 1983).
Ημερολόγιο κρίσεων
Όποια κι αν είναι η φύση των προαναφερομένων «ύποπτων» επεισοδίων, οι ερευνητές συγκλίνουν στο ότι τα επεισόδια αυτά δεν ήταν ιδιαίτερα συχνά, ενώ μέχρι την μετεφηβική –κατά άλλους, την εφηβική– ηλικία δεν είχαν εμφανιστεί κρίσεις με γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς. Η συχνότητα των κρίσεων ήταν πολύ μεγάλη και οι κρίσεις ιδιαίτερα παρατεταμένες όταν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία, αλλά και κατά την περιπλάνησή του στην Ευρώπη, αμέσως μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου (Alajoua-nine, 1963 – Siegel & Dorn, 2001). Από το 1848 μέχρι το θάνατό του, ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι είχε καταγράψει στο ημερολόγιο του 400 κρίσεις, εκ των οποίων οι 102 έγιναν μετά το 1860 (Gastaut, 1978). Η καταγραφή είναι ακριβής και παρέχει πληροφορίες για την ένταση, τη μορφή και τη διάρκεια των κρίσεων, καθώς και για τη διασπορά των επεισοδίων στο χρόνο –π.χ. αναφέρει ότι πριν το 1869, η μέση συχνότητα των κρίσεων ήταν 1 ανά 3 εβδομάδες κι ότι μετά την πρώτη ακολουθούσαν οι επόμενες εντός μικρού χρονικού διαστήματος, ενώ αργότερα παρεμβαλλόταν μεσοδιάστημα ηρεμίας μέχρι την επόμενη υποτροπή (Voskuil, 1983).
Θεραπεία- Εκλυτικοί παράγοντες
Η μόνη συστηματική θεραπεία που για χρόνια ακολούθησε ο Ντοστογιέφσκι για την επιληψία του ήταν τα θερμά λουτρά στις περισσότερες λουτροπόλεις της Ευρώπης (Hughes, 2005). Στο σημειωματάριό του αναφέρεται χρήση οπιούχων διαλυμάτων το 1871 –πιθανότατα για την αντιμετώπιση των κρίσεων βήχα και όχι της επιληψίας–, καθώς και αφαιμάξεις, χωρίς αποτέλεσμα, από τον Δρ. Ιανόφσκι (Voskuil, 1983). Χωρίς την παραμικρή φαρμακευτική αγωγή, ο Ντοστογιέφσκι αποτελεί ιδανικό περιστατικό για τη μελέτη της φυσικής εξέλιξης της νόσου του. Πέραν της απουσίας μιας αντιεπιληπτικής αγωγής, στον Ντοστογιέφσκι έδρασαν και πάμπολλοι εκλυτικοί παράγοντες. Οι εμφυσηματικοί του πνεύμονες, με τις πολλαπλώς υποτροπιάζουσες αναπνευστικές λοιμώξεις, η συστηματική παρατεταμένη αϋπνία –απότοκος διαταραχής στο ωράριο του ύπνου (κοιμόταν λίγες ώρες αργά το πρωί)–, η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ ήταν κάποιοι από τους παράγοντες εκείνους που μείωναν τον ουδό των κρίσεων και ευόδωναν τη συχνότερη εμφάνισή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι και τις δύο φορές που παντρεύτηκε, το γλέντι του γάμου του τέλειωσε με μια λίαν παρατεταμένη τονικοκλονική κρίση, μετά την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων σαμπάνιας και βερμούτ (Grossman, 1935 & Bogousslavsky, 2005).
Ατομικό ιστορικό
Τα προβλήματα υγείας του Ντοστογιέφσκι ήταν σοβαρά και χρόνια.
Oικογενειακό ιστορικό
Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός, προερχόμενος από οικογένεια αλκοολικών που φέρεται πως έπασχε από περίεργες κρίσεις, εξ αιτίας των οποίων αναγκαζόταν να απέχει από την εργασία του για πολλές ώρες. Δεν διευκρινίζεται σαφώς η φύση των κρίσεων αυτών, οι περισσότεροι πάντως μελετητές τις έχουν χαρακτηρίσει ως ημικρανίες, ενώ κάποιοι άλλοι τις θεωρούν επιληπτικές. Ο αδελφός του πατέρα του ήταν επίσης αλκοολικός, χωρίς να αναφέρονται σε αυτόν παρόμοιες κρίσεις (Yarmolinsky, 1960). Δύο αδέλφια του ήταν αλκοολικοί (ο ίδιος κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ σποραδικά χωρίς να έχει εξάρτηση από αυτό) και μία αδελφή του ήταν ψυχοπαθής (πιθανότατα ηβηφρενική).
Ο γιος του Αλιόσα πέθανε σε ηλικία 3 ετών από status epilepticus. Διατυπώθηκε η άποψη ότι οι επιληπτικοί σπασμοί του Αλιόσα εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο εγκεφαλίτιδας, αλλά στο σημειωματάριο της μητέρας του αναφέρονται 3 ακόμα περιστατικά από την ηλικία του ενός έτους (Siegel & Dorn, 2001).
Γ. «Κρίσεις» επί των κρίσεων του συγγραφέα
(ξεφυλλίζοντας τη βιβλιογραφία)
Ο Φρόυντ συνέδεε την έναρξη των κρίσεων του Ντοστογιέφσκι με το θάνατο του πατέρα του, θεωρώντας τις αποκαλούμενες κρίσεις του σαν την σωματοποίηση της ενοχής του για το θάνατο του πατέρα του. Κατέτασσε την περίπτωση του Ντοστογιέφσκι στην αποκαλούμενη υστερο-επιληψία, σοβαρή μορφή υστερίας χωρίς καμία οργανική αιτιοπαθογένεια (Selten, 1993).
Ένας από τους συστηματικότερους μελετητές της επιληψίας του Ντοστογιέφσκι, ο διάσημος επιληπτολόγος Gastaut, έχοντας μελετήσει όλες τις καταγεγραμμένες στο ημερολόγιο κρίσεις του Ντοστογιέφσκι, υποστήριξε, το 1978, πως έπασχε από ιδιοπαθή γενικευμένη επιληψία. Τα βασικά επιχειρήματά του αναφέρονταν στο οικογενειακό ιστορικό επιληψίας και την ύπαρξη κυρίως νυχτερινών προσβολών, ενώ αμφισβητούσε την ύπαρξη εκστατικής αύρας (την οποία απέδιδε σε λογοτεχνικό τέχνασμα του συγγραφέα) και κάθε εστιακής ή δηλωτικής πλαγίωσης συμπτωματολογίας (Gastaut, 1978). Το 1984 επανήλθε με άρθρο του όπου επέμενε στην αρχική του διάγνωση περί γενικευμένης επιληψίας με την παραδοχή ενδεχόμενης ύπαρξης επιληπτογόνου εστίας στον κροταφικό λοβό από την οποία άρχεται η διέγερση και γενικεύεται ταχύτατα (Gastaut, 1984).
Ο Alajouanine υποστήριξε το 1963 ότι οι κρίσεις του Ντοστογιέφσκι ήταν εστιακές με δευτεροπαθή γενίκευση και συσχέτισε την ευφορική κατάσταση της αύρας με το βίωμα ασθενούς του που έπασχε από νευροσύφιλη (Alajouanine, 1963), ενώ το 1983 ο Voskuil χαρακτήρισε τις κρίσεις ως νυχτερινές σύμπλοκες εστιακές με δευτεροπαθή γενίκευση και σύμπλοκες εστιακές με δευτεροπαθή γενίκευση και εκστατική αύρα (Voskuil, 1983). Η άποψη του De Toledo ήταν πως ο Ντοστογιέφσκι, έχοντας επίγνωση του δευτερογενούς οφέλους από τις συγκεκριμένες κρίσεις, ίσως να είχε «κάθε είδους κρίση» (επιληπτικές και μη), σύμφωνα άλλωστε και με δική του δήλωση (De Toledo, 2001).
Μελετώντας τη γλώσσα του Ντοστογιέφσκι, ο Baumann (…βιβλιο…) παρατήρησε, κατά περιπτώσεις, πολύ έντονη γραφή, επιλογή πολύ δυνατών εκφράσεων, επίμονες επαναλήψεις λέξεων συχνά με στερεότυπο τρόπο, διεξοδική, σχολαστική και υπερλεπτομερή περιγραφή με τάση ιδεομηρυκασμού και εμμονής γύρω από το ίδιο κεντρικό θέμα της ηθικής και του Θεού. Ενδιαφέρον έχουν τα χειρόγραφα του Ντοστογιέφσκι όπου είναι εμφανής η υπεργραφία του, ο πυκνός τρόπος γραφής που δεν αφήνει καθόλου κενό χώρο στο χαρτί και η παρεμβολή στα κείμενα θρησκευτικών σχεδίων και συμβόλων. Αξιολογώντας τα παραπάνω, ο Baumann τα απέδωσε σε σύνδρομο Wax-man-Geschwind (σύνδρομο μετακριτικών κυρίως διαταραχών συμπεριφοράς σε ασθενείς με επιληψία κροταφικού λοβού, που χαρακτηρίζεται από υπεργραφία, υποσεξουαλικότητα, υπερθρησκευτικότητα, επίμονη ενασχόληση με την πνευματική ζωή) υποστηρίζοντας εμμέσως τη διάγνωση της έσω κροταφικής επιληψίας.
Δ. Συζήτηση (επίκριση-διάγνωση)
Από τη μελέτη των στοιχείων προκύπτει ότι στην οικογένεια του Ντοστογιέφσκι υπήρχε κάποια γενετική επιβάρυνση (πατέρας-γιος) στην εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων χωρίς να μπορεί με σαφήνεια να προσδιοριστεί η μορφή των κρίσεων αυτών για να μιλήσουμε για κληρονομική μορφή της νόσου. Αυτό δεν μας κατευθύνει απαραίτητα στην ιδιοπαθή γενικευμένη επιληψία, όπως αρχικά είχε υποστηριχτεί (Gastaut, 1978), δεδομένου ότι υπάρχουν οικογενείς μορφές μετωπιαίας ή και κροταφικής επιληψίας (Derry et al., 2008 – Gambardella et al., 2009).
Ως την έναρξη των κρίσεων αξίζει να σημειωθούν τα εξής: Το επεισόδιο των ακουστικών ψευδαισθήσεων στην παιδική ηλικία θα μπορούσε να σηματοδοτεί την έναρξη των κρίσεων καθώς μοιάζει πολύ σε μια απλή εστιακή κρίση κροταφικού λοβού με ακουστικές ψευδαισθήσεις (Vallery-Radot, 1956). Ο μόνος αντίλογος στον χαρακτηρισμό αυτού του επεισοδίου ως εναρκτήριου της εκδήλωσης της επιληψίας του είναι ότι ακουστικές ψευδαισθήσεις δεν περιγράφονται σε καμία από τις υπόλοιπες κρίσεις του ή κάποιου από τους επιληπτικούς ήρωες των έργων του.
Η αναφερόμενη ως επεισοδιακού χαρακτήρα «παροδική αφωνία» κατά την εφηβική ηλικία έχει εν πολλοίς αποδοθεί σε λειτουργικά αίτια (Voskuil, 1983), χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο αν αυτά τα επεισόδια μπορεί να είχαν επιληπτικό χαρακτήρα (στο πλαίσιο αύρας ή/και μιας απλής εστιακής κρίσης είτε στο πλαίσιο μικροαφαιρέσεων, μιας γενικευμένης δηλαδή επιληπτικής διέγερσης). Αυτά ακριβώς τα επεισόδια σε συνδυασμό με τη σύγχυση που κυριαρχεί στους βιογράφους σχετικά με την ηλικία του κατά την έναρξη των κρίσεων, την ευφυΐα του Ντοστογιέφσκι και την αυταρχική μορφή του πατέρα του οδήγησαν τον Φρόυντ στην άποψη περί υστερίας. Η περιγραφή των κρίσεων και κυρίως το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους συνέβαιναν κατά τον ύπνο καθιστούν απίθανο αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, η συνύπαρξη κάποιων μη επιληπτικών ψυχογενών κρίσεων (Phycogenic Non Epileptogenic Seizure, PNES) σε έναν χρόνιο επιληπτικό ασθενή θεωρείται πιθανή, χωρίς αυτό να αναιρεί τη διάγνωση της επιληψίας.
Η ύπαρξη των κρίσεων κατά τον ύπνο αποτέλεσαν ένα από τα επιχειρήματα του Gastaut υπέρ της ιδιοπαθούς γενικευμένης επιληψίας, όμως κάτι τέτοιο δεν είναι χαρακτηριστικό της καθώς απαντάται συχνά στην μετωπιαία και την κροταφική επιληψία (Bemasconi et al., 1998 – Huang & Chu, 1998 – Kanner, 2007 – Derry et al., 2008).
Η περιγραφή των κρίσεων μας παρέχει σειρά πληροφοριών που διευκολύνουν πολύ τη διάγνωση. Η αύρα είναι χαρακτηριστική εστιακής αρχής της κρίσης και στις περισσότερες κρίσεις πρόκειται για δυσάρεστο αίσθημα (Cirignotta et al., 1980). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων είχαν παραστεί και κατέγραψαν κάποια κρίση του συγγραφέα, το πρόσωπό του είχε «μία έκφραση φόβου» (Vallery-Radot, 1956). Από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αύρας τοποθετούμε την εστία στον κροταφικό λοβό. Σπάνια (δύο ή τρεις φορές στη ζωή του) η αύρα ήταν «εκστατική». Η εκστατική αύρα παρατηρείται στο 2% των ασθενών με επιληψία κροταφικού λοβού που πρόκειται να υποβληθούν σε επέμβαση (Stefan et al., 2004) και πιθανόν να υποδηλώνει τη συμμετοχή του πυρήνα της αμυγδαλής. Εντός λίγων δευτερολέπτων από το αρχικό αίσθημα της αύρας ο Ντοστογιέφσκι έβγαζε μία κραυγή (σύνηθες και μη ειδικό σύμπτωμα κατά την έναρξη των επιληπτικών κρίσεων), είχε απώλεια συνειδήσεως και γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς, άρα μετά την αρχική εστιακή διέγερση ακολουθούσε ταχεία δευτεροπαθής γενίκευση. Θα πρέπει να σημειωθεί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι περιγράφονται και κρίσεις που δεν γενικεύθηκαν.
Η μετακριτική του δυσφασία είναι επίσης ένα σημαντικό στοιχείο της πλαγίωσης της εστίας που μας κατευθύνει στην εντόπιση στον αριστερό κροταφικό λοβό (γνωρίζουμε ότι ο Ντοστογιέφσκι ήταν δεξιόχειρας), ενώ η συνεχώς επιδεινούμενη μνήμη του, που τον «ανάγκαζε να κρατά σημειώσεις για να θυμάται», ενισχύει περαιτέρω τη διάγνωση της επιληψίας του έσω κροταφικού λοβού, αφού είναι γνωστή η μεγάλη έκπτωση της μνήμης που αυτή συχνά συνεπάγεται. Επιπλέον, ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και της γραφής του Ντοστογιέφσκι συμβαδίζουν πολύ με το προφίλ της προσωπικότητας του ασθενούς που πάσχει από έσω κροταφική επιληψία του επικρατούντος ημισφαιρίου (π.χ. στερεοτυπίες, υπερβολική εμμονή στην ηθική, ενοχικός ιδεασμός, υπεργραφία κ.ο.κ.).
*
Συμπερασματικά, καταλήγουμε στην ίδια διάγνωση με αυτή που τείνουν να συμφωνήσουν οι περισσότεροι από τους νεότερους ερευνητές του φαινομένου Ντοστογιέφσκι. Θεωρούμε ότι ο συγγραφέας έπασχε από έσω κροταφική επιληψία του αριστερού λοβού, μια κατάσταση που επηρέασε όλη του την ύπαρξη χωρίς όμως να την καθορίσει, όπως ακριβώς επηρέασε και τους έξι διαφορετικούς επιληπτικούς ήρωες του, χωρίς να τους καταδικάσει ούτε να τους λυτρώσει. Άλλωστε με αυτούς τους επιληπτικούς ήρωες προσφέρει στην έρευνα για την νόσο μία ακόμα πληροφορία για την επιληψία: η επιληψία δεν καταργεί την ουσία του είναι μας. Είναι αυτό που τόσο εύστοχα διατύπωσε ο Gastaut τo 1984: o Nτοστογιέφσκι με το έργο και τη ζωή του λειτουργεί «υπέρ των αμέτρητων ατόμων που έχουν υποστεί την απαράδεκτη προκατάληψη ότι είναι καταδικασμένοι σε νοητική έκπτωση εξαιτίας των επαναλαμβανόμενων κρίσεων καθώς επίσης και υπέρ αυτών των εξαιρετικών επιληπτικών ατόμων που η διάνοια τους έχει ερμηνευθεί ως παραπροϊόν της ασθένειάς τους» (Gastaut, 1984).
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.