Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
Δημοσιογράφος – Αθήνα
σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]
Του Κορνηλίου και της Αλεξάνδρας Ρουτσώνη
μικρό τμήμα ανεξόφλητου χρέους, αφιερώνεται
Μια μεγάλη παράδοση διατρέχει ολόκληρη τη ρωσική λογοτεχνία. Μια παράδοση καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Οι μεγάλοι ρώσοι ποιητές Πούσκιν και Λέρμοντοφ σκοτώθηκαν σε ανόητες μονομαχίες. Ο γενάρχης της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας Ν. Β. Γκόγκολ πέθανε από εκούσια ασιτία. Από την παράδοση αυτή ή, αν θέλετε, την μυθολογία δεν μπορούσε να λείψει ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έπασχε, ως γνωστόν, από επιληψία· ασθένεια που από μόνη της περιβάλλεται από πλήθος μύθων και φημών, δημιουργώντας μυστήριο, φόβο, αλλά και προκαταλήψεις.
Στο διαβασίδι των αιώνων θεωρούσαν την επιληψία ως «ιερή νόσο», ως νόσο που πλήττει τους «ιερούς τρελούς», τους «εν Χριστώ σαλούς» και δεν είναι τυχαίο ότι η αντίληψη αυτή, ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Ρωσία, συνέβαλε στο να περιβληθεί η ασθένεια του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι με πληθώρα μύθων. Πολλοί της αποδίδουν την ιδιαίτερη πνευματικότητα του συγγραφέα, τη ροπή του προς τον κόσμο των υπερβατικών ιδεών, ενώ συχνά την συνδέουν με την αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα του προφήτη. Άλλοτε πάλι, κάποιοι άλλοι αντιμετώπιζαν την επίδραση της επιληψίας ως ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να σκιαγραφεί σκοτεινές και αρρωστημένες πλευρές της ζωής.1
Η σχετική φιλολογία ή και μυθολογία γύρω από την ψυχική νόσο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τόσο τους κριτικούς της λογοτεχνίας όσο και τους ειδικούς της ψυχιατρικής επιστήμης. Έχουν γραφτεί εκατοντάδες μελέτες γύρω από το ζήτημα αυτό, με πολλές, συχνά αντικρουόμενες, απόψεις, ενώ η πολεμική των διαφόρων σχολών σκέψης καλά κρατεί μέχρι σήμερα. Στις παρακάτω γραμμές θα παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις γύρω από τη ζωή και του έργο του ρώσου συγγραφέα που έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως επιληπτικός.

Οι ιδιαιτερότητες του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι
Διαβάζοντας τα έργα του Ντοστογιέφσκι διαπιστώνουμε, με την πρώτη κιόλας ματιά, ότι το πλήθος των ηρώων του χαρακτηρίζονται από υπερβολική τάση για τη λεπτομέρεια και μια ροπή προς τις συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκέψεις –μια πολυλογία, θα έλεγε κάνεις–, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται προφανές ότι ο ειρμός τους χάνεται και, κυρίως, κάτι μένει ανείπωτο, ημιτελές. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα που διακρίνουμε είναι το απόλυτο παράλογο, το ανορθολογικό, η παρορμητικότητα των συμπεριφορών τους, ενώ τρίτη ιδιαιτερότητα είναι η συστηματική –σαδιστική, θα λέγαμε– παραμονή τους σε όλα τα επίπεδα της κόλασης του Δάντη. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η άποψη που διατύπωσαν πολλοί στοχαστές ότι, αν ο Τολστόι δημιούργησε χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους στα έργα του, ο Ντοστογιέφσκι, απεναντίας, σε κάθε του έργο σκιαγραφεί όλους τους ήρωες του υπό το φως της δικής του οπτικής για τον κόσμο. Ας θυμηθούμε τον παθολογικά αλκοολικό Μαρμελάντοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, την υστερική και μανιοκαταθλιπτική Κατερίνα Ιβάνοβνα, τον σεξομανή και σαδιστή Σβιντριγκάιλοφ, αλλά και τον νηφάλιο Λούζιν, ο οποίος χώνει επιτήδεια εκατό ρούβλια στη τσέπη της Σόνιας Μαρμελάντοβα προκειμένου στη συνέχεια να την κατηγορήσει για κλοπή. Στον Ηλίθιο, ο πρίγκιπας Μίσκιν μπαίνει σε παρατεταμένη θεραπεία για την επιληψία του και στο τέλος επιστρέφει στην ίδια ψυχιατρική κλινική στην Ελβετία, ο Αραλντόν Ιβόλγκιν πάσχει από εκφυλιστική παράλυση, ο Ρογκόζιν είναι έμπορος-δολοφόνος, η Ναστάσια Φιλίπποβνα, διαρκώς επισημαίνει στους συνομιλητές της ότι την αποπλάνησαν σε μικρή ηλικία και εξ αυτού έχει κάθε δικαίωμα να ταπεινώνει τους γύρω της. Στους Δαιμονισμένους, ο ψυχρός δανδής Σταβρόγκιν, οι επιληπτικοί Κυρίλλοφ και Λεμπιάντκινα, το παράσιτο και προδότης Στεπάν Βερχοβένσκι, ο «επαναστάτης» Πιότρ Βερχοβένσκι, ο οποίος, προκειμένου να διαλύσει τον χορό του στρατηγού, εξυφαίνει πλήθος δολοπλοκιών, οι ασήμαντοι και ανόητοι Λιάμγκιν, Σιγκαλιόφ, Βιγκρίνσκι με τις ανόητες αυτοκτονίες. Στα έργα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι ήρωες, όπως δεν υπάρχουν και «θετικοί» ήρωες». Όλα τα πρόσωπα, που παρουσιάζονται σ’ αυτά τα έργα, είναι πρόσωπα που πάσχουν, που υποφέρουν, που βασανίζονται, χωρίς όμως να λυτρώνονται στο τέλος. Ακόμη και όταν κολάζονται οι πράξεις τους, ο βαρύς πέλεκυς της τιμωρίας πέφτει επί των κεφαλών δικαίων και αδίκων.
Ο Ν. Μιχαηλόβσκι σημείωνε, ήδη από το 1882, στο άρθρο του Σκληρό ταλέντο: «Εμείς αναγνωρίζουμε το τεράστιο καλλιτεχνικό ταλέντο του Ντοστογιέφσκι και ταυτόχρονα διακρίνουμε σ’ αυτόν όχι μόνο τον πόνο που βιώνει για τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους, αλλά, απεναντίας, βλέπουμε και την ενστικτώδη επιδίωξή του να προκαλέσει πόνο σ’ αυτούς τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους».2 Την ίδια γνώμη είχαν και πολλοί άλλοι σύγχρονοι του Ντοστογιέφσκι συγγραφείς και ποιητές, όπως διαπιστώνουμε από την αλληλογραφία των Τουργκιένιεφ, Στράχοφ, Λ. Τολστόι, Π. Τσαϊκόφσκι, Σαλτικοφ-Σεντρίν και κατόπιν του Μ. Γκόρκι.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στα περισσότερα έργα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι ήρωές του, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, είναι θύματα των παθών τους και είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψει ο αναγνώστης κάποιον ήρωα που δεν παρουσιάζεται σε κάποια εξαιρετικά μειονεκτική θέση ή, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, σε μια ανόητη θέση.
Με ασφάλεια, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι το μυστικό της δημιουργίας του Ντοστογιέφσκι είναι ότι οι ήρωές του δρουν σα να μην υπάρχει διάσταση έργων και λόγων, σα να μην λειτουργούν υπό τον έλεγχο κάποιων κεντρικών ηθικών αρχών. Όλος ο κόσμος του Ντοστογιέφσκι είναι μια κινούμενη άμμος· είναι μια ρευστή περιρρέουσα πραγματικότητα, ένας κόσμος των ενορμήσεων και των παρορμήσεων των ηρώων του, ο κόσμος του χαοτικού ψυχισμού τους. Την ίδια όμως στιγμή, ο Ντοστογιέφσκι, με την ικανότητά του να τα προβάλλει όλα αυτά, να τα μετατρέπει σε πράξεις, να αποκαλύπτει το έρεβος της ασυνείδητης πλευράς τους, έγινε ο προφήτης του 20ου αιώνα, όπου η σκληρότητα, η κυριαρχία, η καταπίεση και η αλαζονεία βγήκαν έξω από τα όρια της λογικής και του νόμου και κυριάρχησαν με τις μορφές των ανελέητων ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα.
«Ύψιστο επίτευγμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η αποτίμηση του οποίου είναι αδύνατη» χαρακτήρισε ο Φρόιντ το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι Αδελφοί Καραμαζόφ, στο γνωστό του έργο Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία. Ο κολακευτικός χαρακτηρισμός του γενάρχη της ψυχανάλυσης δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αρετές του κειμένου, αλλά σε κάτι το τελείως διαφορετικό. Στην παγκόσμια λογοτεχνία δεν υπάρχει άλλο μυθιστόρημα, μέσα από το οποίο να διαφαίνεται, κατά τη γνώμη του Φρόιντ, τόσο ξεκάθαρα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Από τους τέσσερις γιους του Φιοντόρ Καραμάζοφ οι τρεις θέλουν να τον σκοτώσουν, ενώ ένας εξ αυτών, ο Σμερντιακόφ, τελικά τον δολοφονεί. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Ιβάν Καραμάζοφ είναι σχεδόν παράφρων και λέει μια φράση που φανερώνει τη σκέψη του ίδιου του συγγραφέα: «Μα ποιος θέλει να δολοφονήσει τον πατέρα;». Κι ο Φρόιντ θα στηριχθεί στην θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα για να προσεγγίσει την ψυχική νόσο του Ντοστογιέφσκι. Ο πατέρας του ήταν, όντως, ένας δύσκολος στη συμπεριφορά του άνθρωπος. Ζήλευε παθολογικά τη σύζυγό του, ενώ συμπεριφέρονταν βάναυσα στα παιδιά του. Η σχέση του Ντοστογιέφσκι με τον πατέρα του διαμόρφωσε, εν πολλοίς, και τη σχέση του με το περιβάλλον του. Μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την επιθετική συμπεριφορά που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας απέναντι στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρωσίας την εποχή εκείνη, απέναντι στους κριτικούς και το κοινό, κάθε φορά που νόμιζε ότι τον αμφισβητούσαν, απέναντι, τέλος, στα μέλη της ίδιας του της οικογένειας.
Πάντως, ανεξάρτητα από την ψυχαναλυτική ερμηνεία ή το ερώτημα περί του αν η επιληψία του Ντοστογιέφσκι ήταν κληρονομική ή επίκτητη3 ή αν οι πρώτες κρίσεις συνέβησαν πριν ή μετά το θάνατο του πατέρα, πριν ή μετά το κάτεργο,4 το σίγουρο είναι ότι η νόσος αυτή έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στο έργο του, σε όλες τις περιόδους της δημιουργίας του.
Στο δεύτερο του κιόλας μυθιστόρημα, πριν την σύλληψή του, τον Σωσία, ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σκιαγραφεί τον διχασμό της προσωπικότητας, την έκπτωσή της και την τρέλα. Ακολουθεί το μικρό του έργο Η σπιτονοικοκυρά, όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται «πέραν» του κόσμου των ανθρώπων, αλλά και οι έντονα συγκινησιακά φορτισμένες νουβέλες Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα και Λευκές νύχτες. Στα δύο τελευταία έργα, ο αναγνώστης, εύκολα διαπιστώνει την ροπή του συγγραφέα να «φύγει μακράν» της σκυθρωπής περιρρέουσας πραγματικότητας και να καταφύγει στον κόσμο των ρομαντικών ονειροπολήσεων. Σ’ αυτά, ειδικά, τα έργα, κάνει την εμφάνισή της η φιγούρα του «ονειροπόλου», η οποία, εν πολλοίς, είναι αυτοβιογραφική. Ωστόσο, σε αυτά τα έργα κάνει την εμφάνισή της και η νόσος με τις επιπτώσεις της. Στις Λευκές νύχτες, η θλίψη και η πικρή απογοήτευση του μοναχικού ηλικιωμένου πια ονειροπόλου, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, γίνεται αισθητή από τον αναγνώστη ως η καταβολή ενός ανελέητου τιμήματος για τις ονειροπολήσεις. Στο δε έργο του Η σπιτονοικοκυρά –κι αυτό πριν από τη σύλληψή του– στις ανησυχίες που διατυπώνει ο ήρωας βλέπουμε αμέσως τις αναλαμπές της επερχόμενης κρίσης επιληψίας.
Ο Μέγας Μελαγχολικός: μαρτυρία και μαρτύριο
Αν όμως επιμέναμε μόνο στις παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με την εμμονή του Ντοστογιέφσκι να μειώνει, να ταπεινώνει, να εξευτελίζει τους ήρωές του, θα παρουσιάζαμε μία μόνο, κι αυτή ελαφρώς παραμορφωμένη, πλευρά του δημιουργικού του έργου, κι έτσι θα αδικούσαμε αυτόν τον μεγάλο μελαγχολικό. Διότι, διαβάζοντας τα έργα του εύκολα διαπιστώνουμε την βαθιά του συμπόνια προς τα θύματα της κοινωνικής αδικίας, την αίσθηση ότι όλα αυτά που κάνουν τους ήρωές του να πάσχουν μπορούν να συμβούν και σ’ εσένα τον ίδιο, όσο καλά προστατευμένος κι αν είσαι από την πιθανότητα της πτώσης, λόγω κοινωνικής θέσης, καλλιέργειας, βούλησης, εργατικότητας, υλικής ευμάρειας, συγγενών, δημιουργικότητας, επιτυχιών κ.ά.
Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τους ήρωες του Ντοστογιέφσκι είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένας εξ αυτών –σάμπως να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος– που, έστω και για λίγο, έστω και για μια στιγμή δεν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, δεν ένιωσε την δαμόκλεια σπάθη να επικρέμαται πάνω του. Αυτό δείχνει τη βαθιά συνείδηση Ταπείνωσης του συγγραφέα, αν όχι μόνο από τα προσωπικά του βιώματα, τότε, ίσως, από παραδείγματα που υπήρχαν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Πόσοι ήρωές του βρίσκονται στο έλεος ανελέητων ισχυρών, πόσοι και πόσοι εξαρτώνται από την καλή διάθεση αξιωματούχων, πλουσίων, τυράννων. Σήμερα, βασισμένοι στην εμπειρία του 20ου αιώνα, γνωρίζουμε καλά πως απαιτούνται εβδομάδες ή και μήνες εξευτελισμών, βασανιστηρίων, ταπεινώσεων για να έρθει ο απλός άνθρωπος στο επίπεδο των ηρώων του Ντοστογιέφσκι. Και πέραν τούτου, ο καθένας από εμάς με ευκολία μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του επεισόδια προσβολής της προσωπικότητάς του, ακόμη και από ασήμαντους κρατικούς υπαλλήλους, οι οποίοι, θωρακισμένοι πίσω από τον τίτλο ή το αξίωμά τους, εξευτελίζουν βάναυσα τον απλό πολίτη.
«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», αναφέρει η βιβλική παράδοση. Για τον Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν αναμάρτητοι. Κι αυτό είναι που κάνει εμάς, τους αναγνώστες των έργων του μεγάλου μελαγχολικού, να νιώθουμε συγγενείς με τους ήρωές του, να ταυτιζόμαστε μ’ αυτούς και με ευγνωμοσύνη να συνειδητοποιούμε ότι ο συγγραφέας όχι μόνο τους ταπεινώνει, αλλά και τους συμπονάει συνάμα για τα πάθη, τα βάσανα, τις δυσκολίες τους. Η υπερβολή είναι μια από τις μεθόδους μυθιστοριογραφίας που με μεγάλη επιτυχία χρησιμοποιεί ο Ντοστογιέφσκι. Αποδεικνύεται πως είναι μεγάλος τεχνίτης της υπερβολής, συνδυάζοντας τον σαδισμό με την συμπόνια και αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα προσφιλή συγγραφέα γενιών και γενιών στα πέρατα του κόσμου. Ιδιαίτερα σήμερα, σε εποχή γενικευμένης ανασφάλειας και κατάρρευσης όλων των σταθερών που γνώριζε ο κόσμος, σε εποχή αναζήτησης σημείων προσανατολισμού και πορείας, η λεπτή, σαν τον διαυγή ανοιξιάτικο πάγο, ψυχολογική ανάλυση που κάνει στους ήρωές του, μπορεί να αποτελέσει παρηγοριά και ανακούφιση για νέες γενιές αναγνωστών.
Ο άνθρωπος που έγραψε τη φράση «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι στις ταπεινώσεις του ανθρώπου. Ξεπεσμένος αριστοκράτης, διάσημος συγγραφέας, φυλακισμένος, μελλοθάνατος, εξορισμένος, ο Ντοστογιέφσκι αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία το πρόβλημα των πτήσεων και των πτώσεων του ανθρώπου, αφού άλλωστε ο ίδιος, λόγω της ασθένειάς του, ήταν συνεχώς αντιμέτωπος μ’ αυτό. Το θέαμα της επιληπτικής κρίσης απωθεί. Το γνώριζε ο ίδιος και τρόμαζε με τη σκέψη ότι μπορεί να έχει μια τέτοια κρίση μπροστά σε ξένους, πράγμα άλλωστε που συνέβη αρκετές φορές στη ζωή του. Την ίδια στιγμή όμως το θλιβερό αυτό θέαμα του προκαλούσε αισθήματα συμπόνιας και κατανόησης. Αισθήματα μετοχής, αλλά και διάθεσης υπεράσπισης των αδυνάμων. Γόνος ο ίδιος μιας οικογένειας όπου για τέσσερις γενιές καταγράφονται επιληπτικοί, κατόρθωσε μέσα στα έργα του να γίνει ο «Κολόμβος» του ασυνείδητου κόσμου του ανθρώπου.
Οι ειδικοί του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου έχουν κατά καιρούς μελετήσει την επίδραση της επιληψίας στο δημιουργικό έργο του Ντοστογιέφσκι. Εμείς από τη θέση μας ας τονίσουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι προσωπικές ιδιαιτερότητες του συγγραφέα, η ψυχοπαθολογία του είναι εμφανείς τόσο όταν συμπεριφέρεται σαδιστικά στους ήρωές του όσο κι όταν συμπάσχει μ’ αυτούς και τους συμπονά. Ο Ντοστογιέφσκι παραμένει μεγάλος ανθρωπιστής, όσο τρομακτικές κι αν είναι οι εικόνες που σκιαγραφεί μέσα από τα έργα του, όσο σαδιστικές εξάρσεις κι αν περιγράφει, όσο κι αν φοβόταν την ίδια την έννοια της ελευθερίας, όσο αδύναμους κι αν περιγράφει τον Αλιόσα Καραμάζοφ και τον στάρετς Ζωσιμά στους Αδελφούς Καραμάζοφ απέναντι στον Ιβάν Καραμάζοφ ή τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Και αυτό είναι που τον κάνει όχι απλά μεγάλο, αλλά οικουμενικό συγγραφέα, ταυτισμένο με τον χαρακτηρισμό «μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής».
Σημειώσεις
1 Βλ. (α) Merezkovskijj DS. Lev Tolstoi I Dostoyevskii. Cobr. Soc. 1914, 9, 101, (β) Stefan Cveig Tri mastera. Moskva, 1992, 83, (γ) Grossman Leonid. Poetika Dostoyevskogo. Moskva, 1925, 132.
2 Michailovskii NK. Zestokii talent. Moskva, 1957.
3 Στο βιβλίο του Μ. Βολότσκι Το χρονικό της οικογένειας Ντοστογιέφσκι 1506-1933 αναφέρεται ότι η ασθένειά του είχε τα χαρακτηριστικά της κληρονομικότητας των ψυχικών ασθενειών, καθώς πολλοί πρόγονοί του ήταν επιληπτικοί, σχιζοφρενείς, μέθυσοι και αυτόχειρες. Ο αριθμός μάλιστα αυτών των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός – σε σύνολο 140 ατόμων του γενεαλογικού του δέντρου καταγράφονται 113 με διάφορες ψυχικές ασθένειες [Volockii MV Chronika rodoslovija Dostoyevskogo Moskva 1993].
4 Η κόρη του συγγραφέα ισχυρίζεται στα απομνημονεύματά της ότι οι πρώτες κρίσεις άρχισαν μετά τον τραγικό θάνατο του πατέρα τους. Ο ίδιος ο συγγραφέας συνέδεε την εμφάνισή τους με τη σωματική τιμωρία που του επιβλήθηκε στο κάτεργο το 1851. Με άλλη ευκαιρία, είχε πει πως η πρώτη κρίση συνέβη μετά την αποφυλάκισή του, ενώ σε επιστολή του προς τον αδελφό του Μιχαήλ (1857) έγραφε πως τούτο έγινε μετά το γάμο του, δηλαδή κατά την διάρκεια της εκτόπισής του. Εκεί, ο αγροτικός γιατρός ήταν ο πρώτος που διέγνωσε «μια αυθεντική κρίση επιληψίας». Πιο βέβαιο φαίνεται πως οι επιληπτικές κρίσεις άρχισαν πριν τις δικαστικές του περιπέτειες για την ανάμιξή του στην υπόθεση του Πετρασέφσκι. Παρόμοιες είναι οι αναφορές και άλλων προσώπων που τον γνώριζαν [Vrangl’ AE. Iz vospominanii o FM Dostoyevskom v Sibiri. Στο FM Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, 345. Vsevolod Solov’ev o FM Dostoyevskom ibid. t.2, Moskva, 1990, 205. Rezinkampf AE. Vospominanija o Fiodore Michailovice Dostoyevskom. Στο FM. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, 552. Janovskii SD Vospominanje o Dostoyevskom Στο FM Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, 234].
Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι
Ηλίθιος
Μτφ: Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008
[…]
«Αναλογίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην επιληπτική του κατάσταση υπήρχε ένα στάδιο, σχεδόν ελάχιστα πριν την κρίση (όταν βέβαια η κρίση τον έβρισκε ξύπνιο), που ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, την ψυχική μαυρίλα, την πίεση, για κάποια δευτερόλεπτα έμοιαζε να φλογίζεται ο εγκέφαλος του και να εκρήγνυνται με πρωτοφανή δύναμη όλες οι ζωτικές του δυνάμεις. Κάτι τέτοιες στιγμές, που κρατούσαν όσο μια αστραπή, η αίσθηση της ζωής, της αυτοσυνείδησης, δεκαπλασιαζόταν σχεδόν. Το πνεύμα και η καρδιά πλημμύριζαν από ένα πρωτόγνωρο φως· όλες οι ταραχές, όλες οι ανησυχίες του, σαν να καταλάγιαζαν δια μιας, και κατέληγαν σε μια ανώτερη γαλήνη, γεμάτη από διαυγέστατη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη από σύνεση και γνώση. Οι στιγμές αυτές όμως, οι αναλαμπές, ήταν μόνο προάγγελος του κρίσιμου δευτερολέπτου (ποτέ πάνω από δευτερόλεπτο) με το οποίο ξεκινούσε η κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο βεβαίως ήταν ανυπόφορο. Συλλογιζόμενος εκ των υστέρων αυτή τη στιγμή, υγιής πια, έλεγε συχνά στον εαυτό του: όλες αυτές οι αστραπές και οι αναλαμπές της ύψιστης αυτοεπίγνωσης και αυτοσυνείδησης, και άρα ενός «ανώτερου βιώματος», δεν είναι τίποτα περισσότερο από αρρώστια, από διατάραξη της φυσιολογικής κατάστασης, κι αν είναι έτσι, τότε δεν είναι καθόλου ανώτερο βίωμα, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να θεωρηθεί ως το κατώτερο. Κι ωστόσο, κατέληξε, τελικά, στο εξαιρετικά παράδοξο συμπέρασμα: «Και τι μ’ αυτό, αν είναι αρρώστια;». Τι πειράζει αν αυτή η αφύσικη ένταση, το αποτέλεσμα, αυτή η βιωματική στιγμή, όταν την αναλογίζεσαι και τη σκέφτεσαι όντας σε κατάσταση υγιή, αποδεικνύεται ύψιστη αρμονία, ομορφιά, σου δίνει το ανήκουστο και ασύλληπτο μέχρι τούδε αίσθημα της πληρότητας, του μέτρου, της συμφιλίωσης και της εκστατικής θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής;» Αυτές οι θολές διατυπώσεις του φαίνονταν πολύ κατανοητές, αν και ακόμη αρκετά αδύναμες. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει πως αυτό είναι πράγματι «ομορφιά και θρησκευτική έκσταση», ότι είναι πράγματι η «πεμπτουσία της ζωής», ούτε μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Διότι εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε οράματα, αφύσικα και φανταστικά, σαν αυτά που βλέπει κανείς με το χασίς, το όπιο ή το ποτό, που μειώνουν τη λογική και διαστρεβλώνουν την ψυχή. Αυτό μπορούσε να το κρίνει με απόλυτη λογική όταν τέλειωνε η κρίση. Οι στιγμές αυτές ήταν ακριβώς μόνον μια ασυνήθιστη ενδυνάμωση της αυτοσυνείδησης –αν έπρεπε να ορίσει κανείς την κατάσταση αυτή με μια λέξη–, αυτοσυνείδηση και ταυτόχρονα αυτοεπίγνωση, άμεση σε ακραίο βαθμό. Αν τη στιγμή εκείνη, δηλαδή το τελευταίο ενσυνείδητο δευτερόλεπτο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, του συνέβαινε να προλάβει να πει στον εαυτό του, με διαύγεια και συνειδητά: «Ναι, για μια τέτοια στιγμή μπορεί κανείς να δώσει και τη ζωή του!» – τότε φυσικά αυτή η στιγμή από μόνη της άξιζε μια ολόκληρη ζωή. Πάντως, για τη διαλεκτική πλευρά του συμπεράσματός του δεν επέμεινε: η αποβλάκωση, ο ψυχικός ζόφος, η ηλιθιότητα, ορθώνονταν μπροστά του ως ολοκάθαρη συνέπεια αυτών των «ανώτερων στιγμών». Στα σοβαρά δεν θα μπορούσε να το συζητήσει, εννοείται. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην αποτίμηση αυτής της στιγμής, εμπεριείχετο, χωρίς αμφιβολία, ένα λάθος, αλλά ο ρεαλισμός της αίσθησης, όσο να ’ναι, τον μπέρδευε λίγο. Τι στ’ αλήθεια μπορούμε να κάνουμε με την πραγματικότητα; Αυτό, βλέπεις, είχε συμβεί, και ο ίδιος, βλέπεις, προλάβαινε να πει στον εαυτό του εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι αυτή η στιγμή, σ’ αυτόν, μάλλον, θα μπορούσε να αξίζει μια ολόκληρη ζωή. «Αυτή τη στιγμή» –όπως έλεγε κάποτε στον Ραγκόζιν, στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια των εκεί συναντήσεών τους– «αυτή τη στιγμή μου γίνεται κατανοητός ο ασυνήθιστος ισχυρισμός ότι δεν θα υπάρξει άλλος χρόνος. Πιθανόν» –συμπλήρωσε χαμογελώντας– «να είναι εκείνο το δευτερόλεπτο στο οποίο δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, που πρόφτασε μέσα σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο να περιτρέξει όλους τους οίκους του Αλλάχ». [Σελ: 393 – 395]
[…]
«Από την αρχή ακόμη, όταν ο πρίγκιπας μπήκε στο σαλόνι, κάθισε όσο πιο μακριά γινόταν από το κινέζικο βάζο, με το οποίο τον είχε τρομοκρατήσει τόσο η Αγκλάια. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι μετά τα χτεσινά λόγια της Αγκλάιας ρίζωσε μέσα του η ανεξίτηλη πεποίθηση, ένα εκπληκτικό και αδιανόητο προαίσθημα ότι αύριο κιόλας θα το σπάσει οπωσδήποτε το βάζο αυτό, όσο κι αν κρατιόταν μακριά του, όσο κι αν το απέφευγε; Κι όμως, έτσι ήταν. Στη διάρκεια της βραδιάς άλλες δυνατές, αλλά ευχάριστες εντυπώσεις άρχισαν να καταλαμβάνουν την ψυχή του· αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Ξέχασε το προαίσθημά του. Όταν άκουσε για τον Παβλίσιεφ και ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον οδήγησε στον Ιβάν Πετρόβιτς για να του τον παρουσιάσει και πάλι, ήρθε πιο κοντά στο τραπέζι και βρέθηκε ακριβώς στην πολυθρόνα δίπλα από το τεράστιο, κόκκινο κινέζικο βάζο, που έστεκε πάνω σε έναν ανθοστάτη, σχεδόν δίπλα στον αγκώνα του, ελαφρώς πιο πίσω.
Με τα τελευταία λόγια σηκώθηκε από τη θέση του, κούνησε απρόσεχτα το χέρι, τίναξε κάπως τον ώμο του και… τότε ακούστηκε μια γενική κραυγή! Το βάζο ταλαντεύτηκε, στην αρχή σαν αναποφάσιστο: να πέσει μήπως το κεφάλι κανενός από τα γεροντάκια; Όμως ξαφνικά έγειρε προς την αντίθετη μεριά, προς τη μεριά του γερμανάκου που μόλις πρόλαβε με τρόμο να κάνει στην άκρη, και σωριάστηκε στο δάπεδο. Θόρυβος, φωνές, πολύτιμα θραύσματα σκορπισμένα στο χαλί, φόβος, απορία, ω, τι συνέβαινε στον πρίγκιπα ήταν δύσκολο κι ίσως δεν χρειαζόταν να το φανταστείς! Αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μια παράξενη αίσθηση που τον συγκλόνισε ακριβώς την ίδια στιγμή: ούτε η ντροπή, ούτε το σκάνδαλο, ούτε ο φόβος, ούτε το αναπάντεχο τον συγκλόνισαν περισσότερο, αλλά η πραγμάτωση της προφητείας! Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον αιχμαλώτισε στη σκέψη αυτή, δεν θα ήταν σε θέση να το εξηγήσει· αισθάνθηκε απλά ότι έχει συγκλονισθεί ως τα τρίσβαθα της ψυχής του και στεκόταν πλημμυρισμένος από ένα φόβο σχεδόν μυστικιστικό. Μια στιγμή ακόμη, και σαν όλα μπροστά να διευρύνονται, στη θέση του τρόμου φως και χαρά, έκσταση· άρχισε να πνίγεται, και… αλλά η στιγμή πέρασε. Δόξα τω Θεώ, δεν ήταν αυτό! Πήρε ανάσα και κοίταξε ένα γύρω». [Σελ 934-936]
Αϊμέ Ντοστογιέφσκι
Η ζωή του πατέρα μου
Μτφ: Στέλιου Ι. Ζερβού
Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1971
[…]
Τότε ο Ντοστογιέφσκυ άρχισε να ’χει αμφιβολίες για το ταλέντο του. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Έγινε νευρικός και υστερικός. Η φοβερή ασθένεια της επιληψίας που κοιμότανε μέσα του χωρίς να εκδηλώνεται σε κρίσεις, άρχισε να του φέρνει πιεστικές ενοχλήσεις. Άρχισε ν’ αποφεύγει τα φιλολογικά σαλόνια και κλεινότανε σπίτι του για πολλές ώρες ή γύριζε μονάχος στους σκοτεινούς και έρημους δρόμους της Πετρούπολης. Περπατώντας μιλούσε μονάχος του, χειρονομούσε και έκανε τους διαβάτες να γυρίζουν να τον δουν. Ακόμη και οι φίλοι του που τον συναντούσαν στο δρόμο νόμιζαν πως παλάβωσε. [Σελ. 57]
[…]
Την εποχή εκείνη ο πατέρας μου θεωρούσε τον εαυτό του άρρωστο και ανίκανο για γάμο. Η επιληψία που μέχρι τότε ήτανε σε κατάσταση λανθάνουσα άρχισε πια να εκδηλώνεται. Είχε σοβαρές κρίσεις και ζωηρούς σπασμούς που τον εξουθένωναν και τον έκαναν ανίκανο για κάθε εργασία. Οι γιατροί του συντάγματος που τον κουράριζαν δίσταζαν ακόμη να που τι ήταν η αρρώστια του_ πολύ αργότερα έδωσαν το όνομα επιληψία, στην αρρώστια του Ντοστογιέφσκυ. [Σελ. 98]
[…]
Η επιληψία του πατέρα μου είχε πια εκδηλωθεί τελείως κι αυτό του είχε καλμάρει τα νεύρα. Υπόφερε βέβαια πολύ όταν είχε κρίση, όμως είχε την ανταμοιβή του όταν η κρίση περνούσε να γίνεται το πνεύμα του πιο καθαρό και πιο ήρεμο. [Σελ. 101]
[…]
Αργότερα οι γιατροί εξήγησαν στους δικούς μου ότι η αιτία του θανάτου του Αλέξη ήταν η ανώμαλη διαμόρφωση του μετώπου του. Ο εγκέφαλος του μεγαλώνοντας δεν βρήκε αρκετό χώρο να αναπτυχθεί μέσα στο μικρό και παραμορφωμένο κρανίο. Εγώ προσωπικά σκεφτόμουν πάντα ότι ο Αλέξης, που έμοιαζε σε όλα του πατέρα μου, θα του είχε κληρονομήσει και την επιληψία. Ο Θεός όμως στάθηκε γι’ αυτόν πολύ καλός και τον πήρε κοντά του με την πρώτη του κρίση της αρρώστιας. [Σελ. 180]
[…]
Το μυαλό των επιληπτικών δεν είναι φυσιολογικό. Η μνήμη τους δεν κρατάει παρά τα γεγονότα που τους κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Είναι πιθανόν πως η Παυλίνα Ν. ήταν από κείνες τις πολύ όμορφες κοπέλες που αγαπάνε οι άντρες πολύ όταν τις έχουν κοντά τους, μα που τις ξεχνούν γρήγορα όταν πάψουν να τις βλέπουν. [Σελ. 188]
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.