Πέτρος Πετρίκης
Λέκτορας Ψυχιατρικής στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Νίκος Χαραλάμπους
Ειδικευόμενος στη Ψυχιατρική

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]

Από τη μέτρηση της «ψυχικής ενέργειας» στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα

Εισαγωγή

Η ηλεκτρική διεγερσιμότητα του εγκεφαλικού φλοιού έγινε γνωστή το 1870, όταν άρχισαν τα πειράματά τους οι Fritsch και Hitzig προκαλώντας με γαλβανικό ερεθισμό κινητικές απαντήσεις σε αναισθητοποιημένα σκυλιά, αλλά η πρώτη μελέτη των ηλεκτρικών του ρυθμών σε θηλαστικά ήρθε λίγο αργότερα, μεταξύ 1875 και 1877, με τις εργασίες του φυσιολόγου Richard Caton (1842-1926) στο Λίβερπουλ [Collura T, 1993]. Ακολούθησαν ο αυστριακός Ernst von Marxow (1883), ο πολωνός Adolf Beck (1890) και ορώσος καθηγητής φυσιολογίας Vladimir Pravdich-Neminski (1908) που επανέλαβαν τα πειράματά του. Η πρωτοτυπία του Neminski ήταν πως το 1913 όχι μόνο παρατήρησε τους ρυθμούς αυτούς, αλλά και τους κατέγραψε σε φωτογραφικό χαρτί· αυτό το Electrocerebrogramm, όπως το ονόμασε, δημοσιεύτηκε το 1925. Ήταν ένα ακόμα βήμα στην προετοιμασία της πρώτης ανάλογης καταγραφής στον άνθρωπο: η ορθότητα της ταξινόμησής του των εγκεφαλικών ρυθμών [με ρωμαϊκούς αριθμούς] στα θηλαστικά επιβεβαιώθηκε με την ανακάλυψη του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (ΗΕΓ) στον άνθρωπο, όπου οι ρυθμοί θα πάρουν τα γνωστά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου [Collura TF., 1993 – Borck C., 2001 – Pouget P., 2008]. Η ανακάλυψη ήταν του γερμανού ψυχιάτρου Hans Berger (1873-1941), που την παρουσίασε το 1929 ως «είδος καθρέφτη του εγκεφάλου», με το όνομα Elektrenkephalogram, που έγινε γνωστότερο με το αγγλικό του όνομα electroencephalogram [Gloor P, 1969].

Η επιστημονική κοινότητα υποδέχτηκε το έργο του Berger με σκεπτικισμό και το ΗΕΓ καθιερώθηκε μόνο πέντε χρόνια αργότερα, όταν ο Edgar Douglas Adrian (1889-1977), βρετανός νευροφυσιολόγος [βραβείο Νόμπελ Ιατρικής το 1932, μαζί με τον Sherrington], αναζητώντας λύσεις στους δικούς του νευροφυσιολογικούς προβληματισμούς, έστρεψε το ενδιαφέρον του στις εργασίες του Berger. Δεν άργησε να τις επαναλάβει και τελικά να τις παρουσιάσει δημόσια το 1934, πείθοντας με το κύρος του την επιστημονική κοινότητα για τη δυνατότητα καταγραφής εγκεφαλικών ηλεκτρικών δυναμικών μέσω ηλεκτροδίων που τοποθετούνται στο κρανίο [Borck C, 2006, 2008]. Στα χρόνια του ’30, η κλινική νευροφυσιολογία έγινε συνώνυμη του ΗΕΓ [Zifkin BG, Avanzini G., 2009]. Την ίδια αυτή εποχή το ΗΕΓ θα ενταχθεί και στην κλινική πράξη: (α) όταν, με τη συνεργασία κλινικών γιατρών και νευροφυσιολόγων στο Harvard, καταγράφηκε η αιχμή-κύμα σε άτομο με petit mal [Gibbs FA, Davis H, Lennox WG, 1935] και (β) όταν τυχαία ο William Gray Walter (1910-1977) και ο Frederic Lucien Golla (1878-1968) διαπίστωσαν βραδέα κύματα [που ονόμασαν δέλτα] σε ασθενείς με όγκο του εγκεφάλου [Gray Walter W., 1936].

Η παρουσίαση της ανακάλυψης του Hans Berger (1873-1941) σε εφημερίδα του 1930
Η παρουσίαση της ανακάλυψης του Hans Berger (1873-1941) σε εφημερίδα του 1930

*

Η ανακάλυψη του Berger αναδείχθηκε καθυστερημένα με τον εορτασμό των σαραντάχρονών της [Gloor P. 1969] και τιμήθηκε το 1990 από την International Federation of Clinical Neurophysiology εγκαινιάζοντας τη σειρά των Hans Berger Lectures [Ellington RJ., 1990] και μερικά δημοσιεύματα τα επόμενα χρόνια. Μόλις στην αυγή του 21ου αιώνα προβλήθηκε ιδιαίτερα από τον David Millet [2001] και εντάχθηκε στο ευρύτερο επιστημονικό και τεχνολογικό πλαίσιο της Γερμανίας της Βαϊμάρης από τον Cornelius Borck [2001]. Η εποχή εκείνη ευνοούσε την «μείξη» κάποιου είδους ηλεκτροψυχολογίας με την κυριαρχούσα στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα ψυχοφυσιολογία, που κυμαινόταν μεταξύ ρομαντικού ανορθολογισμού και επιστημονικού ορθολογισμού. Δείγμα της εποχής, η «συμβίωση» της τεχνολογίας, του ανθρώπινου σώματος και της ψυχικής ζωής στους πίνακες του Fritz Kahn (1888-1968), ένα είδος λαϊκής ανατομικής.

Αφετηρία του Berger ήταν η μέτρηση της «ψυχικής ενέργειας» και κατάληξή της το ΗΕΓ. Είχε προηγηθεί η διαγνωσκοπία του ουκρανού γιατρού Zachar Bissky (1885 – ;), που εμφανίστηκε επισήμως το 1925· εμπνεόταν από τη φρενολογία του Gall και επιχειρούσε να «καταγράψει» το ψυχολογικό προφίλ ενός ατόμου διεγείροντας συγκεκριμένες ζώνες του κρανίου. Το όλο κλίμα θέρμαινε η αναδυθείσα, στα τέλη του 18ου αιώνα, ηλεκτροθεραπεία. Έχοντας την αρχή της στη θεραπευτική χρήση των «ηλεκτροφόρων» ψαριών (π.χ. στην κεφαλαλγία, την ουρική αρθρίτιδα) κατά την αρχαιότητα, ενέπνευσε τη θεραπευτική χρήση της φιάλης του Leyden για παραλύσεις και νευραλγίες στον 18ο αιώνα. Οι εν συνεχεία ανακαλύψεις των Galvani (1737-1798) και Volta (1745-1827), επέτρεψαν την ανάπτυξη νέων τεχνικών, ώστε, στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Duchenne de Boulogne (1806-1875) να βελτιώσει την ηλεκτροθεραπεία μέσω βολταϊκών και μαγνητοφαραδικών συσκευών (Dolhem R., 2008). Καθιερώθηκε ταχέως σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, γνωρίζοντας πλέον νέα περίοδο άνθησης στον 20ό αιώνα με τη γενίκευση των εγκαταστάσεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Ήταν η εποχή κατά την οποία η θεραπευτική εφαρμογή του ηλεκτρικού ρεύματος αντιμετωπίστηκε ως πανάκεια που στόχευε, κατά μία έκφραση της εποχής, στην «επαναφόρτιση των μπαταριών της ζωής», την αναζωογόνηση του ανθρώπινου σώματος. Οι ενδείξεις της κατελάμβαναν ευρύ φάσμα της νοσολογίας, όπως τις παραλύσεις, το άγχος, τον χρόνιο πόνο και την κόπωση. Επιπρόσθετα, «το ηλεκτρικό ρεύμα δεν θα είναι μόνο η κινητήρια δύναμη των ηλεκτρικών συσκευών, αλλά και του ψυχισμού» [Borck C., 2001].

Ο Zachar Bissky

Ο Z. Bissky και η διαγνωσκοπία του
Ο Z. Bissky και η διαγνωσκοπία του

«Εδώ μπροστά στα μάτια μου, σε τούτο το γράφημα με όλες αυτές τις αιχμές και τους αριθμούς, απλώνεται η γραμμή του χαρακτήρα μου». Έτσι παρουσίασε, τον Μάρτιο του 1926, στην εβδομαδιαία Berliner Illustrirte Zeitung, ο διάσημος λογοτέχνης Emil Ludwig τη νέα μέθοδο της διαγνωσκοπίας του Zachar Bissky. Η μέθοδος αυτή βασιζόταν στην αρχική του διαπίστωση πως, εφαρμόζοντας μια συγκεκριμένη συχνότητα εναλλασσόμενου ρεύματος σε ορισμένα σημεία του κρανίου του, μπορούσε να προκαλέσει ή να ανακουφίσει τις ημικρανίες του· κατ’ αυτόν, η νέα αυτή εμπειρική διαγνωστική μέθοδος ήταν αποτελεσματική επειδή η συγκεκριμένη συχνότητα του εναλλασσόμενου ρεύματος «συνέπιπτε» με τον ρυθμό των εγκεφαλικών κυμάτων. Έτσι αρχίζει ο Borck [2001] το άρθρο του με το οποίο εκθέτει «ηλεκτροτεχνολογικές περιπέτειες της ψυχοδιάγνωσης στη Γερμανία της Βαϊμάρης» που θα οδηγήσουν στο ΗΕΓ. Η διαγνωσκοπία άνοιγε, λέει, ένα παράθυρο τόσο πάνω στην επιστημονική όσο και τη δημόσια κουλτούρα σχετικά με τον ηλεκτρισμό και τις ψυχονοητικές λειτουργίες.

Ήταν μια νέα μέθοδος για την «αποκάλυψη» του ψυχολογικού προφίλ ενός ατόμου μέσω της ηλεκτρικής διέγερσης συγκεκριμένων ζωνών του κρανίου: ένα ηλεκτρόδιο έκλεινε το κύκλωμα και το παραγόμενο ερέθισμα μετατρεπόταν σε ηχητικό σήμα, βαθμολογούμενο σε μια κλίμακα από το 1 έως το 4, ανάλογα με την έντασή του. Η πλήρης εξέταση απαιτούσε την εφαρμογή ηλεκτροδίων σε 50 ζώνες, η κάθε μία από τις οποίες αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τον Bissky, σε συγκεκριμένες «ψυχικές ιδιότητες», όπως φιλοδοξία, εγωισμός, εργατικότητα κ.λπ., ενώ μια γραφική παράσταση που συνένωνε τη βαθμολογία των επιμέρους ηχητικών σημάτων «αποκάλυπτε» όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του εξεταζόμενου. Λίγα βιογραφικά στοιχεία είναι διαθέσιμα για τον Zachar Bissky. Τον έκανε γνωστό το βιβλίο του για τη νέα διαγνωστική του πρακτική που μεταφράστηκε στα γαλλικά και από εκεί στα γερμανικά. Η πρακτική της εφαρμογής άρχισε στην Πολωνία και τη Γαλλία και τέλος στη Γερμανία, όπου την παρουσίασε με αφορμή ένα τριήμερο συμπόσιο, που οργάνωσε το 1925 ο καθηγητής Γεωλογίας Paulcke στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης.

Τεχνολογία και «λαϊκή ανατομική» - Fritz Kahn (1888-1968)
Τεχνολογία και «λαϊκή ανατομική» – Fritz Kahn (1888-1968)

Έκτοτε, η διαγνωσκοπία εφαρμόστηκε για την πρόσληψη προσωπικού στα ελβετικά ταχυδρομεία και την επιλογή σπουδαστών στη σχολή ωρολογοποιών της Γενεύης. Ακολούθησε η εφαρμογή της σε πολλές γερμανικές επιχειρήσεις προκειμένου να επιλέξουν προσωπικό, αλλά και στη φυλακή Burchsal για την εκτίμηση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών των κρατουμένων. Πανεπιστημιακοί καθηγητές ψυχολογίας την συνιστούσαν στη συμβουλευτική γάμου. Ο ίδιος ο Bissky προέτρεπε στη χρήση της για ιατρικούς, ψυχολογικούς και ιατροδικαστικούς σκοπούς.

Οι απόψεις του έγιναν δεκτές με ιδιαίτερη θέρμη από ψυχολόγους που ασχολούνταν με τον επαγγελματικό προσανατολισμό βάσει συγκεκριμένων ικανοτήτων και χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Ο Fritz Giese και ο Robert Werner Schulte, παλιοί μαθητές του Wundt, παρουσίασαν μάλιστα και στατιστικά δεδομένα που έδειχναν πως η μέθοδος Bissky ήταν εξίσου αποτελεσματική, αλλά λιγότερο χρονοβόρα από τις καθιερωμένες δοκιμασίες προσωπικότητας. Ταιριαστή στο θετικιστικό κλίμα της εποχής είναι η δήλωση του Schulte: «η υποκειμενικότητα ανήκει στο παρελθόν, τώρα βασιλεύουν οι αριθμοί». Ανάλογοι είναι και οι τίτλοι του γερμανικού τύπου που εγκωμιάζουν τη νέα μέθοδο, όπως «φωτισμός της ψυχής μέσω του ρεύματος» ή «μηχανή Röntgen για την ψυχή».

Παρόλα αυτά δεν ήταν λίγοι οι επιστήμονες που αντιτάχθηκαν στην αναβίωση της φρενολογίας. Και στις δύο θεωρήσεις, το κρανίο διαχωριζόταν σε επιμέρους περιοχές που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες ψυχικές ιδιότητες· κάποιος μάλιστα πρόσεξε πως κατά το ένα περίπου τρίτο τους συνέπιπταν. Για να απαντήσει στις κριτικές αυτές, ο Bissky αναδιέταξε κάποιες ζώνες, χωρίς όμως να μεταβληθεί η συνολική του θεώρηση. Όμως, παρά τις ομοιότητές τους, η διαγνωσκοπία εμφάνιζε ορισμένα διακριτά χαρακτηριστικά: η κρανιοσκοπία του Gall είχε αντικατασταθεί στον Bissky από μία λειτουργική δοκιμασία που εφαρμοζόταν στον εγκέφαλο, ήταν μια «ηλεκτρική φρενολογία». Εδώ βρισκόταν η κύρια διαφορά και όχι στα επόμενα: Πέραν των 50 ζωνών που αντιστοιχούσαν σε ψυχικές λειτουργίες, υπήρχαν και 25 ζώνες για σωματικές αντιστοιχίσεις που επέτρεπαν την συνεξέταση ψυχικών και σωματικών λειτουργιών· διέκρινε μάλιστα ζώνες στο δεξιό μισό του κρανίου που αφορούσαν σε κληρονομικά χαρακτηριστικά και του αριστερού που αφορούσαν σε επίκτητα.

Οι επικρίσεις εναντίον του Bissky είχαν ως συνέπεια το Α΄ Συνέδριο Ψυχοθεραπείας, που οργανώθηκε στο Baden Baden το 1926, να ορίσει ειδική επιτροπή για να αξιολογήσει την διαγνωστική εμβέλεια της διαγνωσκοπίας. Τα απολύτως αρνητικά συμπεράσματά της ανακοινώθηκαν λίγο αργότερα, στο 10ο Συνέδριο Πειραματικής Ψυχολογίας, στερώντας την έτσι από κάθε υποστήριξη της ακαδημαϊκής και εφαρμοσμένης ψυχολογίας, με συνέπεια τη γρήγορη παρακμή και εγκατάλειψή της. Μαζί με τη μέθοδο ξεχάστηκε και το όνομα του Bissky.

Ο Ψυχογράφος (1832) του Henry Lavery (1870-1954)
Ο Ψυχογράφος (1832) του Henry Lavery (1870-1954)

Είναι αξιοσημείωτο πως, αντίθετα προς την προσέγγιση του Borck που ως τώρα παραθέτουμε, οι παλαιότερες ιστοριογραφίες του ΗΕΓ, όπως π.χ. αυτή του Thomas Collura [1993], αποφεύγουν να συμπεριλάβουν την περίοδο της διαγνωσκοπίας. Ίσως επειδή προηγήθηκε κατά πολύ λίγο της ανακάλυψης του Berger, ίσως γιατί προτιμάται μια ευθύγραμμη ανοδική πορεία, χωρίς «περιπέτειες» και αδιέξοδα μονοπάτια. Παρόμοιος συνδυασμός μιας παρωχημένης πλέον αντίληψης του 19ου αιώνα, όπως η φρενολογία, με την προωθημένη τεχνολογία του 20ού υπήρξε και στις ΗΠΑ, λίγο αργότερα, το 1931· αυτή τη φορά στο κλίμα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης που είχε ήδη ξεκινήσει [Risse GB., 1976]. Ήταν ο ψυχογράφος του μηχανικού Henry Lavery (1870-1954), θερμού οπαδού της φρενολογίας και εφευρέτη ποικίλων συσκευών καθημερινής χρήσης, που τον χρηματοδότησε ο επιχειρηματίας Frank White (1889-1939). Βασικό εξάρτημα της συσκευής ήταν η κάσκα, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν ειδικά σημεία επαφής που αντιστοιχούσαν στις κύριες φρενολογικές υποδιαιρέσεις του κρανίου και τις υποκείμενες ψυχονοητικές λειτουργίες. Η όλη διάταξη συνδεόταν με ηλεκτρικό σύστημα καταγραφής σε χαρτί και κατάλληλο διανεμητή του τυπωμένου αποτελέσματος, που κυμαινόταν σε μια κλίμακα από το 1 ως το 5 (υπολειπόμενες – χαμηλός μέσος όρος – μέσος όρος – αναπτυγμένες – λίαν αναπτυγμένες). Ο πελάτης δεν είχε παρά να τοποθετηθεί κάτω από την κάσκα, να θέσει ένα νόμισμα σε μια σχισμή και να πατήσει έναν μικρό μοχλό. Η υποδοχή του ψυχογράφου από την ακαδημαϊκή και την εφαρμοσμένη ψυχολογία ήταν απολύτως αρνητική. Κάποιοι από το Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Μινεσότα έφτασαν να τονίζουν προς το «εύπιστο» κοινό τους κινδύνους αυτής της «ρομποτικής ψυχανάλυσης»!

Hans Berger

Ένα σοβαρό ατύχημα που συνέβη στον Hans Berger το 1892, στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, φαίνεται πως στάθηκε αφορμή να ενδιαφερθεί για τη σχέση «εγκεφάλου και ψυχής», που τον οδήγησε στην απόφασή του να σπουδάσει Ιατρική: εκείνο το πρωινό του ατυχήματος, η αδελφή του είχε εκδηλώσει μια εξαιρετικά άσχημη διαίσθηση, την οποία ο Berger ερμήνευσε λίγο αργότερα ως τηλεπαθητική μεταφορά του φόβου που ο ίδιος είχε αισθανθεί μπροστά στην απειλή του θανάτου. Το περιστατικό τον σημάδεψε τόσο βαθιά που το θεώρησε ως αφετηρία της σταδιοδρομίας του στην ψυχοφυσική. Με αυτό, άλλωστε, αρχίζει ο Millet [2001] την παρουσίαση της εξέλιξης του Berger, μετά το πέρας των ιατρικών του σπουδών το 1897, οπότε διορίστηκε βοηθός του Otto Binswanger, του διάσημου καθηγητή της Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή της Ιένας. Τα πρώτα του ενδιαφέροντα ακολούθησαν τις κλινικο-παθολογικές συσχετίσεις που αναζητούσε ο δάσκαλός του, μελετώντας τη συφιλιδική προϊούσα γενική παράλυση, γρήγορα, όμως, στράφηκε στο πεδίο της ψυχοφυσιολογίας, το μεγάλο του πάθος που είχε αρχίσει μέσα από τις μεταφυσικές του ανησυχίες. Τον βρίσκουμε, λοιπόν, να μετρά το 1902 την ηλεκτρική ενέργεια του εγκεφάλου με το ηλεκτρόμετρο Lippmann, επιχειρώντας δηλαδή να επαναλάβει τα πειράματα του Caton που προαναφέραμε. Μόνο σε ένα από αυτά μπόρεσε να συλλέξει κάποιες ηλεκτρικές μεταβολές, γι’ αυτό και τα εγκατέλειψε. Το 1907 στράφηκε προς άλλη κατεύθυνση, έχοντας ως θεωρητικό υπόβαθρο των νέων αναζητήσεών του την αρχή της διατήρησης της ενέργειας που είχε διατυπώσει το 1848 ο Hermann von Helmholtz, επηρεάζοντας έκτοτε πολλούς φυσικούς, φυσιολόγους και γιατρούς· ανάμεσά τους, τον νευροψυχίατρο Adolf Meynert και τον πειραματικό ψυχολόγο Alfred Lehmann, οι οποίοι εξειδίκευσαν την αρχή αυτή στον εγκέφαλο: Ο πρώτος, θεωρώντας ότι η κατανάλωση ενέργειας σε τμήμα του εγκεφάλου, που σχετίζεται με μια κίνηση ή μια σκέψη, εξοικονομείται από άλλο τμήμα του, πρόβαλε την αντίληψη ότι η κατανομή της ενέργειας στον φλοιό ρυθμίζεται από υποφλοιώδη αγγειοκινητικά κέντρα που ελέγχουν την προς αυτόν ροή αίματος. Ο δεύτερος, υποστηρίζοντας ότι η χημική ενέργεια αποθηκεύεται στον εγκέφαλο ως προϊόν μεταβολισμού, πρόβαλε την μετατροπή της σε θερμότητα, ηλεκτρισμό και ψυχική ενέργεια.

Hans Berger: «Το Εγκεφαλογράφημα του Ανθρώπου», Ανάτυπο του 1938

Το πρώτο γαλβανόμετρο του Berger με καταγραφικό μηχανισμό
Hans Berger: «Το Εγκεφαλογράφημα του Ανθρώπου», Ανάτυπο του 1938
& Το πρώτο γαλβανόμετρο του Berger με καταγραφικό μηχανισμό

Κοντά στις δύο αυτές επιρροές, στις οποίες βασίστηκε ο Berger για να συσχετίσει τις μεταβολές στην εγκεφαλική αιματική ροή με ψυχικές δραστηριότητες, ο Millet [2001] προσθέτει και το έργο του φυσιολόγου Angelo Mosso, που χρησιμοποιούσε την πληθυσμογραφία για να μετρήσει την εγκεφαλική αιματική ροή σε ασθενείς οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε κρανιοτομία. Χρησιμοποίησε λοιπόν κι αυτός τον πληθυσμογράφο για να καταγράψει τις μεταβολές της αιματικής ροής στον εγκέφαλο όταν οι ασθενείς εκτελούσαν κάποια νοητική εργασία ή δέχονταν έντονα αισθητηριακά ή απτικά ερεθίσματα. Το συμπέρασμα των πειραματισμών του ήταν ότι τα ευχάριστα ερεθίσματα προκαλούσαν αύξηση της εγκεφαλικής ροής αίματος, ενώ τα δυσάρεστα μείωση. Τα ευρήματα αυτά ήταν συμβατά με τη θεώρηση του Meynert πως μια κατάσταση λειτουργικής υπεραιμίας σήμαινε αυξημένο φλοιϊκό μεταβολισμό που αντιστοιχούσε στην αίσθηση της ευχαρίστησης, ενώ η αναιμία αντιστοιχούσε σε αίσθηση πόνου. Τα αποτελέσματα αυτά δημοσιεύτηκαν αργότερα υπό τον τίτλο Περί των σωματικών εκφράσεων των ψυχικών καταστάσεων (1904 και 1907), πλην όμως ο ίδιος τα θεώρησε ανεπαρκή ως προς τον κύριο στόχο του, να καταγράψει δηλαδή τις διακυμάνσεις της ενέργειας στον εγκεφαλικό φλοιό, στη μελέτη της οποίας στράφηκε. Άρχισε, λοιπόν, τις μετρήσεις του πιστεύοντας πως θα μπορούσε να υπολογίσει την ψυχική δραστηριότητα, την ψ-ενέργεια όπως την ονόμασε, δηλαδή την ενέργεια που μετατρέπεται σε αντίληψη, σκέψη, συναίσθημα, αλλά και τηλεπάθεια [Gloor P., 1994]. Στο νέο αυτό πλαίσιο άρχισε να καταγράφει τις μεταβολές της θερμοκρασίας στον εγκεφαλικό φλοιό ασθενών που υποβάλλονταν σε νευροχειρουργικές επεμβάσεις και να τις συσχετίζει με νοητικές δοκιμασίες που επιτελούσαν. Τα αποτελέσματα τα δημοσίευσε το 1910, στο βιβλίο του Έρευνες σχετικά με τη θερμοκρασία του εγκεφάλου, τα ευρήματά του όμως δεν τον ικανοποιούσαν και πάλι. Έτσι, θα επανέλθει στις αρχικές του απόπειρες να καταγράψει την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου. Η έναρξη του πολέμου το 1914 διέκοψε τις έρευνές του, που θα συνεχίσει όταν επιστρέψει στην Ιένα μετά τον πόλεμο.

Το 1919 διαδέχτηκε τον Otto Binswanger στη θέση του καθηγητή και διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής της Ιένας, προκαλώντας έντονες διχογνωμίες, δεδομένου ότι πολλοί συνάδελφοί του τον θεωρούσαν ανεπαρκή στην κλινική γνώση, ενώ ο καθηγητής της φυσιολογίας Biedermann θεωρούσε υποτυπώδη τη νευροφυσιολογική του εκπαίδευση και το αντικείμενο των ερευνών του τουλάχιστον αμφιλεγόμενο. Ακόμα κι ο Otto Binswanger, που είχε προωθήσει με κάθε δυνατό μέσο την υποψηφιότητα του Berger, εκτιμώντας το ερευνητικό του πνεύμα, προτίμησε να παραδώσει την πολυπληθή του πελατεία σε κάποιον άλλο βοηθό του, τον Dr Strohmayer, του οποίου το κλινικό έργο φαίνεται πως εκτιμούσε περισσότερο [Millett D, 2001]. Οι συνεργάτες του Berger τον περιέγραφαν λιγομίλητο, κλεισμένο στον εαυτό του, άνθρωπο που σπάνια ενδιαφερόταν για την επίλυση δύσκολων κλινικών ζητημάτων και του οποίου η καθημερινότητα παρέμενε απαράλλαχτη στην πορεία του χρόνου. Όλα αυτά, καθώς και η μεθόδευση της εκλογής, συνέτειναν ακόμα περισσότερο στην επιστημονική του απομόνωση [La Vaque TJ, 1999].

Παρόλα αυτά, ο Berger συγκέντρωσε μετά το 1920 τις προσπάθειές του στην καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου. Αποτυγχάνοντας εκ νέου, στράφηκε στην τεχνική της ηλεκτρικής διέγερσης. Εφαρμόζοντάς τη σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε κρανιεκτομή, ήλπιζε να προκαλέσει διαφορετικές ψυχολογικές αντιδράσεις, ανάλογα με την περιοχή που διέγειρε. Ο πρώτος ασθενής που χρησιμοποίησε ήταν ο 17χρονος Zedel, ο οποίος είχε υποβληθεί σε δύο κρανιοτομίες για την αφαίρεση όγκου του εγκεφάλου. Το 1924, έχοντας ολοκληρώσει τις μελέτες αυτές, αποσύνδεσε τα ηλεκτρόδια από τον ενισχυτή και τα συνέδεσε με ένα γαλβανόμετρο τύπου Edelmann, το ίδιο που χρησιμοποιούσαν στο νοσοκομείο για την καταγραφή των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων. Οι νέες αυτές καταγραφές δεν ήταν εντυπωσιακές — σημειώνονταν μόνο μικρού εύρους ταλαντώσεις στο γαλβανόμετρο, ήταν όμως οι πρώτες ηλεκτροεγκεφαλογραφικές καταγραφές. Ακολούθησαν τεχνικές βελτιώσεις και ο περιορισμός της παρέμβασης άλλων ηλεκτρικών δραστηριοτήτων, όπως της καρδιάς, των οφθαλμικών μυών κ.λπ. Αρχές του 1929, παρά τις δυσκολίες που συναντούσε, είχε ήδη καταγράψει εκατοντάδες εγκεφαλογραφήματα, όχι μόνο ασθενών, αλλά και υγιών εθελοντών (βοηθών του στην κλινική, του γιου του Klaus και του ιδίου). Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, πέντε χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή ΗΕΓ, η εργασία του με τίτλο Σχετικά με το εγκεφαλογράφημα στον άνθρωπο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Archiv für Psychiatrie und Nervenkrankheiten [1929, 87, 527-570]. Τα δεδομένα επιβεβαίωναν τις υποθέσεις του [οι ηλεκτροφυσιολογικές καταγραφές συσχετίζονταν με ψυχικές λειτουργίες, π.χ. την προσοχή, τον ύπνο κ.λπ.] και ενίσχυαν κάτι που θα επαναλάβει και σε κατοπινότερες εργασίες του, την αντίληψή του ότι ο φλοιός δρα ως «αδιαίρετο όλο». Το επισημαίνει ο Gloor [1994] που θα προσθέσει πως η διατύπωσή του αυτή δεν παραπέμπει σε μια γενική, αδόμητη και τοπογραφικώς αδιαφοροποίητη δραστηριότητα, αλλά σε αυτό που είχε πρωτοδιατυπώσει το 1927: ενώ κάποιες φλοιϊκές περιοχές δραστηριοποιούνται, άλλες αναστέλλονται.

Πώς είδε ο Berger την ανακάλυψή του; Ο Borck (2001) σημειώνει πως μπορεί να περιέγραφε κατ’ ιδίαν το ΗΕΓ ως «καθρέφτη του εγκεφάλου» (Hirnspiegel), ήταν όμως βέβαιος ότι ο ΗΕΓράφος του κατέγραφε, αλλά δεν διάβαζε την ψυχική διαδικασία· αποδείκνυε την ψυχική δραστηριότητα μέσω φυσιολογικών συσχετίσεων, χωρίς να αποκρυπτογραφείται το ψυχικό ή νοητικό περιεχόμενο των καταγραφόμενων ιχνών· πιστοποιούσε την υλική ύπαρξη ψυχικών διαδικασιών και την ανεξαρτησία τους από άλλες φυσιολογικές διεργασίες, τα μυστικά τους, όμως, ήταν άλλης ποιότητας και δεν βρίσκονταν μέσα σε αυτά τα ίχνη. Ο καθημερινός τύπος, όμως, ενθουσιάστηκε: «Η ζιγκ-ζαγκ γραμμή της ψυχής», «η ηλεκτρική καταγραφή του σκέπτεσθαι», ήταν μερικοί τίτλοι που υποδέχτηκαν την ανακάλυψη του ΗΕΓ. Κάποιοι, πιο ευφάνταστοι, έγραψαν το 1930 στην Neues Wiener Journal: «Σήμερα ακόμα ο εγκέφαλος γράφει τον μυστικό του κώδικα. Αύριο θα είμαστε σε θέση να διαβάζουμε νευρολογικά και ψυχιατρικά νοσήματα μέσα από αυτόν. Και μεθαύριο θα αρχίσουμε να γράφουμε τα πρώτα μας αυθεντικά κείμενα στη γλώσσα του εγκεφάλου» [Borck C, 2001].

Αντίθετα, μεταξύ των νευροψυχιάτρων και των νευροφυσιολόγων η ανακοίνωση του Berger έτυχε πολύ χλιαρής υποδοχής. Η ιδιαίτερη «μαγεία» που άσκησε το ΗΕΓ πάνω στο ευρύ κοινό, ίσως να υπενθύμιζε στους ψυχιάτρους το πολύ πρόσφατο αποτυχημένο εγχείρημα της διαγνωσκοπίας του Bissky, αν και ο Berger τον είχε επικρίνει. Ακόμα φαίνεται να επέδρασε αρνητικά στους νευροφυσιολόγους το γεγονός ότι ο Berger δεν είχε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση στη νευροφυσιολογία, όπως και η φήμη του ως απομονωμένου και ιδιόρρυθμου ψυχιάτρου, με αμφιλεγόμενα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα (τηλεπάθεια). Κάτι πήγε να αλλάξει όταν οι νευροφυσιολόγοι του Ινστιτούτου για την Έρευνα του Εγκεφάλου Kaiser Wilhelm, στο οποίο διευθυντής ήταν ο Otto Vogt, κατέγραψαν με τη βοήθεια ηλεκτρικών ενισχυτών, ηλεκτροεγκεφαλογραφικά δυναμικά στο χαρτί και παρουσίασαν το 1932 τον Νευρογράφο τους, ένα σύνθετο εργαλείο για την καταγραφή των εγκεφαλικών ρυθμών που συνδύαζε ηλεκτρονικό ενισχυτή και καταγραφή των κυμάτων σε ειδικό ρολό χαρτιού μέσω μελανογραφίδας [Borck C, 2001, 2006, 2008]. Ο Hans Berger δεν γεύτηκε για πολύ την ανακάλυψή του. Η ακαδημαϊκή του καριέρα διακόπηκε άδοξα το 1938, όταν εξαναγκάστηκε από τους ναζί σε παραίτηση και η ζωή του κόπηκε απότομα όταν το 1941 αυτοκτόνησε όντας έκδηλα πλέον βαριά καταθλιπτικός.

Ο Berck [2008] εντάσσει το ΗΕΓ στην παράδοση της λεγόμενης «καταγραφικής μεθόδου» (graphic method), που η πειραματική φυσιολογία είχε ακολουθήσει ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ο καρδιογράφος, ο πληθυσμογράφος, ο παλμογράφος κατέγραφαν φυσιολογικές διαδικασίες με ακρίβεια αδιανόητη μέχρι τότε, αλλά και επέτρεπαν άμεση πρόσβαση σε ζωτικά φαινόμενα «στην ίδια τους τη γλώσσα». Ιδιαίτερα η ανακάλυψη του καρδιογράφου από τον Einthoven (1895) είχε επιτρέψει την καταγραφή της ηλεκτρικής λειτουργίας της καρδιάς, μια λειτουργία που οι ανθρώπινες αισθήσεις δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Όπως είδαμε, όμως, αν και είχαν εντοπιστεί από το 1875 ηλεκτρικά δυναμικά στον φλοιό των θηλαστικών, μικρό ήταν το σχετικό με αυτά ενδιαφέρον των νευροφυσιολόγων. Στο επίκεντρο της προσοχής τους βρισκόταν η έρευνα του περιφερικού νευρικού συστήματος, θεωρώντας ότι το πιθανό ηλεκτρικό σήμα που θα προέκυπτε από τα δισεκατομμύρια των νευρώνων του εγκεφάλου θα ήταν πολύ αδρό ώστε να μπορέσει να ερμηνευθεί και να αξιοποιηθεί.

Edgar Douglas Adrian

Οι εργασίες του Ινστιτούτου για την Έρευνα του Εγκεφάλου Kaiser Wilhelm δεν έτυχαν ευρύτερης αναγνώρισης. Η κατάσταση άλλαξε άρδην όταν ο Edgar Douglas Adrian επανέφερε το ενδιαφέρον για το ΗΕΓ στη συνάντηση της Physiological Society στο Κέιμπριτζ, τον Μάιο του 1934 [Adrian ED, Mathews BHC., 1934]. Ήταν οι απαρχές της ευρύτερης διάχυσης της νέας μεθόδου και της συγκρότησης νέων ερευνητικών ομάδων γύρω από το ΗΕΓ. Το 1932, ο Adrian είχε μοιραστεί το Νόμπελ Φυσιολογίας με τον Charles Scott Sherrington για τις εργασίες του πάνω στις νευρωνικές εκφορτίσεις του περιφερικού νευρικού συστήματος. Στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ είχε ήδη τονίσει ότι μια νευρική ίνα μπορεί να μεταδώσει διαδοχικά σύντομα μηνύματα υπό μορφή κυμάτων που μπορούν να ποικίλλουν ως προς τη συχνότητα και το πλήθος. Η λειτουργία των νευρικών ινών έμοιαζε με τηλέγραφο· χωρίς αρχικό έναυσμα, [ένα ερέθισμα] τίποτα δεν συνέβαινε. Κάποια όμως ευρήματα συνεργατών του [κάποιες «περίεργες» εγγενείς διακυμάνσεις] ήρθαν να αμφισβητήσουν την απολυτότητα της διατύπωσης αυτής. Ο Adrian αναζήτησε τρόπους ερμηνείας των νέων δεδομένων κι έτσι εντόπισε τις σχετικές με το ΗΕΓ έρευνες του Berger και του Ινστιτούτου Kaiser Wilhelm. Θα εντοπίσει εδώ και την κρίσιμη απάντηση στους προβληματισμούς του, τονίζει ο Borck [2008]: όπως έδειχναν οι καταγραφές του Berger, το ΚΝΣ δεν ήταν πλέον ένας τηλέγραφος που δεχόταν εξωτερικά μηνύματα στα οποία απαντούσε με εντολές, αλλά πηγή εσωτερικής αυτόνομης δραστηριότητας η οποία απαιτούσε ερμηνεία. Η μεταφορά που χρησιμοποίησε αργότερα ο Adrian για να περιγράψει τη διαφορά ανάμεσα στα δικά του ευρήματα (που αφορούσαν στα αντανακλαστικά τόξα) από αυτά του Berger (στο ΚΝΣ) ήταν η εξής: το ΚΝΣ θυμίζει ένα «θορυβώδες πλήθος», ενώ το ΠΝΣ «σιωπηλό και πειθαρχημένο σύνταγμα οπλιτών». Κατά πόσο όμως δημιουργούνταν έτσι μήνυμα και τι είδος ήταν αυτό; «Το ΚΝΣ έχει ξεφύγει από τα δεσμά της αντανακλαστικής φυσιολογίας, αλλά τι μήνυμα παράγει ένα θορυβώδες πλήθος;» Θέτοντας το ερώτημα αυτό, ο Adrian απέφευγε απλουστευτικές ερμηνείες του ψυχισμού μέσω νευροφυσιολογικών μεθόδων. Μια εικόνα ήταν αρκετή: η ομοιότητα της καταγραφής των εγγενών διακυμάνσεων ενός γαγγλίου και του ινιακού λοβού του ίδιου του Adrian που δημοσιεύτηκε στο Brain [1934, 57, 4, 373 – επαναδημοσίευση: 2010, 123, 1, 355-385] ήταν εντυπωσιακή και πολλά σημαίνουσα. Ο Adrian διέθετε βέβαια την αναγκαία για κάθε ερευνητή έμπνευση, έδρεπε όμως, κατά δήλωσή του, και «τους καρπούς των νέων τεχνολογιών ηλεκτρονικής ενίσχυσης» που του έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψει ευχερέστερα τον ρυθμό α του Berger [Borck C., 2006].

Δείχνοντας τη βαθιά τους εκτίμηση για την πρωτοτυπία του έργου του Berger, ο Edgard Adrian, ο Walter Cannon και ο Tracy Putnam τον πρότειναν ως υποψήφιο για το Νόμπελ Φυσιολογίας του 1940. Δυστυχώς τη χρονιά εκείνη, η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέτρεψε την απονομή βραβείων Νόμπελ.

Το εγκεφαλογράφημα μεταβάλλει το «τοπίο» των επιληψιών

O Gray Walter (1910-1977) με το ρομπότ ELMER
O Gray Walter (1910-1977) με το ρομπότ ELMER
Edgar Douglas Adrian (1889-1977)
Edgar Douglas Adrian
(1889-1977)

Το ενδιαφέρον του Adrian για το ΗΕΓ δεν είχε συνέχεια, καθώς αρκέστηκε απλώς να εντάξει τα ευρήματα του Berger στη δική του θεώρηση. Οι νευροφυσιολόγοι του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης μελετούσαν απλά μοντέλα της νευρικής δράσης. Τους αρκούσε η μελέτη της αντανακλαστικής λειτουργίας και της μεταβίβασης του ερεθίσματος, ενώ η άμεση διερεύνηση του εγκεφάλου αποτελούσε ταμπού, καθώς απέφευγαν να επιχειρήσουν την ένταξη της συνείδησης ή της σκέψης στη φυσικαλιστική τους ερμηνεία. Άλλωστε για τον Adrian ο άλφα ρυθμός ήταν ένας «απογοητευτικά μη αντιδρών ρυθμός»: χανόταν μόλις άνοιγαν τα μάτια ή γινόταν μια απλή σκέψη. Αντίθετα προς την απαισιόδοξη αυτή στάση, ο William Gray Walter, γνωστός πιο πολύ για τις διάσημες «ρομποτικές χελώνες» του, θα αφοσιωθεί στην αναζήτηση νέων δυνατοτήτων του ΗΕΓ, ανάμεσά τους και η συσχέτιση του άλφα ρυθμού με εκδηλώσεις ψυχοπαθολογίας [π.χ. επιθετικότητα], αλλά και η απόδοση σε αυτόν ρυθμιστικών της συζυγικής αρμονίας ιδιοτήτων [π.χ. θετική ένδειξη ο συγχρονισμός των ρυθμών σε ένα ζεύγος, αυτοματικός ή τεχνητός]. Προηγουμένως, είχε προσεγγίσει τον ψυχίατρο Frederic Lucien Golla στο Maudsley, με τη συνεργασία του οποίου καταγράφηκαν τυχαία τα ιδιαίτερα βραδέα κύματα ασθενών με όγκο του εγκεφάλου, τα οποία ονόμασαν δέλτα ρυθμό [Hayward R., 2001].

Ήταν αυτό που οι αγγλοσάξωνες αποκαλούν με τη λέξη «serendipity», η οποία αποδίδεται δύσκολα σε άλλες γλώσσες και η οποία σημαίνει την απρόσμενη ανακάλυψη που οφείλεται σε συνδυασμό συμπτώσεων και παρατηρητικότητας του ερευνητή. Το φαινόμενο θα επαναληφθεί, όπως θα δούμε, και με την εισαγωγή του ΗΕΓ στο χώρο της επιληψίας [Borck C., 2006].

O William Lennox (1884-1960) με τους συνεργάτες του
O William Lennox (1884-1960) με τους συνεργάτες του

Ο William Lennox και οι Frederic και Erna Gibbs μελετούσαν επί χρόνια την παθοφυσιολογία των επιληψιών μέσα από αδιέξοδους, όπως αποδείχτηκε, ερευνητικούς δρόμους. Στα τέλη του 1934, ωθούμενοι περισσότερο από απογοήτευση παρά από πίστη στο ΗΕΓ, αποφάσισαν να συνεργαστούν με την ερευνητική ομάδα του Harvard που διέπρεπε στη βασική νευροφυσιολογική έρευνα, συνεισφέροντας την κλινική τους πείρα. Κοινή τους απόφαση ήταν να εφαρμόσουν τη νέα μέθοδο αρχίζοντας από τη γραμματέα του Lennox που έπασχε από petit mal (αφαιρέσεις) με συχνά σύντομα επεισόδια. Δεν άργησαν να παρατηρήσουν τη χαρακτηριστική αιχμή-κύμα, με συχνότητα τρεις κύκλους ανά δευτερόλεπτο, που κατέγραφε ο εγκεφαλογράφος σε κάθε της κρίση [Gibbs FA, Davis H, Lennox WG, 1935]. Ανήκει στην ανεκδοτολογική πλευρά της ιστορίας η πληροφορία του Gibbs ότι στη διάρκεια της καταγραφής η γραμματέας αναφώνησε κάποια στιγμή: «Σταματήστε αυτό το μηχάνημα! Μου προκαλεί κρίση κάθε φορά που το ενεργοποιείτε!» Η ερευνητική ομάδα είχε πέσει, κυριολεκτικά, σε «χρυσωρυχείο». Για την ανακάλυψή του συνέπεσαν η κλινική εμπειρία των Lennox και Gibbs μαζί με τη βασική γνώση των νευροφυσιολόγων, η τυχαία παρουσία μιας ασθενούς και η προσέλκυση του ενδιαφέροντος από τη συγκεκριμένη νόσο (το petit mal)· όλα αυτά μαζί άλλαξαν την προοπτική του ΗΕΓ στο χώρο της επιληψίας: από εργαλείο απλής έρευνας μετατράπηκε στο κατ’ εξοχήν διαγνωστικό εργαλείο που μετέβαλε ουσιωδώς και την ταξινόμηση των επιληπτικών διαταραχών, οι οποίες ορίστηκαν πλέον ως διαταραχές της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου, διακρινόμενες σαφώς από διαταραχές με παρόμοια κλινική εικόνα που ως τότε συγχέονταν με τις επιληπτικές [Borck C., 2006].

Προς την αποκρυπτογράφηση της «γλώσσας» του εγκεφάλου;

Η απομάκρυνση του Adrian από τους προβληματισμούς που είχε θέσει εξ αρχής το ΗΕΓ δεν άντεξε στον πειρασμό των νέων προκλήσεων που δημιουργούσε η ανάδειξη της κυβερνητικής αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, ως πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας Φυσιολογίας προέτρεπε τους συναδέλφους του να χρησιμοποιήσουν τις θεωρίες της επικοινωνίας και τις υπολογιστικές μηχανές στη διερεύνηση των λειτουργιών του νευρικού συστήματος. Το κάλεσμα έγινε το 1951, εποχή ενός άλλου θεαματικού πειράματος, όπως ήταν η ΗΕΓραφική διερεύνηση τριών διάσημων επιστημόνων, του Einstein, του Neumann και του Wiener. Δημοσιεύτηκε μόνο η καταγραφή του πρώτου καθώς σκεφτόταν τη θεωρία της σχετικότητας. Το συμπέρασμα ήταν απογοητευτικό [Borck C., 2008].

Εγκεφαλογράφημα του Einstein καθώς σκέφτεται τη θεωρία της σχετικότητας. Για το LIFE του 1951, «τα εγκεφαλικά κύματα της θεωρίας της σχετικότητας»
Εγκεφαλογράφημα του Einstein καθώς σκέφτεται τη θεωρία της σχετικότητας. Για το LIFE του 1951, «τα εγκεφαλικά κύματα της θεωρίας της σχετικότητας»
Η ομοιότητα των κυμάτων που καταγράφηκαν από ένα γάγγλιο και από τον ινιακό λοβό του Adrian [Brain 1934, 57, 4, 373]
Η ομοιότητα των κυμάτων που καταγράφηκαν από ένα γάγγλιο και από τον ινιακό λοβό του Adrian [Brain 1934, 57, 4, 373]

Διαφορετική, όπως είδαμε, ήταν η στάση του Gray Walter [Hayward R., 2001], διαφορετική και του αρχηγέτη της κυβερνητικής Norbert Wiener, που το 1956 παρομοίασε το ΗΕΓ με την Πινακίδα της Ροζέττας με την οποία ο Champollion άνοιξε το δρόμο στην ανάγνωση των ιερογλυφικών: «[Τα εγκεφαλικά κύματα] μιλούν τη δική τους γλώσσα, μόνο που η γλώσσα αυτή δεν είναι κάτι που μπορεί να παρατηρήσει κανείς με γυμνό οφθαλμό, βλέποντας απλώς τα ίχνη της μελανογραφίδας του ηλεκτροεγκεφαλογράφου. Υπάρχουν άφθονες πληροφορίες σε αυτά τα ίχνη, αλλά είναι σαν τις πληροφορίες της αιγυπτιακής γλώσσας πριν την εποχή της Πινακίδας της Ροζέττας […]. Όταν, μέσω κάποιου αυτο-συσχετισμού, κατορθώσουμε να μετασχηματίσουμε την ακατέργαστη γραφή των εγκεφαλικών κυμάτων, τότε θα αποκτήσουμε μια εικόνα αξιόλογης καθαρότητας και σημασίας, κάτι που θα διαφέρει από ό,τι δυσανάγνωστο καταγράφηκε ακατέργαστα στη μηχανή.» Επρόκειτο, λοιπόν, για κρυπτογραφημένο μήνυμα που έπρεπε να υποστεί ανάλυση. Ο ρυθμός άλφα ήταν για τον Wiener δείκτης ευφυΐας. Επιπλέον, υποστήριζε ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί ως υπολογιστής όχι μόνο ως προς τις δυνατότητες υπολογισμού που διαθέτει, αλλά και ως προς τον μηχανισμό που και οι δύο χρησιμοποιούν για την επεξεργασία των πληροφοριών. Η υπόθεσή του για τη συσχέτιση ρυθμού α και ευφυΐας αποδείχθηκε αβάσιμη, η δε παρομοίωση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως παρατηρεί ο Borck [2008], δεν αποτελεί κατά κανέναν τρόπο μια Πινακίδα της Ροζέττας, καθώς ο Wiener επιχείρησε να ερμηνεύσει τα εγκεφαλικά κύματα όχι ως γλώσσα, αλλά ως τον τρόπο λειτουργίας μιας μηχανής [Borck C., 2008].

Πειραματικές προσπάθειες ανάλογες με αυτές του Berger για συσχέτιση του μεταβολισμού ή της αιματικής ροής του εγκεφάλου με ψυχικές λειτουργίες επανήλθαν θεαματικά στο προσκήνιο μετά τις σύγχρονες απεικονιστικές του ΚΝΣ τεχνολογίες. Ο Borck [2008] θα σταθεί σε κάποιους επιφανείς συντοπίτες του νευροεπιστήμονες, που το 2004 δημοσίευσαν σχετικό «μανιφέστο» για την πρόσφατη τότε αποφασιστική επιστημονική πρόοδο στην κατανόηση των σχέσεων εγκεφάλου-πνεύματος [Elger CE et al., 2004], όπως και σε όσα έγραφε την ίδια εποχή ένας άλλος διάσημος συντοπίτης του, ο C. Koch [2004]: ενώ οι φιλόσοφοι ματαίως αγωνίζονταν επί χιλιετίες να ερμηνεύσουν τον εγκέφαλο, έχει φτάσει πια ο καιρός για τους νευροεπιστήμονες να επιλύσουν με τα σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία τους το τελευταίο αίνιγμα της συνείδησης, την προθετικότητα και τον λόγο. Ο Borck είναι της γνώμης ότι: «Οι νευροεπιστήμες αναπτύσσονται αναβάλλοντας συνεχώς την υπόσχεσή τους να αναγγείλουν την οριστική ερμηνεία του ανθρώπινου πνεύματος» [Borck C., 2009]. Κριτική η θέση του, γι’ αυτό και ως ιστορικός της επιστήμης υπενθυμίζει πρώτα ανάλογους ενθουσιασμούς με τη διαγνωσκοπία του Bissky και το ΗΕΓ του Berger, για να επισημάνει την αντίσταση που ακόμα προβάλλει ο εγκέφαλος στις προσπάθειες να αποκαλυφθούν τα μυστικά της λειτουργίας του και να προβάλει τη χρησιμότητα της επιστημολογίας που αναζητά τη δυναμική των ερευνητικών διαδρομών στο χώρο της ψυχιατρικής και των νευροεπιστημών. Η ιστορία του ΗΕΓ, ένα παράδειγμα.

Βιβλιογραφία

1. Adrian ED, Mathews BHC. The Berger rhythm: potential changes from the occipital lobes in man. Brain 1934, 57, 355-385.

2. Borck C. Electricity as a Medium of Psychic Life – Electrotechnological Adventures into Psychodiagnosis in Weimar Germany, Science in Context 2001, 14, 4, 565-590.

3. Borck C. Between local cultures and national styles: Units of analysis in the history of electroencephalography, C.R. Biologies 2006, 329, 450-459.

4. Borck C. Recording the Brain at Work: The Visible, the Readable, and the Invisible in Electroencephalography, Journal of the History of the Neurosciences, 2008, 17, 367-379.

5. Borck C. Through the looking glass: past futures of brain research. Medicine Studies 2009, 1, 329-338.

6. Collura TF. History and evolution of electroencephalographic instruments and techniques. Journal of Clinical Neurophysiology, 1993, 10, 4, 476-504.

7. Darrow CW. Psychophysiology, yesterday, today, and tomorrow. Psychophysiology 1964, 1, 1, 4-7.

8. Dolhem R. Histoire de l’électrostimulation en médecine et en rééducation. Annales de Réadaptation et de Médecine Physique 2008, 51, 427-431.

9. Elger CE, et al. Das Manifest. Elf führende Neurowissenschaftler über Gegenwart und Zukunft der Hirnforschung. Gehirn und Geist, 2004, 3, 6, 31-37.

10. Ellington RJ. Introduction: The first Hans Berger lecture. Electroencephalography and Clinical Neurophysiology 1990, 76, 294-295.

11. Gibbs FA, Davis H, Lennox WG. The electroencephalogram in epilepsy and in conditions of impaired consciousness. Archives of Neurology and Psychiatry 1935, 34, 1133-1148.

12. Gloor P. Hans Berger on the electroencephalogram of man. Electroencephalography and Clinical Neurophysiology 1969, 28 Suppl, 1-36.

13. Gloor P. Berger lecture. Is Berger’s dream coming true? Electroencephalography and Clinical Neurophysiology 1994, 90, 253-266.

14. Hayward R. The tortoise and the love-machine: Grey Walter and the politics of electroenecphalography. Science in Context 2001, 14, 4, 615-641.

15. Koch C. Die Zukunft der Hirnforschung. Das Bewu‚tein vor seiner Enthullung. In Gezzer C (ed) Hirnforschung und Willensfreiheit. Frankfurt am Main, Ed. Suhrkampf, 229-234.

16. La Vaque TJ. The History of EEG. Hans Berger: Psychophysiologist. A Historical Vignette, Journal of Neurotherapy, 1999, 3, 2, 1-9.

17. Millett D, Hans Berger: from psychic energy to the EEG, Prospectives in Biology and Medicine, 2001, 44, 4, 522- 42.

18. Pouget P. Attempt to record electrical cerebral activity. Brain Research Bulletin 2008, 77, 323-326.

19. Risee GB. Vocational guidance during the depression: phrenology versus applied psychology. Journal of the History of the Behavioral Sciences 1976, 12, 130-140.

20. Walter G. The location of cerebral tumors by electroencephalography. The Lancet 1936, 2, 305-312.

21. Zifkin BG, Avanzini G.. Clinical neurophysiology with special reference to the electroencephagram. Epilepsia 2009, 50, suppl. 3, 30-38.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.