Miri Keren
Λέκτορας Παιδο-ψυχιατρικής στην
Ιατρική Σχολή Sackler, Tel-Aviv,
Διευθύντρια Κοινοτικού Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου
και Επιμελήτρια έκδοσης του W.A.I.M.H. Newsletter
σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]
Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο
Α’ μέρος: Θεσμοί, δεσμοί και κλινικές προσεγγίσεις.
Εμπειρίες από άλλες χώρες
Οι βασικές θεματικές ενότητες αφορούν στα δημογραφικά δεδομένα για το Ισραήλ ως προς τις θετές οικογένειες, σε αντιδιαστολή με τον τρόπο αντιμετώπισης των παιδιών στα ιδρύματα. Επίσης παρουσιάζουμε την εφαρμογή της θεωρίας όσον αφορά το προσωπικό του ορφανοτροφείου και τα βρέφη που υιοθετούνται έπειτα από παραμονή σε ιδρύματα.
Βασικά δεδομένα
Στο Ισραήλ, περίπου εκατόν πενήντα βρέφη εγκαταλείπονται από τους γονείς τους τον πρώτο χρόνο της ζωής τους. Τα περισσότερα από αυτά ανατίθενται σε ανάδοχες οικογένειες με βάση την κοινή παραδοχή ότι οι ανάδοχοι γονείς ενισχύουν τη δυνατότητα ανάπτυξης δεσμού στα παιδιά. Το ένα τρίτο των παιδιών αυτών φιλοξενούνται στα τρία ιδρύματα της χώρας. Ωστόσο, τα ορφανοτροφεία δεν υπάγονται στο Υπουργείο Υγείας, αλλά στο Υπουργείο Πρόνοιας και ακόμη δεν έχει προσδιορισθεί ξεκάθαρα η ανάγκη εξατομικευμένης φροντίδας της ψυχικής υγείας των βρεφών. Κατά συνέπεια δεν προβλέπονται οικονομικοί πόροι για θεραπείες ή για εποπτεία στα μέλη της ομάδας. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι τα βρέφη στα ιδρύματα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αναπτυξιακών προβλημάτων λόγω της αυξημένης συχνότητας νεογνών με εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο (fetal alcohol syndrome), σύνδρομο στέρησης ουσιών και γονείς ψυχικά πάσχοντες. Η πλειοψηφία των παιδιών αυτών δίνονται για υιοθεσία, ωστόσο ορισμένα από αυτά επιστρέφουν στους βιολογικούς γονείς τους και κάποια άλλα ανατίθενται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ανάδοχες οικογένειες.
Ενίσχυση του δεσμού και της ανάπτυξης
Για να πετύχουμε κάποιες σημαντικές αλλαγές, που στηρίζονται στις θεωρίες της ανάπτυξης και τη θεωρία του δεσμού θα πρέπει να ορίσουμε κάποια σημεία αναφοράς. Πιο συγκεκριμένα: (α) το ίδρυμα – που λειτουργεί ως ενιαία θεραπευτική μονάδα σε αντίθεση με ένα «σπίτι», το οποίο εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι πάντα το ίδιο–, (β) την προσέγγιση του ιδρύματος Loczy στη Βουδαπέστη – η οποία περιλαμβάνει ένα συνεχές καθρέφτισμα μέσα από το λόγο που απευθύνει το πρόσωπο φροντίδας στο βρέφος και παράλληλα διευκολύνει την κινητική ανάπτυξη και το αίσθημα ατομικότητας στα βρέφη– και (γ) τη θεωρία του δεσμού, που παίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Οι αλλαγές στην οργάνωση των ιδρυμάτων αφορούν στην τοποθέτηση κάμερας στα δωμάτια και τη ρύθμιση των δωματίων ανάλογα με την ηλικία των παιδιών. Επίσης, κάθε βρέφος πρέπει να έχει τα δικά του ρούχα, την πιπίλα και το μπιμπερό του, τα δικά του παιχνίδια και ακόμη πρόσβαση σε παραϊατρικές θεραπείες. Ως προς την ομάδα του προσωπικού παρέχεται εκπαίδευση από ψυχολόγο και επόπτη παιδοψυχίατρο που αφορά στις θεωρίες της ανάπτυξης και τη θεωρία του δεσμού. Επιπλέον, προωθείται η πρακτική εφαρμογή αυτής της εκπαίδευσης στα βρέφη. Το υλικό που καταγράφεται από την κάμερα αξιοποιείται ως επανατροφοδότηση. Επίσης χρησιμοποιείται το ερωτηματολόγιο για την ικανότητα ενόρασης, με σκοπό να ενισχύσει τη λειτουργία αναστοχασμού στα άτομα που φροντίζουν τα βρέφη.
Εκπαίδευση στην αναστοχαστική λειτουργία
Το ερωτηματολόγιο της ικανότητας ενόρασης χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση στη λειτουργία αναστοχασμού. Ως προς τον ορισμό της έννοιας θα λέγαμε ότι αποτελεί τη βάση για να μπορούν οι γονείς να είναι δεκτικοί σε ερεθίσματα και συναισθηματικά ισορροπημένοι. Εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή της οικογένειας και περιλαμβάνει ταυτόχρονα την ικανότητα ενόρασης και την ικανότητα ενσυναίσθησης, δηλαδή «να μπορεί να αντιληφθεί κανείς τα πράγματα από την πλευρά του παιδιού». Αυτό σημαίνει να διαθέτει ο γονιός ικανότητες ενόρασης σε σχέση κάθε φορά με τα κίνητρα του παιδιού, να μπορεί να αντιληφθεί τη συναισθηματική πολυπλοκότητά του, να είναι ανοιχτός όσον αφορά το παιδί και την έννοια του εαυτού και να έχει ικανότητες αποδοχής (του παιδιού του).
Βιβλιογραφικές αναφορές σχετικά με την ικανότητα αναστοχασμού στις μητέρες βρίσκουμε: (α) στην Fraiberg με τα «φαντάσματα στο παιδικό δωμάτιο», (β) στον Lieberman με τις «θετικά και αρνητικά φορτισμένες αποδόσεις», (γ) στην Ainsworth με το «κοιτώντας τα πράγματα από την πλευρά του παιδιού», (δ) στους Fonagy και Slade με τη «λειτουργία αναστοχασμού».
Η αξιολόγηση της ικανότητας ενόρασης
Ο γονέας και το παιδί βιντεοσκοπούνται σε τρεις συνθήκες αλληλεπίδρασης. Στη συνέχεια θέτουν ερωτήσεις στο γονέα σχετικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού για κάθε μια χωριστά από τις συνθήκες: «Τι περνούσε από το μυαλό του παιδιού σας; Ποιες ήταν οι σκέψεις του; Ποια ήταν τα συναισθήματά του;». «Είναι αυτή μια συνηθισμένη συμπεριφορά του παιδιού σας; Σας λέει κάτι πιο συνολικό για την προσωπικότητα του παιδιού σας;». «Τι νιώθατε καθώς παρακολουθούσατε το απόσπασμα; Σας ξάφνιασε κάτι, σας ανησύχησε, σας ευχαρίστησε;».
Από την ανάλυση των απαντήσεων προκύπτουν κατηγοριοποιήσεις της ικανότητας ενόρασης. Οι συνεντεύξεις μαγνητοφωνούνται, αντιγράφονται και οι απαντήσεις κατηγοριοποιούνται σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει απαντήσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν ένα θετικά ενορατικό γονιό, η δεύτερη ομάδα ένα μη ενορατικό γονιό με μονόπλευρη αντίληψη, η τρίτη ένα μη ενορατικό γονιό που δεν συμμετέχει και η τέταρτη ένα μη ενορατικό γονιό με μεικτά στοιχεία.
Ο ενορατικός γονιός (ο γονιός με κατανόηση)
Ο γονιός με ικανότητες ενόρασης προσπαθεί να αντιληφθεί τα κίνητρα που καθορίζουν τη συμπεριφορά του παιδιού, αναγνωρίζει τη σύνθετη αντίληψη του παιδιού για τα πράγματα, είναι ανοιχτός σε καινούριες γνώσεις σχετικά με το παιδί του και το αποδέχεται περισσότερο.
Ο γονιός με μονόπλευρη αντίληψη
Ο γονιός με μονόπλευρη αντίληψη έχει προκαθορισμένες αντιλήψεις οι οποίες δεν επιδέχονται αλλαγές, παρουσιάζει μια δυσκολία να εστιάσει στο παιδί και δεν υπάρχουν διακυμάνσεις στις απόψεις του, είναι μόνο αρνητικά ή μόνο θετικά προσκείμενος στο παιδί. Ωστόσο ορισμένοι από αυτούς τους γονείς δείχνουν ζεστασιά και στοργή.
Ο γονιός που δεν συμμετέχει
Ο γονιός που δεν συμμετέχει παραμένει συναισθηματικά αμέτοχος, δίνει σύντομες και περιορισμένες απαντήσεις, μιλάει λίγο για τα συναισθήματά του και οι περιγραφές του είναι δίχως περιεχόμενο (κενές). Συγκεκριμένα αποδίδει χαρακτηρισμούς στο παιδί χωρίς να αναφέρει παραδείγματα που να τους δικαιολογούν.
Ο γονιός με μεικτά στοιχεία
Ο γονιός που έχει μεικτά στοιχεία χρησιμοποιεί ποικίλα επιχειρήματα και είναι δύσκολο να διακρίνουμε τι είδους αποδόσεις κυριαρχούν στο λόγο του.
Στατιστικά στοιχεία
Στο γενικό πληθυσμό του Ισραήλ, σε ποσοστό 62% εντοπίζονται γονείς με ικανότητες ενόρασης, σε ποσοστό 20% γονείς με μονόπλευρη αντίληψη, σε ποσοστό 12% γονείς οι οποίοι δεν συμμετέχουν και σε ποσοστό 6% γονείς με μεικτά στοιχεία (Oppenheim και άλλοι, 2001, Koren-Karie και άλλοι, 2002). Η ανάπτυξη ασφαλούς δεσμού στα παιδιά προβλέπεται για την ομάδα γονιών με ικανότητες ενόρασης. Αντίστοιχα για την ομάδα γονιών με μονόπλευρη αντίληψη προβλέπεται η ανάπτυξη ανασφαλούς δεσμού με στοιχεία αμφιθυμίας. Για τους γονείς οι οποίοι δεν συμμετέχουν δεν προβλέπεται η ανάπτυξη κάποιου τύπου δεσμού στα παιδιά, αλλά προβλήματα στο επίπεδο της Θεωρίας του Νου. Τέλος, για την ομάδα γονιών με μεικτά στοιχεία προβλέπεται η ανάπτυξη ανασφαλούς δεσμού με στοιχεία αποδιοργάνωσης.
Θετοί γονείς παιδιών που έχουν μεγαλώσει σε ίδρυμα
Η διαδικασία αξιολόγησης στην οποία υποβάλλονται οι μελλοντικοί γονείς πριν από την υιοθεσία στις περισσότερες χώρες δεν αποτελεί, σύμφωνα με τη δική μας εμπειρία, μια δικλείδα ασφαλείας ως προς την πορεία της υιοθεσίας. Η αξιολόγηση αυτή δεν μπορεί να προβλέψει την επίδραση που πιθανόν έχει στους γονείς το υιοθετημένο μωρό με τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά του.
Επιπλέον υπάρχουν ορισμένα ταμπού σχετικά με την υιοθεσία. Τα μαθήματα προετοιμασίας για την υιοθεσία είναι υποχρεωτικά σε πολλές χώρες όπως και στο Ισραήλ. Όμως μετά την υιοθεσία δεν παρέχεται από τις υπηρεσίες ένα είδος ψυχολογικής υποστήριξης της οικογένειας, ούτε οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να αναζητήσουν μια αξιολόγηση για το παιδί τους και για τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις γι’ αυτό το φαινόμενο. Η πιο προφανής αιτία είναι οι οικονομικοί λόγοι, ωστόσο η λιγότερο φανερή είναι ένα υπόρρητο αξίωμα ότι οι θετοί γονείς και οι οικογένειές τους δεν διαφέρουν, από τη στιγμή που ολοκληρώνεται η διαδικασία της υιοθεσίας, από τους βιολογικούς γονείς.
Οικογενειακή δομή και υιοθεσία: παράγοντες κινδύνου
Παρατηρούμε ότι, ως προς την οικογενειακή δομή, όλο και περισσότερο αυξάνεται το ποσοστό των υιοθεσιών από μόνες μητέρες, σε ποσοστό 40% όσον αφορά τις διεθνείς υιοθεσίες στο Ισραήλ και σε ποσοστό μικρότερο από 10% στο Κεμπέκ. Πολύ συχνά δεν επιβεβαιώνονται οι υψηλές προσδοκίες των γονιών, ότι δηλαδή η αγάπη και η αφοσίωσή τους επαρκούν για να ξεπεράσει το παιδί την προηγούμενη εμπειρία συναισθηματικής αποστέρησης και την απουσία μιας βασικής εμπιστοσύνης απέναντι στους άλλους. Αυτό συμβαίνει στα παιδιά εξαιτίας των δύσκολων και αντίξοων συνθηκών ζωής τους και λόγω έλλειψης πρώιμων εμπειριών δεσμού με βασικά πρόσωπα φροντίδας. Επίσης, όταν τα ζευγάρια γίνονται γονείς, μέσα από την υιοθεσία του παιδιού, τότε αυτό μπορεί να επηρεάσει την ικανοποίηση που βιώνουν μέσα στο γάμο τους.
Η εμπειρία του δεσμού των γονιών
Το είδος δεσμού των γονιών με τους δικούς τους γονείς αποτελεί ενδεχομένως έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου για την έκβαση της υιοθεσίας. Ο Dozier και άλλοι (2001) σε μια έρευνα σε πενήντα βρέφη, ηλικίας 12-24 μηνών, κατά τους πρώτους είκοσι μήνες της υιοθεσίας τους, υποστηρίζει ότι ο βασικός παράγοντας που επηρέασε την ποιότητα του δεσμού στο βρέφος ήταν το μοτίβο δεσμού της θετής ή ανάδοχης μητέρας. Ωστόσο η ηλικία του παιδιού όταν υιοθετήθηκε είχε μικρότερη επίδραση.
Παραθέτουμε κάποια στοιχεία σχετικά με την κατανομή σε ποσοστά του τύπου δεσμού σε ενήλικες στο γενικό πληθυσμό και σε δείγμα γονιών που έχουν υιοθετήσει παιδιά (Van ΙJzendoorn και Bakermans-Kranenberg, 1995). Αναλυτικά για το γενικό πληθυσμό παρατηρούμε ότι σε ποσοστό 56% οι ενήλικες έχουν ασφαλή δεσμό, σε ποσοστό 19% ανασφαλή δεσμό (unresolved), σε ποσοστό 16% δεσμό αποφυγής (dismissing) και σε ποσοστό 9% αγχώδη δεσμό (preoccupied). Αντίστοιχα σε δείγμα γονιών οι οποίοι είχαν πρόσφατα υιοθετήσει παιδιά παρατηρούμε ότι σε ποσοστό 72% εμφανίζουν ασφαλή δεσμό, σε ποσοστό 18% δεσμό αποφυγής (dismissing) και σε ποσοστό 10% ανασφαλή δεσμό (unresolved).
Απώλειες, πένθος και υιοθεσία
Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας τα ζητήματα σχετικά με τα ανεπίλυτα πένθη των γονιών και την πορεία της υιοθεσίας. Πρόκειται για καταστάσεις όπου ο γονέας έχει αντιμετωπίσει προβλήματα υπογονιμότητας ή έχει βιώσει περιγεννητικές απώλειες. Μπορούμε να σκεφτούμε αυτήν την κατάσταση ως ένα ναρκισσιστικό τραύμα. Επίσης ο γονιός έρχεται αντιμέτωπος με τους περιορισμούς μιας «επανορθωτικής αγάπης». Από την πλευρά του παιδιού οι συνθήκες αυτές πιθανόν επηρεάζουν την αίσθηση μιας βασικής εμπιστοσύνης και την δυνατότητά του να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Στοιχεία ευαλωτότητας στα υιοθετημένα παιδιά
Κάποια βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την έννοια της ευαλωτότητας στα υιοθετημένα παιδιά εστιάζονται στις προγεννητικές συνθήκες που αφορούν στην έκθεση του εμβρύου σε αλκοόλ και ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Παρατηρούνται νευροαισθητηριακά προβλήματα και ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ταμπεραμέντο του παιδιού, διαταραχές της γλωσσικής ανάπτυξης και αναπτυξιακές διαταραχές, τα επακόλουθα των τραυματικών εμπειριών ή εξαιτίας των συνθηκών φροντίδας στο ίδρυμα, ιατρικά προβλήματα και πρώιμη εκδήλωση ορισμένων κληρονομικών ψυχιατρικών διαταραχών.
Υιοθεσία και αποκατάσταση
Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε παιδιά που δεν υιοθετήθηκαν από ιδρύματα έχουν δείξει ότι μετά την υιοθεσία η ανάκτηση των γνωστικών τους ικανοτήτων είναι σχεδόν γραμμική. Πιο συγκεκριμένα, όσο μικρότερα σε ηλικία είναι τα παιδιά όταν υιοθετούνται και όσο περισσότερο διαμένουν σε θετές οικογένειες τόσο πιο γρήγορα αποκαθίστανται οι δυσκολίες τους σε γνωστικό επίπεδο (O’Connor και άλλοι, 2000, Pomerleau, 2007). Ωστόσο, η κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών δεν είναι τόσο εμφανής, ακόμη και σε παιδιά που υιοθετήθηκαν σε μικρή ηλικία (O’Connor και άλλοι, 2000, Tessier, 2007). Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν τις ποικίλες επιπτώσεις σε διάφορους τομείς της ανάπτυξης λόγω συνθηκών αποστέρησης, ενώ οι παράγοντες που πιθανόν μεσολαβούν είναι οι νευροβιολογικοί μηχανισμοί που καθορίζουν την ανάπτυξη (Zeanah και άλλοι, 2003).
Η αποτυχία της υιοθεσίας
Σε κάποιες καταστάσεις η υιοθεσία μπορεί να αποτύχει και οι παράγοντες που συνδέονται με αυτήν την πιθανότητα διακοπής της υιοθεσίας είναι ποικίλοι. Αρχικά, οι περιορισμένες ικανότητες του παιδιού να αναπτύξει ένα είδος δεσμού με τη νέα του οικογένεια ή να αποχωριστεί τους βιολογικούς του γονείς (Schmidt και άλλοι, 1988). Οι προσδοκίες από την πλευρά των γονιών για ένα εύκολα προσαρμόσιμο παιδί. Επίσης, κάποια άλυτα ζητήματα που σχετίζονται με τη γονιμότητα, τα κενά που αφορούν στην ιστορία του παιδιού και η ανεπαρκής υποστήριξη προς τους θετούς γονείς. Καταλήγοντας, να πούμε ότι τα υψηλότερα ποσοστά σε υιοθεσίες που διακόπηκαν παρατηρούνται σε υιοθεσίες με παιδιά που έχουν ειδικές ανάγκες.
Διεθνείς υιοθεσίες από ιδρύματα
Τα ορφανοτροφεία στην Ανατολική Ευρώπη έχουν κακή φήμη. Το να μεγαλώνει ένα παιδί εκεί, κατά τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής του, αποτελεί ένα «φυσικό» περιβάλλον, το οποίο συγκεντρώνει πάρα πολλούς παράγοντες κινδύνου για μια μη φυσιολογική σωματική ανάπτυξη, αλλά και για καθυστέρηση στην ανάπτυξη των εγκεφαλικών λειτουργιών. Συνοψίζοντας, τονίζουμε ιδιαίτερα τις πρώιμες τραυματικές σχέσεις, τις συνθήκες αποστέρησης, τις απώλειες, τους αποχωρισμούς και το περιβάλλον αστάθειας. Πράγματι, ο Costello (2005), οι Weitzman και άλλοι (2005) εντοπίζουν ένα σημαντικό ποσοστό κίνδυνου για διαταραχές μετατραυματικού στρες και διαταραχές του δεσμού, καταθλίψεις, διαταραχές ελλειμματικής προσοχής, διαταραχές μάθησης, εναντιωτική προκλητική διαταραχή και διαταραχές του αυτιστικού φάσματος.
Έρευνα
Ερευνητικοί στόχοι
Οι ερευνητικοί στόχοι της μελέτης μας ήταν να δείξουμε ότι οι νέοι θετοί γονείς που υιοθετούν βρέφη, τα οποία μεγάλωσαν σε συνθήκες μιας σοβαρής αποστέρησης, χρειάζονται ένα είδος υποστήριξης που αφορά στην αλληλεπίδραση με το μωρό τους, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση που είχε γίνει πριν από την υιοθεσία. Επίσης, ένας στόχος ήταν να διαμορφώσουμε μια κοινωνική πολιτική, όπως να αυξηθεί η παροχή οικονομικών πόρων για τη συνέχιση της αξιολόγησης και της καθοδήγησης των γονιών μετά την υιοθεσία.
Μέθοδος
Το δείγμα αφορά σε 38 υιοθετημένα βρέφη από την Ανατολική Ευρώπη και τους θετούς γονείς τους από το Ισραήλ. Σε 21 από αυτά τα βρέφη και τους γονείς τους πραγματοποιήθηκε μια παρέμβαση υποστήριξης, ενώ σε 17 βρέφη δεν επιχειρήθηκε καμία παρέμβαση. Και οι δυο ερευνητικές ομάδες είχαν μια παρόμοια οικογενειακή δομή, δηλαδή 20 οικογένειες με δύο γονείς και 18 μονογονεϊκές οικογένειες. Όλες οι οικογένειες ήταν μεσαίου κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου. Η ηλικία των παιδιών τη στιγμή της υιοθεσίας ποίκιλλε από 5 έως 36 μήνες.
Διαδικασία
Η διαδικασία που ακολουθήθηκε και για τις δυο ομάδες ήταν συνέντευξη με κάθε γονιό ξεχωριστά για την αξιολόγηση του είδους δεσμού τού (γονιού) πριν από την άφιξη του παιδιού. Επίσης, υποβλήθηκαν σε τεστ Bayley και έγινε βιντεοσκόπηση της αλληλεπίδρασης γονιού και βρέφους ένα μήνα μετά την άφιξή του στο σπίτι, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και του ταΐσματος. Χορηγήθηκαν τα ερωτηματολόγια HOME, SCL-90, Family Assessment Device, PSCS και έναν χρόνο μετά την υιοθεσία καταγράφηκε με κάμερα η αλληλεπίδραση γονιών και βρέφους. Δόθηκε το τεστ Bayley, το PDI στους γονείς και το ερωτηματολόγιο BITSEA για τη συμπεριφορά του βρέφους. Η υποστηρικτική παρέμβαση γινόταν στο σπίτι της οικογένειας κάθε δύο εβδομάδες τους πρώτους δύο μήνες και έπειτα μια φορά το μήνα ή αν χρειαζόταν πιο συχνά. Η υποστηρικτική αυτή παρέμβαση στηρίζεται στη θεωρία της ανάπτυξης δεσμού.
Ευρήματα
Με βάση την κατηγοριοποίηση του είδους δεσμού στις θετές μητέρες (σύνολο 27) προκύπτει ότι σε ποσοστό 54,2% (13 μητέρες) εμφανίζουν ασφαλή δεσμό, σε ποσοστό 16,7% (4 μητέρες) δεσμό ανασφαλή αποφυγής (Insecure dismissing), σε ποσοστό 29,2% (7 μητέρες) δεσμό ανασφαλή αγχώδη (Insecure preoccupied) και σε 3 μητέρες εντοπίστηκαν στοιχεία δεσμού ανασφαλούς αποδιοργάνωσης (Insecure disorganized). Αντίστοιχα πραγματοποιήθηκε κατηγοριοποίηση του είδους δεσμού στους θετούς πατέρες (σύνολο 14). Αναλυτικά σε ποσοστό 42,9% (6 πατέρες) εμφανίζουν ασφαλή δεσμό, σε ποσοστό 28,6% (4 πατέρες) ανασφαλή αποφυγής (Insecure dismissing) και σε ποσοστό 28,6% (4 πατέρες) δεσμό ανασφαλή αγχώδη (Insecure preoccupied). Σε κανέναν θετό πατέρα δεν εντοπίστηκαν στοιχεία του δεσμού ανασφαλούς αποδιοργάνωσης (Insecure disorganized).
Συμπεράσματα
Τα παραπάνω ευρήματα βασίζονται σε ένα μικρό δείγμα ατόμων. Ωστόσο, στην περίπτωση που επαληθευτούν στο συνολικό και μεγαλύτερο δείγμα, τότε ενδεχομένως φανερώνουν ορισμένα ξεχωριστά χαρακτηριστικά γενικά στους θετούς γονείς. Το εύρημα αυτό πιθανόν προκύπτει ως επακόλουθο της επώδυνης και αποσταθεροποιητικής για κάποιους εμπειρίας της υπογονιμότητας με τις ιατρικές και τις ψυχολογικές συνέπειες που τη συνοδεύουν.
Έπειτα από ένα χρόνο υποστηρικτικής παρέμβασης διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες γονιών, όσον αφορά τη συμπεριφορά τους σε αλληλεπίδραση με το βρέφος, τη λειτουργία αναστοχασμού των γονιών, ειδικά στις μόνες μητέρες, και τη συμπεριφορά απόσυρσης του βρέφους. Οι μόνες μητέρες εμφάνισαν λιγότερες ικανότητες ως προς τη γονεϊκότητα και εκείνες με ανασφαλή δεσμό διέθεταν την πιο φτωχή λειτουργία αναστοχασμού.
Ως τελικό συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι οι θετοί γονείς εμφάνισαν μεγαλύτερες δυσκολίες να αναπτύξουν ασφαλή δεσμό σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Αυτή η εργασία έφερε αλλαγές σε τρία επίπεδα: στη συμπεριφορά των γονιών, την κοινωνική συμπεριφορά του βρέφους και την κοινωνική πολιτική.
Ύστερα από αυτήν την έρευνα οι υπηρεσίες υιοθεσίας αναζητούν τρόπους να κάνουν αλλαγές στο επίπεδο που αφορά στην αξιολόγηση των υποψήφιων ζευγαριών για υιοθεσία, τη θεραπευτική συνοδεία μετά την υιοθεσία και τον εντοπισμό των οικογενειών στις οποίες η υιοθεσία κινδυνεύει να αποτύχει. Αυτές είναι υιοθεσίες με βρέφη που έχουν ζήσει σε συνθήκες ακραίας αποστέρησης κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων ζωής τους και έχουν θετούς γονείς οι οποίοι επίσης έχουν ζήσει αντίξοες σχέσεις δεσμού στο παρελθόν. Αυτός ο συνδυασμός βρεφών και γονιών αποτελεί μια πιθανή δυάδα υψηλού κινδύνου για αποτυχία της υιοθεσίας. Ο στόχος μας λοιπόν ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι να διευκολύνουμε την υγιή ανάπτυξη παρά τις αντιξοότητες.
Βιβλιογραφία
Ainsworth MDS, Blehar MC, Waters E & Wall S (1978). Patterns of attachment. Hillsdale, NJ: Erlbaum.
Dozier M, Stovall KC, Albus, KE & Bates B (2001). Attachment for infants in foster care: the role of the caregiver state of mind. Child Development, 72, 1467-1477.
Fonagy P, Steele M, Steele H, Moran GS & Higgit AC (1991). The capacity for understanding mental states: The reflective self in parent and child and its significance for security of attachment. Infant Mental Health Journal, 13, 200-217.
Fraiberg S, Adelson E & Shapiro V (1975). Ghosts in the nursery: A psychoanalytical approach to the problem of impaired infant-mother relationships. Journal of American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 14, 387-421.
Keren M, Ginio-Dollberg D, Tyano S (2007). Attachment-based intervention for adoptive parents and their post-institutionalized infants. Poster, presented at the Attachment International Conference, Braga, Portugal, July 2007.
Koren-Karie N, Oppenheim D, Dolev S, Sher E, Etzion-Carasso A (2002). Mothers’ empathic understanding of their infants’ internal experience: Relations with maternal sensitivity and infant attachment. Developmental Psychology, 38, 534-542.
Lieberman AF & Van Horn P (2009). Child-Parent Psychotherapy. A developmental approach to mental health treatment in infancy and early childhood. In CH Zeanah Jr (ed), Handbook of Infant Mental Health, Third Edition, 266-280, New York: The Guilford Press.
O’Connor TG, Rutter M, Beckett C, Keaveney L, Kreppner JM. & the English and Romanian Adoptees Study Team (2000). The effects of global severe deprivation on cognitive competence: Extension and longitudinal follow-up. Child Development, 71, 376-390.
Oppenheim D & Koren-Karie N & Sagi A (2001). Mother’s empathic understanding of their preschoolers’ internal experience: Relations with early attachment. International Journal of Behavioral Development, 25, 16-26.
Oppenheim D & Koren-Karie N (2009). Infant-Parent Relationship Assessment. Parents’ Insightfulness Regarding their Young Children’s Internal Worlds. In C.H. Zeanah, Jr (ed) Handbook of Infant Mental Health, Third Edition, New York: The Guilford Press, 266-280.
Slade A (2005). Parental reflective functioning: An introduction. Attachment and Human Development, 7, 269-281.
Tessier R (2007). Adopter un enfant : La création du lien d’attachement. In M. St-André, M. Carignan et D. Marchand (Eds.), L’adoption : état des lieux, PRISME, vol. 46, 10-37, Montréal : Éd. CHU Ste-Justine.
Van IJzendoorn MH (1995). Adult attachment representations, parental responsiveness, and infant attachment: A meta-analysis on the predictive validity of the Adult Attachment Interview. Psychological Bulletin, 117, 387-403.
Zeanah CH, Nelson CA, Fox NA, Smyke AT, Marshall P, Parker SW & Koga S (2003). Designing research to study the effects of institutionalization on brain and behavioral development: The Bucharest Early Intervention Project. Development & Psychopathology, 15, 04, 885-907.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.