Margarita Ibanez
Ψυχολόγος -Ψυχοθεραπεύτρια, μέλος της Μονάδας
«Κακοποίηση Ανηλίκων» στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο
Sant Joan de Déu στη Βαρκελώνη

σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]

Το δίκτυο παρέμβασης στην κακομεταχείριση και κακοποίηση μικρών παιδιών στην Καταλονία (Ισπανία): Οργάνωση και κλινικές όψεις.
Εγκατάλειψη και κακοποίηση μικρών παιδιών: θεσμικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις

Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο

Α’ μέρος: Θεσμοί, δεσμοί και κλινικές προσεγγίσεις.
Εμπειρίες από άλλες χώρες

Δημογραφικά στοιχεία και διαθέσιμοι πόροι στην Καταλονία

Στην Καταλονία υπάρχουν 7.000.000 κάτοικοι και οι υπηρεσίες που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 0-18 έτη βρίσκονται σε τέσσερις περιοχές, στη Βαρκελώνη, τη Χιρόνα, τη Λερίδα και την Tαραγόνα. Στη Βαρκελώνη υπάρχουν τρεις νοσοκομειακές μονάδες και μια εξειδικευμένη υπηρεσία για τη Χιρόνα, τη Λερίδα και την Ταραγόνα.

 

Το εθνικό πρωτόκολλο

Στην επαρχία της Βαρκελώνης από το 1999 υπάρχει ένα βασικό πρωτόκολλο για τις δράσεις που πραγματοποιούνται σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, αλλά και για άλλες κακοποιήσεις. Το 2000, το ίδιο πρωτόκολλο αναπτύσσεται και στην υπόλοιπη Καταλονία, την Ταραγόνα, τη Χιρόνα και τη Λερίδα. Το πρωτόκολλο αυτό είναι υπογεγραμμένο από το τμήμα Δικαιοσύνης, το τμήμα Προστασίας του Πολίτη, την Αντιπροσωπεία της Διοίκησης της Καταλονίας και όλους τους θεσμικούς φορείς που εμπλέκονται στην παρέμβαση που αφορά στο παιδί ως θύμα κακοποίησης.

Ο στόχος είναι να αποφευχθεί μια δεύτερη θυματοποίηση του κακοποιημένου παιδιού. Επίσης, το 1999 διαμορφώθηκε το Νοσοκομειακό πρωτόκολλο για τη φροντίδα και τις ιατρικές και νομικές ενέργειες στις περιπτώσεις παιδικής και νεανικής κακομεταχείρισης και κακοποίησης στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών. Το πρωτόκολλο ισχύει για τα Νοσοκομεία Sant Joan de Déu,  del Mar, Ger-mans Trias y Pujol, Valle Hebron (Βαρκελώνη). Όλα τα Νοσοκομεία των υπολοίπων περιοχών διαμόρφωσαν το δικό τους προσαρμοσμένο πρωτόκολλο.

Ο γενικός στόχος του πρωτοκόλλου είναι η ανίχνευση της κακοποίησης, η διάγνωση και η ιατρική φροντίδα, η προστασία του παιδιού και ο συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων στη θεραπευτική παρακολούθηση του κακοποιημένου παιδιού. Οι ειδικοί στόχοι είναι να αποφευχθεί η θυματοποίηση του κακοποιημένου παιδιού εξασφαλίζοντας συγχρόνως τις εγγυήσεις της νομικής διαδικασίας. Να εξασφαλιστεί επίσης η προστασία των δικαιωμάτων, της ακεραιότητας και της αξιοπρέπειας του παιδιού. Ακόμη να επιτύχει τη βελτίωση του συντονισμού ανάμεσα στους διάφορους θεσμικούς φορείς που εμπλέκονται στη φροντίδα και την προστασία του κακοποιημένου παιδιού.

  

Δυσκολίες των ενηλίκων στις περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών

Όσον αφορά τους φροντιστές, τους επαγγελματίες υγείας και την οικογένεια υπάρχει μια μεγάλη δυσκολία να αντέξει κανείς την αναπαράσταση της κακοποίησης ενός παιδιού 0-4 ετών. Οι καταστάσεις αυτές κινητοποιούν τον ψυχισμό του ενηλίκου που έρχεται αντιμέτωπος με αυτό το συμβάν και τις φαντασιώσεις των ενηλίκων σχετικά με το πώς αντιδρά ένα παιδί απέναντι στην κακοποίηση. Υπάρχει μια δυσκολία στη συνεργασία, ως προς την εξαγωγή ενός αντικειμενικού συμπεράσματος, ακόμη κι αν αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς τις συνθήκες της κακοποίησης. Ο τελικός στόχος που αφορά το σύστημα υγείας είναι να προστατεύσει το παιδί, όχι να βρει και να τιμωρήσει τον ένοχο.

  

Γιατί υπάρχει αυτή η δυσκολία; Σεξουαλική κακοποίηση και ενήλικη σεξουαλικότητα

Η αναπαράσταση μιας σεξουαλικής συνεύρεσης ανάμεσα σε έναν ενήλικο κι ένα παιδί κανονικά είναι απωθημένη και πυροδοτεί έναν ισχυρό μηχανισμό άρνησης στους ενήλικες. Ωστόσο σε ορισμένους ενήλικες δεν εγκαθίσταται αυτή η απώθηση και στη θέση της υπάρχει είτε μια μη διαφοροποίηση ανάμεσα στην ενήλικη και την παιδική σεξουαλικότητα, είτε μια καθήλωση με το παιδί ως αντικείμενο σεξουαλικής επιθυμίας.

Η σεξουαλική κακοποίηση που προέρχεται από τη σεξουαλική μη διαφοροποίηση του ενήλικα μπορεί να ξεκινήσει σαν παιχνίδι, που προϋποθέτει την περιέργεια και το ενδιαφέρον του παιδιού ή του εφήβου. Όμως πάντα ξεπερνάει τα όρια της σεξουαλικότητας του παιδιού. Και καταλήγει σε κακοποίηση, όπου το θύμα δεν θεωρείται πια υποκείμενο με τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του, αλλά αντικείμενο.

Η σεξουαλική κακοποίηση που είναι αποτέλεσμα μιας σεξουαλικότητας που χαρακτηρίζεται από καθήλωση στο παιδί ή τον έφηβο ως σεξουαλικό αντικείμενο, μετατρέπει από την αρχή το παιδί και τον έφηβο σε θύματα εξαιτίας του γεγονότος ότι αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα και όχι ως υποκείμενα. Στις περιπτώσεις αυτές οι ενδείξεις της ψυχικής οδύνης είναι εμφανείς.

  

Σεξουαλική κακοποίηση και ψυχικό τραύμα

Η σεξουαλική κακοποίηση προκαλεί συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής. Το γεγονός ότι ένα παιδί (ένα άτομο) θεωρείται ως αντικείμενο και καταργείται ουσιαστικά ως υποκείμενο, δημιουργεί μια αίσθηση κινδύνου για την ακεραιότητα του είναι (σε σωματικό επίπεδο ισοδυναμεί με θάνατο_ σε ψυχικό επίπεδο αποτελεί ισοδύναμο της τρέλας), γεγονός που οδηγεί στο τραύμα. Οι προσαρμοστικοί μηχανισμοί, που μας προειδοποιούν για έναν κίνδυνο, είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από μια (ψυχική) κατάρρευση.

  

Ψυχο-συναισθηματικές αντιδράσεις των θεραπευτών σε παιδιά θύματα

Το να φανταστεί κανείς ένα παιδί ως θύμα κακοποίησης οδηγεί τον ενήλικο σε ένα σύστημα προστασίας παράλογο (εχθρότητα απέναντι στον θύτη) και φέρνει στο προ-συνειδητό τις σεξουαλικές ψυχικές παραστάσεις που αφορούν έναν ενήλικα και ένα παιδί, οι οποίες κανονικά είναι ασυνείδητες. Έτσι κινητοποιούνται προσωπικές άμυνες τις οποίες οφείλουμε να γνωρίζουμε και να εξουδετερώνουμε, για να μπορούμε να δουλέψουμε με τέτοια περιστατικά.

Πώς να διασφαλίσουμε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την εξουδετέρωση της υποκειμενικότητας όσων εμπλέκονται θεραπευτικά; Εξασφαλίζοντας τις παρακάτω προϋποθέσεις: Αρχικά να αποδεχτούμε και να αναγνωρίσουμε την ψυχολογική αναστάτωση που προκύπτει από την ιδέα της σεξουαλικής κακοποίησης ενός παιδιού. Επίσης να εργαζόμαστε πάντα σε ομάδα και να συζητάμε το κλινικό υλικό με μέλη της ομάδας που δεν εμπλέκονται άμεσα στο περιστατικό κι έτσι δεν επηρεάζονται από την «προστατευτική συναισθηματική αντίδραση».

 

Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» UFAM Νοσοκομείο Sant Joan de Déu Πρώτες επισκέψεις στη Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» για το έτος 2009 Μαιευτική κλινική, Παιδιατρικά Εξωτερικά Ιατρεία, Επείγοντα
Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» UFAM Νοσοκομείο Sant Joan de Déu Πρώτες επισκέψεις στη Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» για το έτος 2009 Μαιευτική κλινική, Παιδιατρικά Εξωτερικά Ιατρεία, Επείγοντα
Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» UFAM Νοσοκομείο Sant Joan de Déu Παραπομπές για τα πρώτα ραντεβού στην UFAM το έτος 2009 (σύνολο 304): 5% Οικογένεια, 22% Κοινωνικές Υπηρεσίες, 8% Δικαστικές Υπηρεσίες, 32% Υγειονομικές Υπηρεσίες, 3% Εκπαίδευση, 26% Ιατρικές Ειδικότητες, 4% Άλλες πηγές
Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» UFAM Νοσοκομείο Sant Joan de Déu Παραπομπές για τα πρώτα ραντεβού στην UFAM το έτος 2009 (σύνολο 304): 5% Οικογένεια, 22% Κοινωνικές Υπηρεσίες, 8% Δικαστικές Υπηρεσίες, 32% Υγειονομικές Υπηρεσίες, 3% Εκπαίδευση, 26% Ιατρικές Ειδικότητες, 4% Άλλες πηγές

Η θεραπεία του παιδιού που είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης

Η θεραπευτική φροντίδα ξεκινά από την πρόληψη. Συναντούμε συχνά σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία στους ενηλίκους με σοβαρές διαταραχές συμπεριφοράς, επιθετικότητα προς τον εαυτό τους και / ή τους άλλους, μεταιχμιακή οργάνωση προσωπικότητας και οξεία ψύχωση.

Το να πει / αποκαλύψει ένα παιδί σε έναν ενήλικα ότι έχει κακοποιηθεί, συνεπάγεται να προστατευτεί, να αναγνωριστεί η οδύνη του (δεν σου αξίζει αυτό που σου κάνουν) και να νιώσει ξανά ότι έχει αξία. Επίσης να μην κατηγορηθεί για μια κατάσταση την οποία δεν καταλαβαίνει και η οποία εμπλέκει τη σεξουαλικότητά του (σωματική και ψυχολογική).

Σε ενδοοικογενειακό επίπεδο είναι απαραίτητη η συνοδεία στην αναδιοργάνωση των συναισθηματικών σχέσεων με τον ενήλικα που διαπράττει την κακοποίηση, αλλά και με τους ενήλικες οι οποίοι δεν κακοποιούν.

Μονάδα για την αντιμετώπιση της κακοποίησης ανηλίκων: Τι είναι η U.F.A.M.;

Πρόκειται για μια Μονάδα που αποτελείται από επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων στο πλαίσιο του συστήματος υγείας, οι οποίοι παρέχουν υποστήριξη σε περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Αποστολή της U.F.A.M είναι να παρέχει υποστήριξη σε παιδιά και σε εφήβους από 0 ως 17 ετών και στο οικογενειακό περιβάλλον που δεν είναι κακοποιητικό. Επίσης, να εκπληρώνει τις δεοντολογικές και νομικές υποχρεώσεις που προκύπτουν, εφόσον πρόκειται για εγκληματική ενέργεια.

  

Η υποψία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών κάτων των 4 ετών

Τι συνιστά σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού;

Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ένα παιδί συμμετέχει σε σεξουαλικές δραστηριότητες, οι οποίες παραβιάζουν τις κοινωνικές και νομικές απαγορεύσεις μιας κοινωνίας (κοινωνικά ταμπού), τις οποίες δεν κατανοεί, δεν είναι προετοιμασμένο γι’ αυτές και δεν μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή του. Περιλαμβάνει μια κατάσταση σωματικής ή ψυχικής υπεροχής του ενηλίκου ως προς το παιδί και μια σεξουαλική χρησιμοποίηση του παιδιού με ή χωρίς πίεση.

  

Εισαγωγή

Το θεωρητικό υπόβαθρο εντάσσεται στην αναπτυξιακή ψυχολογία. Είναι απαραίτητο να λαμβάνει κανείς υπόψη του τα θέματα ανάπτυξης του παιδιού, τα ζητήματα σχετικά με τη γονεϊκότητα, την παιδική σεξουαλικότητα και τη θεωρία του δεσμού.

  

Αναπτυξιακή ψυχολογία: Προσχολική ηλικία

Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τα αναπτυξιακά επιτεύγματα ενός παιδιού, τη συναισθηματική και την ψυχολογική εξάρτησή του από το άτομο που το φροντίζει και ότι η γλωσσική ικανότητά του δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Επίσης να λαμβάνουμε υπόψη τη μεγάλη ικανότητα προσαρμογής του παιδιού σε συνθήκες παραμέλησης, παρόλο που μπορεί να υπάρχουν ενδείξεις της οδύνης (σωματικές, συναισθηματικές και σε επίπεδο συμπεριφοράς).

  

Γονεϊκότητα

Πρέπει να διαφοροποιούμε το δίπολο της συζυγικής ζωής και της γονεϊκότητας. Η γονεϊκή συμμαχία είναι διαφορετική από τη συζυγική συμμαχία (Cohen και Weissman 1984, Buchanan, Maccoby και άλλοι, 1991). Επιπλέον, υπάρχει ένας υψηλός κίνδυνος αποσταθεροποίησης του συζύγου κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 μηνών του πρώτου παιδιού (Cox και άλλοι, 1999).

Οι παράγοντες που συνθέτουν τη γονεϊκή συμμαχία είναι οι εξής: η επένδυση του παιδιού, η ικανότητα εκτίμησης της εμπλοκής του άλλου γονιού ως προς το παιδί, ο σεβασμός στα κριτήρια του άλλου γονιού και η επιθυμία να μιλήσει ένας γονιός για θέματα που έχουν να κάνουν με το ρόλο του. Ο κύριος στόχος είναι να δοθεί υποστήριξη στις ποικίλες στρεσογόνες καταστάσεις που προκύπτουν από τη μετάβαση στη γονεϊκότητα.

 

Γονεϊκότητα και δεσμός

Ο αποδιοργανωμένος δεσμός σε έναν ή και στους δυο συζύγους μπορεί να αποτελεί τη βάση σχέσεων βίας στην προσωπική τους ζωή. Οι γυναίκες με αποδιοργανωμένο δεσμό μπορεί να είναι πιο ευάλωτες και να πιστεύουν ότι η συμπεριφορά του συζύγου τους είναι απειλητική και ταπεινωτική. Μπορεί ακόμη να συμπεριφέρονται σαν να είχαν κακοποιηθεί από το σύζυγό τους (χωρίς αυτό να συμβαίνει στην πραγματικότητα). Αυτές οι γυναίκες  με αποδιοργανωμένο δεσμό βρίσκονται σε κίνδυνο τη στιγμή της μετάβασης στη γονεϊκότητα, επειδή μπορεί να «προκαλούν» βίαιες συμπεριφορές με τις αντιλήψεις τους, οι οποίες δεν βρίσκονται σε αντιστοιχία με την κατάσταση ή ακόμη και τη διαστρεβλώνουν (West και George, 1999).

  

Γονεϊκότητα και σεξουαλικότητα

Η σεξουαλικότητα των ενηλίκων διαμορφώνεται εκ νέου τόσο στο επίπεδο της πράξης αυτής καθαυτής, όσο και στο επίπεδο της αναπαράστασης και της φαντασίωσης και εμπλέκει το πολύ μικρό παιδί. Τίθεται το θέμα της διαθεσιμότητας στον ψυχισμό της μητέρας με τη διπλή της ιδιότητα ως μητέρα και ως ερωμένη (Brunschweig και Fain 1975, Green 1997, Golse 1999). Η μητέρα είναι το μόνο μέλος του τριγώνου που έχει σαρκική σχέση με τους άλλους δύο. Προφανώς διαφοροποιείται η ανεσταλμένη σεξουαλικότητα της μητέρας προς το παιδί, από τη σεξουαλικότητα που νιώθει για τον πατέρα (Green, 1997, Ibάn~ez, 2003).

Η επιτυχημένη διαφοροποίηση (στη μητέρα και τον πατέρα) της «ανεσταλμένης» σεξουαλικότητας από τη σεξουαλικότητα που πραγματώνεται με τον άλλο σύντροφο αποτελεί ένα σημάδι ότι η αλληλεπίδραση (σε φαντασιωσικό επίπεδο και σε επίπεδο συμπεριφοράς) είναι ξεκάθαρα διαφορετική μέσα στην τριάδα (Lebovici, 1983). Αυτή η αντίληψη της μητρότητας και της γονεϊκότητας (η οποία προέρχεται από την ψυχανάλυση και απέχει πολύ από την άμεση παρατήρηση των πρώιμων αλληλεπιδράσεων) είναι βασική για να καταλάβουμε τις συνδέσεις ανάμεσα στη συζυγική σχέση και τη γονεϊκότητα και ανάμεσα στην ενήλικη σεξουαλικότητα και τη γονεϊκότητα Ibάn~ez, 2003).

  

Βοήθεια στο παιδί θύμα σεξουαλικής κακοποίησης: Από την πρόληψη στην κλινική πράξη

Υπάρχει μια στενή σύνδεση μεταξύ της κλινικής δουλειάς και της πρόληψης. Αυτό επιτρέπει την πρόληψη, όπως την αναπτύσσει ο Gordon. Υπάρχει ένα διπλό αίτημα στην παιδοψυχιατρική ομάδα: Ένα αίτημα από το παιδί και την οικογένεια που εκφράζεται με το υποκειμενικό βίωμα της ψυχικής τους οδύνης και ένα αίτημα από τις υπόλοιπες ομάδες ή τις άλλες υπηρεσίες που εμπλέκονται. Το αίτημα αυτό αφορά στην αξιοπιστία της αφήγησης και την προστατευτική ικανότητα του γονιού και των μελών της οικογένειας που δεν κακοποιούν.

Τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του ένας κλινικός είναι ότι η υποκειμενικότητα του παιδιού θύματος και των γονιών του χάνουν εύκολα την πρωταγωνιστική τους σημασία κατά τη διαγνωστική διαδικασία, καθώς δίνεται έμφαση σε άλλες πλευρές του προβλήματος. Αρχικά στο σώμα του παιδιού όπου βρίσκονται τα σημάδια της κακοποίησης, τα οποία διαπιστώνονται από την παιδιατρική εξέταση. Η κοινωνική ποινικοποίηση αυτών των πράξεων αποτελεί το όχημα για συναισθήματα μίσους και εκδίκησης, τα οποία κινητοποιούνται και στο ίδιο το θύμα (αυτό το θέμα το διαχειρίζεται η δικαιοσύνη). Το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού αποτελεί το χώρο της ανάπτυξής του (αυτό το αναλαμβάνουν οι κοινωνικές υπηρεσίες).

Η παιδοψυχιατρική ομάδα οφείλει να επαγρυπνεί καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας με το παιδί και τους γονείς ώστε το ιατρικό, δικαστικό και κοινωνικό «timing» να μην εμποδίζει το «timing» της υποκειμενικής επεξεργασίας του βιώματος. Η διεπιστημονική εργασία στο πλαίσιο ενός δικτύου συμβάλει στην πρόληψη των ιατρογενών επιπτώσεων που προκύπτουν από τη φροντίδα στις περιπτώσεις κακοποίησης και διασφαλίζει την επαναδόμηση του παιδιού ως υποκείμενο.

 

Διαγνωστική αξιολόγηση όταν υπάρχει υποψία σεξουαλικής κακοποίησης

Πρέπει πάντα να γίνεται η διαφορική διάγνωση ανάμεσα στην Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (Ε.Σ.Κ.) και τους Ψευδείς Ισχυρισμούς Κακοποίησης (Ψ.Ι.Κ.), που σε αυτήν την περίπτωση πρόκειται για συναισθηματική κακοποίηση.

  

Πληθυσμός παιδιών προσχολικής ηλικίας στη Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» (UFAM) και δεσμός (ερευνητική δουλειά)

Διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων με διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης και Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση. Στις περιπτώσεις αυτές τα παρακάτω δεδομένα έχουν κλινική σημασία: Το διαζύγιο των γονιών, τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού, επειδή η σύζυγος ένιωθε ότι ο σύζυγός της την κακομεταχειριζόταν ψυχολογικά ( p = 0.0001). Η επιθυμία της μητέρας να διακοπεί για πάντα η σχέση του πατέρα με το παιδί (p = 0.0001). Οι σωματικές ενδείξεις της πιθανής κακοποίησης δεν έχουν διερευνηθεί ποτέ (p = 0.0001) και η προστατευτική ικανότητα της μητέρας είναι μειωμένη (p= 0.0001).

Συμπεραίνουμε ότι αυτά τα πρώιμα σημάδια δυσκολιών στη συζυγική ζωή των γονιών (σε καταστάσεις φαντασίωσης σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού) συνιστούν μια όψιμη έκφραση των συμπτωμάτων μιας πρώιμης διαταραχής στη σχέση γονιών-παιδιού. Θεωρούμε ότι είναι ενδιαφέρον να συνεχίσουμε την έρευνα σχετικά με μια πιθανή συσχέτιση ανάμεσα στη φαντασίωση σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών, τη συναισθηματική κακοποίηση και τις συγκεκριμένες όψεις της ψυχοπαθολογίας της γονεϊκότητας.

Γενικά Δεδομένα της UFAM:  Συχνότητα (Incidence) της διάγνωσης Σεξουαλικής Κακοποίησης  Πληθυσμός UFAM 1999-2003 σύνολο: 840  Πρώτα ραντεβού  Σεξουαλική Κακοποίηση
Γενικά Δεδομένα της UFAM: Συχνότητα (Incidence) της διάγνωσης Σεξουαλικής Κακοποίησης Πληθυσμός UFAM 1999-2003 σύνολο: 840 Πρώτα ραντεβού Σεξουαλική Κακοποίηση

 

Μελετήσαμε τις αναπαραστάσεις δεσμού μητέρων που δεν είναι κακοποιητικές και παιδιών προσχολικής ηλικίας σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε διαφορές στη διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης και Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση.

Δείγμα

Ο πληθυσμός που συμμετείχε στην έρευνα προκύπτει από τα περιστατικά στη Μονάδα «Κακοποίηση Ανηλίκων» (UFAM), από τον Οκτώβριο του 2002 μέχρι τον Απρίλιο του 2004. Η κλινική ομάδα  χωριζόταν σε δυο ομάδες: την ομάδα α, με 16 μητέρες και παιδιά με διάγνωση Σεξουαλικής Κακοποίησης και την ομάδα β, με 24 μητέρες και παιδιά με διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης. Η μέση ηλικία των παιδιών ήταν 40 μηνών. Στην έρευνα υπήρχε και ομάδα ελέγχου με μητέρες παιδιών χωρίς κλινικά συμπτώματα και παιδιά ηλικίας 30 μηνών, με παρόμοιο κοινωνικό προφίλ με τις δυο ερευνητικές ομάδες.

Εργαλεία αξιολόγησης

Τα εργαλεία αξιολόγησης ήταν: το Modèle Opérationnel Interne Maternel: Συνέντευξη  (Entrevue) “R” (D. Stern και άλλοι, 1989), το EDICODE (B. Pierrehumbert και άλλοι, 1999) και χρησιμοποιήθηκε επίσης το Modèle Opéra-tionnel Interne du préscolaire: Attachment Story Completion Task (I. Bretherton και άλλοι, 1995), κωδικοποιημένο με CCH (R. Miljkovitch και άλλοι, 2003). Η Συνέντευξη «R» είναι μια ημιδομημένη συνέντευξη, που αξιολογεί τις αναπαραστάσεις της μητέρας σε σχέση με το παιδί της, με την ίδια ως μητέρα, με τη δική της μητέρα (βάση των παιδικών αναμνήσεων) και με τον πατέρα του παιδιού. Το EDICODE καθορίζει τα αφηγηματικά μοντέλα με βάση το επιστημονικό παράδειγμα του δεσμού και αξιολογεί πέντε παράγοντες του λόγου: Ροή (Fluidité), Συνοχή (Cohérence), Ικανότητα Αναστοχασμού (Capacité Réflexive), Επάρκεια (Adéquation) και Αυθεντικότητα (Authenticité).

EDICODE

Παρουσιάζουμε το προφίλ των εσωτερικευμένων λειτουργικών μοντέλων (modèles opérationnels internes) σε μια κλίμακα 9 βαθμών. Ως προς τον ασφαλή δεσμό: Ροή λόγου 6, Συνοχή 7, Επάρκεια 6,5, Ικανότητα Αναστοχασμού 5,5, Αυθεντικότητα 6,5. Για τον αγχώδη δεσμό: Ροή λόγου 6,5, Συνοχή 3, Επάρκεια 3,2, Ικανότητα Αναστοχασμού 4,2, Αυθεντικότητα 6. Για το δεσμό αποφυγής: Ροή λόγου 3,5, Συνοχή 6,5, Επάρκεια 7,2, Ικανότητα Αναστοχασμού 3, Αυθεντικότητα 3.

Δοκιμασία Συμπλήρωσης Ιστοριών για την αξιολόγηση του δεσμού (Attachment Story Completion Task)

Αρχικά προτείνονται στο παιδί οχτώ εισαγωγές σε ιστορίες τις οποίες θα πρέπει να συμπληρώσει. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτές είναι το παιδί, οι γονείς του, η γιαγιά και ο αδερφός / η αδερφή, τα οποία αναπαρίστανται με κούκλες. Οι θεματικές ενότητες των ιστοριών περιλαμβάνουν καταστάσεις από την καθημερινή ζωή, που ενεργοποιούν τις αναπαραστάσεις δεσμού όπως τα γενέθλια, ο χυμός που χύθηκε, η πτώση στο πάρκο, το τέρας στο υπνοδωμάτιο, η αναχώρηση των γονιών, η επιστροφή των γονιών, η απώλεια του Tobby και η επιστροφή του Tobby. Η ηλικία υποβολής σε αυτή τη δοκιμασία είναι από 3 ως 8 έτη και η διάρκεια της κυμαίνεται από 30 έως 45 λεπτά περίπου.

  

CCH: Τύποι δεσμού σύμφωνα με τον B. Pierrehumbert (2004)

Αφήγηση ασφαλή δεσμού
Σε αυτήν την αφήγηση υπάρχει πρόσβαση στα συναισθήματα, ενσωμάτωσή τους στην αφήγηση και άνεση στο παιχνίδι. Η αφήγηση είναι άνετη και αυθόρμητη, οι ιστορίες ζωντανές και όχι στερεότυπες και υπάρχει μια ποικιλία θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με δημιουργικό τρόπο και το παιδί αντιμετωπίζει ενεργητικά τον αποχωρισμό και αποκαθιστά τη σχέση.

 

Αφήγηση δεσμού αποφυγής
Το παιδί είναι αγχώδες και ανήσυχο, διστάζει να παίξει ή να συμπληρώσει την ιστορία, η εμπλοκή του είναι επιφανειακή και περιγράφει τις σχέσεις μέσα από στερεότυπα. Απουσιάζουν οι συνδιαλλαγές ανάμεσα στα πρόσωπα, το παιδί δυσκολεύεται  να ανακαλέσει αρνητικές καταστάσεις ή συναισθήματα, οι σχέσεις βοήθειας και προστασίας απουσιάζουν, ενώ δεν επιχειρεί να αποκαταστήσει την εγγύτητα ή την ασφάλεια και αποφεύγει ή εμποδίζει τη σκηνή της συνάντησης.

Αφήγηση δεσμού αντίστασης
Το παιδί εμφανίζει μια αδυναμία να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες κινήσεις, ώστε να υπάρξουν συγκινήσεις. Συνεργάζεται, αλλά το άγχος περιορίζει την ικανότητά του να παίζει. Δυσκολεύεται να κατασκευάσει μια αφήγηση, δεν αρνείται να μπει στο θέμα, αλλά παραμένει μπλοκαρισμένο στις αρνητικές όψεις της ιστορίας. Συνειδητοποιεί τα αρνητικά συναισθήματα, αντιδρά αμέσως στο θέμα του αποχωρισμού και προσπαθεί να το τερματίσει.

 

Αφήγηση δεσμού αποδιοργάνωσης
Η ανάπτυξη των ιστοριών δείχνει μια απώλεια του ελέγχου της κατάστασης καθώς το τέλος των ιστοριών είναι καταστροφικό ή τα πρόσωπα αναπαρίστανται ως αδύναμα και μόνα. Τα πειθαρχικά μέτρα που επιβάλλονται είναι υπερβολικά και βίαια και αναπτύσσονται θέματα επίθεσης και καταστροφής. Το παιδί αναλαμβάνει ρόλους που θα ήταν κατάλληλοι για τους γονείς του και οι αφηγήσεις των ιστοριών του είναι αποδιοργανωμένες και χωρίς συνάφεια.

 

Αναπαραστάσεις του τύπου δεσμού στις μητέρες και τα παιδιά με διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης, Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση  (IFA): (σύν.) 24 μητέρες, (ASC): (σύν.) 16 μητέρες, Ομάδα Ελέγχου: (σύν.) 34 μητέρες  (IFA): (σύν.) 24 παιδιά, (ASC): (σύν.) 16 παιδιά
Αναπαραστάσεις του τύπου δεσμού στις μητέρες και τα παιδιά με διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης, Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (IFA): (σύν.) 24 μητέρες, (ASC): (σύν.) 16 μητέρες, Ομάδα Ελέγχου: (σύν.) 34 μητέρες (IFA): (σύν.) 24 παιδιά, (ASC): (σύν.) 16 παιδιά
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού

Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 - Απρίλ. 2004 N=300

Ηλικία: < 5 ετών, > 5 ετών
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού
Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 – Απρίλ. 2004 N=300
Ηλικία: < 5 ετών, > 5 ετών
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού  Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 - Απρίλ. 2004 N=300  Φύλο: αγόρια, κορίτσια
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 – Απρίλ. 2004 N=300 Φύλο: αγόρια, κορίτσια
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού  Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 - Απρίλ. 2004 N=300  UFAM Διαγνώσεις: Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης (IFA), Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (ASC)
Γενικά ερευνητικά δεδομένα του πληθυσμού Πληθυσμός UFAM Οκτώβρ. 2002 – Απρίλ. 2004 N=300 UFAM Διαγνώσεις: Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης (IFA), Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (ASC)
Κλινική Ομάδα: Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης (IFA), Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (ASC), Ομάδα Ελέγχου  Φύλο
Κλινική Ομάδα: Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης (IFA), Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (ASC), Ομάδα Ελέγχου Φύλο

 

Συμπεράσματα

Οι μητέρες των παιδιών με διάγνωση Ψευδείς Ισχυρισμοί Κακοποίησης εμφάνιζαν περισσότερες αναπαραστάσεις ανασφαλούς δεσμού στη σχέση με το παιδί τους, από ό,τι οι μητέρες με παιδιά που είχαν διάγνωση Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (p=.006) και σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (p=.005). Επίσης, στις αφηγήσεις τους παρουσίαζαν λιγότερη συνοχή και ικανότητα αναστοχασμού από ό,τι οι μητέρες με παιδιά που είχαν διάγνωση Επιβεβαιωμένη Σεξουαλική Κακοποίηση (p=.027, p=.004). (βλ. πίνακα)

Δεν εντοπίσαμε αυξημένο ποσοστό παιδιών με ανασφαλή δεσμό και / ή δεσμό αποδιοργάνωσης στα παιδιά με διάγνωση Ψευδών Ισχυρισμών Κακοποίησης, ούτε στα παιδιά με διάγνωση Επιβεβαιωμένης Σεξουαλικής Κακοποίησης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (p=.027, p=.004). Το γεγονός ότι το ποσοστό αναπαραστάσεων ασφαλούς δεσμού στις μητέρες παιδιών με διάγνωση Επιβεβαιωμένης Σεξουαλικής Κακοποίησης κυμαίνεται σε φυσιολογικά επίπεδα, μάς επιτρέπει να σκεφτούμε ότι η ποιότητα του δεσμού των μητέρων δεν αλλοιώνεται από το προσωρινό άγχος που βιώνουν οι γονείς με την ανακάλυψη της κακοποίησης. Μπορεί επομένως, να θεωρηθεί μια καλή ένδειξη της προστατευτικής ικανότητας της μητέρας σε αυτές τις ηλικίες.

  

Συμπτώματα / ενδείξεις γονεϊκής αλλοτρίωσης

Συνήθως εμφανίζεται σε παιδιά ηλικίας 5, 6 και 7 ετών. Το παιδί μιλά με μίσος για τον έναν από τους δύο γονείς. Η περιφρόνηση προς τον γονιό βασίζεται σε παράλογα και συχνά «γελοία» επιχειρήματα, τα οποία είναι ενδεικτικά της σχέσης των γονιών και με βάση αυτά δικαιολογεί το παιδί το γεγονός ότι δεν θέλει να είναι με τον έναν από τους δύο γονείς. Υπάρχει απουσία συναισθηματικής αμφιθυμίας και ταυτόχρονα τα συναισθήματα αγάπης και μίσους καθορίζουν τη σχέση γονιών και παιδιού.

Παρατηρείται ότι το παιδί αρνείται να δεχτεί ότι ο άλλος γονιός ασκεί επιρροή επάνω του και αγχώνεται όταν κάποιος διαφωνεί με την αφήγησή του. Στη γονεϊκή σύγκρουση το παιδί προσφέρει υποστήριξη στο γονιό που το επηρεάζει (γονιός που αλλοτριώνει). Το παιδί δείχνει αδιαφορία για τα συναισθήματα του γονιού που απεχθάνεται και εκφράζει επιχειρήματα με λέξεις και φράσεις που δεν ταιριάζουν στη γλώσσα των παιδιών. Συχνά αποκηρύσσει όλη την οικογένεια του γονιού που δεν αποδέχεται.

Το παιδί γνωρίζει ακατάλληλες και περιττές πληροφορίες σχετικά με τη ρήξη των γονιών και τη νομική διαδικασία. Επίσης μεταδίδει ένα αίσθημα ευθραυστότητας και επιτακτικής ανάγκης για βοήθεια. Το παιδί αρνείται την ιδέα ότι οι σχέσεις είναι περίπλοκες και αγχώνεται όταν ο κλινικός εξεταστής του φέρνει αντιρρήσεις. Ο αλλοτριωμένος λόγος του παιδιού είναι το εργαλείο που διασφαλίζει τη σχέση του με τον γονιό που το φροντίζει και φοβάται ότι θα χάσει αυτό το δεσμό.

  

Τα κίνητρα του γονιού που αλλοτριώνει

Σε ασυνείδητο επίπεδο ο γονιός επιδιώκει να διατηρηθεί ο διαταραγμένος συζυγικός δεσμός. Διακατέχεται από το αίσθημα ότι είναι θύμα συναισθηματικής κακοποίησης και υπάρχει ένας παθολογικός φόβος ότι τα παιδιά θα είναι επίσης θύματα (προβλητική πεποίθηση). Υπάρχει μια ασυνείδητη επιθυμία για εκδίκηση, φόβος ότι θα χαθεί ο δεσμός με το παιδί, ένα είδος ελεγκτικής και παρεμβατικής σχέσης σε συναισθηματικό επίπεδο και μια παθολογική σχέση σε επίπεδο οικονομικής (υπο)στήριξης, μέσα από την οποία διαπραγματεύεται συναισθηματικές πλευρές άγνωστες και στον ίδιο τον γονιό. Η ψυχοπαθολογία του γονιού είναι μη αναγνωρισμένη και παρατηρείται μείωση της Ικανότητας Αναστοχασμού (Fonagy, Steele, 99).

  

Συνέπειες στην ανάπτυξη του παιδιού

Το παιδί αρνείται έναν γονιό που το θέλει και τον οποίο έχει ανάγκη. Ο δεσμός ανάμεσα στο παιδί και στον γονιό μπορεί να καταστραφεί τελείως, αν υπάρξει ένα κενό στη σχέση τους για πολλά χρόνια. Μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα σωματικά και / ή ψυχολογικά τα οποία παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα του παιδιού. Το παιδί μπορεί να χάσει το κριτήριο της πραγματικότητας ερμηνεύοντας αρνητικά την συμπεριφορά του γονιού τον οποίο αρνείται. Παρατηρούνται σοβαρά συμπτώματα νοητικής αναστολής και σχολικής αποτυχίας και σοβαρά ψυχοπαθολογικά συμπτώματα της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας (διαταραχές συμπεριφοράς, οριακή παθολογία, ψυχωτικές διαταραχές).

  

Συμπεράσματα

Το σύνδρομο γονεϊκής αλλοτρίωσης είναι μια αναγνωρισμένη διαταραχή της ψυχοπαθολογίας της γονεϊκότητας και βρίσκεται στην εντονότερη φάση της κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου ζωής του παιδιού, όταν ο ψυχισμός των γονιών στηρίζει δι-υποκειμενικά και με πολύ κοντινό τρόπο τον υπό διαμόρφωση ψυχισμό του παιδιού.

Βιβλιογραφία

Braunschweig D, Fain M (1975). La nuit, le jour. Essai psychanalitique sur le fonctionnement mental. PUF / Le fil rouge, Paris   

Bretherton I, Ridgeway D, & Cassidy J (1990). Assessing internal working models of the attachment relationship. An attachment story completion task for 3-year-olds. In MT Greenberg, D Cicchetti & EM Cummings (Eds.), Attachment in the preschool years: Theory, research and intervention. Chicago: University of Chicago Press.

Buchanan CM, Maccoby EE, & Dornbusch SM (1991). Caught between perents : Adolescent’s experiences in divorced home, Child Development, 62, 1008-1029.

Cohen RS & Weissman SH (1984). The parenting alliance. In R.S. Cohen, B.J. Cohler, &  S.H. Weissman (Eds), Parenthood : A psychodynamic perspective  New York : The Gilford Press, 33-49.

Cox MJ, Paley B, Burchinal MR & Payne CC (1999). Marital perceptions and interactions across the transition to parenthood. Journal of Mariage and the Family, 61, 611-625.

Golse B (1999). Du corps à la pensée, PUF / Le fil rouge, Paris.

Gordon R (1987). An operational classification of disease prevention. In Steinberg JA & Silverman MM (eds). Preventing Mental Disorders, Rockville MD: U.S. Department of Health and Human Services.

Green A (1997). Les Chaînes d’Eros. Actualite du sexuel. Editions Odile Jacob.

Lebovici S (1983). Le nourisson, la mère et le psychanalyste, es interactioins precoces, Paris, Le Centurion, Collection «Paidos».

Miljkovitch R, Pierrehumbert B, Karmaniola A & Halfon O (2003). Les représentations d’attachement du jeune enfant. Développement d’un codage pour les histoires à compléter. Devenir, 15, 143 – 177.

Scheeringa M, Peeble CS, Cook C & Zeanah CH (2001). Towards establishing the procedural, criterion and discriminant validity of PTSD in early childhood . J. Am Acad Child Adolescent Psychiatry 40, 52-60.

Stern DN (1999). L’enveloppe prénarrative, vers une unité fondamentale d’experience permettant d’explorer la realité psychique du bebé. In A. Konochekis, J. Forest (Eds.) Narration et psychanalyse, Paris. L’Harmattan.

West M & George C (1999). Abuse and violence in intimate adult relationships: New perspectives from attachment theory. Attachment and Human Development, 1, 137-156.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.