Λεωνίδας Ρεμπελάκος
Πτυχιούχος του Τμήματος Οδοντιατρικής και του Τμήματος Ισπανικής
Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,
Υποψήφιος Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του
Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]
Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο
Β’ μέρος: Ιστορικές και κοινωνικές προσεγγίσεις
Ένας εμφύλιος πόλεμος δεν είναι ένας πόλεμος, μα μια αρρώστια.
Ο εχθρός είναι εσωτερικός. Πολεμάει κανείς σχεδόν ενάντια στον εαυτό του
Antoine de Saint – Exupéry
Όταν το απόγευμα της 17ης Ιουλίου του 19361 δινόταν το σύνθημα για το πραξικόπημα των στρατηγών στο Ισπανικό Μαρόκο, ταυτόχρονα ξεκινούσε και η τρίχρονη πολεμική περιπέτεια για την Ισπανία. Μια χώρα, που ευτύχησε να μείνει αμέτοχη στις δυο μεγάλες παγκόσμιες συγκρούσεις του 20ου αιώνα, έζησε ίσως τη χειρότερη μορφή ένοπλης σύγκρουσης, την εμφύλια. Κανείς δεν περίμενε το πραξικόπημα να εξελιχθεί σε μια χρόνια σύρραξη, σε έναν πόλεμο φθοράς που διήρκεσε περίπου 33 μήνες και κόστισε περίπου μισό εκατομμύριο ζωές, σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς.2
Η εξέγερση μέρους του Ισπανικού Στρατού ενάντια στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, που είχε προκύψει τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, διήρκεσε τέσσερις μέρες και κρίθηκε επιτυχημένη και αποτυχημένη ταυτόχρονα. Επιτυχημένη διότι στα χέρια των στασιαστών πέρασε περίπου το 1/3 της έκτασης της χώρας και μέσα σε αυτό περιλαμβάνονταν περιοχές φιλικές προς τη Δημοκρατία, όπως η Γαλικία, ή πόλεις παραδοσιακά «κόκκινες», όπως η Σεβίλλη, πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας. Την ίδια στιγμή όμως, η εξέγερση απέτυχε να αποκτήσει τον έλεγχο των μεγαλουπόλεων (Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Βαλένθια), των βιομηχανικών κέντρων της χώρας (Καταλονία, Χώρα των Βάσκων), του Ναυτικού και της Αεροπορίας, που έμειναν πιστά στην κυβέρνηση και τη Δημοκρατία.
Αυτή ακριβώς η ασαφής έκβαση των πραγμάτων οδήγησε τους στασιαστές στρατηγούς στο συμπέρασμα ότι για να επικρατήσουν πλέον θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν κανονικό πόλεμο. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Οι εθνικιστές στρατηγοί με ηγέτη τον Φρανθίσκο Φράνκο επικράτησαν και η Ισπανία βυθίστηκε στο σαραντάχρονο σκοτάδι μιας στυγνής δικτατορίας.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος, πέρα από τη σημασία του ως επεισοδίου στη διαμάχη φασισμού – κομουνισμού και ως πεδίου δοκιμής πολεμικών τεχνικών, που εφαρμόστηκαν κατά κόρον στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα για την επίδρασή του στους άμαχους πληθυσμούς, ανάμεσα στους οποίους φυσικά βρίσκονταν και παιδιά. Η μαζική εφαρμογή των εναέριων βομβαρδισμών από πλευράς Εθνικιστών (με τη συνδρομή της Ιταλικής και Γερμανικής Αεροπορίας), με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ισοπέδωση της ιερής πόλης των Βάσκων, Γκερνίκα, στις 26 Απριλίου του 1937, η εγγύτητα των πόλεων με τις γραμμές των μετώπων του πολέμου, καθώς και οι διατροφικές και υγειονομικές ελλείψεις προκάλεσαν πλήθος θανάτων παιδιών (σύμφωνα με υπολογισμούς του Ραμόν Σάλας Λαρραθάμπαλ, ο αριθμός τους ανέρχεται σε 138.030),3 σε δυσαναλογία με το ποσοστό που θα αναλογούσε σε αμάχους, ενώ καθημερινά έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή χιλιάδων άλλων ανηλίκων.
Η δημοκρατικά εκλεγμένη Κυβέρνηση της Ισπανίας δεν έμεινε αμέτοχη στην εξέλιξη αυτή. Ήδη από το 1936, κομουνιστές ηγέτες είχαν έρθει σε επαφή με την ΕΣΣΔ, βολιδοσκοπώντας τις προθέσεις της σχετικά με τη βοήθεια που προτίθετο να παράσχει στα παιδιά της Ισπανίας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν καταφατικά στο αίτημα της Κυβέρνησης. Η οργάνωση «Φίλοι της Σοβιετικής Ένωσης» (Amigos de la Uniόn Soviética, AUS) φρόντισε για τη διάδοση της ιδέας στους κόλπους των οπαδών της Δημοκρατίας.
Η αστάθεια του μετώπου του πολέμου τους πρώτους μήνες και οι πρώτες νίκες των Εθνικιστών (π.χ. η κατάκτηση της Μάλαγα τον Φεβρουάριο του 1937) προκαλούν τα πρώτα κύματα εσωτερικής μετανάστευσης.4 Χιλιάδες οικογένειες, φίλα προσκείμενες στη Δημοκρατία, εγκαταλείπουν τις εστίες τους και αναζητούν ασφάλεια σε περιοχές ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση. Μετά και την πτώση του Βορρά, από τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο του 1937, οι εσωτερικοί πρόσφυγες αυξάνονται κατακόρυφα, ιδίως στη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια, πόλεις που θεωρούνταν σχετικά ασφαλείς και σε μεγάλη απόσταση από τις πολεμικές συρράξεις, αν και συχνά υφίσταντο βομβαρδισμούς. Επίσης, αρκετά παιδιά αποστέλλονται στη γειτονική Γαλλία, όχι όμως ακόμα με οργανωμένο και μαζικό τρόπο.
Η μεταφορά του πολέμου στη Χώρα των Βάσκων και η επικείμενη πτώση της μεγαλύτερης πόλης της περιοχής, του Μπιλμπάο, θα αποτελέσει και το έναυσμα για την οργανωμένη μεταφορά παιδιών στο εξωτερικό και κυρίως στην ΕΣΣΔ. Τα παιδιά που μεταφέρθηκαν στην ΕΣΣΔ έφτασαν τον αριθμό των 2.895,5 και αφίχθησαν σταδιακά, σε τέσσερις αποστολές. Η σοβιετική κυβέρνηση ίδρυσε για τη φιλοξενία των παιδιών τα «Σπίτια των παιδιών της Ισπανίας» (Casas de nin~os espan~oles). Επρόκειτο για παλιές επαύλεις αριστοκρατών, που κρατικοποιήθηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, παλιά σανατόρια ή ακόμα και μουσεία. Η πρώτη αποστολή, 72 μόλις παιδιών,6 αναχωρεί από το λιμάνι της Βαλένθια στις 21 Μαρτίου του 1937. Φτάνουν στη Γιάλτα έπειτα από μια εβδομάδα, για να σταλούν τον Αύγουστο στη Μόσχα και να εγκαινιάσουν το πρώτο «Σπίτι των παιδιών της Ισπανίας», το οποίο όμως για γραφειοκρατικούς λόγους πήρε αργότερα τον αριθμό επτά.
Η δεύτερη και μαζικότερη αποστολή απέπλευσε από το λιμάνι του Σαντούρθε (San-turce) στις 13 Ιουνίου του 1937,7 λίγο πριν πέσει η Χώρα των Βάσκων στα χέρια των Εθνικιστών. Το φορτηγό πλοίο «Αβάνα» επιστρατεύτηκε για την περίσταση. Τα παιδιά μεταφέρθηκαν στο πλοίο με φορτηγά μόνο αφού έπεσε η νύχτα. Έγινε ταυτοποίηση με βάση τις λίστες που διέθεταν οι αρχές και σε κάθε παιδί ράφτηκε ένα ειδικό χαρτί με τα στοιχεία της ταυτότητάς του πάνω στα ρούχα του. Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε σε δυο φάσεις. Η πρώτη διήρκεσε μέχρι το Μπορντώ, όπου και χωρίστηκαν τα παιδιά σε όσα θα συνέχιζαν για την ΕΣΣΔ και σε όσα θα παρέμεναν στη Γαλλία, για να προωθηθούν αργότερα σε χώρες της Δύσης. Τα παιδιά που συνέχισαν το μακρινό ταξίδι για την ΕΣΣΔ, 1.495 τον αριθμό, συνοδευόμενα από 72 καθηγητές, βοηθητικό προσωπικό και δυο γιατρούς, μετεπιβιβάσθηκαν στο γαλλικό πλοίο «Sontay» και ξεκίνησαν για τον τελικό τους προορισμό στις 15 Ιουνίου. Μια βδομάδα αργότερα έφταναν στην ΕΣΣΔ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γράμματα που έγραφαν τα παιδιά στους δικούς τους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς το άγνωστο. Στο Εθνικό Ιστορικό Αρχείο της Ισπανίας, στην πόλη Σαλαμάνκα, είναι φυλαγμένα πολλά από αυτά. Διαβάζοντας ορισμένα από αυτά τα γράμματα, μαθαίνουμε για τις συνθήκες του ταξιδιού, για τις δυσάρεστες ειδήσεις που έλαβαν εν πλω, καθώς και για την υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι σοβιετικές αρχές. Παραπονιούνται κάποια παιδιά για τις κακές συνθήκες στο πλοίο «Αβάνα», όπου είχαν στοιβαχτεί περίπου 4.500 παιδιά στα αμπάρια, λόγω έλλειψης χώρου, αλλά και για να μην γίνουν αντιληπτά. Αντίθετα, στο πλοίο «Sontay» οι συνθήκες διαβίωσης ήταν σαφώς καλύτερες. «Τρώμε… πατάτες, λευκό ψωμί, καθώς και επιδόρπιο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο μικρός Gregorio Hernάndez.8
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τα παιδιά και οι συνοδοί τους μαθαίνουν τα δυσάρεστα νέα της πτώσης του Μπιλμπάο. «Στο καράβι ένα φασιστικό ραδιόφωνο (είπε) ότι πήραν το Μπιλμπάο και όλοι κλαίγαμε», αναφέρουν τα αδέρφια Angel και Luis Belsa Ventura.9 Κατά την άφιξή τους στο Λένινγκραντ τους υποδέχτηκαν «15 υποβρύχια και 2 αεροπλανοφόρα» (γράμμα του Pedro Nùn~ez10), μουσικά συγκροτήματα και πλήθος κόσμου που κυμάτιζε σημαίες τόσο της ΕΣΣΔ όσο και της Δημοκρατικής Ισπανίας.
Οι σοβιετικές αρχές φρόντισαν με ζήλο για τη διατροφή και την υγιεινή των παιδιών μοιράζοντάς τους ρούχα, οδοντόκρεμες και οδοντόβουρτσες, κάνοντάς τους μπάνιο (πράγμα που ίσως φάνηκε πρωτόγνωρο σε κάποια από αυτά) και καταπολεμώντας τις ψείρες. Εν συνεχεία, έγινε διαχωρισμός των παιδιών που έφτασαν άρρωστα. Τα περισσότερα έπασχαν από φυματίωση και εστάλησαν σε σανατόρια στην Κριμαία. Τα υγιή παιδιά τοποθετήθηκαν σε 6 «Σπίτια των παιδιών από την Ισπανία», με κριτήριο τη συγγένεια, την ηλικία ή τον τόπο καταγωγής τους.
Η τρίτη αποστολή πραγματοποιήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1937.11 Η αναχώρηση έγινε από το λιμάνι του Ελ Μουσέλ (El Musel) με γαλλικό πλοίο. Τα 1.100 περίπου παιδιά αφίχθησαν αρχικά στη Γαλλία, στο λιμάνι του Saint Nazaire. Η θέα μιας παραλίας με λουόμενους να απολαμβάνουν το μπάνιο τους και με ιστιοπλόους να διασκεδάζουν προκάλεσε τεράστια εντύπωση στα παιδιά, πολλά από τα οποία δεν είχαν καν αναμνήσεις από ειρηνικές δραστηριότητες. Η συνέχεια του ταξιδιού βρήκε τα παιδιά στο σοβιετικό πλοίο «Kooperasiia» μέχρι το Λονδίνο, όπου και ορισμένα μετεπιβιβάσθηκαν στο επίσης σοβιετικό «Feliks Dzerzhinsky». Τα δυο πλοία συνέχισαν μαζί και αφίχθησαν στο Λένινγκραντ στις 4 Οκτωβρίου. Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την άφιξή τους ήταν λίγο πολύ τα ίδια με τη δεύτερη αποστολή: Υποδοχή ηρώων, ιατρική εξέταση, πρωινό και διανομή ενδυμάτων. Στη συνέχεια, τα παιδιά της τρίτης αποστολής εγκαταστάθηκαν στα «Σπίτια των παιδιών από την Ισπανία» με αριθμούς 8 και 9, τα οποία βρίσκονταν στο χωριό Πούσκιν, στα περίχωρα του Λένινγκραντ.
Η τέταρτη και τελευταία αποστολή πραγματοποιήθηκε προς το τέλος του εμφυλίου. Περίπου 300 παιδιά από την Ανατολική Ισπανία συγκεντρώθηκαν στη Βαρκελώνη. Από εκεί ξεκίνησαν οδικώς για τη Γαλλία, ύστερα μεταφέρθηκαν με τρένο στη Χάβρη για να επιβιβαστούν τελικά στο γνωστό μας πλοίο «Feliks Dzerzhinsky» και να φτάσουν στο Λένινγκραντ στις αρχές Νοεμβρίου του 1938. Τα παιδιά αυτά εγκαταστάθηκαν στο «Σπίτι των παιδιών της Ισπανίας» υπ’ αριθμόν ένα, κοντά στη Μόσχα.12
Αφού κόπασε ο ήχος από τις μουσικές της υποδοχής, ήρθε η ώρα για τα χιλιάδες παιδιά και τους συνοδούς τους να μπουν σε ρυθμούς μιας φαινομενικά φυσιολογικής ζωής. Το θέμα της στέγασης, όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα, λύθηκε με τη δημιουργία των «Σπιτιών των παιδιών της Ισπανίας» (dietsky dom στα ρώσικα). Παλαιές επαύλεις κατά κύριο λόγο, που είχαν επιταχθεί από το σοβιετικό κράτος , χρησιμοποιήθηκαν για αυτόν το σκοπό. Συνολικά δημιουργήθηκαν 16,13 7 στην περιοχή της Μόσχας, 4 στο Λένινγκραντ και 5 στη σημερινή Ουκρανία. Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονταν κοντά σε δάση, ποτάμια ή και τη θάλασσα ακόμα. Αποτελούνταν από ένα κύριο κτήριο, όπου και κοιμόντουσαν τα παιδιά, και από παράπλευρα κτήρια, που στέγαζαν το σχολείο, το ιατρείο, το εστιατόριο και τις κατοικίες του προσωπικού. Η διοίκηση των «Σπιτιών για τα παιδιά της Ισπανίας» είχε ανατεθεί στη Λαϊκή Επιτροπή για την Εκπαίδευση της ΕΣΣΔ (κάτι αντίστοιχο με τα υπουργεία παιδείας των δυτικών χωρών), αν και οι αποφάσεις παίρνονταν από κοινού με τα μέλη του ισπανικού Κ.Κ.
Η εκπαίδευση των παιδιών και η διατήρηση της εθνικής τους ταυτότητας και συνείδησης ήταν το πρωταρχικό μέλημα των αρχών. Τόσο οι Σοβιετικοί όσο και οι Ισπανοί υπεύθυνοι των παιδιών πίστευαν ότι η παραμονή τους εκεί θα ήταν σύντομη. Έτσι θεωρήθηκε σωστό τα μαθήματα να γίνονται στη μητρική γλώσσα των παιδιών, τα ισπανικά. Η έλλειψη βιβλίων βέβαια, ήταν εμφανής, με αποτέλεσμα να παραστεί η ανάγκη να μεταφραστούν όλα τα βιβλία του σοβιετικού εκπαιδευτικού συστήματος στα ισπανικά, γεγονός που πέρα από το τεράστιο κόστος συναντούσε και τη δυσκολία εξεύρεσης μεταφραστών. Σύντομα οι συνοδοί καθηγητές των παιδιών αναγκάστηκαν να μάθουν τη ρωσική γλώσσα, όσο το δυνατόν καλύτερα και συντομότερα. Το αντίστροφο συνέβη και για σοβιετικούς καθηγητές που επρόκειτο να διδάξουν και αυτοί τους νεαρούς πρόσφυγες.14

Τα παιδιά χωρίστηκαν με βάση τις γνώσεις τους σε τάξεις, τέσσερις για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τρεις υποχρεωτικές για τη δευτεροβάθμια και άλλες τρεις για όσους το επιθυμούσαν και μπορούσαν να συνεχίσουν. Το πρόγραμμα σπουδών δεν διέφερε και πολύ από αυτό των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Δεν υπήρχαν θρησκευτικά, ενώ επιπλέον τα παιδιά μάθαιναν τη ρωσική γλώσσα και ιστορία και μελετούσαν το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ. Η εκπαίδευση ήταν σοσιαλιστικού τύπου, υπήρχε σαφής ιδεολογική γραμμή και καλλιεργείτο η ανάπτυξη αρχών όπως η προσπάθεια, η πίστη στην εργασία, η αλληλεγγύη και η βοήθεια των μεγαλύτερων στους μικρότερους. Επίσης, μεγάλη έμφαση δινόταν στην καλλιτεχνική και σωματική αγωγή, αλλά και τη στρατιωτική, έστω και «εξ απαλών ονύχων» (χαρακτηριστική ήταν η θέσπιση του μεταλλίου του «Νεαρού σκοπευτή Voroschilov» για παιδιά που ξεχώριζαν για τις επιδόσεις τους στη σκοποβολή).
Η καθημερινότητα των παιδιών δεν διέφερε από αυτή που θα ζούσαν στην πατρίδα τους, σε ειρηνικούς καιρούς βέβαια. Το πρωί σχολείο, το μεσημέρι γεύμα και ξεκούραση και το απόγευμα δραστηριότητες, ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός. Είχαν δημιουργηθεί «κύκλοι» για τις εξωσχολικές δραστηριότητες, θεατρικός, μουσικός, ποιητικός, λογοτεχνικός, χειροτεχνίας και ξυλουργικής και, φυσικά, αθλητικός, με τον ποδοσφαιρικό να ξεχωρίζει στις προτιμήσεις των αγοριών.
Η παρουσία των δασκάλων, του παιδαγωγού (καθηγητής με αυξημένες δραστηριότητες και όχι μόνο διδακτικές, ουσιαστικά υποκαθιστούσε το ρόλο των απόντων γονέων), του βοηθητικού προσωπικού και του γιατρού ήταν διαρκής, ώστε τα παιδιά να μην αισθάνονται ποτέ μόνα και αβοήθητα. Αναμφίβολα ήταν επιτακτική η ψυχολογική στήριξη στα παιδιά, διότι πέρα από τον ξαφνικό τους εκπατρισμό και την ανάγκη για γρήγορη προσαρμογή σε ένα νέο περιβάλλον, πολλά είχαν να αντιμετωπίσουν επιπλέον προβλήματα, όπως έναν πιθανό θάνατο των οικείων τους στον πόλεμο ή την αδυναμία επικοινωνίας με τα μέλη της οικογένειας τους πίσω στην Ισπανία.
Οι εντυπώσεις των παιδιών από τον πρώτο καιρό της παραμονής τους στη νέα τους πατρίδα, όπως φαίνεται και από τα γράμματα που έστελναν στην Ισπανία, ποικίλλουν. Ορισμένα νοσταλγούν τη χώρα τους, ενώ άλλα παιδιά εμφανίζονται ευτυχισμένα και ζητούν από τους δικούς τους να πάνε στην ΕΣΣΔ. «Πες στην Γκόγια αν μπορεί να έρθει γιατί είναι πολύ καλά εδώ», γράφει ένα παιδί. Ένα άλλο, ο Artemio Garcίa παρακινεί κάποιο από τα αδέρφια του να πάει να τον βρει γιατί «εδώ είναι πολύ καλά και έχει ένα σωρό παιχνίδια».15
Κανένα παιδί δε φαίνεται να παραπονιέται για το φαγητό, κάτι που φαντάζει λογικό μετά το δράμα και τη στέρηση που είχαν περάσει στην πατρίδα τους. Η μικρή Divina Garc_a Lacunza δεν αφήνει αμφιβολίες : «Μητέρα τρώμε σα βασιλιάδες και κοιμόμαστε σαν πριγκίπισσες».16 Εντύπωση κάνει στα παιδιά και η ποσότητα του φαγητού, ιδιαίτερα του ψωμιού, που τόσο τους είχε λείψει. Από τις παρατηρήσεις τους δεν ξεφεύγουν ούτε οι ιατρικές φροντίδες, που ενίοτε τους φαίνονται υπερβολικές, αλλά ούτε και το μπάνιο!
Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία είναι οι εντυπώσεις από την τοπική κοινωνία και τις συνήθειες των ντόπιων. Η θέση της γυναίκας στην ΕΣΣΔ παραξενεύει τον Enrique Undiano, που βλέπει «γυναίκες να οδηγούν τραμ».17 Η ύπαρξη του μετρό ενθουσιάζει τα παιδιά, τα οποία σε εκθέσεις τους για το τι τα εντυπωσιάζει περισσότερο στην ΕΣΣΔ ομόφωνα επιλέγουν το μαυσωλείο του Λένιν και τις παρελάσεις στην Κόκκινη Πλατεία.
Τέλος, τα φυσικά φαινόμενα της περιοχής και οι δυνατότητες για διασκέδαση που προσφέρουν γεμίζουν χαρά τους νεαρούς Ισπανούς. Το χιόνι, η εμφάνιση των ρωσικών έλκηθρων και η δυνατότητα για πατινάζ φαίνονται πρωτόγνωρες εμπειρίες για τα συνηθισμένα στο ζεστό κλίμα παιδιά. Οι νεαροί Ρώσοι είχαν μάθει μια χαρακτηριστική φράση στα ισπανικά, για να διώχνουν αφηρημένους νεαρούς Ισπανούς από το δρόμο τους, όταν πέρναγαν ταχύτατα με τα χιονοπέδιλά τους: «Στην άκρη Ισπανέ!» (Espan~ol, apάrtate»18).
Η μοίρα όμως αυτών των παιδιών φαίνεται πως δεν ήταν να περάσουν μια ειρηνική παιδική ηλικία ούτε στη δεύτερη πατρίδα τους. Στις 22 Ιουνίου του 1941, η Γερμανία του Χίτλερ κηρύττει τον πόλεμο στην ΕΣΣΔ. Το Κίεβο πέφτει γρήγορα, το Λένινγκραντ αντιστέκεται και έτσι ξεκινά η μακρόχρονη πολιορκία του, ενώ και η Μόσχα απειλείται. Πρόκειται για τις πόλεις στις οποίες κατά κύριο λόγο φιλοξενούνταν τα παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου. Οι Σοβιετικοί, σε συνεργασία με τα μέλη του Ισπανικού Κ.Κ. (ανάμεσα στα οποία περιλαμβανόταν και η Dolores Ibarruri, η γνωστή «Πασιονάρια»), αποφάσισαν τη μεταφορά των νεαρών Ισπανών στα μετόπισθεν, σε ασφαλείς περιοχές, μακριά από τα πεδία των μαχών. Επίσης, αρνήθηκαν να δεχτούν την κατάταξη των νεαρών Ισπανών στον Κόκκινο Στρατό.
Έτσι, άρχισε η σταδιακή εκκένωση των «Σπιτιών των παιδιών της Ισπανίας», προς την ενδοχώρα της ΕΣΣΔ, αρχικά προς το Στάλινγκραντ, όμως, καθώς η επίθεση των ναζί στράφηκε προς αυτήν την πόλη, τα παιδιά μεταφέρθηκαν στο Σάρατοφ. Εκεί, στο ανατολικό άκρο της ευρωπαϊκής Ρωσίας, τα παιδιά προσπάθησαν να ξαναστήσουν την καθημερινότητά τους, υπό αντίξοες συνθήκες (το πολικό ψύχος ήταν μία από αυτές, ενδεικτικό είναι ότι οι θερμοκρασίες το χειμώνα έπεφταν στους -35 με -40 βαθμούς υπό το μηδέν) και με την έλλειψη προμηθειών, φαρμάκων και τροφίμων να μαστίζει τις μικρές τους κοινότητες.
Μια άλλη ομάδα παιδιών, στάλθηκε στα βάθη της Ασίας, στην ιστορική πόλη της Σαμαρκάνδης, στο σημερινό Ουζμπεκιστάν. Χωρίς να αποφύγουν τις δυσκολίες διαβίωσης, αυτά τα παιδιά στάθηκαν λίγο πιο τυχερά, αφού το κλίμα της περιοχής ήταν σαφώς πιο ήπιο από αυτό του Σάρατοφ. Τα παιδιά αρχικά εγκαταστάθηκαν σε σχολεία της περιοχής, όμως σύντομα αυτά μετατράπηκαν σε νοσοκομεία για τους τραυματίες του πολέμου, με αποτέλεσμα οι νεαροί Ισπανοί να βρουν κατάλυμα σε σπίτια της περιοχής, όχι κάτω από τις καλύτερες συνθήκες.
Αν και όπως είδαμε οι σοβιετικές αρχές επίσημα δεν δέχονταν τους νεαρούς Ισπανούς στις τάξεις του στρατού, πολλοί κατάφεραν να μπουν στις λίστες κατάταξης. Σύμφωνα με τις στατιστικές, περίπου 700 από τα παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου, ως νεαροί ενήλικες πια, πολέμησαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι μάλιστα τιμήθηκαν με μετάλλια για τον ηρωισμό τους.
Από τον Ιούλιο του 1944, όταν πια είχε διαφανεί η νίκη των Σοβιετικών στον πόλεμο, τα «Σπίτια των παιδιών της Ισπανίας» ξεκίνησαν για την επιστροφή τους στις πόλεις που τα φιλοξενούσαν αρχικά. Τα παιδιά είχαν πλέον γίνει ενήλικες ή έφηβοι. Πάρα πολλά, περίπου χίλια, μπήκαν στο πανεπιστήμιο ή σε τεχνικές σχολές, καταφέρνοντας να αποφοιτήσουν (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και περιπτώσεις παιδιών που κατέληξαν μέχρι και στη φυλακή). Πλέον είχαν τα εφόδια για μια φυσιολογική ζωή. Βέβαια, η νοσταλγία της πατρίδας, που για τα περισσότερα ήταν μια μακρινή εικόνα των παιδικών τους χρόνων, δεν έσβησε ποτέ, ενώ η εθνική τους συνείδηση παρέμεινε ισπανική (ακόμα και όσοι έμειναν μέχρι και σήμερα στη Ρωσία μιλάνε τη γλώσσα). Παρόλα αυτά, η επιθυμία για επαναπατρισμό κυριαρχούσε στους περισσότερους, ενήλικες πια, Ισπανούς. Η έλλειψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, που όμως ξεπεράστηκε μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953.
Το θέμα της επιστροφής των παιδιών του Ισπανικού Εμφυλίου ανακινήθηκε από τα ίδια τα παιδιά, από τους συγγενείς τους στην Ισπανία, αλλά και από τον Ερυθρό Σταυρό. Τελικά, η ισπανική κυβέρνηση δέχτηκε κάποιους όρους που πρότεινε η ΕΣΣΔ (ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν η αναγνώριση των πανεπιστημιακών τίτλων που είχαν αποκτήσει κάποια από τα παιδιά, καθώς και η μη θεώρηση των παλιννοστούντων ως πολιτικών εξόριστων, μιας και δεν είχαν λάβει μέρος οι ίδιοι στον πόλεμο). Τελικά, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1956 απέπλευσε από το λιμάνι της Οδησσού η πρώτη αποστολή Ισπανών από την ΕΣΣΔ προς τη χώρα τους, σε μια διαδρομή αντίθετη αυτής που είχαν πραγματοποιήσει πριν από 20 περίπου χρόνια. Στις 28 του ίδιου μήνα, το πλοίο «Κριμαία» έφτασε στη Βαλένθια, μεταφέροντας 532 Ισπανούς (ανάμεσά τους 146 παιδιά, δεύτερης γενιάς). Ακολούθησαν άλλες πέντε αποστολές μέχρι το Μάιο του 1957. Συνολικά υπολογίζεται ότι από τα 2.895 παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου που μεταφέρθηκαν στην ΕΣΣΔ την περίοδο 1937-38, 1.500 επέστρεψαν στη γενέτειρά τους.19
Επιστρέφοντας όμως στην Ισπανία, τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα για όλους. Αν και αρκετοί από τους παλιννοστούντες, προς έκπληξή τους ανακάλυψαν ότι η Φρανκική Δικτατορία ήταν λιγότερο αστυνομοκρατούμενη από το κομουνιστικό καθεστώς, ορισμένοι δυσκολεύτηκαν σε τόσο μεγάλο βαθμό να προσαρμοστούν στην τόσο ριζική αλλαγή τρόπου ζωής, νοοτροπίας και ιδεολογίας, ώστε επέστρεψαν στην ΕΣΣΔ. Σήμερα υπολογίζεται ότι στη Ρωσία εξακολουθούν να ζουν περίπου 152 από τα παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου,20 συνταξιούχοι πλέον και με την ηθική αποζημίωση της αναγνώρισής τους από το επίσημο ισπανικό κράτος ως θύματα του Εμφυλίου Πολέμου (από την κυβέρνηση του José Luis Rodrίguez Zapatero το 200521), αλλά και με τη σύνταξη που τους παρέχει η χώρα (περίπου 6.000 ευρώ το χρόνο22).
Αφήνοντας κατά μέρος τις περιπέτειες των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στην ΕΣΣΔ, ας επιστρέψουμε στην Ισπανία του Εμφυλίου Πολέμου. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1936, οι μεγάλες μάχες έχουν ξεκινήσει σε όλα σχεδόν τα μέτωπα και το πρόβλημα των παιδιών είναι πια αισθητό. Το Δεκέμβριο του 1936, η Ιβηροαμερικανική Επιτροπή Βοήθειας προς τον Ισπανικό Λαό (Comité Iberoamericano de Ayuda al Pueblo Espan~ol) ζήτησε από τη Μεξικανική Επιτροπή Βοήθειας προς τα Παιδιά του Ισπανικού Λαού (Comité Mexicano de Ayuda a los Nin~os del Pueblo Espan~ol), της οποίας πρόεδρος ήταν η Αμάλια Σολόρθανο (Amalia Solόrzano), σύζυγος του Προέδρου του Μεξικού, στρατηγού Λάθαρο Κάρδενας (Lάzaro Cάrdenas), να οργανώσει τη φιλοξενία 500 περίπου παιδιών των οποίων οι γονείς πολεμούσαν στις τάξεις του Στρατού της Δημοκρατίας.
Η οργάνωση της αποστολής ξεκίνησε, αλλά τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στη Βαρκελώνη μόλις στις 17 Μαΐου του 1937. Ο αριθμός τους έφτασε τα 45423 (163 κορίτσια και 291 αγόρια), ηλικίας 3 έως 15 ετών, από διάφορες περιοχές της χώρας. Η αναχώρησή τους έγινε με τρένο, με προορισμό το λιμάνι του Μπορντώ στη Γαλλία. Από εκεί, με το πλοίο «Méxique», διέσχισαν τον Ατλαντικό Ωκεανό για να αφιχθούν στις 7 Ιουνίου στο λιμάνι της Veracruz. Όπως και στην ΕΣΣΔ, έτσι και εδώ, οργανώθηκε θριαμβευτική υποδοχή, με σαφή πολιτικά υπονοούμενα για το λαό του Μεξικού.
Έπειτα από τρεις μέρες, τα παιδιά μεταφέρθηκαν εκ νέου σε άλλο τόπο διαμονής, αυτή τη φορά οριστικό. Στις 10 Ιουνίου, οι 454 νεαροί Ισπανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη Μορέλια, σε δυο παλιές εκκλησιαστικές σχολές που, αφού επιτάχθηκαν, υπέστησαν τις αναγκαίες μετατροπές για να υποδεχθούν τους νέους τους τροφίμους. Η ονομασία που δόθηκε στα κτήρια ήταν η διόλου ευφάνταστη «Βιομηχανική Σχολή Ισπανία-Μεξικό». Από την πόλη που τους φιλοξένησε, τη Μορέλια, πήρε το όνομά της και η ομάδα αυτή των Παιδιών του Ισπανικού Εμφυλίου. Μέχρι και σήμερα ονομάζονται «Τα Παιδιά της Μορέλια» (Los Nin~os de Morelia24).
Η υλικοτεχνική υποδομή των κτηρίων δεν ήταν σε καμία περίπτωση ισάξια της αντίστοιχης της ΕΣΣΔ. Τα παιδιά αναγκάστηκαν να διαβιώσουν σε κτίρια γεμάτα ποντίκια, ψύλλους και ψείρες, ενώ δεν έλειπαν και τα καθημερινά ατυχήματα, ένα από τα οποία προκάλεσε το θάνατο ενός παιδιού από ηλεκτροπληξία και οδήγησε στην αντικατάσταση του διευθυντή του ιδρύματος. Η εκπαίδευση είχε και εδώ ως βάση τις σοσιαλιστικές ιδέες και την πειθαρχία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της λειτουργίας του ιδρύματος παρατηρήθηκαν δυσκολίες και συγκρούσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους διδάσκοντες, γεγονός που επιβεβαιώνουν και οι αρκετές προσπάθειες των παιδιών να δραπετεύσουν.
Οι ιστορικοί, που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, συμφωνούν στην ακαταλληλότητα μεγάλου μέρους του διδακτικού προσωπικού, που δεν είχε επαρκή εκπαίδευση για να βοηθήσει, ψυχολογικά κυρίως, τα παιδιά που είχαν μόλις ζήσει τη φριχτή εμπειρία του πολέμου. Επίσης, σε αντίθεση με το πρόγραμμα εκπαίδευσης που είχε καταρτιστεί στην ΕΣΣΔ, και όπως είδαμε έθετε ως πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των παιδιών, στο Μεξικό τα παιδιά δεν μελετούσαν επαρκώς την ισπανική ιστορία και λογοτεχνία. Φυσικά, δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι η κοινή γλώσσα και η σε μεγάλο βαθμό κοινή ιστορία των δυο χωρών διευκόλυνε την ένταξη των νεαρών Ισπανών στη νέα τους πατρίδα και την απώλεια ή τη μη δημιουργία στους νεαρότερους ισπανικής εθνικής συνείδησης.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της απώλειας, καθώς και της ευκολότερης προσαρμογής στις συνθήκες ζωής του Μεξικού, είναι ο επαναπατρισμός μόλις 61 παιδιών, όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν. Σύμφωνα με στατιστικές, το 2005 ζούσαν ακόμα στο Μεξικό 127 από τα «Παιδιά της Μορέλια», τα οποία η κυβέρνηση Zapatero αποφάσισε να συνδράμει με σύνταξη, σε ελάχιστη ένδειξη σεβασμού απέναντι τους, ως πολίτες της χώρας που αναγκάστηκαν να περάσουν στην εξορία ολόκληρη τη ζωή τους.25
Αν τα περισσότερα από τα παιδιά που φιλοξενήθηκαν κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου στην ΕΣΣΔ και το Μεξικό δεν επέστρεψαν στις πατρογονικές τους εστίες, ή το έπραξαν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ισχύει το ίδιο για όσους νεαρούς Ισπανούς φιλοξενήθηκαν στην κυριολεξία για μικρό χρονικό διάστημα σε δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Βελγίου και της Μεγάλης Βρετανίας. Οι δυο αυτές χώρες υποδέχτηκαν πολύ μεγάλο αριθμό παιδιών, σαφώς υψηλότερο από αυτόν της ΕΣΣΔ και του Μεξικού. Εντούτοις, η παραμονή των παιδιών εκεί ήταν πολύ σύντομη, μιας και με τη λήξη του πολέμου ή και νωρίτερα, σχεδόν όλα επέστρεψαν στην Ισπανία.
Η περίπτωση του Βελγίου είναι ενδιαφέρουσα, διότι η απόφαση για τη φιλοξενία εκεί μέρους των παιδιών του Ισπανικού εμφυλίου προέκυψε κυρίως από την πρωτοβουλία του Βελγικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (POB – BWP).26 Το συγκεκριμένο κόμμα, με τη συνεργασία και του Βελγικού Κ.Κ., καθώς και άλλων αριστερών και φεμινιστικών οργανώσεων, συγκρότησε την Εθνική Επιτροπή για τη Στέγαση των Παιδιών της Ισπανίας στο Βέλγιο (Comité National pour l’Hébergement des Enfants Espagnols en Belgique, CNHEEB), στα τέλη του 1936, με σκοπό την προετοιμασία της μεταφοράς και διαμονής των παιδιών στη χώρα. Οι αποστολές των παιδιών έφταναν στο Βέλγιο μέσω Γαλλίας. Οι νεαροί Ισπανοί αναπαύονταν για λίγες μέρες σε παιδοπόλεις στα παράλια της χώρας και εν συνεχεία δίνονταν για υιοθεσία σε βελγικές οικογένειες, σοσιαλιστικών κυρίως φρονημάτων. Οι υιοθεσίες ήταν είτε για συγκεκριμένο, σύντομο χρονικό διάστημα, είτε χωρίς χρονικό περιορισμό. Για όσα παιδιά παρέμειναν στις παιδοπόλεις, υπήρχαν ανάδοχες οικογένειες που είχαν αναλάβει τα έξοδα για κάθε παιδί. Ο αριθμός των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στο Βέλγιο μέσω της πρωτοβουλίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος έφτασε κατά προσέγγιση τα 2.500.
Πέρα όμως από τα κόμματα της Αριστεράς, πολλές άλλες οργανώσεις πήραν πρωτοβουλίες για να βοηθήσουν τα Παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου. Ο Αρχιεπίσκοπος της πόλης Μαλίν, καρδινάλιος Van Roey, έκανε έκκληση σε καθολικές οικογένειες να υιοθετήσουν παιδιά από τη Χώρα των Βάσκων, περιοχή της Ισπανίας γνωστή για τη στενή σχέση των κατοίκων της με τον καθολικισμό. 1.200 παιδιά φιλοξενήθηκαν χάρη στις ενέργειες αυτές, ενώ 1.000 ακόμα βρέθηκαν στο Βέλγιο μέσω οργανώσεων όπως ο Ερυθρός Σταυρός ή το Διεθνές Γραφείο για τα Παιδιά (Office Internationale pour l’Enfance). Ο συνολικός αριθμός των παιδιών στο Βέλγιο ήταν περίπου 5.000.27

Με την πτώση του Βορείου Μετώπου στον Ισπανικό Εμφύλιο (Ιούνιος – Οκτώβριος 1937), άρχισαν οι πρώτοι επαναπατρισμοί παιδιών, που ολοκληρώθηκαν μέχρι τον Δεκέμβριο του 1939. Από τα 5.000 περίπου παιδιά που μεταφέρθηκαν στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, τα περισσότερα επέστρεψαν στη χώρα τους, αν και παρέμειναν στη μικρή αυτή χώρα πάνω από 1000, υιοθετημένα από τοπικές οικογένειες.
Σε αντίθεση με το Βέλγιο, που εξαρχής δέχθηκε να φιλοξενήσει μικρούς Ισπανούς που υπέφεραν από τα δεινά του πολέμου, η Μεγάλη Βρετανία έδειχνε αρνητική μπροστά σε μια τέτοια προοπτική, αφού η κυβέρνησή της είχε υπογράψει το Σύμφωνο της μη ανάμιξης στο ισπανικό ζήτημα και επιθυμούσε να το τηρήσει. Χρειάστηκε η καίρια παρέμβαση της Catherine Marjory Stewart-Murray, δούκισσας του Atholl –γνωστής και ως «κόκκινη δούκισσα»–, προέδρου της «Επιτροπής για τα παιδιά της Χώρας των Βάσκων» (Basque Children’s Committee), για να πεισθούν οι βρετανικές αρχές να φιλοξενήσουν έναν αριθμό παιδιών στο νησί. Αρνήθηκαν όμως κάθε οικονομική παροχή προς τα παιδιά και τις παιδοπόλεις που θα τα φιλοξενούσαν, για να μη φανεί αυτή τους η πράξη ως παραβίαση του Συμφώνου μη ανάμιξης.
Στα μέσα του 1937 έφτασαν περίπου 4.00028 παιδιά από τη Χώρα των Βάσκων στη Μεγάλη Βρετανία, όπου και τοποθετήθηκαν σε 94 παιδοπόλεις, στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία. Αρχικά έφταναν στο λιμάνι του Southampton και παρέμεναν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων, όχι υπό τις καλύτερες συνθήκες, στοιβαγμένα ανά 10 σε σκηνές. Για κάθε τέσσερις σκηνές, δηλαδή για 40 παιδιά, αναλογούσε ένας δάσκαλος και ένα άτομο ως βοηθητικό προσωπικό. Η παραμονή των παιδιών στη Μεγάλη Βρετανία ήταν πολύ σύντομη, μιας και με την ήττα του Στρατού της Δημοκρατίας στο μέτωπο του βορρά, η κυβέρνηση της Αγγλίας άρχισε να πιέζει για τον γρήγορο επαναπατρισμό τους. Μέχρι τα τέλη του 1939, σχεδόν όλα τα παιδιά που φιλοξενήθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία είχαν επαναπατρισθεί.
Αφήσαμε για το τέλος την περίπτωση της Γαλλίας, η οποία δέχτηκε το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων από τη γειτονική της Ισπανία, και δεν αναφερόμαστε βέβαια μόνο σε παιδιά. Όντας η μόνη σχετικά φιλική προς τη Δημοκρατία όμορη με την Ισπανία χώρα, η Γαλλία αποτελούσε τη μοναδική λύση για όσους αναγκαζόντουσαν εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψουν δια ξηράς την πατρίδα τους. Οι συνεχείς ήττες του Στρατού της Δημοκρατίας σε μέτωπα κοντά στα σύνορα, προκαλούσαν αντίστοιχα κύματα προσφύγων, στρατιωτικών και αμάχων. Μέχρι και τις αρχές του 1939, λίγο πριν από την πτώση της Καταλονίας και την οριστική νίκη των εθνικιστών του Φράνκο, στη Γαλλία φιλοξενούνταν πάνω από 10.000 29παιδιά. Ο αριθμός δεν έχει διευκρινιστεί με ακρίβεια, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς ενδέχεται να φτάνει και τις 20.000.30
Η μεταφορά παιδιών προς τη Γαλλία είχε αρχίσει από το 1937, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες χώρες. Η διαδικασία δεν διέφερε και πολύ. Μέσω θαλάσσης, τα παιδιά έφταναν συνήθως στο λιμάνι του Μπορντώ, τους παρεχόταν υγειονομική φροντίδα, με απολυμάνσεις και εμβολιασμούς κατά κύριο λόγο, και στη συνέχεια μεταφέρονταν κατά ομάδες στις παιδοπόλεις που είχαν δημιουργηθεί σε όλη τη χώρα. Αξίζει να αναφερθεί ότι κάποιες χώρες, όπως η Σουηδία, η Νορβηγία και η Ολλανδία, αν και δε φιλοξένησαν παιδιά από την Ισπανία, εντούτοις ανέλαβαν το κόστος της συντήρησης ορισμένων από τις παιδοπόλεις που λειτούργησαν στη Γαλλία.
Αν ως εδώ η περίπτωση της Γαλλίας δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτές των άλλων χωρών, οι ραγδαίες εξελίξεις του πολέμου στις αρχές του 1939 άλλαξαν δραματικά το ρόλο της Γαλλίας στην υποδοχή και φιλοξενία των πολιτικών προσφύγων, των ηττημένων του Ισπανικού Εμφυλίου. Από τα μέσα Ιανουαρίου του 1939, ο στρατός των Εθνικιστών προελαύνει προς τη Βαρκελώνη. Από τη νότια Καταλονία ένα πλήθος ανθρώπων κατευθύνεται όσο πιο γρήγορα μπορεί προς τον Βορρά και τα γαλλικά σύνορα. Η πτώση της Βαρκελώνη, στις 26 Ιανουαρίου, επιταχύνει τις εξελίξεις. Οι Γάλλοι που έκλειναν τα σύνορα κάποιες στιγμές, τα ανοίγουν στις 27 του μήνα και τα αφήνουν ανοικτά μέχρι και τις 10 Φεβρουαρίου.31 Ο Edmond Vallès υπολογίζει ότι σε αυτό το διάστημα διέσχισαν τη διαχωριστική γραμμή των δυο χωρών περίπου 353.000 άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους 68.000 παιδιά. 32
Η Γαλλία, αν και φιλικά διακείμενη προς την Ισπανική Δημοκρατία, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, μιας και κλήθηκε να υποδεχτεί, να περιθάλψει και να σιτίσει έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων που κατέφθασε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Δημιουργήθηκαν κάποια υποτυπώδη στρατόπεδα υποδοχής προσφύγων, στα οποία οι συνθήκες διαβίωσης ήταν απάνθρωπες, ενώ οι ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονταν κατάφωρα, μιας και φυλάσσονταν από στρατιώτες και δεν επιτρεπόταν η έξοδος. Τα περισσότερα από αυτά ήταν παραλίες, τις οποίες περιέφραξαν πρόχειρα με συρματοπλέγματα. Δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις υγιεινής, δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό ούτε κάποιο υποτυπώδες, έστω, στέγαστρο. Οι πρόσφυγες, κάθε ηλικίας και φύλου ήταν εκτεθειμένοι στον παγωμένο θαλασσινό άνεμο του χειμώνα και τις βροχές, ενώ η πόση θαλασσινού νερού προκάλεσε σύντομα κρούσματα δυσεντερίας.33
Από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων στρατοπέδων υποδοχής προσφύγων, βαθιά χαραγμένο στη μνήμη όσων έχουν αφήσει μαρτυρίες έχει παραμείνει αυτό της περιοχής Argelès-sur-Mer, στο οποίο είχαν στην κυριολεξία στοιβαχτεί 77.000 άνθρωποι, μια μεσαίου μεγέθους πόλη στο στενό χώρο μιας παραλίας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε μια φοβερή καταιγίδα που ξέσπασε το χειμώνα του 1941 και κράτησε τρία μερόνυχτα. Όταν επιτέλους έφτασαν οι Αρχές για να βοηθήσουν, βρέθηκαν μπροστά σε πλήθος πνιγμένων γυναικών και παιδιών, παρασυρμένων από τα αφρισμένα νερά της θάλασσας. Ούτε η διατροφή ήταν επαρκής, το συσσίτιο συχνά δεν έφτανε για όλους, με αποτέλεσμα πολλά παιδιά να αναγκάζονται να κλέβουν ό,τι έβρισκαν σε γειτονικά χωράφια. Κάποιες φορές γίνονταν αντιληπτά και τιμωρούνταν χωρίς κανένα ίχνος επιείκειας.34
Τα στρατόπεδα υποδοχής προσφύγων άρχισαν να αδειάζουν σταδιακά, μιας και πολλοί αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στις ισπανόφωνες χώρες της Λατινικής Αμερικής, με αποστολές που χρηματοδότησε η SERE, κάποιοι πίστεψαν τα λόγια του Φράνκο που υποσχόταν σε όσους επέστρεφαν ότι «δε θα πάθαιναν τίποτα αν είχαν έντιμο παρελθόν», ενώ η κατάκτηση της Γαλλίας από τη ναζιστική Γερμανία οδήγησε πολλούς άνδρες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στα τέλη του 1941, είχαν παραμείνει περίπου 30.000 άνθρωποι, κυρίως άμαχοι. Πολλοί από αυτούς βρήκαν το θάνατο εκεί, νικημένοι από τις κακουχίες, τις αρρώστιες και την ασιτία.35

Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος αναμφίβολα είναι το σημαντικότερο γεγονός για τη χώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου στη νεότερη ιστορία της. Ο τεράστιος αριθμός των θυμάτων, αλλά και όσων αναγκάστηκαν να εξοριστούν, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Η εμπλοκή μεγάλου μέρους του άμαχου πληθυσμού στις εχθροπραξίες οδήγησε στην απόφαση για απομάκρυνση των παιδιών από τις εμπόλεμες ζώνες και για τη μαζική τους μετακίνηση σε άλλες περιοχές της Ισπανίας, αρχικά, και σε επόμενα στάδια σε άλλες χώρες. Αυτή η μαζική μεταφορά ασυνόδευτων παιδιών σε ξένα μέρη, μακριά από τους οικείους τους, πρωτοεφαρμόστηκε στον Ισπανικό Εμφύλιο και, μια δεκαετία αργότερα, επηρέασε και τους Έλληνες. Ως γνωστόν, το μέτρο της απομάκρυνσης των παιδιών από τη δίνη των μαχών του πολέμου εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό και στον Ελληνικό Εμφύλιο, δίνοντας το έναυσμα για μια συζήτηση που καλά κρατεί ως τις μέρες μας. Αν και υπό διαφορετικές συνθήκες, περίπου 50.000 Ελληνόπουλα μεταφέρθηκαν είτε στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου και μεγάλωσαν, μέχρι να επαναπατρισθούν πολύ αργότερα, είτε στις παιδοπόλεις της Βασίλισσας Φρειδερίκης.36
Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που βρήκαν στους νέους τόπους διαμονής τους αυτά τα παιδιά, είναι κοινός τόπος η διαπίστωση πως η παιδική τους ηλικία αποτέλεσε ένα βαθύ τραύμα που τα συνόδευσε και τα συνοδεύει σε όλη τους ζωή. Η παρουσία δασκάλων, παιδαγωγών δε μπόρεσε να υποκαταστήσει την απουσία των γονιών τους. Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Κάρλος Σεμπρούν Μάουρα (Carlos Semprùn Maura), που πέρασε την παιδική του ηλικία στην ΕΣΣΔ αναφέρει εύλογα: «είμαι πεπεισμένος ότι οι γονείς δεν πρέπει να αποχωρίζονται ποτέ τα παιδιά τους, ό,τι κι αν συμβεί».
Σημειώσεις
1 Beevor Anthony. La Guerra Civil espan~ola, σελ. 83 / Jackson Gabriel, La segunda republica y la guerra civil espan~ola, σελ. 214.
2 Jackson, όπως παραπάνω, σελ. 455-466.
3 Alted Vigil Alicia et al, El exilio espan~ol de la Guerra Civil: Los nin~os de la Guerra, έκθεση της UGT, 2006, www.ugt.es/fflc/exposiciones/ninosguerra/ninos00.htm.
4 Zafra Enrique, Los nin~os evacuados a la URSS 1937, σελ. 32-35.
5 Zafra, ό.π, σελ. 41/ Alted Vigil ο.π.
6 Zafra, ό.π, σελ. 42.
7 Ό.π σελ.42.
8 Archivo Histόrico Nacional (Salamanca) (AHS), Secciόn Guerra Civil (SGC), SPS Santander, serie “0”, caja 51. Στο εξής AHS. (Από Zafra σελ. 43).
9 Ο.π, σελ. 44.
10 Στο ίδιο, σελ. 44.
11 Στο ίδιο, σελ. 46.
12 Στο ίδιο, σελ. 47.
13 Στο ίδιο, σελ. 50.
14 Στο ίδιο, σελ. 53-57
15 Στο ίδιο, σελ. 59.
16 Στο ίδιο, σελ. 60.
17 Στο ίδιο, σελ. 63.
18 Μαρτυρία του Delfίn del Val, από το προσωπικό αρχείο του Enrique Zafra.
19 Zafra, σελ. 83-84.
20 Bonet Pilar, άρθρο της 12/5/2010 στην ηλεκτρονική σελίδα “el foro de la memoria” (www.foroporlamemoria.es/pl.php?id=389).
21 Εφημερίδα “El paίs”, 16/3/2010.
22 Yaiza Perera. “Una infancia perdida en la guerra”.
23 Palomar – Barό Eduardo, “Los nin~os de la guerra espan~ola”, άρθρο της 27/11/2007 στην ιστοσελίδα “generalisimo franco”.
24 Beevor, ό.π, σελ. 639.
25 Fran Ruiz, άρθρο της 24/1/2005 στην ηλεκτρονική σελίδα “el foro de la memoria”.
26 Alted Vigil ό.π / Palomar – Barό ο.π.
27 Alted Vigil, ό.π.
28 Palomar – Barό ό.π.
29 Alted Vigil ό.π.
30 Palomar – Barό ό.π.
31 Beevor, ό.π, σελ. 573.
32 Termes Josep, Cόnsul Arnau, La Guerra Civil a Catalunya (1936- 1939), σελ. 187.
33 Beevor, ό.π σελ. 634-635.
34 Llarch Joan. Campos de concentraciόn en la Espan~a de Franco, σελ. 177 – 198
35 Beevor, ό.π. σελ. 638.
36 Μαργαρίτης Γιώργος. Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, τόμος Β, σελ. 613 / Γκριτζώνας Κώστας, Τα παιδιά του Εμφυλίου Πολέμου, σελ. 123.
Βιβλιογραφία
Beevor, Antony. La Guerra Civil Espan~ola, editorial Crίtica, Barcelona, 2005.
Clemente, Josep Carles. El άrbol de la vida. La Cruz Roja en la Guerra Civil de Espan~a, Laboratorios Beecham, 1989.
Graham, Helen. Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε (μετάφραση Μιχάλης Λαλιώτης), Ελληνικά Γράμματα 2007.
Jackson, Gabriel. La Republica Espan~ola y la Guerra Civil, editorial Crίtica, Barcelona, 1976 (2a ediciόn).
Llarch, Joan. Campos de concentraciόn en la Espan~a de Franco, Producciones Editoriales, Barcelona, 1978.
Solé i Barjau, Queralt. Catalunya 1939 L’ultima derrota, Ara llibres, Badalona, 2006.
Termes, Josep i Cόnsul, Arnau. La Guerra Civil a Catalunya (1936 – 1939), Raval Edicions, Barcelona, 2008.
Zafra, Enrique, Crego, Rosalίa y Heredia, Carmen. Los nin~os evacuados en la URSS (1937), Ediciones de la Torre, Madrid, 1989.
Γκριτζώνας, Κώστας. Τα παιδιά του εμφυλίου πολέμου, εκδόσεις Φίλιστωρ, Αθήνα, 1998.
Μαργαρίτης, Γιώργος. Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, τόμος 2, Αθήνα, 2001.
ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
Palomar Barό, Eduardo. El drama del exilio infantil, άρθρο της 27/11/2007 στην ιστοσελίδα http://www.generalis imofranco.com/GC/ninos/001.htm
Alted Vigil, Alicia. El exilio espan~ol de la Guerra Civil: Los nin~os de la Guerra, έκθεση της UGT, 2006. (http:// www.ugt.es/fflc/exposiciones/ninosguerra/ninos00.htm)
Pilar Bonet, άρθρο της 12/5/2010 στον διαδικτυακό τόπο για τη μνήμη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου,”El foro de la memoria” (http://www.foroporlamemoria.es/ pl.php?id=389)
Yaiza Perera. Una infancia perdida en la guerra, άρθρο στην ηλεκτρονική σελίδα http://ebj-prof.net/ DESCUBRIR/GuerraCivil/GuerraCivil.htm/nintildeos
Εφημερίδα “El paίs”, άρθρο της 16/3/2010 (www.elpais.com)
Fran Ruiz, άρθρο της 24/1/2005 στον διαδικτυακό τόπο για τη μνήμη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, “El foro de la memoria”
(http://www.nodo50.org/ foroporlamemoria)
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.