Etienne Klein

σύναψις 19 [2010 – τόμος 06]

Ο χρόνος είναι θέμα συνείδησης;

Ο Etienne Klein είναι Φυσικός, Διευθυντής Ερευνών στο Commissariat à l’Énergie Atomique [CEA], όπου διευθύνει το Laboratoire de Recherche sur les Sciences de la Matière (LARSIM) στο Saclay, κοντά στο Παρίσι. Είναι επίσης Καθηγητής της Φιλοσοφίας των Επιστημών

Πρωτότυπος τίτλος: Le temps est-il une affaire de conscience? Ο Etienne Klein έχει συγγράψει πολλά έργα πάνω στο πρόβλημα του χρόνου, κυρίως τα: Les Tactiques de Chronos, Flammarion, 2003 (Flammarion, coll. « Champs », 2004), Le facteur temps ne sonne jamais deux fois, Flammarion, 2007, Discours sur l’origine de l’univers, Flammarion, octobre 2010.

μετάφραση
Θανάσης Καράβατος

Εγώ όμως ξέμαθα να πιστεύω στα μεγάλα γεγονότα, όποτε
υπάρχουν γύρω τους πολλά μουγκρίσματα και πολύς καπνός.
Και πίστεψέ με φίλε μου, θόρυβε της κόλασης! Τα μέγιστα γεγονότα – δεν είναι οι πιο θορυβώδεις, αλλά οι πιο σιωπηλές ώρες μας.

Φριντριχ Νίτσε. Έστι μίλησε ο Ζαρατούστρα.
Μτφ Ζήσης Σαρίκας, Εκδ. Πανοπτικόν 2010, σελ 196

Στα μέρη μας, η μεταφορική έννοια του ποταμού που χρησιμοποιούμε για τον χρόνο συνοδεύει σχεδόν όλο τον σχετικό προβληματισμό και συνεχίζει να αρδεύει τον τρόπο με τον οποίο την επικαλούμαστε και την αναπαριστούμε: στον προφορικό λόγο, ο χρόνος παραμένει στενά συνδεδεμένος με την εικόνα ενός ρευστού που κυλά, ενώ τον εικονίζουμε σαν μια ευθεία γραμμή, ένα είδος αφαιρετικής αναφοράς στον ποταμό, όπου ένα μικρό βέλος δείχνει τη φορά της ροής.

Στην πραγματικότητα όμως, φαίνεται πως αυτή η αναπαράσταση είναι εν μέρει απατηλή, αφού μας οδηγεί στο να αποδίδουμε στον χρόνο τις ιδιότητες της γραμμής με την οποία τον αναπαριστούμε. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε πως, περιγράφοντάς τον σαν γραμμή, του φορτώνουμε ipso facto «τα προβλήματα μιας γραμμής». Ο Kant το είχε ήδη πει: «παριστάνουμε τη συνέχεια του χρόνου με μια γραμμή που επεκτείνεται στο άπειρο και της οποίας τα διάφορα μέρη αποτελούν μια σειρά που δεν έχει παρά μία μόνο διάσταση κι έτσι συμπεραίνουμε για τις ιδιότητες του χρόνου από τις ιδιότητες αυτής της γραμμής, μόνο που τα μέρη της τελευταίας υπάρχουν ταυτόχρονα, ενώ του πρώτου προκύπτουν πάντοτε διαδοχικά».1

Πράγματι, αυτή η αναπαράσταση συμπυκνώνει και υποδεικνύει ορισμένα προβλήματα φιλοσοφικής τάξης. Για παράδειγμα, δεν εξηγεί πώς κατασκευάζεται αυτή η γραμμή του χρόνου: μήπως είναι η παρούσα στιγμή που τη διατρέχει προοδευτικά ή μήπως προκύπτει σημείο προς σημείο, η μια στιγμή μετά την άλλη; Και πού βασίζεται αυτό που αποκαλούμε ροή του χρόνου; Και ποιος είναι ο κινητήρας του; Μήπως ο ίδιος ο χρόνος; Το σύμπαν; Εμείς οι ίδιοι;

Το απλό γεγονός να τίθενται αυτά τα ερωτήματα παραπέμπει σε ένα πρόβλημα που έχει θέσει ο Henri Bergson στο βιβλίο του Durée et Simultanéité: Πώς από το διαδοχικό μπορεί να παραχθεί το παραθετικό; Πώς σημεία που τοποθετούνται πάνω σε μια, φαινομενικά χωρική, ευθεία γραμμή τα καταφέρνουν και γίνονται χρόνος; Πώς και το καθένα δεν εμφανίζεται παρά μόνο μια φορά; Εντελώς πρόσφατα, ο αμερικάνος φυσικός Lee Smolin προσέλκυσε την προσοχή των συναδέλφων του σε αυτό το αίνιγμα, θεωρώντας το ως μείζονα εννοιολογική δυσκολία που παρεμποδίζει την ανάπτυξη της φυσικής, ιδίως όταν πρόκειται να ενοποιηθεί η γενική σχετικότητα με την κβαντική φυσική: «Όταν παριστάνουμε γραφικά μια κίνηση στον χώρο, ο χρόνος παριστάνεται σαν να είναι μια άλλη χωρική διάσταση. Σάμπως να πάγωσε ο χρόνος […] Θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να ξεπαγώσει ο χρόνος, να τον παριστάνουμε χωρίς να τον μετατρέπουμε σε χώρο».2 Για να πραγματοποιηθεί αυτό, πρέπει να καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση και ο χαρακτηρισμός του πραγματικού κινητήρα του χρόνου: ανήκει στη φύση, είναι αντικειμενικός ή μήπως συνδέεται κατ’ ουσίαν με τη σχέση που έχουμε με τον κόσμο; Και αν αυτή η τελευταία υπόθεση είναι ορθή, θα πρέπει τότε και η συνείδηση να παίζει τον ρόλο του διάμεσου μεταξύ ημών και του κόσμου;

Η παρούσα στιγμή, έτσι όπως εμφανίζεται στη φυσική γραμμή του χρόνου, έχει μηδενική διάρκεια. Εντοπίζεται σε ένα σημείο. Ένα σημείο που συμβολίζει την ενεστώσα σύνδεσή μας στη γραμμή του χρόνου. Η αντίληψή μας, όμως, δεν είναι ποτέ κατά τον ίδιο τρόπο εντοπισμένη. Διότι, η συνείδησή μας διευρύνει την παρούσα στιγμή, αμβλύνει τη διαύγειά της, την διαστέλλει σε διάρκεια. Την καλύπτει με ό,τι γειτνιάζει, την περιβάλλει με κάτι σαν μετείκασμα του περιεχομένου της προηγούμενης στιγμής και κάποια πρόβλεψη για ό,τι θα περιέχεται στην επόμενη στιγμή. Γι’ αυτό, όταν ακούμε ένα μουσικό κομμάτι, αντιλαμβανόμαστε πως η νότα που προηγήθηκε ακούγεται σα να διατηρείται μαζί με την παρούσα νότα, που κι αυτή προβάλλεται πάνω στην επόμενή της. Όταν χάνεται το παρόν αφήνει πάντα ένα ίχνος στη συνείδηση, όσο προεικάζει ταυτόχρονα και την προέκτασή του: δημιουργείται, δηλαδή, εντός του παρόντος ένα είδος συνεχόμενης συμμαχίας με το άμεσο παρελθόν και το επικείμενο μέλλον. Χωρίς τούτη τη συμμαχία δεν θα υπήρχε κυριολεκτικά μελωδία. Γι’ αυτό, η συνείδησή μας του παρόντος ενοποιεί –ή συγκεντρώνει– διαδοχικές στιγμές που δεν συνυπάρχουν στον φυσικό χρόνο. Επειδή στη φυσική, δυο διαδοχικές στιγμές δεν συνυπάρχουν.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αναπαράσταση της πορείας του χρόνου με μια γραμμή, που μας φαίνεται τόσο φυσική, μοιάζει περισσότερο σαν το αποτέλεσμα ενός σύμπλοκου χειρισμού. Πράγματι, είναι σα να θεωρούμε πως δύο διακριτά και διαδοχικά γεγονότα αλληλοαποκλείονται, ενώ ανήκουν ταυτόχρονα σε μία μόνη και ίδια σειρά.

Σε γενικές γραμμές, η κατανόηση του χρόνου προκύπτει μέσα από μια ανάγνωση που ταυτόχρονα αναλύει και ολοκληρώνει την ακολουθία των στιγμών: ένα σύνολο σημείων, χωρίς συσχέτιση στην αρχή, οργανώνεται σε μια συνεχή γραμμή και γίνεται ένα χρονικό συνεχές. Αυτή ακριβώς η ικανότητα της συνείδησης να ολοκληρώνει μας επιτρέπει να φανταστούμε πως υπάρχει ροή του χρόνου. Άλλωστε, όταν αυτή αρχίσει να γίνεται ελλειμματική, θα βρεθούμε στην κατάσταση του δυστυχούς μπάρμπα Bourdin που αναφέρει ο Descartes: «Γνώρισα κάποιον που μια μέρα, ακούγοντας στον ύπνο του να χτυπά το ρολόι του την τέταρτη ώρα, έκανε τον ακόλουθο λογαριασμό: μία, μία, μία, μία· οπότε, μπροστά στο παράλογο της σκέψης του, άρχισε να φωνάζει: “Το ρολόι τρελάθηκε: μέτρησε τέσσερις φορές τη μία ώρα!”».3 Πίστεψε ότι το ρολόι, έχοντας σημάνει τέσσερις η ώρα, είχε χτυπήσει τέσσερις φορές την ώρα μία: του φάνηκε πως κάθε νέο χτύπημα του ρολογιού του φαινόταν σαν επανάληψη του προηγούμενου χτυπήματος που δεν έφερνε στ’ αυτιά του καμιά πρόσθετη πληροφορία.

Η αντίληψη του χρόνου σαν ένα πέρασμα, που επικαλύπτει έτσι το μέλλον, το παρόν και το παρελθόν, καθιστά αναγκαίο έναν διπλό νοητικό χειρισμό: δεν απαιτεί μόνο τη διάκριση του παρόντος –το μόνο που υπάρχει– και τον αποκλεισμό του παρελθόντος και του μέλλοντος, αλλά, εξίσου και ταυτόχρονα, απαιτεί τη σύγχρονη σύλληψη της παρούσας στιγμής, της παρελθούσας στιγμής και της μέλλουσας στιγμής που πρέπει να νοηθούν ως ανήκουσες σε μία και την ίδια σειρά· δεν υπάρχει μια στιγμή και μετά μια άλλη· υπάρχει μια πρώτη, μετά μια δεύτερη και κατόπιν μια τρίτη. Κι από εδώ προκύπτει ότι η πρώτη και η δεύτερη δεν υπάρχουν πια όταν είναι παρούσα η τρίτη, πλην όμως κάτι από αυτές παραμένει, επιτρέποντας τη σκέψη πως αυτές οι τρεις στιγμές ανήκουν στο ίδιο σύνολο.

Η παρέμβαση μιας συνείδησης που «ολοκληρώνει» φαίνεται να είναι αναγκαία για να εννοιολογηθεί η συνεχής και ομοιογενής ροή του χρόνου που δεν θα είναι μια χαοτική συγκέντρωση ατόμων χρόνου. Μπορούμε έτσι να πούμε πως η ροή του χρόνου εξαρτάται η ίδια από τη συνείδηση; Ή τάχα υπάρχει αυτόνομη ως προς το συνειδητό υποκείμενο;

Για μας, το παρόν κατέχει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στη γραμμή του χρόνου. Ακόμα μας φαίνεται μοναδική, ριζικώς διάφορη από όλες τις άλλες στιγμές, επειδή ακριβώς είναι αυτή εντός της οποίας είμαστε …παρόντες. Εξάλλου, μια στιγμή δεν χαρακτηρίζεται ως παρούσα παρά σε αναφορά σε μας: το μόνο που την ξεχωρίζει a priori από τις συγγενείς της είναι πως πρόκειται για τη στιγμή που υποδέχεται την παρουσία μας. Εντούτοις, θα παραμείνει πάνω στη γραμμή που παριστά τον φυσικό χρόνο ως μια ιδιαιτέρως …κοινή στιγμή: τίποτε δεν μοιάζει να την ξεχωρίζει είτε από τις προηγηθείσες στιγμές είτε από όσες θα την ακολουθήσουν, αν εμείς δεν τη δηλώσουμε ως παρούσα. Από μια πρώτη άποψη, η μαθηματικοποίηση του χρόνου, λοιπόν, φαίνεται να τυποποιεί το παρόν αφαιρώντας του κάθε ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες στιγμές: εξ ορισμού κάθε χρονική στιγμή είναι, υπήρξε και θα είναι παρούσα. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: μέσα από τι μια παρούσα στιγμή, φυσικώς τόσο σαν κάθε άλλη, γίνεται για μας τόσο ιδιαίτερη; Η ιδιομορφία της προέρχεται από εμάς ή είναι ενδογενής; Με άλλους όρους, υπάρχει ένα παρόν του κόσμου (που δεν μπορεί παρά να είναι τοπικό) ή μήπως αυτό που αποκαλούμε το παρόν δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σημειώνει τη δική μας παρουσία στον κόσμο; Με άλλα λόγια, μήπως η έννοια του παρόντος απαιτεί την παρουσία ενός παρατηρητή για να συσταθεί;

Πριν δούμε εάν η φυσική είναι σε θέση –ή όχι– να μας βοηθήσει στην απάντηση αυτών των ερωτήσεων, ας σημειώσουμε ότι οι φιλοσοφικοί μας λόγοι για το παρόν είναι συχνά αντιφατικοί. Για παράδειγμα, λέμε ότι ο χρόνος περνά, επειδή η παρούσα στιγμή δεν είναι ποτέ απολύτως η ίδια κι επίσης ότι δεν περνά, επειδή δεν εγκαταλείπουμε μια παρούσα στιγμή παρά μόνο για να ξαναβρούμε μια άλλη. Έτσι, το παρόν εμφανίζεται να μολύνεται πάντα από ανταγωνιστικές ιδιότητες: συνάπτει την παρουσία και την απουσία, την ιδιαιτερότητα και τη συνέχεια, την ανάδυση και την απόσβεση, την κινητικότητα και την ακινησία, τη μεταβολή και την διατήρηση. Αναπόφευκτα, ένα παρόμοιο οντολογικό καθεστώς δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε παραλογισμούς,4 με αποτελέσματα νοητικής τάξης στο μέτρο που μας καθιστά ανίκανους να σκεφτούμε ορθά τη γραμμή του χρόνου στην «ολοκληρία» της. Δεν μπορούμε ποτέ να την εκτιμήσουμε πραγματικά: όντας πότε αξίωμα αλλαγής, πότε πρόσχημα κάθε χρονολογίας· άλλοτε ταυτίζοντάς την με το φευγαλέο κι άλλοτε με ένα στατικό πεδίο, αναμένοντας ότι θα μπορούσε να παραχθεί· πότε μια φυσική έννοια ή, αντίθετα, ένα παράγωγο της συνείδησης.

Ποιο είναι συνολικά το καθεστώς της παρούσας στιγμής; Είναι κάτι με το οποίο μας παρουσιάζεται ο χρόνος ή κάτι που εμείς τοποθετούμε στον χρόνο; Μια τέτοια ερώτηση είναι τόσο πιο ευαίσθητη όσο εμείς διαθέτουμε, αν όχι δύο έννοιες, τουλάχιστον δύο διακριτές εμπειρίες του χρόνου. Τι πραγματικά βρίσκουμε στον τρέχοντα λόγο για να μιλήσουμε περί χρόνου; Από τη μια, εκφράσεις όπως «πριν», «μετά», «στη διάρκεια», και από την άλλη, εκφράσεις όπως «παρόν» «παρελθόν» «μέλλον». Οι πρώτες εκφράζουν σχέσεις (το πρότερο, το μεταγενέστερο, το ταυτόχρονο) ανάμεσα σε οποιαδήποτε γεγονότα· οι δεύτερες αποτελούν χρονικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν να παρέμβει μια προνομιακή στιγμή, η παρούσα στιγμή, αυτή που υπάρχει τώρα. Σχέσεις και χρονικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν έτσι τον καταληπτό σκελετό όλων των περί χρόνου λόγων μας. Οι αποκλειστικά χρονολογικές σχέσεις μεταξύ γεγονότων (το πρότερο, το μεταγενέστερο, το ταυτόχρονο) είναι αντικειμενικές και ανεξάρτητες ημών. Δεν τροποποιούνται καθώς κυλά ο χρόνος: Θα παραμένει πάντα αληθινό ότι ο Newton γεννήθηκε πριν από τον Einstein. Ενώ τα χρονικά χαρακτηριστικά αλλάζουν μαζί με το παρόν που αλλάζει, καθώς το ίδιο γεγονός θα ανήκει με τη σειρά του στο μέλλον, στο παρόν, στο παρελθόν: αυτό που συμβαίνει σήμερα θα πούμε αύριο πως συνέβη χθες, ενώ αυτό που συνέβη πριν δεν μπορεί να συμβεί μετά.

Μπορούμε να περιορίσουμε τα χρονικά χαρακτηριστικά μόνο στις χρονολογικές σχέσεις; Το ερώτημα αυτό διαίρεσε τους φιλοσόφους, ιδίως μετά τη δημοσίευση το 1908 ενός διάσημου άρθρου του J.M.E. McTaggart,5 του οποίου η στόχευση μπορεί να συμπυκνωθεί ως ακολούθως. Φαινομενολογικά, η εμπειρία που έχουμε από τον χρόνο σημαδεύεται από το γεγονός πως ό,τι συμβαίνει προκύπτει πάντα στο παρόν και πως η μόνη πραγματικότητα, η πρώτη τουλάχιστον πραγματικότητα, μας φαίνεται ότι ανήκει στο παρόν. Στο παρόν αισθανόμαστε, στο παρόν επίσης ενθυμούμαστε ότι δεν υπάρχει πια και στο παρόν πάλι σχεδιάζουμε, με φόβο ή επιθυμία, αυτό που δεν υπάρχει ακόμα.6 Ο χρόνος, τέτοιος που μας φαίνεται, ορίζεται λοιπόν από τους τρεις του προσδιορισμούς, το παρόν, πρώτος χρόνος, σε σχέση προς τον οποίο λέγονται ή παρουσιάζονται το παρελθόν και το μέλλον. Αντίθετα, αν φανταζόμαστε πως δεν είμαστε παρόντες και προσπαθήσουμε να σκεφτούμε αυτό που είναι ο κόσμος, εάν επιχειρήσουμε να πούμε τι θα ήταν χωρίς εμάς, θα έχουμε τότε το αίσθημα πως οι τρεις αυτοί προσδιορισμοί χάνουν τη σημασία τους, καθώς δεν εκφράζουν καμιά πραγματικότητα από μόνοι τους. Φαίνεται πολύ καλά ότι η έννοια της «φυσικής» για τον χρόνο, αντικειμενική και φυσική, ανεξάρτητη από τη δική μας χρονική κατάσταση, δεν περιλαμβάνει μέσα της αυτούς τους τρεις προσδιορισμούς, αλλά μόνο τρεις σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα στοιχεία: «προηγουμένως από», «ακολούθως του», «ταυτόχρονα με» (ή «πριν», «μετά», «στη διάρκεια»). Τίθεται λοιπόν το πρόβλημα να γνωρίσουμε εάν ο χρόνος, αυτός καθεαυτός, μπορεί να νοηθεί με μόνη τη βοήθεια των σχέσεων (τις οποίες ο McTaggart ονομάζει «σχέσεις Β») ή μήπως κάτι τέτοιο απαιτεί, επιπλέον, τους προσδιορισμούς παρόν/παρελθόν/μέλλον (τους οποίους ο McTaggart ονομάζει «σχέσεις Α»).

Αυτή φαίνεται να είναι η αντίθεση, κληρονόμος ολόκληρης της ιστορίας της σκέψης, που διαιρεί τα περισσότερα φιλοσοφικά δόγματα περί χρόνου. Για τους μεν – που τους εκπροσωπούν στον 20ο αιώνα ο Carnap και ο Russell, πολύ δε παλιότερα ο Leibniz και κατά πρώτον ο Αριστοτέλης (οι περισσότερες των αποκαλούμενων «φιλοσοφιών της έννοιας»)–, ο χρόνος μπορεί να νοηθεί ως απλή διάταξη μεταξύ πρότερου / επόμενου και οι χρονικοί προσδιορισμοί να περιοριστούν, λογικώς και φυσικώς, στις «σχέσεις Β»: το παρόν, το μέλλον ή το παρελθόν δεν είναι παρά υποκειμενικοί, ψυχολογικοί προσδιορισμοί και το μόνο που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι οι χρονολογικές σχέσεις μεταξύ γεγονότων. Για όσους δε εμπνέονται από τους «φιλοσόφους της συνείδησης» (Bergson, Husserl, Merleau-Ponty και, κατά πρώτον, τον Άγιο Αυγουστίνο), ο χρόνος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τις ιδέες του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, διότι αυτοί οι χρονικοί προσδιορισμοί, ιδίως του παρόντος, δεν ανάγονται σε κάτι άλλο. Στην πρώτη περίπτωση, ο χρόνος νοείται ως μια τάξη διαδοχής που ξεδιπλώνει οριστικές χρονολογίες. Στη δεύτερη περίπτωση, ο χρόνος νοείται ως πέρασμα από μια ιδιαίτερη στιγμή, όπως η μετάβαση του παρόντος προς το παρελθόν και του μέλλοντος προς το παρόν.

Θα περίμενε κανείς ότι η φυσική, του 20ου αιώνα ιδίως, που τόσο βαθιά τροποποίησε τις αναπαραστάσεις του χρόνου, θα ήταν ικανή να αντιμετωπίσει αυτά τα ερωτήματα. Άραγε ακολουθεί μια «φιλοσοφία της έννοιας», βλέποντας στη γραμμή του χρόνου την εκτύλιξη μιας χρονολογίας χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στο παρόν; Ή θα μπορούσε να υποστηρίξει μια «φιλοσοφία της συνείδησης» που θα προσαρμόσει όλη τη θέση της στην αντίληψη που έχουμε για μια στιγμή που περνά; Στην πραγματικότητα, δεν δεσμεύεται καθόλου σε αυτά τα πεδία. Προς στιγμή, σε κάθε περίπτωση. Ιδίως επειδή η έννοια του «τώρα» παραμένει γι’ αυτή ένα οξύ πρόβλημα: η θεωρία της σχετικότητας δυσκολεύεται πράγματι να λάβει υπόψη της την «παρουσία του παρόντος», αλλά και να εξηγήσει αυτό που η παρούσα στιγμή μπορεί να έχει το τόσο ειδικό σε σχέση με άλλες στιγμές του χρόνου.

Στο τέλος της ζωής του, ο Einstein ομολογούσε ο ίδιος πως τον ενοχλούσε αυτό το πρόβλημα της «κατάστασης του τώρα» στη θεωρία που είχε επεξεργαστεί. Στην «πνευματική του βιογραφία», ο Rudolf Carnap αναφέρει σχετικά ένα ενδιαφέρον ανέκδοτο: «Μια μέρα, ο Einstein μου λέει ότι το πρόβλημα του Τώρα τον ενοχλούσε σοβαρά. Μου εξήγησε ότι η εμπειρία του Τώρα έχει για τον άνθρωπο μια ειδική σημασία που διαφοροποιείται ριζικά από εκείνη του παρελθόντος ή του μέλλοντος, μόνο που αυτή η διαφορά δεν μπορεί να γίνει προφανής στους κόλπους της φυσικής. Του φαινόταν μάλιστα θλιβερό όσο και αναπόφευκτο το γεγονός ότι αυτή την εμπειρία δεν μπορεί να την αναλάβει η επιστήμη. Του παρατήρησα πως ό,τι λαμβάνει χώρα αντικειμενικώς θα μπορούσε να περιγραφεί από την επιστήμη: από τη μια, η χρονική διαδοχή γεγονότων από τη φυσική· από την άλλη, η ιδιαίτερη εμπειρία του χρόνου που έχει ο άνθρωπος, συμπεριλαμβανομένων των διαφορετικών συλλήψεων του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος, μπορεί να περιγραφεί και (κατ’ αρχήν) να εξηγηθεί με την ψυχολογία. Αλλά ο Einstein σκεφτόταν ότι οι επιστημονικές περιγραφές δεν φτιάχτηκαν για να καλύψουν τις προσμονές ημών των ανθρώπινων όντων· πως υπάρχει κάτι το ουσιώδες σχετικά με το Τώρα που παραμένει εκτός επιστήμης».7

Η μαθηματική διάρθρωση του φυσικού χρόνου που καθιστά ισοδύναμη κάθε μια από τις στιγμές του, αφήνει πράγματι προς κατανόηση την ιδιομορφία που έχει για τον κάθε ένα εξ ημών η κάθε παρούσα στιγμή. Η φυσική θα μπορούσε να λύσει από μόνη της αυτό το πρόβλημα; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προϋποθέτει πως γίνεται ικανή να περιγράψει, με αποκλειστικά φυσικούς όρους, την πληρότητα της εμπειρίας μας με τον χρόνο. Εάν όμως αντιθέτως, η ροή του χρόνου εξαρτάται, κατά κάποιο τρόπο, από την υποκειμενικότητά μας, εάν η συνείδηση που έχουμε σχετικά παίζει κάποιο ρόλο μέσα στη δυναμική του, σε ποιες άλλες επιστήμες θα πρέπει να καταφύγει; Στις γνωσιακές επιστήμες; Στις νευροεπιστήμες;

Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις έχουν έντονα συζητηθεί, χωρίς να είναι ορατή κάποια συναίνεση. Φαίνεται λοιπόν πως δεν έχουμε ακόμα τελειώσει με τον χρόνο.

Σημειώσεις

3 Descartes, Septièmes Objections aux Méditations, § 2, A.T. VII, Garnier-Flammarion, t. II, p. 654.

4 Είναι αυτό ακριβώς που είχε διαβλέψει πολύ καλά, από τις αρχές του 17ου αιώνα, ο Pierre Gassendi: σε όσους αντέλεγαν «πως ο χρόνος –συγκροτούμενος καθ’ υπόθεση από τρία τμήματα, παρελθόν, παρόν και μέλλον– δεν είναι τίποτε επειδή, το μεν πρώτο δεν υπάρχει πια, το τελευταίο δεν ήρθε ακόμα, το δε μεσαίο χάνεται πλήρως», ανταπαντούσε πως αυτό είναι «παραλογισμός αφού μεταχειρίζονται διαφορετικής φύσης πράγματα σαν να ήταν της ίδιας φύσης […]. Αυτοί που εφάρμοζαν μια κατηγορία που ισχύει για ένα είδος πραγμάτων κάνουν σαν να μετρούν μια ευθεία με κάτι κυρτό, ένα βάρος με μια μεζούρα μήκους, ένα μήκος με έναν μετρητή βάρους». Στο ερώτημα «αν είναι αληθές πως τίποτε που δεν είναι μόνιμο δεν μπορεί να υπάρχει;», ο Gassendi απαντούσε πως η δυσχέρεια μας να απαντήσουμε προέρχεται από έναν περιορισμό του λεξιλογίου μας: «Προφανώς τίποτε δεν μπορεί να υπάρχει κατά μόνιμο τρόπο, εκτός αυτού που είναι μόνιμο· αυτό όμως που είναι διαδοχικό μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο του, δηλαδή διαδοχικά. Χωρίς καμιά αμφιβολία, μας λείπει μια απλή λέξη για να εκφράσουμε την πλήρη ύπαρξη που, χωρίς να είναι ταυτόχρονη, δεν περιέχεται μόνο εντός του παρόντος, αλλά επίσης στο παρελθόν και το μέλλον.

5 Σε αυτό το άρθρο που σταθερά σχολιάζεται από τη δημοσίευσή του, ο J. M. E. McTaggart (1866-1925) ισχυρίζεται πως αποδεικνύει, αποκλειστικά με λογικά επιχειρήματα, τη μη-ύπαρξη του χρόνου: κατ’ αυτόν, η αντίληψή μας του χρόνου είναι καθαρή παραίσθηση και αυτός καθεαυτός ο χρόνος μια καθαρή ιδέα. Βλ. J.M.E. McTaggart, «The unreality of time», Mind, n° 17, 1908, όπως τροποποιήθηκε στο βιβλίο του The Nature of Existence, t. II, Cambridge, Cambridge University Press, 1927, 33.

6 Βλ. Saint Augustin, Confessions, livre XI, xx, 26.

7 Βλ. Rudolf Carnap, «Intellectual Autobiography», dans Paul Arthur Shlipp, éd., The Philosophy of Rudolf Carnap, La Salle, Illinois, Open court, 1963. Να ευχαριστήσω εδώ τον Francis Wolff που μου γνώρισε την ύπαρξη αυτού του κείμενου.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.