Φώτιος Φωτιάδης,
Αργυρώ Βατάκη
σύναψις 19 [2010 – τόμος 06]
Ο Φώτιος Φωτιάδης έχει αρχίσει τη Διδακτορική Διατριβή του στη Βασική και Εφαρμοσμένη Γνωσιακή Επιστήμη, στο τμήμα ΜΙΘΕ του Παν/μίου Αθηνών
Η Αργυρώ Βατάκη είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας στο Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου
Εισαγωγή
Έχουν υπάρξει κατά καιρούς πολλές αναφορές σχετικά με τον διαχωρισμό ψυχής και σώματος τόσο σε θρησκευτικά όσο και σε φιλοσοφικά ρεύματα (με απαρχή το έργο του πατέρα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης René Descartes). Ο καρτεσιανός δυϊσμός βρήκε έκφραση και στη Φιλοσοφία του Νου ως το πρόβλημα Νου-Σώματος (mind-body problem) όπου το επιστημονικό διακύβευμα είναι η σωματική ή όχι υπόσταση των νοητικών φαινομένων. Η Γνωσιακή Επιστήμη απαντά καταφατικά στο ερώτημα αυτό και θεωρεί την ανθρώπινη συνείδηση ένα φαινόμενο που είναι αποτέλεσμα της εγκεφαλικής λειτουργίας.
Μια από τις σημαντικότερες συνιστώσες της ανθρώπινης συνείδησης είναι η αίσθηση της ιδιοκτησίας του σώματος. Το σώμα θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ανθρώπου και αυτή η αντίληψη είναι θεμελιώδης στη διαμόρφωση της εικόνας του εαυτού ή, με άλλα λόγια, της συνείδησης του εαυτού (self-consciousness – Tsakiris et al., 2007). Μερικοί θεωρούν πως η αντιληπτή ενότητα του εαυτού με το σώμα είναι μια μορφή συνειδητότητας που είναι ξέχωρη από π.χ. την οπτική επίγνωση ή την ελευθερία της βούλησης και την ονομάζουν σωματική συνείδηση (bodily self-consciousness – Lenggenhager, Mouthon, & Blanke, 2009).
Ωστόσο η ενότητα του εαυτού με το σώμα δεν είναι πάντα επιθυμητή. Στην επιστήμη της Εικονικής Πραγματικότητας η «παρουσία» (presence) του χρήστη του συστήματος ορίζεται ως η νοητική κατάσταση στην οποία ο χρήστης αισθάνεται πως είναι φυσικά παρών στο περιβάλλον που δημιουργεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Είναι σαφές στους ερευνητές του κλάδου αυτού ότι η αίσθηση του χρήστη πως «είναι εκεί» δεν εξαρτάται μόνο από την ευκρίνεια του εικονικού περιβάλλοντος. Φαίνεται πως σχετίζεται και με τη χρονική συγχρονία των οπτικών, ακουστικών και απτικών πληροφοριών που δέχεται ο χρήστης όταν δρα στο εικονικό περιβάλλον, ενώ η αποτελεσματική διαχείριση των πληροφοριών αυτών κρίνεται απαραίτητη ώστε να αυξηθούν τα επίπεδα «παρουσίας» στις αντίστοιχες εφαρμογές (Sanchez-Vives & Slater, 2005).
Παράλληλα η Γνωσιακή Επιστήμη έχει στρέψει το ενδιαφέρον της, τα τελευταία χρόνια, στις σωματικές βάσεις της νόησης (Lakoff & Johnson, 1999). Γίνεται η υπόθεση πως η νόηση είναι ενσώματη και πως οι νοητικές διεργασίες έχουν λειτουργικό σκοπό (και πιθανόν εξελικτική προέλευση) την αποτελεσματική αλληλεπίδραση του ενσώματος όντος με το περιβάλλον του.
Καθώς το ερώτημα των νευρωνικών βά-σεων της συνείδησης1 τίθεται ολοένα και πιο επιτακτικά από τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας (Crick & Koch, 1990 – Block, 2005) και η τεχνολογία της Εικονικής Πραγματικότητας ζητά τη συνδρομή της Νευροεπιστήμης (Sanchez-Vives & Slater, 2005), οι ερευνητές οδηγούνται στη μελέτη της απλούστερης μορφής συνείδησης: τον υποκειμενικό εντοπισμό του εαυτού στο σώμα (Blanke & Metzinger, 2008).
Φαινόμενα κατά τα οποία διαταράσσεται η ενότητα εαυτού και σώματος είναι οι Εξω-Σωματικές Εμπειρίες (εφεξής ΕΣΕ, out-of-body experiences), οι οποίες ορίζονται ως οι εμπειρίες κατά τις οποίες ένα άτομο που βρίσκεται σε εγρήγορση βλέπει το σώμα του από μια τοποθεσία εκτός του φυσικού του σώματος (Ehrsson, 2007). Κλινικές μελέτες ασθενών που βιώνουν ΕΣΕ άρχισαν να δημοσιεύονται στις αρχές του εικοστού αιώνα (βλ. Blanke, Landis, Spinelli, & Seeck, 2004 για μια επισκόπηση).
Πέραν των αναφορών αυτών, οι ΕΣΕ θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα πως δεν επιδέχονται περαιτέρω επιστημονικής διερεύνησης και εντάσσονταν λίγο – πολύ στα μεταφυσικά ή παραψυχολογικά φαινόμενα (Ramachand-ran, 1998). Οι λόγοι που καθιστούσαν δύσκολη την επιστημονική μελέτη των εξωσωματικών εμπειριών σε υγιή πληθυσμό είναι καθαρά μεθοδολογικοί. Οι κλασικοί πειραματικοί σχεδιασμοί δεν ήταν σε θέση να απομονώσουν την αίσθηση της ιδιοκτησίας του σώματος (body ownership) με άμεσους χειρισμούς, που καθιστούν το σώμα παρών σε μία συνθήκη και απών σε μία επόμενη (Tsakiris et al., 2007). Μήπως όμως τελικά είναι δυνατό –με τη βοήθεια πειραματικών διατάξεων– να εντοπίζουμε το κέντρο του εαυτού μας εκτός σώματος; Ή να αντιλαμβανόμαστε τμήματα ή και ολόκληρο το σώμα μας σε τοποθεσίες εκτός της φυσικής μας έκτασης;
Η Γνωσιακή Επιστήμη κάνει την υπόθεση πως η ενοποιημένη αναπαράσταση εαυτού και σώματος (Lenggenhager et al., 2009) είναι αποτέλεσμα νοητικών διεργασιών και συνεπώς αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιαστεί καινοτόμες μεθοδολογίες και πειραματικοί χειρισμοί που –με απλά μέσα– αλλοιώνουν τον χωρικό εντοπισμό του σώματός μας (Ehrsson, 2007 – Lenggenhager, Tadi, Metzinger, & Blanke, 2007) ή και επιφέρουν την ψευδαίσθηση της ανταλλαγής σώματος (Petkova & Ehrsson, 2008). Οι ψευδαισθήσεις που προκαλούνται σε συμμετέχοντες πειραμάτων ως αποτέλεσμα πειραματικών χειρισμών έχουν προσφέρει πολλά στην πειραματική ψυχολογία καθώς μπορούν να παράσχουν ενδείξεις περί των ανθρώπινων αντιληπτικών διεργασιών και των υποκείμενων νευροφυσιολογικών μηχανισμών τους (Botvinick & Cohen, 1998).
Στο άρθρο αυτό επιχειρείται μια ανασκόπηση των φαινομένων όπου παρατηρείται μια αποσυσχέτιση μεταξύ της αντιληφθείσας και της πραγματικής τοποθεσίας τμημάτων –ή και ολόκληρου– του σώματος, ως αποτέλεσμα νευρολογικών ασθενειών ή ως αποτέλεσμα πειραματικών χειρισμών. Σκιαγραφείται με τον τρόπο αυτό η προσέγγιση των πειραματικών επιστημών στις διεργασίες και τους μηχανισμούς της νόησης που συνεισφέρουν στη διαμόρφωση της σωματικής συνείδησης και προσεγγίζεται η απάντηση που επιχειρεί να δώσει η Γνωσιακή Επιστήμη στο πιθανά σημαντικότερο επιστημονικό ερώτημα της νέας χιλιετίας: ποια είναι η «φύση του εαυτού» (Ramachandran, 1998, σελ. 1851).
Αποσυσχέτιση υποκειμενικής και πραγμα-τικής τοποθεσίας μέρους του σώματος
Πλάνη του Λαστιχένιου Χεριού
Μία πλάνη, η οποία υπήρξε καινοτόμος στο πεδίο της πολυασθητηριακής αντίληψης, είναι η πλάνη του λαστιχένιου χεριού (rubber hand illusion – Botvinick & Cohen, 1998). Σύμφωνα με τους Tsakiris και συνεργάτες (2007), η μοναδική εμπειρία του να βλέπεις και την ίδια στιγμή να αισθάνεσαι το χέρι σου εξαρτάται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών αισθητηριακών τροπικοτήτων. Ο χειρισμός αυτών των αισθητηριακών σημάτων (το τι βλέπει και τι αισθάνεται ο συμμετέχον) οδηγεί στο να αντιμετωπίζεται ένα ξένο αντικείμενο ως μέρος του σώματος ή όχι.
Στην πλάνη του λαστιχένιου χεριού το χέρι κάθε υγιούς ενήλικα που συμμετέχει στην πειραματική διαδικασία κρύβεται πίσω από ένα προπέτασμα, ενώ στο οπτικό του πεδίο τοποθετείται ένα τεχνητό λαστιχένιο ομοίωμα χεριού (βλ. εικ. 1). Ο συμμετέχον διατηρεί το βλέμμα του προσηλωμένο στο τεχνητό άκρο, ενώ ο πειραματιστής χαϊδεύει με δύο βουρτσάκια (ή με τα χέρια του) τόσο το ανθρώπινο όσο και το τεχνητό άκρο, φροντίζοντας οι οπτικοί ερεθισμοί να είναι σύγχρονοι ώστε να μην υπάρξει ασυνέπεια μεταξύ της απτικής και της οπτικής πληροφορίας που δέχεται ο συμμετέχον. Μετά το πέρας δέκα λεπτών απτικού ερεθισμού, οι συμμετέχοντες στο πείραμα απάντησαν με συνέπεια σε ένα ερωτηματολόγιο ότι «αισθάνθηκα το άγγιγμα από το βουρτσάκι στο μέρος όπου έβλεπα το λαστιχένιο χέρι να αγγίζεται» ή ακόμα ότι «το λαστιχένιο χέρι ήταν το χέρι μου». Σε περαιτέρω έρευνα, μετά το πέρας της προηγούμενης διαδικασίας, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν –με κλειστά τα μάτια– να ευθυγραμμίσουν το άλλο τους χέρι με το χέρι που αγγίζονταν. Οι μετρήσεις έδειξαν πως, ως αποτέλεσμα των πειραματικών χειρισμών, η αντιληπτή θέση του χεριού στο οποίο εφαρμόστηκαν οι ερεθισμοί ήταν διαφορετική από την πραγματική του θέση και συγκεκριμένα ήταν πιο κοντά προς το τεχνητό ομοίωμα. Τέλος, μικρή ασυγχρονία μεταξύ των παράλληλων αγγιγμάτων στο πραγματικό και το λαστιχένιο χέρι ήταν αρκετή ώστε να εμποδίσει την πλάνη να συμβεί (Botvinick & Cohen, 1998).

Οι ερευνητές υποθέτουν πως η απόδοση του εαυτού (self-attribution) είναι αποτέλεσμα μιας τριπλής αλληλεπίδρασης μεταξύ των αισθήσεων της όρασης, της αφής και της ιδιοδεκτικότητας (η αίσθηση που παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη σχετική θέση των τμημάτων του σώματος – Sherrington, 1907). Περαιτέρω διερεύνηση της αισθητηριακής αλληλεπίδρασης ή αισθητηριακής κυριαρχίας στο φαινόμενο του λαστιχένιου χεριού οδήγησε μερικούς ερευνητές στο συμπέρασμα πως η οπτική πληροφορία μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση από την απτική πληροφορία (Pavani, Spence, & Driver, 2000). Συγκριμένα, ο Pavani και οι συνεργάτες του μελετήσαν την επίδραση της συνέπειας μεταξύ οπτικών και απτικών πληροφοριών σε ένα έργο χωρικού εντοπισμού απτικών ερεθισμάτων. Οι οπτικοί διασπαστές (ακτίνες φωτός που έπεφταν επάνω στο λαστιχένιο άκρο σε θέση διαφορετική από τη θέση του απτικού ερεθίσματος) επηρέασαν την κρίση των συμμετεχόντων περισσότερο όταν το λαστιχένιο ομοίωμα ήταν σε ευθυγράμμιση με το πραγματικό χέρι παρά όταν δεν ήταν σε ευθυγράμμιση.
Ο Tsakiris και οι συνεργάτες του αναζήτησαν το εγκεφαλικό υπόστρωμα που είναι υπεύθυνο για την πλάνη του λαστιχένιου χεριού. Διεξήγαγαν μια νευροαπεικονιστική μελέτη με σκοπό τον εντοπισμό των εγκεφαλικών περιοχών που συσχετίζονται με την αίσθηση της ιδιοκτησίας του σώματος. Με τη χρήση Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (Positron Emission Tomography), οι ερευνητές βρήκαν πως όταν το λαστιχένιο ομοίωμα ήταν αντιληπτό ως μέρος του σώματος παρατηρούνταν αυξημένη ενεργοποίηση στη δεξιά οπίσθια νήσο, καθώς και στη δεξιά μετωπιαία καλύπτρα (Tsakiris et al., 2007).
Το Φαινόμενο του Άκρου Φαντάσματος
Ένα άλλο φαινόμενο που καταδεικνύει μια ασυνέπεια μεταξύ της αναφερόμενης και της πραγματικής τοποθεσίας ενός ερεθισμού είναι το φαινόμενο του άκρου φαντάσματος (phantom limb) που βιώνει ένα ποσοστό ασθενών με ακρωτηριασμένα άκρα (Ramachandran, Stewart, & Rogers-Rama-chandran, 1992). Πιο συγκεκριμένα, ο απτικός ερεθισμός στο κολόβωμα ενός ακρωτηριασμένου άκρου ή ακόμα και σε μια περιοχή στο πρόσωπο μπορούν να οδηγήσουν σε απτική αίσθηση ή αίσθηση πόνου στο ακρωτηριασμένο άκρο φάντασμα. Η τοποθεσία του ερεθισμού ή η εστία του πόνου αναφέρεται από τους ασθενείς πως είναι το σημείο όπου ήταν το άκρο πριν αυτό αφαιρεθεί χειρουργικά.
Αυτή η (αναφερόμενη) μετατόπιση του ερεθίσματος σε μερικούς ασθενείς χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και συνέπεια, και από μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία μεταξύ των σημείων του πραγματικού ερεθισμού και των σημείων του αναφερόμενου ερεθισμού στο άκρο φάντασμα. Εντοπίζονται δηλαδή σημεία –για παράδειγμα στην επιφάνεια του προσώπου– που το άγγιγμά τους οδηγεί τον ασθενή να αναφέρει ερεθισμό σε συγκεκριμένο μέρος του ακρωτηριασμένου άκρου. Τα σημεία αυτά ονομάζονται πεδία αναφοράς και είναι τόσο σταθερά και διακριτά μεταξύ τους ώστε είναι δυνατόν να σχεδιαστούν οι περιοχές στην επιφάνεια του προσώπου που εγείρουν αίσθηση ερεθισμού σε συγκεκριμένα σημεία του άκρου – φαντάσματος (βλ. εικ. 2 , Ramachandran et al., 1992).


Το φαινόμενο αυτό είναι γνωσιακά αδιαπέρατο (cognitively impenetrable), δηλαδή παρά το γεγονός πως ο ασθενής γνωρίζει ότι το άκρο δεν υπάρχει πλέον, συνεχίζει να αναφέρει πως ο απτικός ερεθισμός συμβαίνει στο ακρωτηριασμένο άκρο. Τέτοιου είδους φαινόμενα, ανεπηρέαστα από τη γνώση και άλλες –θεωρούμενες– ανώτερες γνωστικές λειτουργίες, εικάζεται πως έχουν νευρολογική αιτία και προτείνεται μια εξήγησή τους σε εγκεφαλικό επίπεδο.
Είναι γνωστό πως ο σωματαισθητικός φλοιός (πεδίο 3b κατά Brodmann) χαρακτηρίζεται από μια (σωματοτοπική) οργάνωση. Προβολές από την επιφάνεια του σώματος οδηγούν σε μια πλήρη αναπαράσταση του σώματος στον σωματαισθητικό φλοιό, η οποία ονομάζεται σωματοτοπικός φλοιϊκός χάρτης (Penfield & Rassmussen, 1950). Υπάρχει μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία που απεικονίζεται στο γνωστό ανθρωπάριο (homunculus) του Penfield (βλ. εικ. 3).
Το φαινόμενο του άκρου φαντάσματος θεωρείται αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης του σωματαισθητικού φλοιού μετά τον ακρωτηριασμό. Για παράδειγμα, η έγερση αισθήσεων στο ακρωτηριασμένο άκρο μετά τη διέγερση του προσώπου ίσως να οφείλεται στην επέκταση του φλοιϊκού υπο-χάρτη του προσώπου στη γειτονική περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού που ως πρότινος αποτελούσε τον φλοιϊκό υπο-χάρτη του ακρωτηριασμένου μέλους. Η δραστηριοποίηση των νευρώνων στην περιοχή αυτή ανταποκρίνεται λοιπόν σε απτικούς ερεθισμούς από κάποιο νέο σημείο του σώματος, όμως η νευρική κωδικοποίηση της ενεργοποίησης της περιοχής (νευρο-υπογραφή κατά Melzack, 2001) συνεχίζει να σημαίνει για τον εγκέφαλο ερεθισμό από το παλαιό –και ακρωτηριασμένο πλέον– τμήμα του σώματος.
Η Θεραπεία με Καθρέπτη
Με σκοπό την θεραπεία του πόνου, που πολλές φορές βιώνουν κάποιοι ασθενείς με άκρο φάντασμα, ο Ramachandran και οι συνεργάτες του (Ramachandran & Rogers-Rama-chandran, 1996) δημιούργησαν τη διάταξη του κατοπτρικού κουτιού (mirror box, εικ. 4) από όπου και το όνομα της αντίστοιχης θεραπείας με καθρέπτη (mirror therapy, βλ. Moseley et al., 2008 για μια κριτική επισκόπηση του θέματος, και http://www.mirrorbox
therapy.com για μια εμπορική έκδοση του κουτιού).
Το κατοπτρικό κουτί είναι μια διάταξη με δύο υποδοχές για τα χέρια (ή τα πόδια) οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους από έναν καθρέπτη. Ο ακρωτηριασμένος ασθενής τοποθετεί στη μία υποδοχή το εναπομείναν άκρο του, ενώ στην άλλη υποδοχή καλείται να τοποθετήσει το κολόβωμα και (νοητικά) το άκρο φάντασμα. Υπό την κατάλληλη οπτική γωνία, ο ασθενής βλέπει την αντανάκλαση του εναπομείναντος χεριού ως την «ανάσταση» του χαμένου του χεριού. Ο ασθενής καλείται από τον θεραπευτή να εκτελέσει κάποιες κινήσεις και με τα δυο του άκρα, και η θέαση του χαμένου του χεριού να ανταποκρίνεται στις οδηγίες φαίνεται πως απαλύνει και σταδιακά εξαλείφει τον πόνο που αναφέρεται από τον ασθενή (Moseley et al., 2008).

Μια παραλλαγή της θεραπείας εφαρμόστηκε σε υγιείς συμμετέχοντες με σκοπό να διερευνηθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ των απτικών και οπτικών πληροφοριών. Στη μελέτη του Ro και των συνεργατών του, οι συμμετέχοντες βλέπουν επί 2,5 λεπτά την αντανάκλαση του δεξιού τους χεριού να αγγίζεται από ένα βουρτσάκι (Ro et al., 2004). Υπό αυτές τις συνθήκες, η οπτική πληροφορία υποδηλώνει ότι το αριστερό τους χέρι αγγίζεται, ενώ η ιδιοδεκτική πληροφορία υποδηλώνει ότι το δεξί τους χέρι είναι αυτό που αγγίζεται. Μετά το πέρας της διαδικασίας, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι η απτική διέγερση προέρχονταν από το αριστερό τους χέρι. Πέρα από τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων, οι ερευνητές επεδίωξαν την ποσοτικοποίηση του φαινομένου. Τόσο πριν όσο και μετά το πείραμα μετρήθηκε η απτική ευαισθησία του αριστερού χεριού των συμμετεχόντων. Παρόλο που το αριστερό χέρι δεν αγγίχθηκε κατά την πειραματική διαδικασία, οι συμμετέχοντες ήταν σε θέση –μετά το πείραμα– να ανιχνεύσουν έναν ανεπαίσθητο ηλεκτρικό παλμό, που εφαρμόστηκε μέσω ηλεκτροδίου στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού χεριού με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Ακολουθώντας μεθόδους της Γνωσιακής Νευροεπιστήμης οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε ένα ακόμα εύρημα. Η παρατηρηθείσα βελτίωση της απτικής ευαισθησίας στο μεσαίο δάκτυλο του αριστερού χεριού δεν εμφανίζεται όταν το πείραμα επαναληφθεί υπό την εφαρμογή Διακρανιακού Μαγνητικού Ερεθισμού (Transcranial Magnetic Stimulation) στον δεξιό οπίσθιο βρεγματικό φλοιό των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές λοιπόν συμπεραίνουν πως αυτή η φλοιϊκή περιοχή είναι το νευρικό υπόστρωμα της οπτικής κυριαρχίας έναντι της αφής που επιδεικνύεται στο συγκεκριμένο πείραμα (Ro et al., 2004). Η σημασία του δεξιού οπίσθιου βρεγματικού φλοιού έχει επισημανθεί και από άλλους ερευνητές που πιστεύουν πως είναι υπεύθυνος για τον συνδυασμό πληροφορίας από διαφορετικές τροπικότητες με σκοπό τη δημιουργία μιας αναπαράστασης του εξω-προσωπικού χώρου (extra-personal space, ο οπτικός χώρος γύρω από το σώμα σύμφωνα με Grazziano & Gross, 1995. Βλ. Gallace & Spence, 2008, για μια επισκόπηση).
Αυτοσκοπικά Φαινόμενα και
Αντιληπτικές πλάνες που εγείρουν ΕΣΕ
Τα παραπάνω νευρολογικά φαινόμενα, οι αντίστοιχες θεραπείες και η αντιληπτική πλάνη του λαστιχένιου χεριού αναφέρονται σε διαταραχές της αίσθησης ιδιοκτησίας μέλους του σώματος και όχι ολόκληρου του σώματος. Όπως οι Blanke και Metzinger (2008) αναφέρουν, οι νευρικοί μηχανισμοί της μερικής ιδιοκτησίας διαφέρουν από αυτούς της αυτό-ταυτοποίησης (self-identification), ενώ η διερεύνησή τους δεν συνεισφέρει σημαντικά στοιχεία για τη διερεύνηση της εμπειρίας ότι ο κάθε άνθρωπος είναι μια διακριτή οντότητα ικανή για αυτοέλεγχο και προσοχή που κατέχει ένα σώμα και μια τοποθεσία στον χώρο και τον χρόνο. Αντίθετα οι ΕΣΕ πληρούν τις προδιαγραφές για τη μελέτη αυτού που οι ερευνητές ονομάζουν «Ελάχιστη Φαινόμενη Ατομικότητα» (Minimal Phenomenal Selfhood – Blanke & Metzinger, 2008, σελ. 7).
Αυτοσκοπικά Φαινόμενα
Νευρολογικής Προέλευσης
Γίνεται διάκριση στη σχετική βιβλιογραφία μεταξύ μιας ΕΣΕ και της αυτοσκοπίας (autoscopy). Η ΕΣΕ ορίζεται ως η εμπειρία κατά την οποία ένα άτομο που φαίνεται πως βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο από μια θέση εκτός του φυσικού του σώματος. Αντίθετα, ως αυτοσκοπία χαρακτηρίζεται η εμπειρία κατά την οποία το άτομο, ενώ αισθάνεται πως παραμένει εντός των φυσικών ορίων του σώματός του, βλέπει το σώμα του να βρίσκεται στον εξω-προσωπικό χώρο (Blanke et al., 2004). Ανάλυση των εγκεφαλικών βλαβών ασθενών με αυτοσκοπία έδειξε πως η εστία της βλάβης βρίσκεται στο δεξιο βρεγματο-ινιακό φλοιό ή στον δεξιό κροταφο-ινιακό φλοιό. Αντίστοιχη ανάλυση για ασθενείς με ΕΣΕ κατέδειξε την εστία της βλάβης κυρίαρχα στον δεξιό ή στον αριστερό κροταφο-ινιακό φλοιό. Τόσο φαινομενολογικά όσο και νευροανατομικά λοιπόν, τα δύο φαινόμενα εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά (Blanke & Metzinger, 2008). Τα κλινικά αυτά δεδομένα προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες για τις διεργασίες της ενσώματης αυτό-ταυτοποίησης. Λόγω όμως του μικρού αριθμού των κλινικών περιπτώσεων και της αδυναμίας εξαγωγής ασφαλών συμπερασμών περί των άθικτων γνωστικών διεργασιών του υγιούς πληθυσμού (Lenggenhager et al., 2009), πιο συστηματικές μελέτες σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Πειραματικά Εγειρόμενες
Αντιληπτικές Πλάνες ΕΣΕ
Στις προαναφερθείσες μελέτες μπορεί κανείς να παρατηρήσει κοινά πειραματικά πρωτόκολλα και μεθόδους μέτρησης της επιγενόμενης εμπειρίας. Βλέπουμε λοιπόν πως τα πειραματικά πρωτόκολλα σχετίζονται με τον χειρισμό της οπτικής πληροφορία που γίνεται διαθέσιμη στον συμμετέχοντα του πειράματος και με την εφαρμογή σύγχρονου ή όχι απτικού ερεθισμού στο πραγματικό σώμα και σε ένα εικονικό ή τεχνητό σώμα ή μέλος. Για να εξαχθούν συμπεράσματα χρησιμοποιούνται ερωτηματολόγια ώστε να εκτιμηθεί το είδος και το μέγεθος της υποκειμενικής εμπειρίας του συμμετέχοντα, ενώ συγκεντρώνονται και πιο αδιαμεσολάβητες μετρήσεις όπως η απτική ευαισθησία πριν και μετά τη διεξαγωγή των πειραμάτων.
Αυτές οι μεθοδολογίες χρησιμοποιούνται και στα πειράματα που θα αναφερθούν στη συνέχεια, που ως στόχο έχουν την έγερση μιας πλάνης ολόκληρου του σώματος (full-body illusion, Blanke & Metzinger, 2008) ή αλλιώς την έγερση μιας ΕΣΕ. Εκθέτοντας λοιπόν τους συμμετέχοντες σε αντικρουόμενες πολυαισθητηριακές πληροφορίες μέσω απλών μηχανημάτων (όπως π.χ. κάμερες και συσκευές προβολής) είναι δυνατόν να διαταραχθεί η αντίληψη της χωρικής ενότητας του εαυτού με το σώμα και οι συμμετέχοντες οδηγούνται στο να βιώσουν μια ΕΣΕ.
Πειραματική Έγερση μιας ΕΣΕ
Ο Η. Η. Ehrsson (2007) δημιούργησε μια πειραματική διάταξη όπου ο συμμετέχον κάθεται σε μία καρέκλα, ενώ δύο κάμερες που είναι τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη στα δύο μέτρα πίσω του βιντεοσκοπούν την πλάτη του. Η εικόνα από τις κάμερες διοχετεύεται σε μια στερεοσκοπική συσκευή προβολής (head mounted display), που φορά ο συμμετέχον, ώστε η οπτική πληροφορία που του είναι διαθέσιμη να είναι ίδια με την πληροφορία που θα είχε ένα τρίτο πρόσωπο αν αυτό καθόταν πίσω του. Ο πειραματιστής με ένα πλαστικό ραβδί αγγίζει το στέρνο του συμμετέχοντα (διαδικασία η οποία βρίσκεται εκτός του οπτικού πεδίου του συμμετέχοντα, βλ. εικ. 5) και ταυτόχρονα το στέρνο ενός απατηλού σώματος (illusory body) απλά κουνώντας ένα δεύτερο ραβδί στον αέρα, σε μια τοποθεσία λίγο μπροστά από τις κάμερες (Ehrsson, 2007).

Έπειτα από δύο λεπτά συγχρονισμένης απτικής διέγερσης, οι συμμετέχοντες στο πείραμα κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο και με συνέπεια ανέφεραν ότι είχαν την εμπειρία πως κάθονταν πίσω από το φυσικό τους σώμα και πως κοίταζαν τους εαυτούς τους από αυτήν την τοποθεσία. Στη συνέχεια, ο Ehrsson μέτρησε την αγωγιμότητα του δέρματος των συμμετεχόντων όταν μετά το δίλεπτο στάδιο του απτικού ερεθισμού απείλησε το εικονικό σώμα με ένα σφυρί. Συνέκρινε τις μετρήσεις αυτές με τις μετρήσεις μιας συνθήκης ελέγχου, κατά την οποία ο ερεθισμός χαρακτηριζόταν από ασυγχρονία, και βρήκε στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αγωγιμότητα του δέρματος, η οποία θεωρείται μέτρο της αυτόματης αντίδρασης άγχους του κεντρικού νευρικού συστήματος σε κάποια φυσική απειλή (Ehrsson, 2007).
Σύμφωνα λοιπόν με τα αποτελέσματα του πειράματος, οι συμμετέχοντες είχαν μια ΕΣΕ, βίωσαν δηλαδή την πλάνη πως ο εαυτός τους μετατοπίστηκε σε μια τοποθεσία πίσω από το φυσικό τους σώμα και μπροστά από τις κάμερες. Αυτή η τοποθεσία σύμφωνα με τον Ehrsson αντιστοιχεί στο μέρος από όπου προέρχεται η οπτική πληροφορία.
Χειρισμός της Σωματικής Συνείδησης
Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού Science δημοσιεύτηκε η μελέτη μιας άλλης ομάδας ερευνητών η οποία υλοποίησε μια παρόμοια διάταξη εικονικής πραγματικότητας για την πειραματική έγερση μιας ΕΣΕ (Lenggenhager et al., 2007). Όπως και στη διάταξη του Ehrsson (2007), ο βασικός πειραματικός χειρισμός των Lenggenhager και συν. (2007) αφορά στη συγχρονία των οπτικών και απτικών πληροφοριών που δέχεται ο συμμετέχον (βλ. εικ. 6), ο οποίος αισθάνεται αγγίγματα στην πλάτη του ενώ βλέπει να αγγίζεται ένα εικονικό σώμα (εικ. 6Α), ένα τεχνητό σώμα (εικ. 6Β) ή ένα ορθογώνιο αντικείμενο (εικ. 6 C).
Με στόχο την ποσοτικοποίηση του εντοπισμού του εαυτού (self-localization) οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε ένα κινητικό έργο. Με καλυμμένα τα μάτια τους μετατοπίστηκαν από το σημείο όπου στέκονταν κατά τη διάρκεια των μονόλεπτων απτικών ερεθισμών και τους ζητήθηκε να επιστρέψουν στην αρχική τους θέση. Στη συνέχεια, για να εκτιμηθεί η απόδοση του εαυτού (self-attribution), απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο. Βρέθηκε πως στις περιπτώσεις που οι συμμετέχοντες έβλεπαν από τη συσκευή προβολής είτε το σώμα τους είτε το τεχνητό σώμα –αλλά όχι το ορθογώνιο αντικείμενο– και υπήρχε συγχρονία μεταξύ των ερεθισμών που έβλεπαν και των ερεθισμών που αισθανόταν στην πλάτη τους, έκαναν σημαντική μετατόπιση προς μια θέση μπροστά τους στο επακόλουθο κινητικό έργο (οι ερευνητές ονόμασαν τη θέση αυτή θέση του οπτικού χαρακτήρα – visual character). Επίσης, οι συμμετέχοντες απάντησαν θετικά σε μία ερώτηση του ερωτηματολογίου ενδεικτική της επίδρασης του πειράματος στην αυτο-ταυτοποίησή τους («Ήταν σαν ο εικονικός χαρακτήρας να ήταν το σώμα μου») μόνο όμως στην περίπτωση που αυτό που έβλεπαν ήταν το σώμα τους (και όχι το τεχνητό σώμα). Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα πως οι συμμετέχοντες οδηγήθηκαν στο να έχουν την εμπειρία πως ένα εικονικό σώμα που ήταν μπροστά τους ήταν το σώμα τους και πως τοποθέτησαν τους εαυτούς τους στο εικονικό αυτό σώμα.
Μπροστά ή Πίσω; Χωρικές Διαστάσεις της Σωματικής Συνείδησης
Και στις δύο προαναφερθείσες μελέτες τα πειραματικά πρωτόκολλα που ακολουθήθηκαν οδήγησαν στον εντοπισμό του εαυτού σε ένα εικονικό σώμα έξω από τα όρια του φυσικού σώματος, ενώ παρατηρήθηκε μια κυριαρχία της οπτικής έναντι της απτικής πληροφορίας.
Ωστόσο, μικρές διαφορές στους πειραματικούς χειρισμούς, το αν δηλαδή το άγγιγμα εφαρμόζεται στην πλάτη ή στο στέρνο του συμμετέχοντα, οδήγησαν σε χωρικά διαφορετική μετατόπιση του εαυτού (βλ. εικ. 7). Στην περίπτωση του Ehrsson (2007), η θέση του απατηλού σώματος (illusory body) ήταν πίσω από το φυσικό σώμα και λίγο μπροστά από τις κάμερες (εικ. 7Α), τονίζοντας έτσι τη σημασία της οπτικής γωνίας του πρώτου προσώπου (first-person perspective – Ehrsson, 2007). Αντίθετα στην περίπτωση της Lenggenhager και των συνεργατών της, η θέση του εικονικού σώματος (virtual body) ήταν μπροστά από το φυσικό σώμα (εικ. 7Β), προτάσσοντας για τους ερευνητές τη θέση όπου το σώμα παρουσιάζεται οπτικά (visually presented, Lenggenhager et al., 2007, σελ. 1098).

Οι νέοι αυτοί πειραματικοί χειρισμοί, όπως και η ασυμφωνία των ερευνητών αναφορικά με τη θέση της μετατόπισης προκάλεσαν το επιστημονικό ενδιαφέρον. Σε μια ηλεκτρονική επιστολή του προς το περιοδικό Science, ο Meyer διέκρινε τέσσερις διαφορετικές χωρικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στους συμμετέχοντες και των δύο πειραμάτων (Meyer, 2008): (1) την τοποθεσία προέλευσης της οπτικο-χωρικής προοπτικής, (2) την τοποθεσία της εικονικής παρουσίασης του σώματος, (3) την τοποθεσία της σωματαισθητικής αντίληψης του αγγίγματος και (4) την τοποθεσία της οπτικής αντίληψης του αγγίγματος. Προτείνεται από τον ερευνητή πως η μετατόπιση του κέντρου του εαυτού προκύπτει από την επικράτηση της οπτικής πληροφορίας σχετικά με το που εφαρμόζονται τα αγγίγματα (4) και πως, αντίθετα με όσα ο Ehrsson διατείνεται, η πληροφορία σχετικά με το από πού πηγάζει η οπτική πληροφορία (1) δεν είναι κυρίαρχη πληροφορία.
Σε μια απόπειρα αποσαφήνισης της θέσης του αντιληπτού εαυτού (perceived self), οι Lenggenhager και συν. (2009) υλοποίησαν εκ νέου και τα δύο πρωτόκολλα υπό κοινές πειραματικές συνθήκες (Lenggen-hager et al., 2009). Στη διάταξή τους ο συμμετέχον τοποθετείται σε ένα οριζόντιο τραπέζι και εφαρμόζονται απτικοί ερεθισμοί είτε στην πλάτη (εικ. 8Α) είτε στο στέρνο του (εικ. 8Β). Η οπτική πληροφορία που δέχεται ο συμμετέχον προέρχεται από κάμερες που είναι τοποθετημένες δύο μέτρα πάνω από το πίσω μέρος του σώματός του. Ελέγχοντας την χρονοκαθυστέρηση στην μετάδοση της εικόνας, η οπτική πληροφορία είναι είτε σε συγχρονία είτε σε ασυγχρονία με την απτική πληροφορία που αισθάνεται ο συμμετέχον.
Μετά το πέρας των τρίλεπτων ερεθισμών, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο και κλήθηκαν να εκτελέσουν ένα νοερό έργο: τους ζητήθηκε να αφήσουν (νοερά) μια μπάλα να πέσει από τα χέρια τους και να σημάνουν τη στιγμή που θεωρούσαν πως η μπάλα έφτανε στο έδαφος πατώντας ένα κουμπί. Οι μετρήσεις των χρόνων απόκρισης στο νοερό αυτό έργο αποκάλυψαν πως οι συμμετέχοντες που αγγίζονταν στο στέρνο θεωρούσαν ότι η μπάλα θα φτάσει στο έδαφος σε μεγαλύτερο χρόνο από τον χρόνο που ανέφεραν οι συμμετέχοντες που αγγίζονταν στην πλάτη. Το άγγιγμα στο στέρνο λοιπόν οδήγησε σε μια προς τα πάνω μετατόπιση του αντιληπτού εαυτού (στο σημείο από όπου προέρχεται η οπτική πληροφορία), ενώ το άγγιγμα στην πλάτη οδήγησε σε μια προς τα κάτω μετατόπιση (στο σημείο όπου φαίνεται το σώμα να βρίσκεται). Ωστόσο, η ανάλυση των απαντήσεων του ερωτηματολογίου έδειξε πως στην περίπτωση του αγγίγματος στο στέρνο, τα επίπεδα της αυτό-ταυτοποίησης ήταν μειωμένα (σε σχέση με τη συνθήκη ασύγχρονου απτικού ερεθισμού), ενώ ήταν αυξημένη η αίσθηση πως «Κοίταζα κάποιον άλλο».


Οι ερευνητές λοιπόν συμπεραίνουν πως για να υπάρξει μια πραγματική εμπειρία μετατόπισης του κέντρου του εαυτού (και να μην προκαλείται απλά η αίσθηση πως ο συμμετέχοντας κοιτάζει κάποιον άλλο) πρέπει να ταυτίζεται η πληροφορία σχετικά με το που φαίνεται να εφαρμόζεται το άγγιγμα με την πληροφορία του που φαίνεται να βρίσκεται το σώμα.
Αν Ήμουν Εσύ: Μια Αντιληπτική Πλάνη
Ανταλλαγής Σώματος
Οι Petkova και Ehrsson (2008) σχεδίασαν και υλοποίησαν μία ακόμα διάταξη πειραματικής έγερσης ΕΣΕ υιοθετώντας μια ελαφρώς διαφορετική οπτική γωνία προέλευσης της οπτικής πληροφορίας (Petkova & Ehrsson, 2008). Στο κεφάλι ενός τεχνητού ομοιώματος τοποθετούνται κάμερες οι οποίες βιντεοσκοπούν το τεχνητό σώμα από την θέση στην οποία αντιστοιχούν τα μάτια (βλ. εικ. 9). Η πληροφορία αυτή διοχετεύεται στη στερεοσκοπική συσκευή προβολής που φοράει ο συμμετέχον ο οποίος έχει σκυμμένο το κεφάλι ωσάν να κοιτούσε το σώμα του. Σύγχρονοι ή ασύγχρονοι απτικοί ερεθισμοί εφαρμόζονται στους κοιλιακούς μύες του συμμετέχοντα, όσο και στην κοιλιά του ομοιώματος.
Μετά την εφαρμογή των απτικών ερεθισμών ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο, ενώ περαιτέρω έρευνα διεξήχθη κατά την οποία μετρήθηκε η αγωγιμότητα του δέρματος των συμμετεχόντων ενώ έβλεπαν ένα μαχαίρι (ή ένα παρόμοιου μεγέθους κουτάλι) να αγγίζει τους κοιλιακούς του ομοιώματος. Η ανάλυση των ερωτηματολογίων έδειξε ότι οι συμμετέχοντες του πειράματος αισθάνθηκαν (στην περίπτωση των σύγχρονων απτικών ερεθισμών) το σώμα του ομοιώματος σαν να ήταν το δικό τους σώμα, ενώ η ανάλυση των φυσιολογικών μετρήσεων έδειξε ότι (στην ίδια συνθήκη) οι συμμετέχοντες είχαν μια συναισθηματική αντίδραση άγχους παρόμοια με αυτήν που θα είχαν αν απειλούνταν το δικό τους σώμα όταν η απειλή πραγματοποιήθηκε με μαχαίρι, όχι όμως και όταν πραγματοποιήθηκε με το ακίνδυνο αντικείμενο (κουτάλι). Περαιτέρω έρευνα έδειξε πως η αντίδραση άγχους δεν ήταν αποτέλεσμα του συγκεκριμένου σημείου του δέρματος στον ερεθισμό, καθώς παρατηρήθηκε αύξηση αγωγιμότητας του δέρματος στους κοιλιακούς είτε ο δίλεπτος απτικός ερεθισμός πραγματοποιούνταν στην κοιλιά είτε στο χέρι του συμμετέχοντα. Επίσης, οι ερευνητές εξέτασαν την υπόθεση ότι, για να προκληθεί η πλάνη, το τεχνητό σώμα πρέπει να ομοιάζει με ανθρώπινο και βρήκαν πως τα αποτελέσματα του πειράματος δεν επαναλαμβάνονται όταν το ανθρώπινο ομοίωμα αντικαταστάθηκε από ένα παρόμοιου μεγέθους ορθογώνιο αντικείμενο.

Οι ερευνητές, πεπεισμένοι για τη στιβαρότητα της πλάνης, έκαναν την υπόθεση πως αν πρόκειται για μια πραγματική εμπειρία αλλαγής σώματος τότε η πλάνη πρέπει να είναι γνωσιακά αδιαπέρατη. Πως, δηλαδή, η πλάνη δεν πρέπει να καταρρέει ακόμα και αν ο συμμετέχον δει το δικό του σώμα. Σχεδίασαν και εκτέλεσαν ένα πείραμα που εξετάζει το ενδεχόμενο να είναι δυνατή η ανταλλαγή σώματος με αυτήν ενός άλλου ατόμου, και το ενδεχόμενο να ανταλλάξουν οι συμμετέχοντες – κυριολεκτικά – χειραψία με τον εαυτό τους.
Στο πείραμα αυτό την κάμερα φοράει η πειραματίστρια, έτσι ώστε να βιντεοσκοπείται το χέρι της, το χέρι του συμμετέχοντα, καθώς και τμήμα του σώματός του (βλ. εικ. 10). Ο συμμετέχον φοράει τη συσκευή προβολής, ενώ ανταλλάσσει χειραψία με την πειραματίστρια. Επί δύο λεπτά ο συμμετέχον και η πειραματίστρια καλούνται να σφίγγουν τα χέρια ο ένας του άλλου. Στη σύγχρονη συνθήκη τα χέρια σφίγγονται ταυτόχρονα, ενώ στην ασύγχρονη συνθήκη η πειραματίστρια ανταποδίδει το σφίξιμο με ένα ψευδοτυχαίο τρόπο.
Μετά το πέρας του πειράματος, οι συμμετέχοντες δήλωσαν σε ερωτηματολόγια πως το χέρι της πειραματίστριας ήταν το δικό τους χέρι και πως μπορούσαν να αισθανθούν ολόκληρο το σώμα τους να βρίσκεται ακριβώς πίσω από αυτό το χέρι. Οι ερευνητές επανέλαβαν το πείραμα και μέτρησαν την αγωγιμότητα του δέρματος τις στιγμές όπου κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής (συγχρονισμένων ή ασυγχρόνιστων) χειραψιών απειλούνταν περιστασιακά με ένα μαχαίρι είτε το χέρι του συμμετέχοντα είτε το χέρι της πειραματίστριας. Στη σύγχρονη συνθήκη βρέθηκε πως η αγωγιμότητα του δέρματος ήταν μεγαλύτερη όταν το μαχαίρι κινούνταν ενάντια στο χέρι της πειραματίστριας παρά όταν απειλούσε το χέρι του συμμετέχοντα. Συνεπώς η συναισθηματική αντίδραση των συμμετεχόντων ήταν εντονότερη όταν το νέο τους σώμα (και όχι το δικό τους) ήταν υπό απειλή. Επίσης, επισημαίνεται στην έρευνα ως σημαντικό το γεγονός πως κάποιοι από τους συμμετέχοντες –χωρίς να τους έχει ζητηθεί– ανέφεραν αυθόρμητα: «το χέρι σου ήταν το χέρι μου και εγώ ήμουν πίσω του» ή «ένιωσα πως το πραγματικό μου σώμα ήταν κάποιου άλλου» ή, τέλος, «αντάλλασσα χειραψία με τον εαυτό μου».

Σύμφωνα με τους ερευνητές τα αποτελέσματα των πειραμάτων υποδεικνύουν πως υγιείς συμμετέχοντες μπορούν να αντιληφθούν το σώμα ενός άλλου προσώπου ή ένα τεχνητό ομοίωμα σώματος σαν να είναι το δικό τους και πως αυτό μπορεί να συμβεί είτε όταν ο συμμετέχοντας παραμένει ακίνητος είτε όταν εκτελεί κινήσεις. Αυτή η πλάνη είναι τόσο δυνατή που οι συμμετέχοντες μπορούν να αντικρίσουν το σώμα τους ή ακόμα και να ανταλλάξουν χειραψία με αυτό ενώ βιώνουν πως βρίσκονται στο σώμα κάποιου άλλου προσώπου.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν πως η πειραματική αυτή διάταξη παρέχει έναν νέο τρόπο μετατόπισης του αντιληπτού κέντρου της επίγνωσης (perceived center of awareness, Petkova, & Ehrsson, 2008, σελ. 6) από ένα σώμα σε ένα άλλο.
Γνωστικές Διεργασίες της
Αυτό-Ταυτοποίησης και Εφαρμογές
Μια σημαντική συνέπεια των παραπάνω μελετών είναι πως η αντίληψη του σώματος ή η σωματική συνείδηση δεν είναι αποτέλεσμα αδιαπέρατων κατωφερών («bottom-up») διεργασιών των προσαγωγών σημάτων από τους μύες, τους συνδέσμους και το δέρμα (Petkova & Ehrsson, 2008). Δεν είναι δηλαδή μια ακλόνητη καλωδιωμένη (hard-wired) εμπειρία, αλλά, αντίθετα, είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης οπτικών, απτικών και ιδιοδεκτικών σημάτων, και με κατάλληλους πειραματικούς χειρισμούς η οπτική πληροφορία μπορεί και κυριαρχεί έναντι των υπολοίπων. Ενδεχομένως αυτά τα (χαμηλότερου επιπέδου) αισθητηριακά σήματα να είναι απλώς τα θεμέλια (η είσοδος) ανώτερων γνωσιακών και εννοιολογικών μηχανισμών που καθορίζουν τη συνείδηση του εαυτού (Lenggenhager et al., 2009).
Μέχρι τώρα γνωρίζαμε, όπως η πλάνη του λαστιχένιου χεριού καταδεικνύει, πως είναι εφικτός ο πειραματικός χειρισμός της αίσθησης ιδιοκτησίας ενός μέλους του σώματος. Τα παραπάνω πειράματα αποδεικνύουν πως είναι εφικτός ο χειρισμός της αίσθησης ιδιοκτησίας ή της συνείδησης όλου του σώματος (whole body ownership, Petkova & Ehrsson, 2008 ή global bodily self-consciousness, Lenggenhager et al., 2009), μέσω συσχέτισης οπτικών και απτικών σημάτων που προέρχονται από ένα μόνο τμήμα του σώματος (τους κοιλιακούς ή το χέρι). Το γεγονός αυτό υποδεικνύει πως η αναπαράσταση του σώματος είναι ένας χάρτης από συνδεδεμένους κόμβους και πως οι πληροφορίες από τα διάφορα μέρη του σώματος αναλύονται και ερμηνεύονται από το γνωστικό σύστημα ως ένα σύνολο (Petkova & Ehrsson, 2008).
Τα αποτελέσματα των παραπάνω πειραμάτων είναι σύμφωνα με την άποψη πολλών ερευνητών πως ο εγκέφαλος είναι ένα πολυαισθητηριακό όργανο και πως συνεπώς η νόηση –που έχει ως υλικό υπόστρωμα τον εγκέφαλο– χαρακτηρίζεται από διεργασίες επεξεργασίας σημάτων που προέρχονται από πολλές τροπικότητες (Calvert, Spence, & Stein, 2004). Το νευρικό μας σύστημα είναι σε θέση να ενοποιεί οπτικά, απτικά και ιδιοδεκτικά σήματα σε ένα εγωκεντρικό σύστημα συντεταγμένων και το σύστημα αυτό των συντεταγμένων είναι δυνατόν να μετατοπιστεί από την τοποθεσία που βρίσκεται το σώμα μας στην τοποθεσία ενός καινούργιου σώματος (Petkova & Ehrsson, 2008).
Η πειραματική διερεύνηση των ΕΣΕ μπορεί να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο με πολλές κλινικές εφαρμογές. Ενδεχομένως η έγερση ΕΣΕ να βοηθήσει στη θεραπεία νευρικών διαταραχών αυτο-ταυτοποίησης ή ακόμα και να αποτελέσει θεραπευτική τεχνική διαταραχών της κοινωνικής συμπεριφοράς. Στο πεδίο της εικονικής πραγματικότητας, χειρισμοί των ερεθισμάτων που δέχεται ο χρήστης ίσως βελτιώσουν την αίσθηση της παρουσίας σε ένα εικονικό περιβάλλον και να αυξήσουν τον βαθμό της ρεαλιστικότητας των περιβαλλόντων αυτών με όλες τις συνεπακόλουθες ωφέλειες στις εφαρμογές της ψυχαγωγίας και της εκπαίδευσης (Petkova & Ehrsson, 2008).
Η Γνωσιακή Επιστήμη φαίνεται πως τολμά να διερευνά έως πρότινος μη επιστημονικά θέματα, όπως οι ΕΣΕ στις οποίες έγινε εκτεταμένη αναφορά στο παρόν κείμενο, αλλά και άλλα τολμηρά θέματα όπως η μαγεία (Kuhn, Amlani, & Resnick, 2008). Εξετάζοντας φαινόμενα που λίγα χρόνια πριν ήταν αντικείμενο μεταφυσικών ή παραψυχολογικών συζητήσεων, επιχειρεί να ρίξει φως στο φαινόμενο της συνείδησης, εξετάζοντας πλέον τον όρο και υπό την έννοια της σωματικής αυτοεπίγνωσης. Οι νευροαπεικονιστικές μελέτες και η χρήση της τεχνικής fMRI (Λειτουργική Τομογραφία Μαγνητικού Συντονισμού) έχουν επιφέρει σημαντικά ευρήματα στην επιστημονική διερεύνηση του φαινομένου της συνείδησης, κάνοντας στιβαρές υποθέσεις περί των εγκεφαλικών περιοχών στις οποίες εδράζεται η αισθητήρια επίγνωση ή ακόμα και οι προθέσεις μας (Haynes et al., 2007). Ενδεχομένως η νευροαπεικόνιση στο μέλλον να μας αποκαλύψει τις περιοχές εκείνες του εγκεφάλου των οποίων η ενεργοποίηση συσχετίζεται με την εμπειρία της ιδιοκτησίας ολόκληρου του σώματός μας και ίσως με αυτόν τον τρόπο να μας φέρει λίγο πιο κοντά στην απάντηση του καίριου ερωτήματος: Πώς λειτουργεί αυτό που μας κάνει να είμαστε αυτό που είμαστε; Πώς λειτουργεί ο νους;
Σημειώσεις
1Στην Γνωσιακή Επιστήμη δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος κοινά αποδεκτός ορισμός της συνείδησης (consciousness), καθώς σύμφωνα με την Σκαλιόρα (2009) «ο όρος χρησιμοποιείται με πολλές και συχνά ποιοτικά διαφορετικές σημασίες» (σελ. 135). Σε μια προσπάθεια αποσαφήνισης των διάφορων σημασιών της συνείδησης ο Block (1995) κάνει τη διάκριση μεταξύ της συνείδησης πρόσβασης (access consciousness) και της επιφαινόμενης συνείδησης (phenomenal consciousness). Η συνείδηση πρόσβασης αφορά στα φαινόμενα κατα τα οποία η πληροφορία που επεξεργάζεται από το νου είναι διαθέσιμη για λεκτικοποίηση, για εκτέλεση συλλογισμών και για τον έλεγχο της συμπεριφοράς. Η επιφαινόμενη συνείδηση αφορά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του βιώματος (qualia), στο ίδιο το περιεχόμενο μιας εμπειρίας (Block, 1995). Ο Chalmers (1995) σε ένα σημαίνων άρθρο του θέτει ως «δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης» την επιστημονική εξήγηση της εμπειρίας, τη διερεύνηση δηλαδή των μηχανισμών της νόησης που εγείρουν το υποκειμενικό βίωμα. Στο παρόν κείμενο, ο όρος συνείδηση αναφέρεται στα υποκειμενικά χαρακτηριστικά του βιώματος, σε όλα όσα δηλαδή συνιστούν τη χαρακτηριστική υποκειμενική ανθρώπινη εμπειρία, για παράδειγμα «τη χαρακτηριστική εμπειρία του να γεύεσαι λεμόνι, να οσφραίνεσαι τριαντάφυλλα, να ακούς έναν δυνατό ήχο ή να βλέπεις τον ουρανό» (Jackson, 1982, σελ. 127).
Βιβλιογραφία
Blanke, O., Landis, T., Spinelli, L., & Seeck, M. (2004). Out-of-body experience and autoscopy of neurological origin. Brain, 127, 243-258.
Blanke, O., & Metzinger, T. (2008). Full body illusions and the minimal phenomenal self. Trends in Cognitive Sciences, 13, 7-13.
Block, N. (1995). On a confusion about a function of consciousness. The Behavioral and Brain Sciences, 18, 227-247.
Block, N. (2005). Two neural correlates of consciousness. Trends in Cognitive Sciences, 9, 46-52.
Botvinick, M., & Cohen, J. (1998). Rubber hands ‘feel’ touch that eyes see. Nature, 391, 756.
Calvert, G. A., Spence, C., & Stein, B.E. (Eds) (2004). The handbook of multisensory processes. Cambridge, MA: MIT Press.
Chalmers, D. (1995). Facing up to the problem of consciousness. Journal of Consciousness Studies, 2, 200-219.
Crick, F., & Koch, C. (1990). Towards a neurobiological theory of consciousness. Seminars in the Neurosciences, 2, 263-275.
Ehrsson, H. H. (2007). The experimental induction of out-of-body experiences. Science, 317, 1048.
Haynes, J. D., Sakai, K., Rees, G., Gilbert, S., Frith. C., & Passingham, R. E. (2007). Reading hidden intentions in the human brain. Current Biology, 17, 323-328.
Graziano, M. S., & Gross, C. G. (1995). The representation of extrapersonal space: Α possible role for bimodal, visual-tactile neurons. In M. S. Gazzaniga (Ed.), The cognitive neurosciences, pp. 1021-1034. Cambridge, MA: MIT Press.
Gallace, A., & Spence, C. (2008). The cognitive and neural correlates of “tactile consciousness”: A multisensory perspective. Consciousness and Cognition, 17, 370-407.
Jackson, F. (1982). Epiphenomenal qualia. Philosophical Quarterly, 32, 127-36.
Kuhn, G., Amlani, A. A., & Resnick, R. A. (2008). Towards a science of magic. Trends in Cognitive Sciences, 10, 349-354.
Lakoff, G., & Johnson, M. (1999). Philosophy in the flesh: The embodied mind and its challenge to western thought. New York: Basic Books.
Lenggenhager, B., Tadi, T., Metzinger, T., & Blanke, O. (2007). Video ergo sum: Manipulating bodily self-consciousness. Science, 317, 1096-1099.
Lenggenhager, B., Mouthon, M., & Blanke, O. (2009). Spatial aspects of bodily self-consciousness. Consciousness and Cognition, 18, 110-117.
Meyer, K. (2008). How does the brain localize the self. Science E-letters. Available from: http://www.sciencemag.
org/cgi/eletters/317/5841/1096#10767.
Melzack, R. (2001). Pain and the neuromatrix in the brain. Journal of Dental Education, 65, 1378-1382.
Moseley, G. L., Gallace, A., & Spence, C. (2008). Is mirror therapy all it is cracked up to be? Current evidence and future directions. Pain, 138, 7-10.
Penfield, W., & Rasmussen, T. (1950). Cerebral cortex of man. New York: Macmillan.
Pavani, F., Spence, C., & Driver, J. (2000). Visual capture of touch: Out of the body experiences with rubber gloves. Psychological Science, 11, 353-359.
Petkova, V. I., & Ehrsson, H. H. (2008). If I were you: Perceptual illusion of body swapping. PLoS ONE, 3 (12), e3832.
Ramachandran, V. S., Stewart, M., & Rogers-Ramachandran, D. C. (1992). Perceptual correlates of massive cortical reorganization. Neuroreport, 3, 583-586.
Ramachandran, V. S., & Rogers-Ramachandran D. C., (1996). Synaesthesia in phantom limbs induced with mirrors. Proceedings of the Royal Society of London, 263, 377-386.
Ramachandran, V. S. (1998). Consciousness and body image: Lessons from phantom limbs, Capgras syndrome and pain asymbolia. Philosophical Transactions of the Royal Society of London B: Biological Sciences, 353,1851-1859.
Ro, T., Wallace, R., Hagedorn, J., Farne, A., & Pienkos, E. (2004). Visual enhancing of tactile perception in posterior parietal cortex. Journal of Cognitive Neuroscience, 16, 24-30.
Σκαλιόρα, Ε. (2009). Η έρευνα για τον εγκέφαλο ως προς τη συνείδηση: απόπειρα πλαισίωσης. Νόησις, 5. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Sanchez-Vives, M. V., & Slater, M. (2005). From presence to consciousness through virtual reality. Nature Reviews Neuroscience, 6, 332-339.
Sherrington, C. S. (1907). On the proprioceptive system, especially in its reflex aspect. Brain, 29, 467-485.
Tsakiris, M., Hesse, M.D., Boy, C., Haggard, P., & Fink, G. R. (2007). Neural signatures of body ownership: A sensory network for bodily self-consciousness. Cerebral Cortex, 17, 2235-2244.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.