Πουλάκου-Ρεμπελάκου Ε.
Ιστορία της Ιατρικής, Ιατρική Σχολή
Παν/μίου Αθηνών

Λιαρμακόπουλος Α.
Ιστορία του Δικαίου,
Τμήμα Νομικής Παν/μίου Αθηνών

Τσιάμης Κ.
Ιστορία της Ιατρικής,
Ιατρική Σχολή Παν/μίου Αθηνών

Πλουμπίδης Δ.
Α΄ Ψυχιατρική Κλινική,
Ιατρική Σχολή Παν/μίου Αθηνών

σύναψις 19 [2010 – τόμος 06]

Οι δια Χριστόν σαλοί. Παρατηρήσεις σε ένα φαινόμενο ακραίας θρησκευτικής προσήλωσης

Περίληψη

Ο Βυζαντινός μοναχισμός στις ακραίες εκφάνσεις του (βοσκοί,α δενδρίτες,β στυλίτες, σαλοί) ήταν μόλις ανεκτός από την Εκκλησία, επειδή συχνά στις εκδηλώσεις του πρόβαλλε όχι τόσο την πίστη όσο το αντιδραστικό του στοιχείο. Ιδιαίτερα το φαινόμενο των δια Χριστόν σαλών, που αποκλίνει από την τυποποιημένη ορθοδοξία και εντοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας, κρίνεται ως επικίνδυνο και απορρίπτεται επίσημα από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (592-3 μ.Χ.). Όμως η επιβίωσή του και η μεταφύτευσή του στην Ορθόδοξη Ρωσία, όπου γνώρισε μεγάλη εξάπλωση και αποδοχή, επιβεβαιώνουν την απήχησή του και την αντοχή του στο χρόνο. Ο σαλός άγιος προσποιείται για ένα χρονικό διάστημα ή και σε ολόκληρη τη ζωή του ότι είναι τρελός με ακραίες συμπεριφορές, εκθέτοντας τον εαυτό του στη χλεύη και την κακομεταχείριση των συνανθρώπων του, με σκοπό να ασκηθεί στην ταπεινοφροσύνη και την υπομονή. Το ακαταλόγιστο, που του αναγνωρίζεται, του εξασφαλίζει την ελευθερία έργων και λόγων, ώστε να περιπαίζει και να παραβαίνει ηθικούς κώδικες και κοινωνικές συμβάσεις. Οι δύο πιο γνωστοί σαλοί στο Βυζάντιο είναι ο Συμεών στην Έμεσα και ο Ανδρέας στην Κωνσταντινούπολη και οι Βίοι τους αποτελούν μαρτυρίες μοναδικές για την τρέλα και την υπόκρισή της, καθώς έχει περιγραφεί αναλυτικά η καθημερινή διαβίωσή τους στο αστικό περιβάλλον και η προκλητική συμπεριφορά τους.

Επιχειρούμε να παρουσιάσουμε το φαινόμενο τόσο από την πλευρά της εκκλησιαστικής γραμματείας όσο και να προσεγγίσουμε με σύγχρονα επιστημονικά εργαλεία τους συμβολισμούς του φαινομένου της σαλότητας, τον ψυχισμό και τη διττή υπόσταση των «εκκεντρικών» αυτών αγίων.

Πρώιμη εμφάνιση του φαινομένου των σαλών αγίων

Πολύ νωρίτερα από τη συγγραφή του «Βίου του αγίου Συμεών του δια Χριστόν Σαλού» από τον Λεόντιο Νεαπόλεως (7ος αιώνας), υπήρξαν αρκετοί μύθοι αγίων ανδρών και γυναικών, που υποδύονταν τους τρελούς. Οι σύντομες αυτές διηγήσεις αποτελούσαν απόπειρες ερμηνείας της ασυνήθιστης συμπεριφοράς που περιγραφόταν. Η παλαιότερη σωζόμενη διήγηση προσώπου που υποδύεται τρέλα, βρίσκεται στο 34ο κεφάλαιο της Ανθολογίας του Παλλαδίου Ελενοπόλεως, γνωστής και ως «Λαυσαϊκή Ιστορία» [3]. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο μοναχός Πιτηρούμ επισκέφθηκε μια ημέρα τη μονή στην Ταβεννησία, όπου συνάντησε μια μοναχή, που χαρακτηριζόταν ως «σαλή» και υποδυόταν την ψυχοπαθή και την κυριευμένη από δαιμόνιο. Όταν την ανακάλυψε και την προσκύνησε, εκείνη –ανίκανη να διαχειρισθεί τις τιμές και τον έπαινο– εξαφανίσθηκε. Τη δεύτερη «σαλή» τη συνάντησε ο μοναχός Δανιήλ της Σκήτεως σε μονή της Ερμούπολης της Άνω Αιγύπτου, όπως αναφέρεται στο έργο «Τα κατά τον αββά Δανιήλ» [4]. Στη διάρκεια της ημέρας έμενε πάντα ξαπλωμένη στην αυλή του μοναστηριού και περνούσε τις νύχτες μπροστά στα αποχωρητήρια πίνοντας συνεχώς. Η διαρκής της μέθη προκαλούσε τον αποτροπιασμό των άλλων μοναχών, έως ότου αποκαλύπτεται ότι αυτή –που εθεωρείτο αλκοολική– προσευχόταν όλη νύχτα και προσποιόταν ότι πίνει και μεθάει μόλις αισθανόταν την παρουσία κάποιου. Όπως και στην προηγούμενη ιστορία, μετά την αποκάλυψη της αγιότητάς της και αυτή εξαφανίσθηκε [5]. Σε μια συριακή έκδοση των «Πληροφοριών» του Ιωάννη Ρούφου, ο ίδιος μας πληροφορεί ότι σε μια μονή κοντά στην Ελευθερόπολη (Κάτω Αίγυπτος) υπήρχε ένας μοναχός που προσποιούταν τον τρελό και γελούσε, τον οποίο απέφευγαν οι επισκέπτες για να μη τους «σκανδαλίσει». Στο κελί του ασχολείται ολημερίς με το να τοποθετεί βότσαλα σε δύο καλάθια (εξηγώντας αργότερα ότι κάθε βότσαλο αντιπροσώπευε καλή ή κακή σκέψη και τα χώριζε αναλόγως: στο τέλος της ημέρας, αν το καλάθι με τις καλές σκέψεις ήταν γεμάτο, θα έτρωγε, ενώ στην αντίθετη περίπτωση όχι [6].

Αντίθετα με τις ιστορίες αγίας τρέλας σε περιβάλλον αγροτικό ή εξοχικό, κατά τα τέλη του 6ου αιώνα, οι ιστορίες ατόμων που υποδύονται τους τρελούς μεταβάλλονται οριστικά σε αστικές. Πρώτη είναι η διήγηση του Συμεών στην Έμεσα (σημερινή πόλη Χομς της Συρίας): Ζούσε στην Έμεσα ο Συμεών, που παρουσιαζόταν σε όσους δεν τον γνώριζαν ως «παράφορος», αν και ήταν γεμάτος σοφία και θεία χάρη [7, 8, 9]. Στο έργο που προαναφέρθηκε («Τα κατά τον αββά Δανιήλ») εμφανίζεται ο Μάρκος ο Σαλός. Όταν ο Δανιήλ και ένας ακόλουθός του πηγαίνουν στην Αλεξάνδρεια για το Πάσχα, συναντούν έναν μοναχό, που υποδυόταν τον τρελό και τον γνώριζαν όλοι στην πόλη. Περπατούσε γυμνός στην αγορά, φορώντας μόνο ένα κουρέλι γύρω από τη μέση. Ο Μάρκος άρπαζε αντικείμενα από την αγορά και τα έδινε στους άλλους τρελούς. Είχε ενδώσει στον δαίμονα και ήρθε να λυτρωθεί στην Αλεξάνδρεια, όπου έμεινε 8 χρόνια κατά τα οποία παρίστανε τον τρελό. Σίτιζε τους αληθινούς άστεγους τρελούς της πόλης με τους οποίους συνδεόταν. Ο Συμεών στην Έμεσα μοιράζει επίσης τρόφιμα στην αγορά, μια πράξη διασπαστική στις εμπορικές δραστηριότητες. Στα δύο αυτά έργα αντιπαρατίθεται η στάση προς το αστικό περιβάλλον: ο Μάρκος έρχεται στην πόλη για να εξιλεωθεί, ο Συμεών έρχεται έχοντας ήδη κατακτήσει την απάθεια. Ο Ευάγριος [7] αναφέρει και κάποιο Θωμά, που ήταν σαν τον Συμεών, χωρίς άλλες λεπτομέρειες, αλλά δίνοντας ταυτόχρονα την εντύπωση ότι οι σαλοί μοναχοί που συμπεριφέρονταν ιδιόρρυθμα δεν ήταν κάτι το σπάνιο.

Αν και οι πρώιμες αυτές εξιστορήσεις περί σαλών αγίων βρίσκονται σε αγιολογικά έργα, επιτρέπουν μια ιστορική προσέγγιση και θεωρούνται ενδεικτικές του κλίματος που υπήρχε στις πόλεις της Ύστερης Αρχαιότητας. Το γεγονός ότι τρεις από αυτές τοποθετούνται στην Αίγυπτο μπορεί να οδηγήσει στην υπόθεση της Αιγυπτιακής προέλευσης του φαινομένου των σαλών, από όπου μεταφέρθηκαν αρχικά στη Συρία και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη, όπως συνέβη και με τους άγιους στυλίτες. Επειδή όμως οι πρώιμες αυτές ιστορίες μοναχισμού είχαν γραφεί σε διάφορους τόπους της αυτοκρατορίας (Αίγυπτο, Αντιόχεια, Κωνσταντινούπολη) και διέθεταν υψηλή δημοφιλία στη διάρκεια των πρώιμων βυζαντινών αιώνων, η ασφαλής εντόπιση της αγίας σαλότητας είναι μάλλον αδύνατη. Οι πασίγνωστες αυτές εξιστορήσεις αποτελούν συνέχεια μιας σειράς περιγραφών «περίεργης» συμπεριφοράς στην όψιμη αρχαία αγιογραφία και διατηρούν ισχυρή συγγένεια με ασκητικές ευσεβείς πρακτικές για την κατάκτηση της «απάθειας». Ο βιογράφος του Συμεών, Λεόντιος, φαίνεται ότι αντλεί από όλα τα στοιχεία των προηγουμένων διηγήσεων, τα οποία ενσωματώνει επαναλαμβάνοντας τμήματα ενός παγκόσμιου αγιολογικού άτλαντα.

Ο όρος «σαλός» και η ιερή τρέλα

Η λέξη «σαλός» πρωτοεμφανίζεται σε γραπτές πηγές στις αρχές του 5ου αιώνα, όχι με την ιδιαίτερη σημασία της υπόκρισης της τρέλας, ενώ είναι χαρακτηριστική η έλλειψή της από το λεξιλόγιο του Ευάγριου στην πρώτη βιογραφία του Συμεών (6ος αιώνας). Στις αρχές του 7ου αιώνα, ο Ιωάννης Μόσχος στο «Λειμωνάριο» αποδίδει τον όρο σε ένα ζητιάνο στα σκαλιά του ναού του Θεοδοσίου στην Αλεξάνδρεια που συμπεριφερόταν ως τρελός [10]. Επομένως, στην όψιμη Ελληνιστική εποχή και στο πρώιμο Βυζάντιο, η λέξη δεν έχει προσλάβει ακόμη τη σημασία του «άγιου τρελού» [6].

Έναν αιώνα αργότερα (αρχές 7ου αιώνα), στη δεύτερη βιογραφία του Συμεών του Σαλού, ο Λεόντιος Νεαπόλεως επιχειρεί να εγκαταστήσει θεολογικό υπόβαθρο στη λέξη και να δώσει τον ορισμό του αγίου σαλού. Χρησιμοποιεί επίσης το ρήμα «σαλίζω» –που δεν προϋπήρχε– με την έννοια «προσποιούμαι τον τρελό». Πρωτοπορεί και στη χρήση του όρου «δια Χριστόν σαλός», την οποία φαίνεται να αντλεί από την Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή (3.18) του αποστόλου Παύλου: ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί … εί τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω μωρός γενέσθω ίνα γένηται σοφός [..]. ημείς μωροί δια Χριστόν [11]. Ο Λεόντιος επιγράφει το έργο του «…του δια Χριστόν σαλού» υιοθετώντας όχι ακριβώς το πνεύμα, αλλά τη βιβλική γλώσσα για να προσδώσει κύρος στη συμπεριφορά του Συμεών.

Καθώς η σαλότητα είναι ένα ειδικό χάρισμα, οι «τυπικοί» σαλοί άγιοι είναι ολιγάριθμοι, αλλά, επειδή ταυτόχρονα αποτελεί και γενική πρόσκληση, οι Βίοι των αγίων βρίθουν πράξεων σαλότητας. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν η θρησκεία αυτή διωκόταν, οι κυρίαρχες τάξεις της κοινωνίας θεωρούσαν τρελούς όλους τους χριστιανούς για τον τρόπο ζωής τους και τον συχνά επιδιωκόμενο θάνατο. Άλλωστε σε πολλά στοιχεία στην ιδιόρρυθμη συμπεριφορά των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης αναγνωρίζονται νησίδες «εκκεντρικότητας» στους τρόπους διαβίωσης, που επιζητούσαν να προσελκύσουν την προσοχή του λαού: ο Ησαΐας περπατούσε γυμνός και ανυπόδητος, ο Ιερεμίας φορούσε ένα ζυγό προοριζόμενο για ζώα, ο Ιεζεκιήλ έψηνε το ψωμί του σε ακαθαρσίες βοδιών, ο Ωσηέ παντρεύτηκε μια μοιχαλίδα. Ιδιαίτερα η λιτότητα και η ένδεια ενσωματώνονται στο πνεύμα αναχωρητισμού των πρώτων ερημιτών και στην άστεγη περιπλάνηση των «φτωχούληδων του Θεού».

Ο Διογένης στην ύστερη αρχαιότητα

Στοιχεία από την ελληνορωμαϊκή παράδοση των Κυνικών φιλοσόφων επιβιώνουν στους πρώτους Βίους σαλών αγίων. Ιδιαίτερα η ζωή του αρχαίου φιλόσοφου Διογένη από τη Σινώπη, μια πόλη του Εύξεινου Πόντου, διανθίζεται με ανέκδοτα για την έλλειψη κοινωνικότητας και την ανενδοίαστη εκπλήρωση σωματικών αναγκών του σε δημόσιους χώρους. Ομοιότητες και αναλογίες στη συμπεριφορά κυνικών και σαλών αγίων γίνονται αποδεκτές από χριστιανούς συγγραφείς και επιλεκτικά επικροτούνται, όπως η εκούσια πενία και η ολιγάρκεια. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (361-363 μ.Χ.) υπερασπιζόμενος το πρότυπο ζωής ενός κυνικού φιλοσόφου το αντιπαραβάλλει ως εναλλακτικό του χριστιανικού ασκητισμού. Αντίθετα, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος αι.) δεν παραβλέπει τα αρνητικά του χαρακτήρα και της στάσης των κυνικών και τα χρησιμοποιεί συγκρίνοντάς τα με τις χριστιανικές αρετές για να καταδείξει την υπεροχή των τελευταίων. Άλλοι λόγιοι χριστιανοί κατηγορούν τον Διογένη (Θεοδώρητος Κύρου, 5ος αι.) ως «σκλάβο των ηδονών» και «συναναστρεφόμενο με πόρνες». Αξιοσημείωτη παραμένει η αμφιταλαντευόμενη στάση των χριστιανών λογίων, για τους οποίους ο Διογένης διατηρεί πολλά στοιχεία απολύτως σύμφωνα με τη χριστιανική ιδεολογία. Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης (7ος αι.), γνωστός για τη συγγραφή της ιστορίας της εποχής του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, στις Ηθικές Επιστολές του αφιερώνει τέσσερις από αυτές στον Διογένη [12].

Ο βίος του Συμεών του σαλού

Στοιχεία για τη ζωή του Συμεών αντλούνται από τις αναφορές του εκκλησιαστικού συγγραφέα Ευαγρίου (6ος αιώνας) [7, 8] και από τη βιογραφία του Λεοντίου επισκόπου Νεαπόλεως (Λεμεσού) Κύπρου (7ος αιώνας) [9]. Πιθανόν το υπόβαθρο της διήγησης αυτής να προέρχεται από ένα συριακό λαϊκό παραμύθι [13], αλλά φαίνεται να ενσωματώνει στοιχεία με ιστορική βάση. Ο Συμεών γεννήθηκε στην Έδεσα (σημερινή Ούρφα στη Νοτιοανατολική Τουρκία) και ήταν το μοναχοπαίδι δυο πλουσίων γονέων, που φρόντισαν για τη μόρφωσή του. Σε ηλικία 20 ετών πήγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και εκεί, γνωρίζοντας το συνομήλικό του Ιωάννη, επίσης προσκυνητή, από κοινού αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί. Για ένα διάστημα 30 περίπου χρόνων, ο Συμεών έζησε ως «βοσκός» (τρώγοντας όπως τα πρόβατα) σε μια ερημική τοποθεσία κοντά στη Νεκρά Θάλασσα, ώσπου δηλώνοντας στον Ιωάννη ότι έλαβε ειδική κλήση από τον Θεό, αποφάσισε να μεταβεί στην πόλη («υπάγω εμπαίζων τον κόσμον»). Ο εμπαιγμός αυτός που αναλαμβάνει πίσω από τη μάσκα της σαλότητας, είχε αξιολογηθεί στη νοοτροπία της εποχής ως σοφία υψηλού επιπέδου και για το λόγο αυτό ο συνασκητής του Ιωάννης δηλώνει ότι εκείνος δεν έχει φθάσει ακόμη στον επιθυμητό βαθμό τελείωσης [14].

Η είσοδος του Συμεών στην πόλη της Έμεσας, έχοντας δεμένο από τη ζώνη του το πτώμα ενός σκύλου που είχε ανακαλύψει στα περίχωρα, σηματοδοτεί τη μετάβασή του από την έρημο στο αστικό περιβάλλον και από την ασκητική ταπεινότητα στην αδιάντροπη τρέλα, διασχίζοντας ταυτόχρονα τη διαχωριστική γραμμή της αστικής καλής συμπεριφοράς. Ο Λεόντιος γράφει: «…τρέχων και εισερχόμενος δια της πόρτης, όπου πλησίον εστί το σχολείον των παιδίων. Ως τούτον ουν εθεάσαντο οι παίδες, ήρξαντο κράζειν “Ε, αββάς μωρός” και έβαλον τρέχειν οπίσω αυτού και κοσσίζειν αυτόν» [9].

Την επόμενη ημέρα, που ήταν Κυριακή, προμηθεύθηκε καρύδια και πήγε στην εκκλησία. Από την αρχή της λειτουργίας άρχισε να πετάει καρύδια στα καντήλια και να τα σβήνει. Όταν προσπάθησαν να τον εκδιώξουν, ανέβηκε στον άμβωνα και πετούσε καρύδια στις γυναίκες του εκκλησιάσματος. Όταν με πολύ κόπο τον απομάκρυναν από τον χώρο της εκκλησίας, αναποδογύρισε τους πάγ-κους με τα ζαχαρωτά στο προαύλιο και οι μικροπωλητές με τη σειρά τους παρά λίγο να τον σκοτώσουν στο ξύλο [15]. Η δημόσια προκλητική και ασεβής αυτή συμπεριφορά τού προσδίδει αμέσως το χαρακτηρισμό του τρελού και καταγράφεται στη συνείδηση των πολιτών της Έμεσας ως ένας νέος παράφρων που κυκλοφορεί στην πόλη [9].

Η ζωή του στην Έμεσα συνεχίσθηκε με καθημερινές προκλητικές και αδιάντροπες πράξεις. Οι δραστηριότητές του είχαν σκηνικό την αγορά της πόλης ως πρωταρχικό κοινωνικό χώρο, ώστε οι αποκλίνουσες συμπεριφορές να έχουν πάντοτε μάρτυρες την πλειοψηφία των κατοίκων. Παραβαίνει εκκλησιαστικούς κανόνες τρώγοντας δημόσια κρέας τη Μεγάλη Εβδομάδα. Χορεύει στους δρόμους, βάζει τρικλοποδιές στους περαστικούς και συχνά παριστάνει τον επιληπτικό. Συναναστρέφεται τους απόκληρους της κοινωνίας, όπως οι δαιμονισμένοι, προς τους οποίους ο κόσμος έδειχνε μεγάλη σκληρότητα. Περνάει τον καιρό του με τους θεατρίνους, επάγγελμα που εθεωρείτο ανήθικο, και επισκέπτεται τις πόρνες ονομάζοντάς τις «φίλες» του. Οι αξιοσέβαστοι πολίτες σκανδαλίζονταν αγνοώντας ότι παρά την προκλητική αυτή παρουσία του σε πορνεία και καπηλειά, παρέμενε αδιάφθορος, αγνός, ασυγκίνητος στις σαρκικές προκλήσεις, φθάνοντας στην επιθυμητή απάθεια [14].

Η πρώτη εργασία που προσφέρθηκε στον Συμεών ήταν εκείνη του πλανόδιου πωλητή στην αγορά από ένα ζεύγος φουσκαρίων, που πωλούσε θερμά ροφήματα, λούπινα (ένα είδος καρπών) και άλλα όσπρια (φακές, κουκιά, ρεβίθια). Την πρώτη ημέρα των νέων του καθηκόντων ο άγιος άρχισε τη δωρεάν διανομή των καρπών στους περαστικούς και έχοντας μείνει και ο ίδιος μια εβδομάδα νηστικός, καταβρόχθισε μια μεγάλη ποσότητα από λούπινα. Οι εργοδότες, μόλις αντελήφθησαν την πλήρη εξαφάνιση του εμπορεύματος χωρίς καμία απολύτως είσπραξη, άρχισαν να τον ξυλοφορτώνουν και τον έδιωξαν, αφού του ξερίζωσαν τα γένια. Το ανεπιτυχές πέρασμά του από τη θέση του πωλητή –ενδεικτικό της αποστασιοποίησής του από οικονομικές συναλλαγές– συνδυάζεται με την προτίμησή του σε τροφές «προκλητικές» στους δημόσιους χώρους λόγω της βιολογικής τους δράσης. Αναφέρεται ότι ο Πυθαγόρας είχε απαγορεύσει στους ακολούθους του την κατανάλωση τέτοιων τροφών, όπως οι κύαμοι (κουκιά), για να μην μολύνουν την ατμόσφαιρα και συνεπώς την καθαρή αναπνοή γ [16]. Η δεύτερη εργασία, στην οποία προσλαμβάνεται ο Συμεών, είναι εκείνη του βοηθού σε ταβέρνα. Η πελατεία αυξάνεται σημαντικά από τους περίεργους της πόλης, που βλέπουν τον σαλό ως θέαμα, αλλά, παρά την παράλληλη αύξηση των εισπράξεων, ο ιδιοκτήτης τον αφήνει συχνά νηστικό. Και από εκεί τον διώχνουν και τον δέρνουν διότι έσπασε μια στάμνα. Τελικά αποδεικνύεται ότι η πράξη του ήταν δικαιολογημένη, διότι είχε αντιληφθεί ότι είχε δει ένα φίδι να εισέρχεται, και τότε μόνο ο ιδιοκτήτης επηρεάζεται από το συμβάν και μετατρέπεται σε φιλάνθρωπο και ελεήμονα [14].

Σεξουαλικές προκλήσεις του Συμεών

Θέλοντας να θεωρείται αληθινός τρελός και όχι προσποιούμενος ο Συμεών μια μέρα που βρίσκει τη γυναίκα του ταβερνιάρη μόνη, την πλησιάζει και προσποιείται πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη καλεί σε βοήθεια και, όταν ο άνδρας της σπεύδει κοντά της, του λέει ότι ο σαλός αποπειράθηκε να τη βιάσει. Έξαλλος ο σύζυγος τον βγάζει έξω στην παγωνιά και τον χτυπάει με γροθιές, πλήρως πεπεισμένος ότι είναι αληθινά τρελός και πρόθυμος να το διαβεβαιώσει σε όσους εκφράζουν αμφιβολίες.

Μια άλλη μέρα ο διάκονος Ιωάννης, που διαπίστωσε τη σωματική εξάντληση του Συμεών, του πρότεινε να πάνε στα λουτρά για να αναζωογονηθεί λίγο. Ο σαλός βγάζει το μοναδικό ρούχο που φορούσε γύρω από τη μέση του και το δένει στο κεφάλι σα μαντήλα. Η γύμνια του σαλού, πέραν από την ερμηνεία της ιδιόρρυθμης και παράδοξης συμπεριφοράς, θεολογικά παραπέμπει στην αθωότητα και τη μακαριότητα της Εδέμ πριν από την πτώση του Αδάμ. Ο Σεραπίων ο «Σινδονίτης», του οποίου τον Βίο εξιστορεί η συριακή παραλλαγή του «Λαυσαϊκού», είναι ο πρώτος που περιβάλλεται τη «στολή» των σαλών, τη γυμνότητα. Βλέποντας έναν ζητιάνο να τρέμει από το κρύο του έδωσε το μοναδικό ρούχο που φορούσε και σε απορία περαστικού απάντησε ότι τον έγδυσε το Ευαγγέλιο που κρατούσε στα χέρια του [2]. Ο Ιωάννης ντρέπεται να περπατάει στο δρόμο μαζί του και αρνείται να συνεχίσει. Ο Συμεών προχωρεί προς τα λουτρά (ένα γυναικείο και ένα ανδρικό) και ορμάει αποφασιστικά προς το γυναικείο, πριν ο σύντροφός του προλάβει να τον συγκρατήσει. Οι γυναίκες του επιτίθενται και τον πετάνε έξω χτυπώντας τον. Αργότερα εξηγεί στον Ιωάννη ότι αισθάνθηκε ώσπερ ξύλον μετά ξύλων. Ούτε γαρ ότι σώμα εφόρουν ουδέ ότι εις σώματα εισήλθον αισθανόμην, αλλ’ όλος μου ο νους εις το έργο του Θεού ην και εξ αυτού ουκ απέστην [9].

Είχε φθάσει σε τέτοια όρια απάθειας και καθαρότητας ώστε να χορεύει κρατώντας μια θεατρίνα εκατέρωθεν με κάθε χέρι του. Ακόμη μέσα στο πλήθος έπαιζε και χόρευε και ενίοτε οι άσεμνες γυναίκες έβαζαν τα χέρια τους στο σώμα του, τον πείραζαν και τον τσιμπούσαν, ενώ εκείνος καθόλου δεν «μολυνόταν» από αυτές. Ακόμη και να δελεάσει τις πόρνες με χρήματα επιχειρούσε και να τις πείσει να εγκαταλείψουν τον αμαρτωλό βίο τους ζώντας με εγκράτεια [6], μια ιστορία που αναπαράγεται στις διηγήσεις της εταίρας που μεταμελήθηκε και έγινε ερημίτισσα (όπως και στην όπερα του Jules Massenet «Θαΐς», όταν ο Σεραπίων προτρέπει την ομώνυμη εταίρα να αλλάξει ζωή και να γίνει μοναχή) [17]. Φαίνεται ότι εύρισκε με υπερφυσικό τρόπο τα χρήματα για τον αγαθοεργό σκοπό του και απαιτούσε όρκο αγνότητας από τις μεταμεληθείσες.

Η προσπάθεια του Συμεών να μην αντιληφθεί κανείς την προσποίησή του, τον ωθεί σε πράξεις ακραίες: ένας άρχοντας ισχυρίζεται ότι θα αντιληφθεί αμέσως εάν η τρέλα είναι αληθινή ή όχι. Βρίσκει τον σαλό στην πόλη ανάμεσα σε δύο γυναίκες, η μία να τον κρατάει και η άλλη να τον χτυπάει με λουρί. Ο άρχοντας σκανδαλίζεται και σκέπτεται ότι ο ψευτοαββάς εκπορνεύεται. Όμως ο όσιος σπεύδει προς το μέρος του και του δίνει ένα χαστούκι, γυμνώνεται και τον καλεί να παίξει μαζί του, διότι δεν υπάρχει δόλος. Εκείνος αντιλαμβάνεται ότι ο Συμεών διάβασε τη σκέψη του και δεν τολμά να ξεστομίσει το μυστικό του σαλού.

Αναφέρεται επίσης ένα περιστατικό που δείχνει την προτεραιότητα που έδινε ο Συμεών στη σωτηρία της ψυχής. Περνώντας από έναν δρόμο κάποια κορίτσια που χόρευαν περιγέλασαν τους μοναχούς, ο σαλός προσευχήθηκε να σωφρονισθούν και ο Θεός τις τύφλωσε. Όλες αντελήφθησαν τι συνέβη και έτρεχαν πίσω του ζητώντας να λύσει τα μάγια. Ο Συμεών ζητάει να τον φιλήσουν και πράγματι όσες το επιχειρούν θεραπεύονται. Οι υπόλοιπες παραμένουν τυφλές ώστε να μη γίνουν άσωτες και να γλυτώσουν από την αμαρτία.

Ο Συμεών, με δύο αιώνες διαφορά από τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, υφίσταται την ίδια δοκιμασία: δέχεται αδιαμαρτύρητα τη μομφή που του προσάπτει μια σκλάβα, ότι έμεινε έγκυος από εκείνον, εισπράττοντας την περιφρόνηση που συνοδεύει αυτή την κατηγορία. Και οι δύο άγιοι αποκαθίστανται πανηγυρικά, διότι μόνο όταν ομολογεί το ψέμα και κατονομάζει τον αληθινό διαφθορέα της καταφέρνει η γυναίκα να γεννήσει και στις δύο περιπτώσεις [14].

Ο βίος του οσίου Ανδρέα
του δια Χριστόν σαλού

Συγγραφέας του Βίου του οσίου Ανδρέα [18, 19, 20, 21] είναι ο Νικηφόρος, πρεσβύτερος του ναού της Αγίας Σοφίας, που χρημάτισε πνευματικός του πατέρας και γνώριζε όλη την αλήθεια για την προσποιητή σαλότητα. Ο Βίος αυτός (9ος-10ος αι.) είχε γνωρίσει μεγάλη διάδοση ανάμεσα στους πιστούς, όπως αποδεικνύεται από την πλούσια χειρόγραφη παράδοση και από την εορτή α) του οσίου Ανδρέα την 28η Μαΐου και β) της αγίας Σκέπης (1η Οκτωβρίου), η οποία αντλεί την υπόθεσή της από αυτόν. Η Εκκλησία της Ελλάδας μετά τον πόλεμο του 1940 μετέθεσε την εορτή αυτή από την 1η στην 28η Οκτωβρίου εις ανάμνηση της «σκέπης» της Θεοτόκου προς το έθνος.δ Το γεγονός ότι ο Ανδρέας έδρασε στην Κωνσταντινούπολη είναι απόδειξη της ευρύτατης διάδοσης του φαινομένου της σαλότητας σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια. Η εορτή αυτή βρήκε μεγαλύτερη απήχηση και τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στη Ρωσική Εκκλησία, πιθανότατα λόγω της προέλευσής του. Σλάβος στην καταγωγή από την σημερινή Ουκρανία (Σκύθης), μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος και έδρασε ως σαλός έπειτα από Θεία προτροπή, που έλαβε σε όραμά του. Εάν μάλιστα ταυτιστεί ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του αγιολογικού κειμένου για τον Βίο του Ανδρέα, ο Επιφάνιος, με τον Πατριάρχη Πολύευκτο, ερμηνεύεται η επίδραση αυτού του κειμένου στη Ρωσία: ο Πολύευκτος ανέλαβε την κατήχηση της τσαρίνας Όλγας και συνέβαλε αποφασιστικά στην αποδοχή του χριστιανισμού από το ρωσικό λαό [22].

Η ρήξη του Ανδρέα με την προηγούμενη ζωή του έρχεται έπειτα από όραμα και αρχίζει το νέο τρόπο διαβίωσης ξεσχίζοντας τα ρούχα του με μαχαίρι, υποδυόμενος τον δαιμονισμένο και παρουσιάζοντας μια επιληπτική κρίση. Ο κύριός του διέταξε να τον μεταφέρουν στο ναό της Αγίας Αναστασίας του Μακέλλου, που φημιζόταν για τις θαυματουργικές θεραπείες δαιμονισμένων, αλλά έπειτα από τέσσερις μήνες χωρίς αποτέλεσμα τον διέγραψε από την κατάσταση των δούλων και τον άφησε ελεύθερο.

Όπως και στον Βίο του Συμεών, ένας μόνο γνωρίζει την προσποίηση της σαλότητας, ο πνευματικός του και βιογράφος του, και μόνο με εκείνον συνομιλεί λογικά. Ένας από τους συντελεστές της δημοφιλίας του Βίου του Ανδρέα είναι και το εσχατολογικό τμήμα που περιέχει με τις προφητείες για το μέλλον της Κωνσταντινούπολης [23].

Την ημέρα τριγύριζε στα καπηλειά, την αγορά, τις πλατείες και τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, θύμα των νέων του περιθωρίου, που τον χτυπούσαν και τον προπηλάκιζαν. Προσποιούταν τον μεθυσμένο και σκόνταφτε στους περαστικούς, που άλλοτε τον έριχναν στο χώμα, άλλοτε τον κλοτσούσαν και άλλοτε τον έδεναν και τον έσερναν στους δρόμους. Ακόμη και τα παιδιά της πόλης τον χτυπούσαν και του μαύριζαν το πρόσωπο με κάρβουνο. Τη νύχτα κοιμόταν μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά της πόλης. Έτρωγε ελάχιστα [Εικόνα 1] και έπινε νερό από τις λακκούβες του δρόμου. Στα αρτοποιεία που κατέφευγε υπήρχαν πάντοτε συμπονετικοί και ελεήμονες συνάνθρωποι, που του έδιναν χρήματα ή τρόφιμα, που με τη σειρά του τα μοίραζε αμέσως στους άλλους άπορους. Τον χειμώνα με τις παγωνιές κυκλοφορούσε με την ίδια ελάχιστη περιβολή και με θαυμαστό τρόπο επιβίωνε χωρίς να έχει καταφύγιο για να κοιμάται. Ειρηνικός υπήρξε και ο θάνατός του, τον οποίο προαισθάνθηκε.

Σεξουαλικές προκλήσεις του Ανδρέα

Ο κόσμος του Ανδρέα στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα περιστρέφεται κυρίως γύρω από κακόφημα μέρη. Συναναστρέφεται άτομα του περιθωρίου και απόβλητους από το κοινωνικό σώμα και διαδίδει το κήρυγμα σε καταγώγια και περιπλανώμενους επαναστατημένους νέους της πρωτεύουσας [13]. Μια αφήγηση αφορά την επίσκεψή του σε «μιμάρια» (πορνεία), όπου τον περικύκλωσαν οι πόρνες προκαλώντας τον με κάθε τρόπο. Ο Ανδρέας παρέμεινε ασυγκίνητος και αδιάφορος και τότε εκείνες του πήραν το μοναδικό ρούχο που φορούσε, αφήνοντάς τον γυμνό, για να το πουλήσουν. Η γυμνή εμφάνιση των σαλών είναι μια σταθερά στις περιγραφές της ζωής τους. Ίσως σηματοδοτούν ότι τα ενδύματα δεν προφυλάσσουν πάντα την αιδώ, αλλά συχνότερα υπηρετούν τη ματαιοδοξία. Ο ίδιος ο Ανδρέας συχνά αφαιρεί τα ρούχα του ή εκπληρώνει τις σωματικές του ανάγκες δημόσια. Σε άλλο επεισόδιο του Βίου, ο άγιος εξαπολύει δριμύτατες κατηγορίες εναντίον της αρσενοκοιτίας με αφορμή τη συνάντησή του με έναν όμορφο ευνούχο με θηλυπρεπή εμφάνιση, που θέλησε να του χαρίσει μιαν αρμαθιά χουρμάδες. Του δηλώνει ότι δεν παίρνει σύκα από τις συκιές και προσπαθεί να τον συνετίσει, διευκρινίζοντας ότι ούτε οι δούλοι δεν πρέπει να υποκύπτουν στις σοδομικές απαιτήσεις των κυρίων τους και να υφίστανται αγόγγυστα τα χτυπήματα και τα μαρτύρια που επιφέρει η άρνησή τους [24]. Ωστόσο ο Βίος του Ανδρέα είναι σεμνότερος και λιγότερο προκλητικός από τον αντίστοιχο του Συμεών, διότι έχει παρεμβληθεί η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος και η καταδίκη της σαλότητας.

Η επιβίωση του φαινομένου
των σαλών στη Ρωσία

Στη Ρωσία οι δια Χριστόν σαλοί, γνωστοί με τον όρο «γιουροντίβγιε», αναγνωρίσθηκαν ομόφωνα από το λαό, την Εκκλησία, την αγιογραφία, τη λογοτεχνία, την ιστορία. Θα ήταν εύλογο το ερώτημα, εάν η ψυχοσύνθεση του ρωσικού λαού ευνόησε την ύπαρξη και την επιβίωση των σαλών αγίων. Πιθανολογείται ότι έτσι πρέπει να είναι, καθώς η ύπαρξή τους συνεχίστηκε εκεί στους επόμενους αιώνες, ενώ εξαφανίστηκαν από τις υπόλοιπες χριστιανικές κοινότητες. Ο πρώτος «γιουροντίβυ» ήταν ο Ισαάκ από το Κίεβο, του οποίου την ιστορία καταγράφει ο χρονογράφος Νέστορας (11ος αιώνας). Ο δεύτερος, ο Προκόπιος από τη γερμανική πόλη Λυβέκη (Lübeck), έζησε τον 14ο αιώνα στο Νόβγκοροντ (Novgorod) και έδρασε ως σαλός στο Ούστγιουγκ (Ustyug): περνούσε τη ζωή του γυμνός στο κρύο και τη ζέστη, έτρωγε τα αποφάγια των φτωχών, ευλογούσε τα παιδιά που τον πείραζαν και τους αγροίκους που τον χτυπούσαν. Αναφέρεται ότι προαισθανόμενος μια καταστροφή από την πτώση ενός πλήθους μετεωριτών, με τις προσευχές του άλλαξε την πορεία τους και έσωσε το Ούστγιουγκ. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι καταναγκαστικά εκτοπισμένοι Ρώσοι στη Λυβέκη ενθυμούμενοι την καταγωγή του επικαλούνται τον Προκόπιο για να τους προστατεύσει από τους βομβαρδισμούς και αποδίδουν σε αυτόν το γεγονός ότι είναι η μόνη πόλη που σώθηκε [2].

Στη Μόσχα επιζεί ο θρύλος του σαλού αγίου Νικολάου που έσωσε την πόλη Πσκωβ (P(le)skov) από την οργή του τσάρου Ιβάν του Τρομερού. Η Ρωσία έχει επιπλέον να επιδείξει και ένα σαλό τσάρο, τον λαοφιλή Φεοντόρ, που ήταν ασθενικός, πιθανόν ελλειμματικός διανοητικά, ασχολούμενος μόνο με τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Πολλοί γιουρντίβγιε ανακηρύχθηκαν άγιοι από τη Ρωσική Εκκλησία ανάμεσα στον 14ο και τον 17ο αιώνα [25]. Ο ορθολογιστής Μέγας Πέτρος δεν κατόρθωσε να εξαφανίσει το φαινόμενο των γιουροντίβγιε, ούτε η πολεμική των εφημερίδων τον 19ο αιώνα. Τους απαθανάτισαν συγγραφείς με τεράστια εθνική απήχηση σαν τον Πούσκιν, τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι.

Οι ιδιαιτερότητες στον χαρακτήρα του σαλού

Η ιερή σαλότητα αποτελεί την πιο παράδοξη και σκανδαλιστική μορφή αγιότητας. Είναι δύσκολη η διάκριση ιερής αθωότητας από ανίερο δόλο και του ανθρώπου του Θεού από τον ιδιόρρυθμο, τον εκκεντρικό ή και τον ψυχοπαθή. Οι επιληπτικές κρίσεις των σαλών, οι άρρυθμες κινήσεις τους, η εντύπωση της κοινής γνώμης ότι είναι «δαιμονισμένοι» αντιστοιχούν σε έναν μεγάλο αριθμό ψυχικών και νευρολογικών παθήσεων, πολλές από τις οποίες είναι γνωστές ήδη από την αρχαιότητα μαζί με τη δαιμονοληψία των Βυζαντινών, που παρόλα αυτά αντιμετωπίζεται με θεραπευτικούς χειρισμούς. Δύο ενδεικτικές περιπτώσεις περιγράφονται: [4]

Στις αρχές του 5ου αιώνα μεταφέρεται στη μονή Ρουφινιανών, στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, ένας χωρικός που εμφανίζει περίεργες κρίσεις, επιθετικές τάσεις, αφρίζει και σφαδάζει και μιλάει ακατάληπτα. Αμέσως οι υπεύθυνοι μοναχοί του φορούν ένα σάκο χωρίς μανίκια που δένεται γύρω από το σώμα του. Θα παραμείνει έτσι, ακίνητος και νηστικός μέχρι να διαπιστωθεί η θεραπεία του. Το περιστατικό αναφέρεται στον Βίο Υπατίου. Η δεύτερη περίπτωση έχει ήδη αναφερθεί στον Βίο του Ανδρέα. Όταν σε νεαρή ηλικία άρχισε να παρουσιάζει κρίσεις και να θεωρείται δαιμονισμένος, ο αφέντης του τον παρέδωσε στο ναό της αγίας Αναστασίας, γνωστό θεραπευτήριο ψυχοπαθών. Έπειτα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεμένος και νηστικός, βλέποντας οράματα και παραληρώντας, κρίθηκε ότι η θεραπεία δεν αποδίδει και επεστράφη στον αφέντη του, αφού τον κατέγραψαν ως «δαιμονιώντα». Η τελευταία αυτή πληροφορία του Βίου του είναι αξιοσημείωτη, διότι συνάγεται ότι το θεραπευτήριο-ναός της αγίας Αναστασίας διέθετε ενημερωμένο κατάλογο των νοσηλευομένων εκεί ψυχοπαθών. Οι δύο ανωτέρω περιπτώσεις ασθενών φαινομενικά είναι όμοιες. Και οι δύο παραληρούν, είναι επιθετικοί, υπερκινητικοί. Ακολουθούν την ίδια αγωγή της ακινησίας και της αυστηρής νηστείας. Ωστόσο, ο πρώτος είναι ένας αυθεντικός ψυχασθενής και ο δεύτερος ένας άγιος.

Μαζί με τους στυλίτες και τους ακραίων μορφών αναχωρητές και ερημίτες αποτελούν φαινόμενα στη διαχωριστική γραμμή του περιθωρίου. Υπήρξαν ασκητές που έζησαν στην απόλυτη ερημιά χωρίς καμία απολύτως ανθρώπινη επαφή, χωρίς μοναστικούς κανόνες, κυκλοφορώντας γυμνοί και φθάνοντας σε ζωόμορφη κατάσταση με άφθονη τριχοφυΐα, με νύχια αιλουροειδούς και δέρμα σκληρό και τραχύ σαν κέλυφος χελώνας. [Εικόνα 2] Οι μορφές αυτές όμως δεν αποτέλεσαν πρότυπα προς μίμηση, όπως και όλοι όσοι επικοινωνούν με το Άγιο Πνεύμα χωρίς τη διαμεσολάβηση πάγιων θεσμών [4].

Εικόνα 2. Τρεις διαφορετικές μορφές μοναχισμού: ο έγκλειστος (σε μικρό κελί, σπηλιά), ο στυλίτης και ο ερημίτης που μοιάζει με άγριο ζώο.
Εικόνα 2. Τρεις διαφορετικές μορφές μοναχισμού: ο έγκλειστος (σε μικρό κελί, σπηλιά), ο στυλίτης και ο ερημίτης που μοιάζει με άγριο ζώο.

Ωστόσο η απομόνωση του ερημίτη θεωρείται ελαφρότερη από τη σαλότητα. O τόπος δράσης των σαλών τους κατατάσσει στους κατεξοχήν αντισυμβατικούς τύπους της αστικής ζωής και των δομών της. Χωρίς να κηρύττουν και να νουθετούν τους πιστούς, δρουν μόνο με το προσωπικό τους παράδειγμα, αλλά η καθημερινή τους προκλητικότητα, οι συνεχείς και όχι περιστασιακές διαπλοκές τους με τον περιθωριακό κόσμο και ο θρύλος της δαιμονολογίας που τους συνοδεύει επηρεάζουν την επίσημη Εκκλησία, ώστε η Πενθέκτη Σύνοδος να απορρίψει τέτοιες μορφές ασκητισμού [13]. Οι επιφυλάξεις της Εκκλησίας είχαν επανειλημμένα εκφρασθεί και εξελίχθηκαν σε αυστηρή αποδοκιμασία στον Κανόνα Ξ΄ της Συνόδου εν Τρούλλω (692) εναντίον εκείνων που προφασίζονται πως είναι δαιμονισμένοι και με την εξαχρειωμένη τους συμπεριφορά αντιγράφουν αυτά τα πρόσωπα με προσποιητή μιμητικότητα.ε Ο κανονολόγος του 12ου αιώνα, Θεόδωρος Βαλσαμών, σχολιάζοντας το κείμενο αυτό, συμπεραίνει ότι αναφέρεται στους δια Χριστόν σαλούς, αν και επιμένει στην ύπαρξη τόσο της ιερής σαλότητας όσο και της αχρείας παραχάραξής της [26].

Μια άλλη κανονική πηγή, οι Ερμηνείες του Νίκωνος του Μαυροβουνίου (11ος αιώνας) αναφέρει: Οι θείοι κανόνες καταδικάζουν εκείνους που εξασκούν τη σαλότητα με τον τρόπο του Συμεών και του Ανδρέα. Παρά τους κινδύνους όμως η Εκκλησία δεν έχει απαγορεύσει τέτοιες πρακτικές και συνεχίζει να αφήνει θέση σε λιγότερο συμβατικές στάσεις ζωής [11]. Άλλωστε ένας σαλός, ακόμη και αν καταλύει τη νηστεία ή παρενοχλεί τη Θεία Λειτουργία, δεν σκοπεύει στη σύγχυση των πιστών ούτε είναι ποτέ αιρετικός. Δεν περιπαίζει την Αγία Γραφή, τα μυστήρια και τις ιερές εικόνες παρά μόνο την τυπολατρία και ενίοτε τους εκπροσώπους της. Όλες αυτές οι θετικές συμπεριφορές εξισορρόπησαν τις εκτροπές τους και καλλιέργησαν την ανοχή της Εκκλησίας, αλλά ποτέ την εύνοιά της, ιδιαίτερα σε περιόδους αγώνων εναντίον των αιρετικών ή των εικονομάχων. Η σαλότητα είναι πιθανόν να αναπτύχθηκε παράλληλα με την αυξανόμενη εκκοσμίκευση του καθημερινού βίου στα μεγάλα αστικά κέντρα και να εύρισκε ακροατήριο στους αριστοκρατικούς κύκλους (συνηγορεί και το στοιχείο της αριστοκρατικής καταγωγής των σαλών και της επιμελημένης τους εκπαίδευσης). Δεν φαίνεται να συνδέθηκε με την αίρεση του Μονοφυσιτισμού, που είχε υιοθετήσει άλλα ακραία είδη μοναχισμού εναρμονισμένα περισσότερο με την αφηρημένη δογματική θεωρία της, διότι στα κέντρα της ανθούσε η εμφάνιση στυλιτών και όχι σαλών [22, 27].

Το φάσμα των σχέσεων σαλού και λαού είναι ευρύτατο: ο τελευταίος περιπαίζει, περιγελά, κακοποιεί, λοιδορεί, ταλαιπωρεί, βασανίζει, καταφρονεί, αδιαφορεί, συμπονά, αναγνωρίζει, εκτιμά, σέβεται το σαλό και τη στάση ζωής του. Παρά την απόρριψη από τους φορείς της εξουσίας, η κοινή γνώμη τηρεί αμφιθυμικές διαθέσεις και δεν είναι καταδικαστική. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Κεκαυμένου στο έργο του «Στρατηγικόν», όπου προειδοποιεί να μην περιπαίζουν τους σαλούς, διότι δεν γνωρίζουν εάν είναι άγιοι ή παριστάνουν τους τρελούς για να εξαπατούν τους αφελείς. Μετά άφρονος μη παίζης, υβρίσει σε γαρ σε και ίσως κρατήσει και της γενειάδος σου, και σκόπησον πόση αισχύνη σοι έσται. Και ει μεν εάσεις αυτόν, πάντες γελάσουσιν, ει δε τύψεις αυτόν, παρά πάντων μεμφθήση και λοιδωρηθείση. Το δ’ αυτό σοι συμβήσεται και επί τοις προσποιουμένοις το σαλόν. Λέγω σοι δε ίνα ελεής και παρέχης αυτοίς, το δε παίζειν και γελάν μετ’ αυτών καταλιμπάνης, επεί ασύμφορον εστίν. Είδον γαρ εγώ άλλους οι γελώντες και παίζοντες μετά τοιούτου εφόνευσαν αυτόν οις έπαιζον. Αλλά μήτε υβρίζης μήτε τύπτης σαλόν, οποίος αν είη. Του υποκρινομένου το σαλόν, ο αν λέγη σοι άκουε, πλην η καταφρόνει αυτού, ίσως γαρ βούλεται σε καταπανουργεύσασθαι δια του σαλού [28].

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι είδε πολλούς να φονεύουν σαλούς και συμβουλεύει να μη τους καταφρονούν, διότι μπορεί προσποιούμενοι τρέλα να βλάψουν. Προτείνει μια ήπια στάση ανοχής και κατανόησης και ταυτόχρονα φιλάνθρωπη και ελεήμονα, σύμφωνη με τα ιδανικά της βυζαντινής κοινωνίας. Ο σαλός όμως είναι ελεύθερος από δεσμεύσεις σε κανόνες οικογενειακής και κοινωνικής ζωής και καθημερινά προκαλεί την ευπρέπεια και τον καθωσπρεπισμό των αστών. Συχνάζει προκλητικά σε τόπους πορνείας, του λείπει η αιδώς, εμπαίζει πρόσωπα και θεσμούς με άξονα την αυτογελοιοποίηση και την αυτοταπείνωση. Ζει με τους ανθρώπους του περιθωρίου των αστικών δομών της πόλης.

Οι βιογραφίες των αγίων σαλών διατηρούν και αναπαράγουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, δημιουργώντας φιλολογικά και αγιολογικά στερεότυπα [29, 30]. Η αγιότητα του σαλού είναι γνωστή μόνο σε ένα πρόσωπο, το οποίο διαφυλάσσει το μυστικό και είναι ο αφηγητής της ιστορίας, που γνωρίζει όλες τις πτυχές της. Συχνά ο σαλός προέρχεται από υψηλό κοινωνικό και οικονομικό status, όμως ο αριστοκράτης θα γίνει ζητιάνος και η οικονομική ταπείνωση γίνεται συστατικό της αγιότητας και η απόλυτη ένδεια επιτρέπει την αποφασιστική σύνταξη με τις τάξεις των περιθωριακών και των απόβλητων [31]. Ιδιαίτερα η τάξη των αμαρτωλών (ηθοποιών, πορνών, προαγωγών) μπορεί να υποκρύπτει αγίους, που στην πραγματικότητα υποδύονται ρόλους, όμως η επιμονή σε τέτοια παραδείγματα στοχεύει στη μεταστροφή άλλων περιθωριακών, διαμέσου μεταμφιέσεων και αποκαλύψεων. Η τραγική ειρωνεία, καθώς το κοινό γνωρίζει την ταυτότητα του αγίου σαλού, ενώ το περιβάλλον του την αγνοεί, είναι πάντα ψυχαγωγική. [12]. Συγκρίνοντας τους Βίους του Συμεών και του Ανδρέα, η μοναδικότητα του πρώτου είναι εμφανής, ενώ η μορφή του δεύτερου παραμένει άτονη, καθώς οι ιδιαιτερότητες του προηγούμενου έχουν λογοκριθεί, τα επεισόδια έχουν διασκευασθεί επί το ευπρεπέστερον και προσαρμοσθεί στο περιβάλλον της πρωτεύουσας.

Το φαινόμενο της σαλότητας δεν περιορίστηκε στη Βυζαντινή και Ρωσική Ορθοδοξία, αλλά επεκτάθηκε στη Δύση (όχι με ανάλογη επιτυχία) π.χ. fous de Dieu στη Γαλλία, folly for Christ’s sake ή holly folly στη μεσαιωνική Ιρλανδία και την Αγγλία. [32] Συναντιέται επίσης και εκτός χριστιανικής παράδοσης: στους Χασιδίμ του Ιουδαϊσμού, στους Σούφι του Ισλάμ, στους Γιόγκι του Βεδισμού και στους Ζεν του Βουδισμού. [22] Αποτελεί επομένως μια οικουμενική μορφή εκκεντρικής θρησκευτικότητας που επέζησε πολλούς αιώνες.

Συζήτηση

  • Το φαινόμενο της σαλότητας είναι άρρηκτα δεμένο με την ιστορική πορεία του μοναχισμού, του οποίου αποτελεί μια ακραία μορφή, επειδή ο ακραίος αυτός μοναχισμός ασκήθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην καρδιά του κόσμου από τον οποίο είχαν αναχωρήσει. Φαίνεται ότι η αφοσίωση στο Χριστό, η επιθυμία να ακολουθήσουν το παράδειγμα της ταπείνωσης, της φτώχειας, της λοιδορίας, του μαρτυρίου και όσα υπέστη Αυτός για τη σωτηρία όλων, μας δίνει έναν σημαντικό άξονα κατανόησης της συμπεριφοράς τους, η οποία είναι εσχατολογική, καθώς δεν ενδιαφέρονται για τον επίγειο κόσμο, με εξαίρεση την ταύτιση με αυτούς που υποφέρουν στο περιθώριο της κοινωνίας [32]. Η μακρά επιβίωση του φαινομένου στη Ρωσία πιθανότατα συνδέεται με την ύπαρξη ενός λαϊκού-αγροτικού πολιτισμού με κύριο φορέα τη χριστιανική πίστη και τις ιδιαιτερότητες της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας, παρά τους διαδοχικούς εκσυγχρονισμούς της κοινωνίας που επιχείρησαν με βαναυσότητα οι κοινωνικές ελίτ. Μπορούμε ίσως να δούμε στη σαλότητα μια ακραία διάσταση διαμαρτυρίας για τις κοινωνικές αδικίες και την παρέκκλιση από τους χρηστούς κανόνες, αλλά με κανένα τρόπο μια διάσταση εξέγερσης, καθώς οι σαλοί τηρούσαν απαράβατα τα βασικά δόγματα της πίστης. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι σε περιόδους κοινωνικών και θρησκευτικών ταραχών οι σαλοί ελαττώνονται σημαντικά [32].
  • Οι σαλοί και οι «ψευτοσαλοί» υπήρξαν πολυάριθμοι, πολύ περισσότεροι από εκείνους που κατατάσσονται στους αγίους. Οι Βίοι αυτών των αγίων μας δίνουν πληροφορίες για την αντιμετώπιση από την κοινωνία αυτών που υποδύονταν τους τρελούς, που μάλλον δεν διέφερε από εκείνην που υπέστησαν οι πραγματικοί τρελοί. [31] Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι μεσολαβούσε μεγάλο διάστημα πριν η ακραία συμπεριφορά τους αποδοθεί στη Θεία χάρη. Οι σαλοί υιοθετούσαν τη γνωστή συμπεριφορά των τρελών, επιληπτικών και δαιμονισμένων υπερβάλλοντας στις εκδηλώσεις τους, ως πεδίο άσκησης. Αξίζει να παραθέσουμε την παρατήρηση του J. Saward, [32]: «οι τρελοί στο όνομα του Χριστού εξαφανίστηκαν από τους δρόμους, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, παράλληλα με τους πραγματικούς τρελούς και τους γελωτοποιούς των ισχυρών. Οι πιο πρόσφατοι «τρελοί του χωριού» αποτελούν ίσως μια μικρογραφία του φαινομένου, χωρίς τη Θεία διάσταση».
  • Μια ψυχοπαθολογική απόπειρα ανάγνωσης του φαινομένου των σαλών θα ξεκινήσει από την παρατήρηση του J. Saward ότι δεν έχουμε έναν αξιόπιστο ορισμό της τρέλας για να τον αντιπαραβάλουμε με την υπόκρισή της από τους σαλούς, όταν μάλιστα με τη συμπεριφορά τους προσπαθούν να δείξουν την «τρέλα αυτού του κόσμου» σε αντίθεση με τον ουράνιο κόσμο. Θα προσθέσουμε ότι οι υπάρχοντες ορισμοί αφήνουν μεγάλες περιοχές αβεβαιότητας ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό. Η παροιμία «από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» έχει μακρά πορεία ανά τους αιώνες, σημαίνει την αδυναμία των τρελών και των παιδιών να μιλούν ή να σιωπούν σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις και μπορεί να μας ανοίξει έναν ακόμα δρόμο κατανόησης της συμπεριφοράς των σαλών. Η αδυναμία όμως σεβασμού των συμβάσεων στους δια Χριστόν σαλούς είναι μάλλον επιλογή, για τον απλό λόγο ότι η υπόκριση της τρέλας σε ακραίο βαθμό για μεγάλο χρονικό διάστημα και η απόκρυψη της μοναχικής τους ιδιότητας υποδηλώνουν μια σιδηρά θέληση ολοκλήρωσης του ακραίου αυτού σχεδίου ζωής. Εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη τους διαφορά, καθώς στους σοβαρά ψυχικά ασθενείς αυτό που είναι χαρακτηριστικό είναι η αποδιοργάνωση και η αδυναμία να ακολουθήσουν ένα συγκροτημένο σχέδιο ζωής για σημαντικό χρονικό διάστημα, χωρίς η έξαρση της νόσου να γίνει οφθαλμοφανής. [33 34]. Αν θεωρήσουμε τη βασανιστική αυτή ζωή στο όνομα του Χριστού ως μια εκδήλωση μιας μεγαλομανιακής προσήλωσης σε έναν στόχο «εξωπραγματικής» ταύτισης με τη διδασκαλία του Ιησού και των Αποστόλων του, η ένταση και η διάρκεια της ταπείνωσης και των στερήσεων δύσκολα ανταποκρίνονται σε όσα ξέρουμε για την ψυχική ασθένεια. Βέβαια, η αυξανόμενη εκδήλωση σεβασμού, ιδιαίτερα από τους ταπεινούς, είναι μια όχι ευκαταφρόνητη ανταμοιβή που επιτρέπει τη συνέχιση της πορείας προς τον ένα και μοναδικό στόχο τους, έστω και αν θα μπορούσαμε σήμερα να διακρίνουμε στη συμπεριφορά τους το ένα ή το άλλο ψυχοπαθολογικό φαινόμενο.
  • Τίθεται επίσης εύλογα το ερώτημα για τα προσωπικά κίνητρα και την ψυχοδομή κάποιου που υποδύεται την τρέλα, αλλά δεν μπορούμε να δώσουμε μια απάντηση για άτομα που, πριν διαλέξουν το δρόμο του δια Χριστόν σαλού, ανήκαν σε εύπορες οικογένειες, αλλά είχαν μονάσει και ασκηθεί ακραία για μεγάλα χρονικά διαστήματα ή για αλλοδαπούς σκλάβους που αναζητούσαν τον δρόμο του Χριστού μέσα από την ακραία ταπείνωση, στο περιθώριο του περιθωρίου των πόλεων.
  • Είναι αξιοσημείωτη η άποψη ότι, με την ακραία άσκηση της χριστιανικής πίστης, κάποιοι ιερωμένοι ή αφιερωμένοι στην Εκκλησία ισορρόπησαν μια ψυχική πάθηση, όπως το παράδειγμα του Jean Joseph Surin (1600-1665) και της Louise du Néant (1639-1694) στη Γαλλία [32].
  • Συνεχίζοντας σε πιο επισφαλή εδάφη, δηλαδή της εφαρμογής σημερινών κριτηρίων σε προηγούμενες κοινωνίες, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε στοιχεία ακραίας διαταραχής προσωπικότητας στη συμπεριφορά τους. Σε αυτό συνηγορεί και η άποψη του ψυχαναλυτή P. C. Racamier [34] ότι στη διαστροφή λειτουργούν οι ίδιοι μηχανισμοί άμυνας με την ψύχωση, που παγιώνονται διαφορετικά με την επίδραση του εκάστοτε περιβάλλοντος. Στη διαστροφή έχουν αποβληθεί και υποτιμηθεί τα άτομα που επενδύθηκαν ως δείκτες αξίας στη διάρκεια της ζωής και έχει υπερεπενδυθεί η διατήρηση μιας πρωτογενούς προσήλωσης στον εσωτερικό κόσμο του ίδιου του ατόμου – που ανάγεται σημαντικά στον αμοιβαίο θαυμασμό του βρέφους και της μητέρας του και ονομάζεται ναρκισσιστική σαγήνη. Η προσέγγιση αυτή, εφαρμοσμένη στην απόλυτη και βασανιστική προσήλωση των σαλών στο παράδειγμα του Χριστού, κενώνοντας σχεδόν τις σχέσεις τους με τους άλλους πλην του εξομολογητή τους, με τον οποίον μοιράζονται την ίδια πίστη, θα μπορούσε να είναι θεωρητικά γόνιμη, αλλά τα κενά στις γνώσεις μας είναι πολύ μεγάλα για τις διαταραχές προσωπικότητας και τη διαστροφή ώστε να είναι ικανοποιητική. Το ίδιο ισχύει και για παλαιότερες ψυχοπαθολογικές προσεγγίσεις που χρησιμοποίησαν την έννοια της «ιδιοσύστασης» για να ερμηνεύσουν ακραίες συμπεριφορές.
  • Όσο προχωρούμε προς τις μέρες μας, τόσο η χρήση του όρου του σαλού και στη Δυτική Ευρώπη του fou de Dieu ή holly folly χρησιμοποιούνται χαλαρότερα, ώστε να υποδηλώσουν ακραίες συμπεριφορές εμπνευσμένες από τη θρησκευτική πίστη [33], για παράδειγμα την επιθετική παρεμπόδιση των αμβλώσεων από μικρές ομάδες φανατικών στις Η.Π.Α. και κυρίως την έξαρση του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού. [34,35] Πρόκειται σίγουρα όμως για φαινόμενα αρκετά διαφορετικά από αυτά που επιχειρήσαμε να σκιαγραφήσουμε.

Η φημισμένη όπερα «Boris Godunov» του Modest Moussorgsky δανείζεται τον τίτλο της από τον πρωταγωνιστή της και διαπραγματεύεται την άνοδο και την πτώση του από το ύψιστο ρωσικό αξίωμα. Το λιμπρέτο προέρχεται από την ομώνυμη τραγωδία του Alexander Puschkin. Στην 1η Σκηνή της 4ης Πράξης υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή: στην πλατεία της Μόσχας μπροστά από τον Καθεδρικό ναό, πλήθος κόσμου περιμένει την έξοδο του τσάρου. Για τον τσάρο-σφετεριστή του θρόνου Μπόρις υπήρχαν υποψίες ευρύτατα διαδεδομένες στο λαό ότι είχε προκαλέσει το θάνατο του νόμιμου διαδόχου, μικρού τσάρεβιτς Ντιμίτρι, γιου του Ιβάν του Τρομερού. Ανάμεσα στο πλήθος που περιμένει, κάνει την εμφάνισή του και ο «γιουροντίβυ», ο σαλός άγιος που ο ποιητής ονομάζει «Νικόλκα». Φοράει σιδερένιο σκουφί και αλυσίδες στους ώμους του και επισύρει την περιέργεια και τα πειράγματα των παιδιών, που του κλέβουν το κέρμα του-ελεημοσύνη μιας πιστής προς αυτόν- κάνοντάς τον να κλαίει. Ένας ευγενής βγαίνει από το ναό μοιράζοντας χρήματα στους ζητιάνους και ακολουθεί ο τσάρος, προς τον οποίο απευθύνεται ο σαλός άγιος:

Γιουροντίβυ: Μπόρις, Μπόρις, τα παιδιά κάνουν κακό στον γιουροντίβυ.
Τσάρος: Δώστε του κάτι. Γιατί κλαίει;
Γιουροντίβυ: Τα παιδιά μου κάνουν κακό. Διάταξε να τα πνίξουν, όπως έπνιξες το μικρό τσάρεβιτς.
Ακόλουθοι του τσάρου: Έξω από εδώ βλάκα! Πιάστε τον!
Τσάρος: Αφήστε τον. Προσευχήσου για μένα Νικόλκα.
Γιουροντίβυ: Όχι, όχι! Απαγορεύεται να προσευχηθώ για τον τσάρο Ηρώδη. Η Παρθένος δεν το θέλει [1].

Η ανωτέρω σκηνή είναι αποκαλυπτική για πολλά θέματα που σχετίζονται με τους σαλούς αγίους. Το φαινόμενο επιζεί στη Ρωσία του 17ου αιώνα και είναι χαρακτηριστική η αντιμετώπιση του αποκαλουμένου «γιουροντίβυ», που ο τσάρος και ο λαός τον σέβεται και τον προσκυνά. Ο τσάρος δεν επιτρέπει να τον συλλάβουν, οτιδήποτε και αν εκστομίζει.

Σημειώσεις

α. Βοσκός ονομάζεται ο ασκητής που ζούσε στα βουνά τρώγοντας μόνο χόρτα, όπως τα πρόβατα, π.χ. ο αββάς Ηλίας ο βοσκός (Ιωάννης Μόσχος Λειμωνάριον, 19 [J.-P. Migne, Patrologia Graeca, τ.87/ΙΙΙ, στ. 2865Β]).

β. Για τους δενδρίτες μοναχούς βλ. Κ. Χαραλαμπίδης, Οι δενδρίτες στην προχριστιανική και χριστιανική ιστορικοφιλολογική παράδοση και εικονογραφία, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1986.

γ. Για τις απόψεις του Πυθαγόρα για τα κουκιά: Διογένης Λαέρτιος, ίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, 8.19, 8.24, 8.34 (M. Marcovich (ed.), Diogenis Laertii Vitae philosophorum, [Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana, Scriptores Graeci], τ. Ι-ΙΙΙ, Lipsiae, 1999-2002, τ. Ι, σσ. 584, 586-7, 592). Πορφύριος, Πυθαγόρου βίος, 43 (A. Nauck (ed.), Porphyrii philosophi Platonici opuscula selecta, [Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana, Scriptores Graeci], Lipsiae, 1886, σσ. 40-41)

δ. Η μετάθεση της εορτής της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου στην 28η Οκτωβρίου έγινε το 1952 με την εγκύκλιο 701/31-10-1952 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (περιοδ. Εκκλησία τ. 29 (1952) σ. 305).

ε. Για τον Ξ΄ Κανόνα της Πενθέκτης: P. Joannou (ed.), Discipline Générale Antique (IIe-IXe s.), [Pontificia Commissione per la redazione del codice di Diritto Canonico Orientale. Fonti, 9], τ. Ι-ΙΙ, Grottaferrata (Roma), 1962-3, τ. I, σ. 1961-15.

Βιβλιογραφία

  1. Boris Godunov. Όπερα σε 4 Πράξεις (1874) σε λιμπρέτο από το ομώνυμο δράμα του Alexander Pushckin (1825). Ηχογράφηση: Decca Company 1971 (μετάφραση κειμένου από ρωσικά σε αγγλικά Peggy Cochrane). 4th Act 1st scene.
  2. Gorainoff Irina. Les fols en Christ dans la tradition orthodoxe. Desclée de Brouwer, Paris, 1983 (Ελληνική μετάφραση: Οι δια Χριστόν Σαλοί. Τήνος, Αθήνα χχ, σσ. 150-154).
  3. Bartelink G (ed.) Palladio: La storia Lausiaca, [Vita dei Sancti, 2], Verona, 1974 pp πρβλ. PG 34, 1101-07 (Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν ήτοι Βίβλος περιέχουσα διηγήσεις ασκητικών Ανδρών και Γυναικών, αφιερωμένη εις τον ζητήσαντα αυτήν Λαύσον Πραιπόζιτον παρά του Επισκόπου Ηρακλείδου).
  4. Αγγελίδη ΧΓ. Η παρουσία των σαλών στη Βυζαντινή κοινωνία. Στο: Πρακτικά Ημερίδας «Οι Περιθωριακοί στο Βυζάντιο». Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 1993, σσ. 85-102.
  5. Daniel of Skete. Vie (et récits) de l’Abbé Daniel le Scétiote. Clugnet L (ed) Picard et Fils, Paris, 1901, pp 22-25.
  6. Krueger D. Symeon the Holy Fool. University of California Press. Berkeley-Los Angeles-London, 1996, pp 57-71.
  7. ΕυάγριοςΕκκλησιαστικήΙστορία. Στο: Migne J-P (ed) Patrologia Graeca vol 86, 2480-2484.
  8. Evagrius Scholasticus. The Ecclesiastical History. Bidez-Parmentier, 1898, pp 182-184.
  9. ΛεόντιοςΝεαπόλεως. Ο Άγιος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός. Στο: Migne J-P (ed) Patrologia Graeca vol 93, 1670-1748 (Κείμενο και μετάφραση) «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη, 1984.
  10. Ιωάννης Μόσχος. Λειμωνάριον. Στο: Migne J-P (ed) Patrologia Graeca vol 87, 2851-3112.
  11. Καλλίστος (Ware). Ο δια Χριστόν σαλός: Προφήτης και Απόστολος. Στο: Ροηλίδης Ι. (επιμ.) Ενότης εν τη ποικιλία (Sobornost). Ακρίτας, Αθήνα, 1997, σσ 101-140.
  12. Krueger D οπ σημ.7 pp 72-89.
  13. Beck HG. Das byzantinische Jahrtausend. Verlag Beck CH, München 1978 Ελληνική μετάφραση: Η Βυζαντινή χιλιετία. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990, σσ. 385-387.
  14. Rydén L. Das Leben des heiligen Narren Symeon von Leontios von Neapolis. Almqvist & Wiksel, Stockholm-Göteborg-Uppsala, 1963, pp 121-170.
  15. Beck HG οπ σημ. 14. «Ο τρελοάγιος» σσ. 451-452.
  16. Grmek M. Ο μύθος και η πραγματικότητα της βλαπτικότητας των κουκιών. Στο: Οι ασθένειες στην αυγή του δυτικού πολιτισμού. Εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα, 1989, σσ. 307-354.
  17. Nau F. Histoire de Thais. Annales du Musée Guimet 1903; 30: 51-114.
  18. ΝικηφόρουΠατριάρχου. Βίος Οσίου Ανδρέα δια Χριστόν Σαλού. Στο: Migne J-P (ed) Patrologia Graeca vol 111, 627-888.
  19. Rydén L. The Life of St Andrew the Fool, vol I-II. Almqvist & Wiksell International, Uppsala, 1995.
  20. ΒίοςΑγίουΑνδρέουτουΣαλού. Αρμός, Αθήνα, 2005.
  21. Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός. Ιερά Μονή Παρακλήτου 19η έκδοση, Ωρωπός Αττικής, 2005.
  22. Καρακατσάνης Γ. Οι σαλοί στη Βυζαντινή κοινωνία. Στο: Βίος Αγίου Ανδρέου του Σαλού (Επίμετρο) σσ 183-225.
  23. Mango C. Byzantium. The Empire of New Rome. Weidenfeld and Nicholson, London, 1980. Ελληνική μετάφραση: Βυζάντιο. Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988, σσ. 136-137.
  24. Πιτσάκης Κ.Γ. Η θέση των ομοφυλοφίλων στη Βυζαντινή κοινωνία. Στα Πρακτικά Ημερίδας «Οι Περιθωριακοί στο Βυζάντιο». Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν. Αθήνα, 1993 σσ. 171-269.
  25. Bishop Varlaam Novakshonoff. God’s fools. Synaxis Press, 1997. Ελληνική μετάφραση: «Ημείς μωροί δια Χριστόν» (Βίος και πολιτεία οσίων σαλών). Ιερά Καλύβη Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2006.
  26. Ράλλης Γ., Ποτλής Μ. Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων, τ. Ι-VI, Αθήνησιν, 1852-9, (ανατ.: εκδ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη, 2002), τ. ΙΙ, σσ. 441-442.
  27. Delehaye H. Les Saints stylites. Société des Bollandistes, Bruxelles, 1923 pp 238-271.
  28. Litavrin G (ed.), Sovety I Rasskazy Kekavmena, Moscow, 1972 (Τσουγκαράκης Δ. (μτφρ) Κεκαυμένος: Στρατηγικόν, [Κείμενα Βυζαντινής Ιστοριογραφίας, 2], εκδ. Κανάκη, γ΄εκδ., Αθήνα, 1996, σσ. 206-207).
  29. Le Goff J. Οι διανοούμενοι στο Μεσαίωνα. Κέδρος, Αθήνα 2002 σσ. 56-69.
  30. Magoulias H. The Lives of the Saints as Sources of Data for the History of Byzantine Medicine in the Sixth and Seventh Centuries. BZ 1964; 57: 127-150.
  31. Dols M. Insanity in Byzantine and Islamic Medicine. In: Symposium on Byzantine Medicine. J. Scarborough (ed.) Dumbarton Oaks Papers 1984; 38: 135-148.
  32. Saward J. Dieu à la folie. Histoire de saints fous pour le Christ. Seuil, Paris, 1983 (Perfect fools. Folly for Christ’s sake in Catholic and Orthodox Spirituality. Oxford University Press, 1980).
  33. Racamier PC Les Schisophrènes. Payot, Paris, 1990.
  34. ΠλουμπίδηςΔ. Ηδιδασκαλίατου PC Racamier γιατιςψυχώσεις. Στο: Σχιζοφρένεια, φαινομενολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση. Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σσ 125-168.
  35. Lane BC. The spirituality and Politics of Holly Folly. Christian Century, December 1982, p 1281 and following.
  36. Yawo GN. Les fous de Dieu. Afriquespor No 27, Juillet-Septembre 2004.
  37. Schlegel J-L. La loi de Dieu contre la liberté des hommes: Intégrisme et fondamentalisme. Seuil, Paris, 2003.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.