Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 19 [2010 – τόμος 06]

Ψήγματα (νευρο-ψυχ)-ιατρικής στα Στοιχεία Μεταφυσικής [1820] του Βενιαμίν του Λέσβιου «Μέλος φάντασμα» – Ύπνος - όνειρα & ψυχοπαθολογία

Σε μια πρώτη προφορική μορφή ανακοινώθηκε στο Συνέδριο για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό που διοργάνωσε η Λέσχη Πλωμαρίου «Βενιαμίν ο Λέσβιος» (πρόεδρος ο Ξ. Μαυραγάνης) σε συνεργασία με τη Φιλοσοφική Σχολή των Ιωαννίνων (Καθηγητής Π. Νούτσος) – Πλωμάρι 25-26/6/2009.

Εισαγωγή

Βενιαμίν ο Λέσβιος (1759 - 1824)
Βενιαμίν ο Λέσβιος (1759 – 1824)

Στον ελλαδικό χώρο του δεύτερου μισού του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, οι μεταφράσεις, οι παραφράσεις, οι αποσπασματικοί ερανισμοί, αλλά και συνθετότερα έργα αποτελούσαν συνήθεις μεθόδους «μετακένωσης» [κατά Κοραή] ή «δεξίωσης» [κατά Δημαρά] των ευρωπαϊκών επιστημονικών ρευμάτων· μεταξύ αυτών και θεμάτων ψυχολογίας [ή πνευματολογίας], αυτονόητα βέβαια, αφού ο δάνειος εξ Εσπερίας λόγος τα εμπεριείχε ούτως ή άλλως.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης είναι ο πρώτος που αφιέρωσε ξεχωριστό τμήμα, τον τρίτο τόμο των Στοιχείων της Μεταφυσικής του (1805), «όπερ εστίν η Ψυχολογία», την οποία ακολουθούν η Οντολογία και η Κοσμολογία. Ανάλογα θα πράξει και ο Κωνσταντίνος Κούμας στο Σύνταγμα Φιλοσοφίας (1818-1820), όπου ο πρώτος τόμος περιέχει «ψυχολογίαν και κρηπίδα φιλοσοφίας» και έπονται οι τόμοι για τη Λογική, τη Μεταφυσική και την Ηθική. Την ίδια εποχή [1820], ο Βενιαμίν ο Λέσβιος εκδίδει τα Στοιχεία της Μεταφυσικής που καταλήγουν στα «περί ψυχής» και «περί υπάρξεως Θεού» κεφάλαια. Προηγουμένως, «άλλο δεν εκάμαμεν», λέει, «ειμή έκθεσιν των της ψυχής δυνάμεων: τουτέστιν αισθήσεων, αντιλήψεως, συνειδήσεως, προσοχής, ενθυμήσεως, μνήμης, φαντασίας, λογικού, λογιστικού, βουλήσεως και αυτεξουσίου ή, αν θέλεις, των πρώτων ιδιοτήτων του διανοητικού όντος. Ώστε ακόλουθον ήθελεν είναι και η θεωρία αυτού τούτου του όντος ιδίως, όπερ και ψυχολογίαν τινές ονομάζουσι»1 [σελ. 401]. Όσα εξέθετε προηγουμένως δεν ήταν παρά «μεταφυσική» [σελ. η΄- θ΄], διότι, καθώς έγραφε απευθυνόμενος προς τους «φιλαναγνώστας», «η επιστήμη των λόγων» κάθε τέχνης και επιστήμης, άρα και η πραγματεία των ψυχικών δυνάμεων με τις οποίες ο άνθρωπος αισθάνεται, κινείται, διανοείται και βούλεται, όντας αυτεξούσιος, είναι «μεταφυσική». Η ψυχολογία προκύπτει εάν εκ των δυνάμεων της ψυχής μεταβούμε «εις την φύσιν της ψυχής», οπότε «απαιτεί [και] την γνώσιν του δημιουργού των όντων, τουτέστιν του Θεού, δήλον οίκοθεν ότι είναι αναγκαία και η του Θεού απόδειξις, όπερ φυσική θεολογία ονόμασται» [σελ. ιβ΄].

Η (νευρο-ψυχ)-ιατρική του 19ου αιώνα

Κάποιες φορές, ο εισαγόμενος εξ Εσπερίας λόγος εμπεριέχει και ιατρικές γνώσεις. Καταφεύγει και σε αυτές ο Βενιαμίν: «Παν αίσθημα και πάσα κίνησις γίνεται δι’ ουδενός άλλου, ειμή δια των νεύρων, και η ιατρική και η ανατομία συντρέχουσιν εις την τούτου απόδειξιν» [σελ. 8]. Στην ιατρική και σε γιατρούς [ανωνύμως ή και επωνύμως] αναφέρεται επίσης και στο «περί ύπνου, ενυπνίων, νυκτάλωπος, παραφροσύνης και μωρίας» κεφάλαιο. Όπως θα φανεί, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί μπορούν να ενταχθούν ακριβέστερα στην εκ της ενιαίας ιατρικής αναδυόμενη (νευρο-ψυχ)-ιατρική που βρίσκεται, βέβαια, ακόμα in statu nascendi, εξ ου και η περιοριστική χρήση των παρενθέσεων, εδώ και στον τίτλο μου. Διότι, την εποχή που γράφει ο Βενιαμίν, τόσο η «νευρολογία» όσο και η «ψυχιατρική» είναι ακόμα στα σπάργανα: αν και οι όροι υπάρχουν –η νευρολογία από το 1664 [Willis] και η ψυχιατρική από το 1808 [Reil]–, η κλινική τους οντότητα θα αναφανεί πολύ αργότερα· της νευρολογίας στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Charcot, πρώτο καθηγητή της πρώτης στον κόσμο Έδρας της Κλινικής των Νοσημάτων του Nευρικού Συστήματος [1882] και της ψυχιατρικής, λίγο πριν τη νευρολογία, με την εκλογή του Ball ως πρώτου καθηγητή της Έδρας των Ψυχικών Νοσημάτων και του Εγκεφάλου [1877].

 

Το «μέλος φάντασμα»

Στο πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής του ο Βενιαμίν αναφέρεται στις αισθήσεις και την κίνηση ενώ στο δεύτερο εξετάζει τα αίτιά τους. Πρώτα περιγράφει, κατόπιν ορίζει τον άνθρωπο αριστοτελικά ως «ζώον επιθυμητικόν, θυμικόν, ορεκτικόν και κινητικόν» [σελ. 7] κι ύστερα περνά στην ανατομία και τη «φυσιολογία» του νευρικού συστήματος –στο «νευρικόν ρευστόν»– για να συμπεράνει εν τέλει ότι «και το αισθανόμενον και το κινούν οικεί εν τω εγκεφάλω»· και με ακριβέστερη διατύπωση: «δεν αρκεί μόνον η ύπαρξις των νεύρων αλλά και η κοινωνία αυτών μετά του εγκεφάλου». Για να το αποδείξει επικαλείται πρώτα τα συνήθη ιατρικά επιχειρήματα που παρέχουν οι ποικίλες βλάβες των νεύρων, η αποπληξία και η νάρκωση [π.χ. με όπιο, αλκοολούχα ποτά] κι ύστερα προσθέτει: «Έτι ημείς έχομεν παραδείγματα, ένθα μετά την τομήν χειρός ή ποδός, ο άνθρωπος ησθάνετο πόνον χειρός και ποδός, ενώ λέγω έλλειπεν αυτού και η χειρ και ο πους, όπερ δηλονότι δεν έπρεπε να έχη χώραν, αν τα αισθήματα είχον την ύπαρξιν όθεν γίνονται αι προσβολαί». Αυτά γράφει και παραθέτει σε υποσημείωση ένα παράδειγμα που αντλεί από τον Καρτέσιο: «[…] είναι αξιοσημείωτον ότι αύτη [μια ακρωτηριασθείσα νέα] δεν έλλειψεν από του να αισθάνεται πόνον, ως αύτη έλεγεν, εις ήνπερ δεν είχε πλέον χείρα, και από του να παραπονήται ότι ησθάνετο τώρα εις τον ένα, και τώρα εις τον άλλον δάκτυλον πόνο (Εις τας αρχάς του Καρτεσίου2)» [σελ. 11-12].

Ο Καρτέσιος αναφερόταν συχνά σε φανταστικές αισθήσεις,3 ιδιαίτερα μάλιστα στον 6ο Στοχασμό του [1641] όπου, υπό τον τίτλο «περί της υπάρξεως των υλικών πραγμάτων και της αληθούς διάκρισης μεταξύ της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου», καταγράφει τις πλάνες των κρίσεων που βασίζονται όχι μόνο στις εξωτερικές, αλλά και στις εσωτερικές αισθήσεις: «υπάρχει άραγε κάτι πιο ενδόμυχο ή πιο εσωτερικό από τον πόνο; Κι όμως είχα μάθει κάποτε ότι κάποια άτομα, με κομμένα χέρια και πόδια, νόμιζαν ότι αισθάνονταν πόνο στα μέλη που τους είχαν αφαιρεθεί».4 Λίγα χρόνια πριν, το 1637, έγραφε σε επιστολή του: «[ο Fro-mundus] εκφράζει την έκπληξή του όταν στη σελίδα 30 (των Διοπτρικών μου) δεν αναγνωρίζω καμία αίσθηση πλην αυτής που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο. Σε αυτό το σημείο ελπίζω πως όλοι οι γιατροί και οι χειρουργοί θα με βοηθήσουν στο να τον πείσω – καθότι γνωρίζουν ότι αυτοί που πρόσφατα υπέστησαν ακρωτηριασμό των άκρων, συχνά νομίζουν ότι αισθάνονται πόνο στα μέλη που δεν τους ανήκουν πια».5 Ως φιλόσοφος που τον απασχολεί η αλληλεπίδραση εγκεφάλου – ψυχής, ο Καρτέσιος αναγνωρίζει ότι «τα φαντάσματα αποδεικνύουν πως οι αισθήσεις βιώνονται και ερμηνεύονται από την ψυχή μέσω του εγκεφάλου και όχι άμεσα από τα περιφερικά νεύρα».6

Όπως ακριβώς αναφέρει και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, τονίζοντας συνάμα την αντίθεσή του σε όλους εκείνους που θεωρούν απατηλές τις αισθήσεις. Διότι, λέει, οι μεν αισθήσεις «αποφασίζουσι πάντοτε την αλήθειαν», ενώ η απάτη είναι «του νοός» με τον οποίο ο άνθρωπος «αποφασίζει περί των ποιοτήτων των σωμάτων» [σελ. 48-49]. Επανερχόμενος στο θέμα θα διευκρινίσει: «εγώ λέγω ότι έκαστον αίσθημα είναι όχι οίον η φύσις εδημιούργησεν αλλ’ οίον το λογικόν: τουτέστιν ημείς αισθανόμεθα όχι ως αισθανόμεθα αλλ’ ως διανοούμεθα […] επομένως τα αισθήματα ημών είναι μη αισθήματα αλλά συλλογισμοαισθήματα» [σελ. 256-257].

Για τον Βενιαμίν υπάρχει παθητική αίσθηση και ενεργητική αντίληψη, κατόπιν έρχεται η ιδέα («αντίληψις ενός απόντος αντικειμένου»), εν τέλει δε η συνείδησις («η αίσθηση της αίσθησης, η αντίληψη της αντίληψης, η ιδέα της ιδέας») κι όλα αυτά γεννώνται «εκ της προσοχής» [σελ. 52-57], η οποία δεν είναι παρά βούλησις [σελ. 295]. Με την έκθεση και του περίφημου προβλήματος του «Μολυνέως»,7 ο Βενιαμίν θα βεβαιώσει ακόμα ότι «αι ιδέαι ημών ούτε έμφυτοι είναι ούτε έργον των αισθήσεων, αλλά του νοός ή λογικού», του οποίου «χείρες» είναι οι πέντε αισθήσεις [σελ. 276-277]. Η νοησιαρχία προφυλάσσει από την επικίνδυνη αισθησιοκρατία και τα συνακόλουθά της, τον υλισμό, την αθεΐα και την ανηθικότητα. Το «λογικό», όμως, που πρεσβεύει ο Βενιαμίν υπάρχει «φύσει» στον άνθρωπο πλην όμως «δυνάμει και όχι ενεργεία» [σελ. 103-104]. Ο Βενιαμίν αρέσκεται στις «συναιρέσεις», κατά την έκφραση του G. P. Henderson, μας υπενθυμίζει ο Παναγιώτης Νούτσος γράφοντας για την αντίθεση ανάμεσα στις «ρηξικέλευθες θέσεις» ορισμένων σημείων του έργου του με τη γενικότερη «συμβιβαστική στάση», δική του, αλλά και του ευρύτερου «μεταπρατικού αστικού στρώματος» που ανάλογή της, φυσικά, είχε αναπτυχθεί και στην ίδια τη Γαλλία, αν και εκεί δεν υπήρχαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνόφωνου χώρου, η αξεπέραστη τότε τουρκική κυριαρχία και ο ιδεολογικός ρόλος της ορθοδοξίας».8

Ύπνος – όνειρα και ψυχοπαθολογία

Η δεύτερη περίπτωση στην οποία θα σταθώ αφορά στη συσχέτιση ονείρου και παραφροσύνης που αναπτύσσεται στο «περί ύπνου, ενυπνίων, νυκτάλωπος, παραφροσύνης και μωρίας» κεφαλαίο της Μεταφυσικής. Σπεύδω να πω ότι η συσχέτιση αυτή δεν είναι καινοφανής· ανήκει στους προβληματισμούς της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας. Κατά τον Αριστοτέλη, «η ίδια αιτία που και ξυπνητούς στις αρρώστιες μας κάνει να απατόμαστε, αυτή ακριβώς προκαλεί και στον ύπνο το φαινόμενο του ονείρου».9 Απόηχοι αυτής της πρώτης συσχέτισης βρίσκονται: στον Spinoza [«η πλάνη δεν είναι παρά το όνειρο ενός εν εγρηγόρσει ανθρώπου, σε έναν κάποιο βαθμό γίνεται παραλήρημα»], στον Kant [«ο παράφρων είναι ένας εν εγρηγόρσει κοιμώμενος»], στον Schopenhauer [«το όνειρο είναι μια μικρή παραφροσύνη και η παραφροσύνη ένα μακρύ όνειρο»].10 «Ονειρώττει εγρηγορώς» γράφει και ο Βενιαμίν για τον παράφρονα [σελ. 394].

«Παίρνει τα όνειρά του για πραγματικότητα», «ονειροπαρμένος», λέει και η λαϊκή γλώσσα. Κι ο αβάς Jérôme Richard (1720-?) θα πει πως «το πιο θλιβερό, πιο αξιοθρήνητο είδος ονείρου είναι η τρέλα», που είναι «η πιο ταπεινωτική κατάπτωση του ανθρώπου».11 Ο Julien-Joseph Virey [1775–1846] όριζε ως εξής τις τρεις κύριες καταστάσεις του πνεύματος: υπάρχει (α) η κανονική ζωή που χρησιμοποιεί σώμα και ψυχή, (β) το όνειρο και το παραλήρημα που καταλαμβάνουν τις αισθητικές κυρίως λειτουργίες του σώματος, γ) ο εκστατικός στοχασμός όπου η ψυχή δρα μόνη της.12 Ο Cabanis θα προσεγγίσει το όνειρο μέσω του οργανικισμού που είχε θεμελιώσει ο σκωτσέζος γιατρός William Cullen (1710-1790), τον οποίο θεωρεί ως τον πρώτο που αναγνώρισε την «ύπαρξη σταθερών και καθορισμένων σχέσεων μεταξύ ονείρου και παραληρήματος».13 Όπως ακριβώς και ο Βενιαμίν που αναφέρει τον Κούλλεν ως «εφευρέτην της των ονείρων συγγενείας με την παραφροσύνην» [σελ. 393]· που είναι, φυσικά, ο William Cullen, ο ονοματοδότης (1769) του όρου νεύρωση.14 Εκείνη την εποχή, στις νευρώσεις κατατάσσονταν η επιληψία, ο υστερισμός, η καταληψία, η χορεία, η υποχονδρία, η μανία, η παραφροσύνη, η μωρία και ο ιδιωτισμός, η νυκτοβασία, ο εφιάλτης, η λύσσα, ο τέτανος. Κάλυπτε, δηλαδή, το σύνολο της τότε γνωστής ψυχικής παθολογίας.

Τη νυκτοβασία περιγράφει στο ίδιο κεφάλαιο ο Βενιαμίν, τοποθετώντας την μεταξύ ονείρου και εγρηγόρσεως: «ο υπνώτων ομιλεί ή εκτελεί όσα και ο εγρηγορώς»· «υπνολογία» λέγεται το πρώτο και «νυκτάλωψ» το δεύτερο, «πολλάκις όμως ευρίσκονται ενωμένα αμφότερα εις ένα άνθρωπο» [σελ. 390]. Νυκτάλωψ όμως σήμαινε και σημαίνει πάντα «την αδυναμία της όρασης κατά τη νύχτα»· ο Κοραής αναφέρει στα Άτακτά του ότι από παράλειψη ενός «ου» θεωρήθηκε πως σήμανε και την κατά τη νύχτα καλή όραση.15 Την ίδια εποχή ο Κούμας αναφέρεται σε «υπνολογία» και «υπνοβασία».16 Απορίας άξιον είναι, λοιπόν, πώς ο Βενιαμίν κάνει αυτό το λάθος, όταν ανάλογη με τα παραπάνω είναι και η εξήγηση που δίνει στο λήμμα nyctalopie η Εγκυκλοπαίδεια των Diderot και D’Alembert την οποία, όπως θα δούμε, συμβουλεύτηκε για να γράψει τη Μεταφυσική του.

Ο ύπνος

Περί αισθήσεων και κίνησης ο λόγος και στο κεφάλαιο τούτο, αλλά τούτη τη φορά στη διάρκεια του ύπνου: «Άπασαι λοιπόν αι τε εκούσιαι κινήσεις και αι των αισθήσεων λειτουργίαι παύουσιν ολοτελώς εν καιρώ ύπνου, όχι όμως και αι ακούσιαι. Ώστε ύπνος ήθελεν είναι παύσις των τε αισθητηρίων και των μυόνων, πλην της καρδίας, των νεύρων, του στομάχου, σπλάγχνων». Οι ακούσιες όμως κινήσεις αλλοιώνονται, «τινές μεν αυτών βραχύνονται, τινές δ’ επιταχύνονται». Για παράδειγμα, η λειτουργία του εγκεφάλου και των γεννητικών οργάνων «είναι ισχυροτέρα εν καιρώ ύπνου ή εγρηγορότος τινός, ως έκαστος αναγινώσκει εν εαυτώ» [να εννοεί άραγε τη στύση που παρατηρείται στη φάση του παράδοξου ύπνου;]. Άλλωστε, «ο ύπνος ουδέν άλλο ή επικεντρισμός τις της αισθητικότητος εκ των άκρων των νεύρων προς την πηγήν αυτών, είτε τον εγκέφαλον». Γι’ αυτό και η ροή του αίματος εκεί είναι αφθονότερη, γι’ αυτό και η αποπληξία συμβαίνει «εν καιρώ ύπνου» [σελ. 374-376].

Την περιγραφή του ύπνου ακολουθεί η σειρά των εξηγήσεων, αφού πρώτα αναγνωριστεί ότι υπάρχει «πρόβλημα δυσήνιτον εις την φυσιολογία» του. «Πλην επειδή και η σιωπή πάλιν είναι μη ενέργεια εις τον άνθρωπον και ο άνθρωπος είναι φύσει ενεργητικός, έκαστος ήθελε συνάξοι ότι δεν πρέπει να σιωπήσωμεν ούτε περί της του ύπνου αιτίας». Κι αυτό κάνει. Επειδή «έκαστον των αισθημάτων αγοράζεται δια τινός ρευστού, επόμενον είναι η τούτου ποσότης να μην είναι άπειρος αλλά πεπερασμένη, ώστε και να ολιγοστεύη και τέλος πάντων να εξαντλήται εις τρόπον οπού να διαμένη ανεπιτήδεια πλέον του να προσέχη η ψυχή […]. Ώστε ο ύπνος γεννάται εκ της ελαττώσεως του νευρικού ρευστού, όπερ χρησιμεύει προς ύπαρξιν των τε αισθημάτων και της κινήσεως. Πλην επειδή και όπερ αισθάνεται, τούτο και διανοείται και επειδή τα αισθήματα εκτελούνται δια δαπάνης ρευστού τινός, ανάγκη είναι να εκτελείται και η διάνοια δια δαπάνης του ρευστού, ώστε δηλονότι η τούτου δαπάνη να συντείνει προς έλευσιν του ύπνου», όπως και η «πληθώρη εντός της κεφαλής του αίματος» [σελ. 380-381]. Το νευρικό ρευστό ξοδεύεται, λοιπόν, τόσο κατά το αισθάνεσθαι όσο και κατά το διανοείσθαι. Έπεται λοιπόν εντεύθεν ότι ο ύπνος εδιωρίσθη υπό της φύσεως προς ουδέν άλλο ή προς αποζημίωσιν του εγκεφάλου των εν καιρώ της εγρηγόρσεως απολλυομένων δυνάμεων […] ανάγκη ην να δοθή χρόνος καθ’ ον η δαπάνη να είναι ελάσσων της αποκτήσεως και ούτος είναι εν ω τις υπνώτει [σελ. 382].

Οι αντιλήψεις αυτές αντλούνται από όσα σχετικά με τον ύπνο και τα όνειρα γράφουν o Samuel Formay (1711-1797), πάστωρ και καθηγητής της φιλοσοφίας, και ο αβάς Jérôme Richard (1720-?). Το Περί Ονείρων Δοκίμιο [Essais sur les songes] του πρώτου δημοσιεύτηκε το 1746 στα Μνημόνια της Ακαδημίας των Επιστημών του Βερολίνου κι ύστερα οι απόψεις του καταχωρήθηκαν στο λήμμα Όνειρα (songes) της Εγκυκλοπαίδειας των Diderot και D’Alembert. Από τα έργα του θα αντλήσει ο δεύτερος για να επεξεργαστεί το 1766 μια Θεωρία για τα όνειρα.17 Δεν πρόκειται για κείμενα κατά της «ονειρομαντείας» στο σύνηθες πλαίσιο μιας αντι-ειδωλολατρικής πρακτικής που θα περίμενε κανείς από δύο κληρικούς. Αντίθετα, για να παρουσιάσουν τα προβλήματα του ονείρου υιοθετούν κριτήρια του εμπειρικού ορθολογισμού για να αναζητήσουν τη φυσική διαδικασία που παράγει το όνειρο.18 Ο Formay αρχίζει το άρθρο του γράφοντας ότι αίσθημα υπάρχει «όταν το λεπτό ρευστό, που κατασκευάζεται στο εργαστήριο του εγκεφάλου, ρέει χωρίς διακοπές από την αρχή μέχρι το πέρας των νεύρων. Κι ο δεύτερος, στο λήμμα ύπνος [sommeil], που γράφει για την Εγκυκλοπαίδεια, αναφέρει: «Για να μπορέσει το σώμα μας να κινηθεί ευχερώς πρέπει πρώτα να υπάρχει διαθέσιμο νευρικό ρευστό που να αποστέλλεται στα νεύρα και, δεύτερον, να μην υπάρχει εμπόδιο που να το σταματάει στη διαδρομή του. […] Όταν δρούμε, το νευρικό ρευστό ξοδεύεται λίγο-λίγο, έτσι που μετά από μακράν εργασία δεν υπάρχουν πλέον πνεύματα σε μεγάλη ποσότητα για να κινήσουν το σώμα μας». Έτσι επέρχεται ο ύπνος.

Το «νευρικόν ρευστόν» και το πανταχηκίνητον

Οι ρίζες του «νευρικού ρευστού» ανάγονται στον αριστοτελικό «αιθέρα» που εισέρχεται στον ανθρώπινο οργανισμό για να μετατραπεί εκεί σε «ζωτικό πνεύμα». Δημιουργείται έτσι η έννοια μιας ουσίας που μεταφέρεται με τα αγγεία στα όργανα του σώματος και εξασφαλίζει τη λειτουργία τους. Ο Γαληνός επεξεργάστηκε περαιτέρω το αριστοτελικό σχήμα προσθέτοντας την εντός του εγκεφάλου μετατροπή του ζωτικού σε «ψυχικό» ή «ζωικό πνεύμα» από το οποίο αντλούν τη δύναμή τους τα «σκληρά» [κινητικά] και τα «μαλακά» [αισθητικά] νεύρα. Ιδού πώς: ο εισερχόμενος στους πνεύμονες αέρας γίνεται «πνευματώδης» ουσία που περνά στην αριστερή κοιλία της καρδιάς όπου μετατρέπεται –με τη βοήθεια του «έμφυτου θερμού»– σε «ζωτικό πνεύμα» το οποίο μεταφέρεται σε όλο το σώμα μέσω του αρτηριακού συστήματος, επομένως και στον εγκέφαλο για να μετατραπεί εκεί σε «ζωικό/ψυχικό πνεύμα». Το πνεύμα αυτό αποθηκεύεται στις κοιλίες του εγκεφάλου ώστε, δια των κοίλων (Ηρόφιλος, Αριστοτέλης) νεύρων, να κατανεμηθεί κατόπιν σε όλα τα μέρη του σώματος, φυσικά και στο εγκεφαλικό παρέγχυμα.19

Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο Sylvius (1614-1672) προώθησε την ιδέα ότι τα «ζωικά πνεύματα» εκκρίνονται από τη φαιά εγκεφαλική και παρεγκεφαλιδική ουσία, ο δε Willis θεώρησε πως τα «ζωικά πνεύματα» σχηματίζονται από το αίμα –όταν αυτό διηθείται στα αρτηρίδια του φλοιού του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδας– κι ύστερα αποθηκεύονται στη λευκή ουσία για να διοχετευτούν στα νεύρα· αυτή την εποχή αναφέρονται στο «ρεύμα των νεύρων» (influxus, influx, ρεύμα = ροή μέσα σε….20). Τον δρόμο διάνοιξε περαιτέρω ο Hofmann (1660-1742) αναπτύσσοντας την έννοια του «νευρικού ρευστού», ευθεία προέκταση των ζωικών πνευμάτων του Descartes και του Malebranche (1638-1715)· για τον Haller (1708-1777), το «εγκεφαλονωτιαίο ρευστό» ήταν ακίνητο ή ατμός περισσότερο παρά υγρό.21 Αργότερα, το «ρεύμα» αυτό θα συνδεθεί με τον ηλεκτρισμό: ο Cabanis (1757-1808) παρατηρούσε ότι «το πείραμα του Galvani μας κάνει να πιστεύουμε ότι το νευρικό σύστημα είναι ένα είδος φιάλης του Leyde» (Rapports du physique et du moral de l’homme, 1805), το ίδιο πίστευε και ο Lamark (1744-1829): «μετά την ανακάλυψη του γαλβανισμού γίνεται ολοένα και πιθανότερο ότι το νευρικό σύστημα είναι ανάλογο με το ηλεκτρικό ρευστό» (Philosophie zoologique, 1809).

Ο Βενιαμίν είναι ενήμερος όλων αυτών: «Εντός απάντων των νεύρων ευρίσκεται ρευστόν τι, όπερ νευρικόν ρευστόν ονομάζουσιν ή κατά τον θείον Δαμασκηνόν πνεύμα ζωτικόν, έχον την εαυτού πηγήν εν τω εγκεφάλω. Καθότι ποσότης πολλή αίματος πεμπομένη από της καρδίας προς τον εγκέφαλον συντρέχει προς άυξησιν, τροφήν και γένεσιν του νευρικού ρευστού, όντος μέσου προς ύπαρξιν των τε αισθήσεων και κινήσεων» [σελ. 10]. Ο Βενιαμίν γνωρίζει, επίσης, «το ηλεκτρικόν και το γαλουανικόν» [γαλβανικό] ως «υποκείμενα» των αισθητηρίων, όπως είναι και το «φωτογόνο» ή το «θερμογόνο», ο «αήρ», τα ίδια τα «σώματα». Τα «έξωθεν σώματα» προσβάλλουν «τα πέρατα των νεύρων των πέντε αισθητηρίων» και «εντεύθεν μετοχετεύονται δια των νεύρων, ως δια σωλήνων, εις την πηγήν αυτών, εις την εστία της αισθητικότητος». Πώς, όμως, προκύπτει «αίσθημα εις την ψυχήν»; Πώς γίνεται η μετοχέτευση στον εγκέφαλο; [σελ. 38] Οι εξηγήσεις των μεταφυσικών δεν τον ικανοποιούν. Έχοντας «ενοποιήσει» μέσω του Πανταχηκίνητου [του εκ παντός σώματος ακαταπαύστως εκρέοντος και εισρέοντος ρευστού] τις επί μέρους «βασικές έννοιες, όπως ο ηλεκτρισμός, ο μαγνητισμός, το ηλιακό φως με τα διάφορα χρώματά του, η θερμότητα, ο ήχος κ.λπ.» με τα ξεχωριστά «ρευστά» τους,22 θα το εντάξει στη σχετική προβληματική. «Εν και το αυτό ον, το πανταχηκίνητον, ενεργεί προς εν και το αυτό ον, την ψυχήν […]. Αλλ’ επειδή […] φθάσαν εις τους τιτθούς των νεύρων δεν ίσταται εκεί, αλλά προχωρεί μέχρι του εγκεφάλου», γι’ αυτό και η «μετοχέτευσις» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «εξακολούθησις της οδοιπορίας του ιδίου ρευστού». Το υποβοηθά η κατασκευή των νεύρων που είναι τέτοια ώστε το «εξ αυτών εκρέον ρευστόν» να αφήνει πέρασμα στο πανταχηκίνητο που έρχεται από τα γύρω σώματα [σελ. 41-42]. Το διαφορετικό αποτέλεσμα εκάστης αισθήσεως προκύπτει, όχι από τη μάζα του σώματος, αλλά από τη «γωνία της προσβολής, είτε θέσιν αυτού»· άπειρες οι θέσεις προσβολής, «απείρως διάφορα και τα αισθήματα εις ημάς» [σελ. 43-44]· ακριβέστερα: «το αίσθημα της ψυχής δεν είναι η προσβολή, είτε η ενέργεια του πανταχηκινήτου προς εν των ημετέρων αισθητηρίων, αλλ’ η αντενέργεια ήνπερ αυτό δοκιμάζει: τουτέστιν η θέσις ην εκεί λαμβάνει, γενομένη ληπτή υπό της ψυχής: ή αν θέλης είναι η της ψυχής αντενέργεια» [σελ. 237].

Τα όνειρα και η παραφροσύνη

Όπως θα δούμε, ο Βενιαμίν αντλεί από όσα σχετικά με τον ύπνο και το όνειρο διαβάζει, αλλά δεν αντιγράφει πλήρως. Επιλέγει και μερικές φορές αντιφάσκει. Ιδού, συνοπτικά, οι απόψεις που αναπτύσσουν οι Formay και Richard, όπως τις συνοψίζει η Marie Taverna: Στη βάση του ονειρικού φαινομένου βρίσκεται, όπως και στην εν εγρηγόρσει ονειροπόληση, η συνειρμική διαδοχή ιδεών που έχουν εναποτεθεί στη μνήμη, μόνο που εδώ υπάρχει συνειρμική άτακτη αυτοτροφοδότηση μεγάλου πλήθους ιδεών που προσφέρει η φαντασία, παρασέρνοντας έτσι την ψυχή η οποία έχει στερηθεί της λογικής καθώς, λόγω του ύπνου, ελλείπει η επαφή με τα εξωτερικά αντικείμενα και οι εντυπώσεις των «ψυχικών πνευμάτων» κυκλοφορούν κατά τυχαίο τρόπο εντός των εγκεφαλικών κοιλοτήτων.23

«Ουδέν άλλο ή αισθήματα απόντων των αισθητών» είναι τα ενύπνια τα οποία εξ «ουδεμίας άλλης δυνάμεως» προκύπτουν παρά εκ της φαντασίας. Και να τι συμβαίνει, προσθέτει: «εις καιρόν ύπνου» η ψυχή εξετάζει τα πράγματα με όλες τις δυνάμεις επειδή, «ένεκα της απουσίας απάσης προσβολής των έξωθεν σωμάτων», συναθροίζει «άπασαν την αισθητικότητα» [σελ. 64-65]. Αυτά καταγράφονται στο «περί φαντασίας και μνήμης» υποκεφάλαιο, αντιφάσκοντας κάμποσες σελίδες πιο κάτω, στα «περί ύπνου», όπου δεν αποδέχεται, ως μερικοί μεταφυσικοί πιστεύουν, πως τα «φαντάσματα του ύπνου» είναι «έργον της μνήμης και της φαντασίας». Είναι, λέει, «αισθήματα» που προκύπτουν κατά τον ύπνον, «διεγειρόμενα εκ των εσωτερικών μελών, τουτέστιν εκ των τριών μικρών εστιών της αισθητικότητος» [σελ. 387],24 δηλαδή τον φρενιτικό, τον ηπατικό και τον γεννητικό χώρο [σελ. 18]. Πώς όμως; Κατά «συμπάθεια»,25 λέει και εξηγεί: ενεργώντας ο εγκέφαλος εντονότερα απ’ ό,τι κατά την εγρήγορση προς τις εστίες αυτές, «αντενεργώσι» και αυτές προς αυτόν. «Τούτου λοιπόν δοθέντος», αν κάποια από αυτές τις μικρές εστίες ενεργήσει προς τον εγκέφαλον «ισχυρωτέρως και ως εν εκ των έξωθεν σωμάτων», θα διεγερθεί εκεί ένα «φάντασμα» ή με άλλα λόγια μια «διάθεσις της ψυχής» όμοια με εκείνη που δημιουργείται όταν είναι «παρόν το αισθητό» [388]. Ενώ, όμως, επισημαίνει την αναστολή των εξωτερικών ερεθισμάτων στη διάρκεια του ονείρου, ο Βενιαμίν δεν αποδέχεται τη συμπληρωματική άποψη πως αυτή η έλλειψη στερεί την ψυχή από τη βοήθεια που της προσφέρουν τα ερεθίσματα αυτά στην επιδιόρθωση των «εαυτής ελαττωμάτων». Η θέση αυτή είναι του Cabanis: «Τα όνειρα αναδύονται όταν αναστέλλεται η δράση των εξωτερικών αισθήσεων […]. Τότε συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της νευρικής ισχύος στον εγκέφαλο, ο οποίος αφήνεται έτσι είτε στις δικές του εντυπώσεις είτε σε όσες δέχεται από τις εσωτερικές αισθητικές περιοχές, χωρίς να μπορούν οι έξωθεν ερχόμενες εντυπώσεις να τις ισορροπήσουν ή να τις επιδιορθώσουν».26 «Έστω», λέει ο Βενιαμίν και προσθέτει: αλλά τότε, θα έπρεπε να «συνδέει ιδέας ασυνδέτους και να εκτελεί ατοπωτάτους συνδυασμούς» και κάθε ένας που «διανοείται εν τόπω σκοτεινώ και ησύχω: όθεν ένθα ελλείπει πάσα προσβολή των έξωθεν σωμάτων»· κάτι τέτοιο δεν γίνεται, «ώστε το ονειρώτον διαφέρει ουσιωδώς του διανοουμένου» θα έπρεπε όταν κάποιος«και ενώ τις» [σελ. 388-390]. Το συμπέρασμα του Βενιαμίν είναι ότι τα όνειρα είναι «ακούσια» και «άλογα», άρα «κίνησις της αλόγου ψυχής, και όχι του λογιστικού» [389].

 

*

«Τα αίτια της παραφροσύνης πρέπει να ήναι τα αυτά μετά των ονείρων και νυκτάλωπος, πλην μείζονος βέβαια ισχύος», δηλαδή υπερβολική ενέργεια [«ως εκ της φλογώσεως, είτε ταχείας είτε βραδείας των σπλάγχνων»] μιας από τις τρεις εστίες της αισθητικότητος προς τον εγκέφαλο, όταν αυτές ή ο εγκέφαλος πάσχουν. Αντίθετα, όταν υπάρχει «ισορροπία» ανάμεσά τους, τότε έχουμε υγεία. Εάν όμως η ισορροπία «διαφθαρεί», θα διαφθαρούν και οι διανοητικές δυνάμεις. Κάποτε «η διαφθορά του εγκεφάλου, είτε των διανοητικών δυνάμεων δεν είναι ολική, αλλά μερική», οπότε «η ψυχή κρίνει και αποφασίζει ορθώς περί τινών, αμαρτάνει δ’ όμως περί άλλων και τούτο ονομάζεται υποχονδρία» [σελ. 393-396]».

Μετά τις πρώτες αυτές γενικές περιγραφές, ο Βενιαμίν θα προχωρήσει περαιτέρω την εξήγησή του: Όνειρο και παραφροσύνη «ουδέν άλλο είναι ή παύσις της λειτουργίας των αισθητηρίων, έγερσις δε των φαντασμάτων ή ιδεών [η φαντασία εδώ επανέρχεται] εκ τινός εξωτερικής αιτίας». Στο περί «ψυχής» (âme) λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας διαβάζουμε ότι η κανονικότητα, η ισορροπία και η ελευθερία στην κίνηση των πνευμάτων εντός των νευρικών πόρων ρυθμίζει και την «υλική υγεία του πνεύματος», κατ’ αναλογία προς ό,τι συμβαίνει στον ύπνο οπόταν οι περισσότεροι πόροι είναι εξασθενημένοι. Τότε, στους συμπτωματικά ανοιχτούς πόρους, τα «κυκλοφορούντα πνεύματα εγείρουν ασύνδετες μεταξύ τους ιδέες που η ψυχή δεν μπορεί να αρμολογήσει εξ αιτίας της έλλειψης άλλων ιδεών ικανών να συγκριθούν μαζί τους». Αυτά είναι τα όνειρα. Όταν, όμως «όλοι οι πόροι είναι ελεύθεροι και τα πνεύματα κυκλοφορούν εν αφθονία και ταχύτατα, τότε εγείρονται ταυτόχρονα πλήθος ζωηρών ιδεών τις οποίες η ψυχή δεν έχει χρόνο να διακρίνει και να συγκρίνει. Τότε πρόκειται για φρενίτιδα».27

Ο Βενιαμίν περιγράφει τον παράφρονα και εξηγεί: βρίσκεται «έξω εαυτού και ομιλεί ασύμφωνα με τας ιδέας των περιεστώτων», επειδή «τα άκρα των νεύρων των πέντε αισθήσεων ή απόλλυσιν ολοτελώς πάσαν δύναμιν αισθητικότητος ή διασώζουσι πολλά σμικράν. […] Ώστε και τα αίτια της παραφροσύνης πρέπει να ήναι τα αυτά μετά των ονείρων και του νυκτάλωπος, πλην μείζονος βέβαια ισχύος: ο έστιν υπερβολή ενεργείας μίας βέβαια των τριών μικρών εστιών της αισθητικότητος προς τον εγκέφαλον, ένεκα ασθενείας τινός αυτών ή και του εγκεφάλου»· όταν δηλαδή «διαφθαρεί» η μεταξύ τους ισορροπία, «ανάγκη πάσα είναι να επακολουθήσει διαφθορά τις και εις τας διανοητικάς δυνάμεις, όπερ ημείς λέγομεν: ούτος εξήλθεν έξω εαυτού και επομένως αυτός τότε αδυνατεί πλέον να δώση την εαυτού προσοχήν εις τα έξω αντικείμενα και δια να είπω ούτως, ούτος ονειρώττει εγρηγορώς» [σελ. 393-394]. Γι’ αυτό και ο Αρεταίος «εδιαίρεσε τα αίτια της παραφροσύνης εις δυο: εις επιγαστρικά και εγκεφαλικά. Το πρώτον, λέγει αυτός γεννάται εκ της εμφράξεως των επιγαστρικών οργάνων υπό της μελαίνης χολής και έχει σημείον την μελαγχολίαν ή την μανίαν, το δεύτερον, εκ της διαφθοράς του εγκεφάλου και έχει δια σημείον την αταξίαν των αισθημάτων και νοημάτων» [σελ. 395]· «την μεγάλην όμως εναλλαγήν των νοημάτων και των βουλημάτων ήθελεν ίδοι τις μάλιστα εν καιρώ εφηβείας» [σελ. 400].

Στο λήμμα «παραλήρημα» [délire] της Εγκυκλοπαίδειας τονίζεται ευθύς εξ αρχής ότι «η ψυχή βρίσκεται πάντα στην ίδια κατάσταση, δεν υπόκειται σε καμιά αλλοίωση· γι’ αυτό, πέραν πάσης αμφιβολίας, δεν θα αποδώσουμε σε αυτήν το παραλήρημα, αλλά στη διάθεση των οργάνων του σώματος προς τα οποία ο Δημιουργός θέλησε να την ενώσει». Η βεβαιότητα αυτή είναι εμφανής και στον Βενιαμίν που αναφέρεται στις «διαθέσεις του επιγαστρικού και του υπογαστρικού συστήματος», αλλά και του «εγκεφάλου», τόσο για την παραγωγή των ονείρων όσο και της παραφροσύνης· όπως αναφέρεται και στο «αδιάφθορον» της ψυχής [σελ. 427], η οποία, «κατά τον Πειρώνιον [ο De la Peyronie (1678-1747)28]», έχει την καθέδρα της στο «τηλώδες σώμα [το μεσολόβιο]», επειδή «αν τούτο μόνον το μέρος του εγκεφάλου βλαφθή, είναι αδύνατον εις τας λειτουργίας της ψυχής να μην δοκιμάσουν ανάλογον την βλάβην» [σελ. 17].

Στα «εσωτερικά όργανα» αναφέρεται και ο Richard όταν αναζητά κριτήριο που διαφοροποιεί το ονειρικό από το παθολογικό «σφάλμα»: στα όνειρα η ψυχή διατηρεί ένα μέρος από ό,τι έχει κατακτήσει η φαντασία· όταν τα εσωτερικά όργανα τα συνεπαίρνει μια βίαιη κίνηση, η ψυχή θα παρασυρθεί στη δίνη αυτή κι ύστερα, όταν τα όνειρα ηρεμίσουν, ηρεμεί και η ψυχή… δεν συμβαίνει έτσι στον πάσχοντα. Κι ο Formey θα προτείνει ως ουσιώδες κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ ονειρευόμενου και παράφρονα το βαθμό «μόλυνσης» της ψυχής από την περιπλάνηση της φαντασίας και τη διάρκεια. Το όνειρο είναι παροδικό, μια διακοπή του λογικού που δεν το απειλεί, ενώ η παραφροσύνη είναι συνεχές όνειρο που θέτει το άτομο σε κίνδυνο.29

Όπως είδαμε, ο Βενιαμίν κάνει αδρότερες διακρίσεις: όνειρο και παραφροσύνη διακρίνονται ως προς την ένταση των αιτίων: της παραφροσύνης είναι ίδια με εκείνα του ονείρου, αλλά «μείζονος ισχύος». Κι ακόμα, αναφέρεται στο «αδιαίρετον» [σελ. 408] της ψυχής. Αντιμετωπίζοντας, όμως, την «αλογίαν» των ονείρων αποφαίνεται ότι τα όνειρα είναι «κίνησις της αλόγου ψυχής και όχι του λογιστικού» [σελ. 388]. Στιγμιαία αντίφαση, μάλλον, αφού αυτή εδώ η αναφορά σε «άλογο ψυχή», που παραπέμπει στην πλατωνική διαίρεση της ψυχής την οποία δεν αποδέχεται η εκκλησία [όπως, άλλωστε, και την συγκεκριμένη εντόπιση της «ένωσης» σώματος και ψυχής], είναι μοναδική εντός του κειμένου.

*

Στα θέματα που μας απασχόλησαν εδώ, ο Βενιαμίν ακολουθεί κατά βάση και με τις «δέουσες προφυλάξεις» τον κυρίαρχο τότε βηματισμό του διαφωτισμού. Το είδαμε στην ανάπτυξη των προβληματισμών του για την αίσθηση και την κίνηση, το έμφυτο ή μη των ιδεών, ιδίως όπως αυτά αναπτύσσονται με αφορμή την παρουσίαση του «μέλους-φάντασμα». Στο κεφάλαιο για το όνειρο και την παραφροσύνη ο Βενιαμίν εκθέτει τη μεταξύ τους σχέση, που αποτελεί «επιστημονικό δεδομένο» της εποχής, και παρουσιάζει τη φυσιολογία του ύπνου, χωρίς αναφορές σε «ονειρομαντείες»· όπως ακριβώς στο έργο του Formey και του Richard, δυο κληρικών επίσης, που καταπιάνονται να φέρουν το όνειρο στις διαστάσεις ενός φυσικού φαινομένου και να περιγράψουν τη φυσιολογία του.

Σημειώσεις

1 Κατά την Εγκυκλοπαίδεια των Diderot και D’Alambert (Encyclopédie ou Dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des métiers· εκδόθηκε σταδιακά από το 1751 έως το 1772), η ψυχολογία, ως μέρος της φιλοσοφίας, διακρίνεται: (α) σε εμπειρική [συνάγει εκ της εμπειρίας τις αρχές με τις οποίες ερμηνεύει τα συμβαίνοντα στην ψυχή] και (β) λογική [συνάγει εκ των προηγουμένων αρχών έναν ορισμό της ψυχής και συνεπάγει εξ αυτής τις διάφορες λειτουργίες που της αρμόζουν]· τροφοδοτεί έτσι και τα άλλα μέρη της φιλοσοφίας [τη φυσική θεολογία, τη λογική κ.λπ.], http://diderot.alembert.free.fr.

2 Βλ R. Descartes. The Philosophical Writings of Descartes, Vol. 3: The Correspondence. Cottingham J, Stoothoff R, Murdoch D, Kenny A (trans). New York, Cambridge University Press, 1991, 64.

3 Η πρώτη περιγραφή αυτού του «νευρολογικού» κλινικού παραδείγματος ανήκει στον γάλλο χειρουργό του 16ου αιώνα Ambroise Paré (1510-1590). Χειρουργώντας σοβαρά τραυματισμένους από πυροβόλα όπλα, που είχαν ήδη αρχίσει να χρησιμοποιούνται στους πολέμους της εποχής του, περιέγραφε στην μετεγχειρητική τους πορεία είτε απλές είτε επώδυνες φανταστικές αισθήσεις στη θέση των ακρωτηριασθέντων άκρων. Το φαινόμενο ονομάστηκε «μέλος φάντασμα» πολύ αργότερα, το 1871, όταν ο Silas Mitchell (1829-1914) δημοσίευσε σχετική εργασία [βλ. Orly R, Haines DE. Phanton limb: Haunted body? Journal of the History of the Neurosciences, 2002, 11, 1, 67-68]. Το σύνδρομο είναι συχνό και απασχολεί ακόμα τη νευρολογία και τις νευροεπιστήμες. Βλ και το σχετικά εκλαϊκευμένο βιβλίο Φαντάσματα στον εγκέφαλο των Ramchandran & S. Blakeslee [Φαντάσματα στον εγκέφαλο. Ερευνώντας τα μυστήρια του νου. Πρόλογος Olive Sacks, απόδοση στα ελληνικά Θανάσης Ντινόπουλος & Μαρία Λάτσαρη. Επιστ. Επιμέλεια Θανάσης Ντινόπουλος. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005].

4 R. Descartes. Méditations Métaphysiques, méditation 6ème (http://fr.wikisource.org/wiki/Acceuil). Δική μου η μετάφραση.

5 Βλ R. Descartes. The Philosophical Writings of Descartes, Vol. 3: The Correspondence, ό.π., 64.

6 Finger S, Hustwit MP. Five early accounts of phantom limb in context: Pare, Descartes, Lemos, Bell and Mitchell. Neurosurgery 2003, 52, 3, 675-686.

7 Πρόκειται για τον ιρλανδό λόγιο William Molyneux που το 1688 έθεσε στον John Locke το περίφημο πρόβλημα, συμπυκνώνοντας, με τη μορφή νοητικού «πειράματος», τον τότε προβληματισμό για το «έμφυτο ή επίκτητο» της γνώσης. Με τα λόγια του Βενιαμίν, που αντιγράφει από τον Locke [Περί της ανθρωπίνης νοήσεως, 1690]: «Υπόθες ένα τυφλόν εκ γενετής να φθάση εις άνδρα τέλειον, ώστε να μάθη να διακρίνη δια της αφής την σφαίραν και τον κύβον. Ζητείται λοιπόν, αν ούτος ιδών μιαν σφαίραν και ένα κύβον του αυτού μετάλλου και σχεδόν του αυτού μεγέθους δύνηται να τα διακρίνει. Αποφατική υπήρξεν η απόκρισις του Λωκίου» [264]. Το «πρόβλημα του Molyneyx» προκάλεσε έντονες και εκτεταμένες συζητήσεις στις οποίες πήραν μέρος οι Berkeley, Leibniz, Voltaire, Diderot, La Mettrie, Helmoltz, William James και άλλοι· δεν σταμάτησαν με την πρώτη «πειραματική απάντηση» που έδωσε το 1728 ο χειρουργός William Cheselden [Χήζελδεν για τον Λέσβιο] χειρουργώντας έναν εκ γενετής καταρράκτη σε νεαρό άτομο [ο νέος άρχισε να βλέπει, αλλά δεν αναγνώριζε]. Αποδείχτηκε πως οι εγχειρήσεις καταρράκτη δεν έδιναν οριστικές απαντήσεις: οι θεωρητικές διαμάχες, άλλωστε, είχαν αναδείξει την πολυπλοκότητα του προβλήματος καθώς είτε οι θετικές είτε οι αρνητικές απαντήσεις επιδέχονταν ποικίλες ερμηνείες που κάθε μια τους απαιτούσε συμπληρωματικές υποθέσεις οι οποίες δεν ήταν πάντα αποδεκτές [Βλ. Pacherie, E. Du problème de Molyneux au problème de Bach-y-Rita. Στο J. Proust (éd.), Perception et intermodalité, Approches actuelles du problème de Molyneux, Paris, PUF, 1997, 255-293].

8 Παναγιώτης Νούτσος. Νεοελληνικός διαφωτισμός. Τα όρια της διακινδύνευσης. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, 493.

9 Αριστοτέλους, Μικρά Φυσικά (458b), Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα.

10 Στους φιλοσόφους αυτούς ανατρέχει ο Jacques-Joseph Moreau de Tours πριν αρχίσει να εκθέτει στο βιβλίο Du Hachisch et de l’aliénation mentale. Études Psychologiques. Paris, 1845, Librairie de Fortain [επανέκδοση Masson, Paris, 1970, Collection «Esquirol], τη βασική του ψυχοπαθολογική θέση: υπάρχει όχι απλώς αναλογία, αλλά ταυτότητα των μηχανισμών τρέλας και ονείρου.

11 Jérôme Richard. La théorie des songes, 259-51. Αναφέρεται στο Yannick Ripa. Histoire du rêve. Olivier Orban/Pluriel, 1988.

12 J-J Virey. L’art de perfectionner l’homme. Αναφέρεται στο Yannick Ripa, ό.π.

13 C. Cabanis. Rapports du physique et du morale de l’homme, p. 436. Αναφέρεται στο Yannick Ripa, ό.π. Στην Ερμηνευτική των ονείρων [ελληνική έκδοση, Επίκουρος, χχ, σελ. 101], ο Freud γράφει ότι το εν λόγω θέμα «υπήρξε στο παρελθόν και ξαναγίνεται σήμερα ένα από τα αγαπητά θέματα των γιατρών» και παραθέτει σχετική βιβλιογραφία, όπου ο Cabanis αναφέρεται ως ο πρώτος που το επεσήμανε το 1802. Στο τέλος του σχετικού κεφαλαίου θα παρατηρήσει ότι η ιατρική θεωρία της ονειρικής λειτουργίας θεωρεί το όνειρο «άχρηστη και έκφραση μειωμένης ψυχικής δραστηριότητας» κι ύστερα θα προσθέσει πως μια άλλη αντίληψη του ονείρου θα βοηθήσει τη μελέτη των ψυχικών διαταραχών ώστε να διερευνηθούν οι ψυχώσεις φωτίζοντας το «μυστικό του ονείρου», κάτι που έγινε το 1933 με τη Νέα σειρά των παραδόσεων για την εισαγωγή στην ψυχανάλυση [Εκδ. Επίκουρος 1978].

14 Στο Synopsis nosologiae methodicae in usum studiorum, σύγγραμμα βοήθημα των φοιτητών του, στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου όπου δίδασκε. Βλ. και Θανάσης Καράβατος «Η των ονομάτων επίσκεψις». Η εισαγωγή των όρων νεύρωση και ψύχωση στην Ελλάδα. Ψυχιατρική 1992, 3, 125-136.

15 «Ως ορίζει ο Ορειβάσιος νυκταλωπίασις δε εστίν όταν την ημέραν αμέμπτως βλέπωσι της δε νυκτός προσαγαγούσιν χείρον (Ορειβ. Προς Ευναπ. IV, 17) και την βεβαιώνει η εξήγησις του Γαληνού νυκτάλωπες, οι της νυκτός αλαοί. Η πλάνη εγεννήθη από άλλους ιατρούς Έλληνας, πλανηθέντας κ’ εκείνους από παλαιάν γραφήν ευρισκομένην εις τούτο το ρητόν του Ιπποκράτους (Προρρητ. ΙΙ, παρ. 40, σελ. 517), οι δε νυκτός ορώντες, ους δη νυλκτάλωπας καλέομεν κ.λπ., το οποίον ανεγιγνώσκετο κακά εις όλας τα εκδόσεις χωρίς άρνησιν, αντί του οι δε νυκτός ΟΥΧ ορώντες κ.λπ.», εωσού ανεκαλύφθη το σφάλμα (κατά το 1800 έτος) εις την έκδοσιν του Περί αέρων, υδάτων, τόπων (ΙΙ, σελ 46) του Ιπποκράτους [Α. Κοραής. Άτακτα, τ. 4ος, μέρος Α΄, Αλφάβητον δεύτερον Α-Π. Εν Παρισίοις, εκ της τυπογραφίας Κ. Εβεράρτου, chez F. Didot, frères, rue Jacob, 24, 1832, 363.

16 Σύνταγμα Φιλοσοφίας υπό Κ.Μ. Κούμα, Τόμος πρώτος, περιέχων εμπειρικήν ψυχολογίαν και κρηπίδα φιλοσοφίας. Εν Βιέννη της Αούστριας, εκ της τυπογραφίας Ιωαν. Βαρθ. Τεσεβεκίου, 1818, σελ 76.

17 Βλ. Tavera M. La physiologie du rêve au XVIIIe siècle ou comment rendre le rêve à la raison. Στο Barras V, Gasser J, Junod Ph, Kaenel Ph, Mottaz O (éds), Visions du rêve. Georg éditeur, Genève 2002, 177-191.

18 Στο ίδιο, 178.

19 Βλ. Θανάσης Καράβατος. Νεμεσίου, Επισκόπου Εμέσης της Συρίας: Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 μ.Χ.). Η «θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών» σε χειρόγραφο (18ος αιώνας) της Βιβλιοθήκης της Κοζάνης. Σύναψις, 2005, 1a, 94-105 [Οι συναντήσεις της Κοζάνης-1].

20 G. Lanteri-Laura. Clefs pour le cerveau. Paris, Seghers, 1987, 38.

21 F. Schiller. The cerebral ventricles, Archives of Neurology, 1997, 54, 1148-1162.

22 Αντώνης Ν. Ανδριώτης. Η θεωρία του Πανταχηκινήτου του Βενιαμίν του Λεσβίου. Λέσχη Πλωμαρίου «Βενιαμίν ο Λέσβιος», Πλωμάρι 2006, 14.

23 Tavera M., ό.π., 180-183.

24 Ο Βενιαμίν κάνει τη διάκριση μεταξύ αίσθησης και αισθητικότητας, όπως αυτή εκτίθεται μεταξύ sensation και sensibilité στην Εγκυκλοπαίδεια των Diderot και D’Alembert: με την πρώτη ο άνθρωπος αισθάνεται «εαυτόν μέρος του όλου», με τη δεύτερη «συναισθάνεται εαυτόν και μέρος του όλου και όλον».

25 Εκείνη την εποχή οι «κατά συμπάθεια» παθήσεις αποτελούν σημαντικό τμήμα της παθολογίας.

26 C. Cabanis, ό.π., σελ. 477.

27 Μελαγχολικό παραλήρημα επέρχεται «όταν αποφραχτούν μερικοί πόροι, οπότε δεν κυκλοφορούν εκεί πνεύματα, οι συνδεδεμένες με αυτά ιδέες χάνονται για την ψυχή που δεν μπορεί πια να τις χρησιμοποιήσει στις διεργασίες της, δίνοντας έτσι παράλογη κρίση κάθε φορά που θα τις έχει ανάγκη για να ορθολογήσει. Σε κάθε άλλη περίπτωση η κρίση είναι υγιής» [http://diderot.alembert. free.fr].

28 Lanteri-Laura G. ό.π., 40. Οι «εντοπίσεις» της ψυχής στο κωνάριο [Descartes] ή στο ωοειδές κέντρο [Vieussens], πέραν των παλαιοτέρων «θέσεων» στις εγκεφαλικές κοιλίες, εκτίθενται στο λήμμα «ψυχή» της Εγκυκλοπαίδειας.

29 Tavera M., ό.π., 185-186.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.