Πέτρος Πετρίκης
Διδάκτωρ Ψυχιατρικής και Επιστημονικός Συνεργάτης
της A’ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ

σύναψις 05 [2007]

Περί των υποκειμενικών εμπειριών των ασθενών με σχιζοφρένεια

Στο γενικό πληθυσμό, ο επιπολασμός των διαφόρων o/r/άσεωνπου αφορούν στην υγεία βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Εντούτοις, δεν καταλήγουν όλες στο γιατρό. Έχει διαπιστωθεί πως σε ιατρική βοήθεια καταφεύγουν τα άτομα μόνο όταν τα νοσηρά τους βιώματα δεν γίνονται πλέον ανεκτά. Είναι προφανές ότι το σχετικό όριο αντοχής είναι υποκειμενικό (Eriksen & Ihlebaek, 2002). Υποκειμενικές εμπειρίες είναι, άλλωστε, όλα αυτά τα βιώματα. Το γνωρίζουν επαρκώς οι γιατροί, ιδιαίτερα μάλιστα οι ψυχίατροι. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, όσα αφορούν στα μετά από ιούς σύνδρομα, τη fibromyalgia ή το σύνδρομο του Κόλπου. Οι ασθενείς παραπονούνται για εξάντληση, κατάθλιψη, εύκολη κόπωση, μυαλγίες, κεφαλαλγία, διαταραχές του ύπνου, αδυναμία συγκέντρωσης ή κενά της μνήμης. «Ανεξήγητα συμπτώματα» προτιμούν να τα ονομάζουν οι Nimnuan C. et al. (2000), ενώ, σύμφωνα με την American Psychiatric Association, αρκετές από τις «νεοπεριγραφόμενες» διαταραχές αυτού του τύπου μπορεί να αποτελούν ποικίλες εκδοχές της σωματόμορφης διαταραχής (DSM-IV). Τελευταίως, η γνωστική ψυχολογία και η νευροφυσιολογία καλούνται να προσφέρουν σχετικά ερμηνευτικά μοντέλα, ικανά να «αποκρυπτογραφήσουν» τις υποκειμενικές αιτιάσεις αυτών των ασθενών (Eriksen & Ursin, 2002).

Το πρόβλημα αποκτά «ιδιαίτερο» ενδιαφέρον όταν προσεγγίσουμε τις ψυχώσεις, τη σχιζοφρένεια ιδίως: υπάρχουν «συμπτώματα» που ανήκουν στο επίπεδο του βιωματικού, που εμφανίζονται είτε στην αρχή είτε κατά την εξέλιξη μιας σχιζοφρενικής ψύχωσης και τα οποία γίνονται αντιληπτά από τους ασθενείς ως διαταραχές που τις περιγράφουν, και καμιά φορά τις αυτό-ελέγχουν. Ο Blankenburg (1991) αναφερόταν από παλιά στις μη ειδικές αιτιάσεις, όπως κατάθλιψη, κόπωση, έλλειψη συγκέντρωσης, χαρακτηρίζοντάς τες ως «μη ειδικές ιδιαιτερότητες»: ένα τέτοιο κοινό «σύμπτωμα», π.χ. η κόπωση, μπορεί να σχετίζεται με μια αδυναμία του ασθενούς να συλλαμβάνει τη σημασία του γύρω κόσμου, που είναι ειδικό για τη σχιζοφρένεια. Ακόμα, ό,τι με την αντικειμενική του εξέταση ο ψυχίατρος διαπιστώνει, π.χ. το παραλήρημα, δεν αντανακλά πλήρως αυτό που βιώνει πραγματικά ο ασθενής (Yon & Loas, 1999). Είναι ο λόγος που κάνει τους Parnas et al. (2003) να παρατηρήσουν ότι η «μετατροπή» των αρνητικών συμπτωμάτων σε απλές «συμπεριφορικές εκπτώσεις», σε μη εδικά ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά, «φτωχαίνει» τις υποκειμενικές εμπειρίες των ασθενών που συχνά εμπεριέχουν και θετικά χαρακτηριστικά. Όλες αυτές οι εμπειρίες διαφεύγουν της κλινικής μας προσέγγισης, ιδίως όταν αυτή είναι επικεντρωμένη στα «αντικειμενικώς» παρατηρούμενα συμπτώματα, όπως είναι το σύνηθες σήμερα. Η κατάσταση αυτή έχει, φυσικά, τη μικρή της ιστορία.

Όταν ο Bleuler εισήγαγε το 1911 τον όρο σχιζοφρένεια στη θέση της πρώιμης άνοιας πρότεινε ταυτόχρονα και μια νέα ψυχοπαθολογική ερμηνεία: η νοσηρή διεργασία (Spaltung – σχάση) προκαλεί τα πρωταρχικά συμπτώματα της

νόσου (τα γνωστά 4 “α” του Bleuler), ενώ τα δευτερεύοντα συμπτώματα (παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθήσεις) προέρχονται από την αντίδραση του ψυχισμού στην νόσο. Μία δεκαετία περίπου αργότερα ο Minkowski, βοηθός του Bleuler ως το 1915 και φαινομενολόγος στη θεωρητική του κατεύθυνση, θα αναφέρει την «απώλεια της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα» ως το primum movens της σχιζοφρένειας, άλως δε ιδιαιτέρως τον τρόπο με τον οποίο ο σχιζοφρενής βιώνει τη χρονική διάρκεια και το χώρο.

Δυστυχώς, η σύγχρονη, μεταπολεμική κυρίως, ψυχιατρική υποτίμησε τις υποκειμενικές εμπειρίες των σχιζοφρενών, στις οποίες είχε δώσει τόση έμφαση η φαινομενολογική, ιδίως, ψυχιατρική, αντιμετωπίζοντας τες ως ουσιώδη κλινικά χαρακτηριστικά του φάσματος των ψυχώσεων. Η αναβίωση του ενδιαφέροντος, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και λίγο μετά: (α) για τη «βιωμένη εμπειρία» των σχιζοφρενών και τα «βασικά» συμπτώματα (Huber, 1957) και (β) για την αναγνώριση της υποκειμενικής συμπτωματολογίας ως βαρύνουσας σημασίας παράγοντα στην πρόληψη των υποτροπών (Chapman, 1966), γρήγορα λησμονήθηκαν μπροστά στις θετικιστικές επιστημολογικές επιλογές που κυριάρχησαν στη συνέχεια: στη δυσπιστία, δηλαδή, που εκφράστηκε για κάθε τι το «υποκειμενικό» που δεν ήταν «επιστημονικό» μέγεθος, και στην επικράτηση συμπεριφορικών, περισσότερο, αντιλήψεων (Parnas & Ηαη- dest, 2003). Η έμφαση στην παρατηρήσιμη και «αντικειμενικά» αξιολογήσιμη συμπτωματολογία, που οξύνθηκε μετά το DSM-III, οδήγησε έτσι σε υποτίμηση των υποκειμενικών εμπειριών, αλλά και της ψυχοπαθολογίας ευρύτερα.

Τελευταίως, όμως, το «έλλειμμα» αυτό άρχισε να καλύπτεται χάρις στην ιδιαίτερη έμφαση που δόθηκε στη διερεύνηση της προγνωστικής αξίας του άνευ θεραπείας χρόνου σε μια ψύχωση (Duration of Untreated Psychosis – DUP), του χρόνου δηλαδή που μεσολαβεί ανάμεσα στην έναρξη των πρώτων θετικών συμπτωμάτων και την πρώτη αντιψυχωτική αγωγή (Norman & Malla, 2001). Είναι γνωστό ότι, παρά τα σημαντικά βιοηθικά προβλήματα που ανακύπτουν, στο κέντρο του σύγχρονου επιστημονικού ενδιαφέροντος βρίσκεται η έγκαιρη έναρξη της φαρμακοθεραπείας, σε συνδυασμό με κάποια ψυχοθεραπεία, και, κατά συνέπεια, η αναγνώριση του «πρώτου σχιζοφρενικού επεισοδίου», με στόχο την αποφυγή της χρονιότητας και των συνεπειών της (Γαμβρουλά και συν., 2004).

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η νέα αυτή κατεύθυνση συνέβαλε στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη έρευνα των «υποκειμενικών εμπειριών στη σχιζοφρένεια». Πράγματι, η κατάσταση θα αλλάξει από την πενταετία 1990-1994 και μετά, όπως αποδεικνύεται από τη ραγδαία αύξηση των ανά 5ετία σχετικών δημοσιεύσεων που καταχωρεί το MEDLINE: 1965-1969:1,1970-1974:1,1975-1979:3,1980-1984:7,1985-1989:9,1990-1994:23,1995-1999:34,2000-2004:72, 2005- 2006:45 (2 έτη).

Χαρακτηριστικό του σύγχρονου ενδιαφέροντος είναι το πρόσφατο [Μάρτιος 2007] editorial του Psychiatry που προτείνει την ενσωμάτωση των υποκειμενικών εμπειριών των ασθενών στο DSM-V (Flanagan, 2007).

Είναι, όμως, ανάγκη να επιστρέφουμε σε κάποιες ξεχασμένες φωνές, όπως αυτή του Kleinman Α. (1988): «Οι γιατροί ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι η νόσος (disease) είναι σημαντικότερη της ασθένειας (Illness) κι αυτό που χρειάζεται όλο κι όλο είναι η γνώση της βιολογίας, όχι η γνώση και των ψυχοκοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ασθένειας. […] Πρέπει να φέρουμε την αφήγηση του ασθενούς και της οικογένειάς του για την εμπειρία της ασθένειας περισσότερο στο κέντρο της εκπαιδευτικής μας διαδικασίας. (…) Πρέπει να βρεθεί χρόνος για να διδάξουμε στους φοιτητές πώς να ερμηνεύουν την αφήγηση της ασθένειας και πώς να αποτιμούν της εμπειρία της».

Βιβλιογραφία

1. Blankenburg W, (1991). La perte de l’évidence naturelle. Une contribution à la psychopatholgie des schizophrénies. Paris, PUF.

2. Γαμβρουλά K, Ανδρέου Xp, Καράβατος A, (2004). Η προγνωστική αξία του «άνευ θεραπείας χρόνου» και η αμφιλεγόμενη πρώιμη ανίχνευση και θεραπεία των ψυχώσεων. Αρχεία ελληνικής Ιατρικής, 21,4, 320-324.

3. Chapman J, (1966). The early symptoms of basic of schizophrenia. British Journal of Schizophrenia, 112, 225-231.

4. Eriksen HR., Ihlebaek C, (2002). Subjective health complaints. Scandinavian Journal of Psychology, 43, 101-103.

5. Eriksen HR, Ursin H, (2002). Sensitization and subjective health complaint. Scandinavian Journal of Psychology, 43, 189-196.

6. Huber G. (1957). Pneumenzephalographishe und psychologische hilder bei endogenen psychosen. Springer, Berlin. Heidelberg, New York. ∞ӷʤÚÂÙ·È ÛÙÔ: Koehler K, Sauer H, (1984). Huber’s basic symptoms: an other approach to negative psychopathology in schizophrenia. Comprehensive psychiatry, 25, 174-182.

7. Flanagan EH, Davidson L, Strauss JS, (2007) Issues for DSM-IV: Incorporating patients’ subjective experiences. American Journal of Psychiatry, 164, 3, 391-392.

8. Kleinman A, (1988) The illness narratives: suffering, healing and the human condition. New York Basic Books, 254-256.

9. Nimnuan C, Hotopf M, Wessely S, (2000). Medically unexplained symptoms: how often and why are they missed/ Quarterly Journal of Medicine, 93, 21-28.

10.Norman RMG, Malla AK, (2001). Duration of untreated psychosis: examination of the concept and its importance. Psychological Medicine, 31, 381- 400.

11. Parnas J, Handest P, (2003). Phenomenology of anomalous selfexperience in early schizophrenia. Comprehenesive Psychiatry, 44, 2, 121-134.

12.Yon V, Loas G, (1999). Symptomatologie subjective et schizophrénie. Annalles Médico-Psychologiques, 157, 1, 12-19.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.