Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής (SPP),
Γενικός Γραμματέας της ΔιεθνούςΈνωσης
για την Ιστορία της Ψυχανάλυσης (ΑΙΗΡ)

σύναψις 05 [2007]

Η αξιοπιστία του αντικειμένου. Σκέψεις για μια θεωρητική προσέγγιση

Διάλεξη στο Συνέδριο της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας. Αθήνα 4-5/11/2006. Διατηρήθηκε ο προφορικός χαρακτήρας του λόγου

1. Κλινικοθεωρητικό προοίμιο

Όπως μας έχει διδάξει ο Freud, το παραλήρημα είναι ψυχική κατασκευή μιας νέας πραγματικότητας που έπεται μιας ναρκισσιστικής κατάρρευσης του ασθενούς. Με άλλα λόγια, από την στιγμή που δημιουργείται ένα κενό στο ενορμησιακό κύκλωμα, όταν κλονίζεται η όλη ψυχική ισορροπία του ασθενούς και καταρρέουν τα αντικείμενα, τότε εμφανίζεται μια νέα ψυχική δραστηριότητα. Προκείμενου να μην διαλυθεί εντελώς μέσα σε αυτή την κατάσταση της ρήξης, ο ψυχωσικός πλάθει μια νέα πραγματικότητα όπου το παραλήρημα έχει κεντρική θέση ως νέο αντικείμενο. Η προσπάθεια αυτή έχει τεράστιο ψυχικό κόστος που δυσκολεύει αφάνταστα την επένδυση του θεραπευτικού πεδίου. Η δική μας προσπάθεια έγκειται στο να τον βοηθήσουμε να επενδύσει άλλα, μη παραληρηματικά, αντικείμενα, τα θεραπευτικά αντικείμενα -μένοντας κατά το δυνατόν κοντύτερα στην ψυχική λειτουργία του ψυχωσικού (στις δυνατότητές του). Με άλλα λόγια, εάν θεωρήσουμε το παραλήρημα ως απόπειρα ίασης, η θεραπευτική προσέγγιση έγκειται στο να κρατηθεί η ψυχική αυτή δυναμική ώστε, συνοδεύοντάς την, να της δοθεί ένας νέος προσανατολισμός.

2. Κλινική εισαγωγή

Alberto Giacometi* (1901-1966)
Alberto Giacometi* (1901-1966)

Στην σημερινή παρουσίαση θα προσπαθήσω να πω δυο λόγια για τη δυσκολία της κατασκευής της θεραπευτικής συμμαχίας, από την σκοπιά της αδυναμίας που έχει ο ψυχωσικός άρρωστος να επενδύσει το θεραπευτικό πεδίο θεραπευτή – θεραπευτική ομάδα – θεραπευτική διαδικασία ή ακόμα και την απλή φροντίδα. Για λόγους απλότητας θα ονομάσω το πεδίο αυτό θεραπευτικό αντικείμενο και θα αναλύσω την δυσκολία αυτή μέσα από την ανάγνωση του κυκλώματος της ενόρμησης.

Η κλινική εμπειρία από την οποία θα προέλθουν τα στοιχεία που θα σας εκθέσω μοιράζεται μεταξύ της ψυχαναλυτικής πρακτικής του ιδιωτικού ιατρείου και της ψυχιατρικής πρακτικής σε ένα Κέντρο Κρίσης ενός παρισινού διαμερίσματος. Η παράδοση της δουλειάς στον χώρο αυτό ακολουθεί την ψυχαναλυτική κατεύθυνση, πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι προσφέρεται ψυχαναλυτική θεραπεία σιο’ΐδρυμα, αλλά ότι η φροντίδα που παρέχουμε έχει ως θεωρητικό υπόβαθρο την ψυχαναλυτική σκέψη.

Οι κρίσεις που αντιμετωπίζουμε χαρακτηρίζονται από την ρήξη μιας ψυχικής ισορροπίας. Οι συνήθεις ψυχικές άμυνες, με την ψυχική οικονομία που τις στηρίζουν, καταρρέουν ή απειλούνται με κατάρρευση. Αυτή η κατάσταση οδηγεί είτε στην προσωπική αναζήτηση βοήθειας είτε στην προσαγωγή σε έναν χώρο φροντίδας. Ο ρόλος μας ως Κέντρο Κρίσης είναι να αποτελέσουμε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του κλινικού χάους της οξείας ψυχικής κατάστασης και της προσπάθειας να υπάρξει μια συνέχεια στο θεραπευτικό πεδίο. Μέσα από την κατανόηση της ψυχικής στιγμής και της ψυχικής κίνησης, προσπαθούμε να βρούμε έναν κοινό παρανομαστή στην ανάγνωση της κρίσης και της θεραπευτικής μας προσπάθειας.

θα εστιάσω την σημερινή μου παρουσίαση στον χώρο συγκρότησης μιας θεραπευτικής συμμαχίας με τον ψυχωσικό άρρωστο και θα επιμείνω στις δυσκολίες τόσο του ασθενούς να επενδύσει το θεραπευτικό αντικείμενο όσο και του θεραπευτικού αντικείμενου να καταλάβει την θέση του μέσα σε ένα πεδίο σχέσεων υπό διάλυση. Από την σκοπιά του αναλυτή, η κρίση είναι μια κατάσταση βίας που προσπαθούμε να μετατρέψουμε σε ευκαιρία να παιχτούν τα ψυχικά παιγνίδια προς την κατεύθυνση της δημιουργίας νέων σχέσεων με το δυνατόν λιγότερο ψυχικό κόστος.

3. Μια υπόθεση εργασίας

Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε πως η κρίση συμπίπτει με την ψυχική κατάρρευση ή με την απειλή μιας ψυχικής κατάρρευσης. Για διάφορους λόγους, το συνηθισμένο περιβάλλον δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ψυχωσικού ατόμου. Το άτομο αισθάνεται λοιπόν ότι η ψυχική του οργάνωση απειλείται. Στην περίπτωση του ψυχωσικού, το συναίσθημα του εαυτού (είμαι αυτός που είμαι) απειλείται με εξαφάνιση. Εάν λοιπόν δεχτούμε την σκέψη αυτή, ότι δηλαδή το άτομο απειλείται με διάλυση (αποδιοργάνωση), προτείνω να θεωρήσουμε ότι το ψυχωσικό άτομο σε κρίση ζει ανάστροφα την ψυχική διαδρομή που είχε διατρέξει στην πορεία ωρίμανσής του για να συγκροτηθούν οι πρώτες αντικειμενοτρόπες σχέσεις.

Θεωρώντας αυτήν την πορεία προς την συγκρότηση των πρώτων σχέσεων, θα διαπιστώσουμε ότι οι πρώτες αντικειμενοτρόπες σχέσεις αποτελούν τις μήτρες των επομένων. Εάν στο πεδίο του πρώιμου ενορμησιακού κυκλώματος φαντασθούμε έναν άξονα ενοποίηση < μη ενοποίηση, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι πρώτες επαφές με τα αντικείμενα τοποθετούνται στον πόλο της μη ενοποίησης (η σχιζοπαρανοειδής θέση των κλαϊνικών). Με τη διαφορά ότι ο ψυχωσικός άρρωστος δεν βρίσκεται σε διαδικασία μη ενοποίησης (όταν δηλαδή τα πράγματα δεν έχουν αποκτήσει τον συνδετικό τους ιστό), αλλά σε διαδικασία αποσύνθεσης.

Αντιμετωπίζοντας την κλινική εμπειρία της απειλής της ψυχικής κατάρρευσης μπορούμε να υποθέσουμε, μαζί με τον Winnicott, ότι μια κατάρρευση έχει συμβεί σε προηγούμενο χρόνο. Με άλλα λόγια, η απειλή βιώνεται σε έναν ψυχικό χώρο όπου μία πρώτη κατάρρευση έχει ήδη εγγράφει. Δεν είναι, όμως, βέβαιο με τι τρόπο ακριβώς έχει βιωθεί. Να το πω αλλιώς: δεν είναι βέβαιο ότι ο ψυχωσικός άρρωστος έχει την δυνατότητα να συνδέσει την παρούσα οξεία κατάσταση με ένα μνημονικό ίχνος, με την μορφή μιας ψυχικής παράστασης. Αντίθετα, πιστεύω ότι η εγγραφή έχει γίνει στη σωματική της έκφραση, εξ ου και τα συμπτώματα έντονου άγχους που παίρνει τη διάσταση της ψυχικής και σωματικής αποσύνθεσης. Ο άρρωστος αισθάνεται το άγχος, το μεταδίδει κιόλας, αλλά επειδή είναι έξω από την ψυχική σφαίρα των παραστάσεων δεν μπορεί να το σκεφτεί, κι ακόμα περισσότερο να το επεξεργαστεί. Φαντάζομαι να το έχετε καταλάβει, είμαστε στον χώρο που όλοι οι μελετητές, μετά τον Winnicott και τον Βΐοη, καταδεικνύουν ως άγχη αδιανόητα και ακατονόμαστα. Η κατάσταση αυτή ανταποκρίνεται σε βραχυκύκλωμα της σκέψης και, ακόμα πιο πολύ, της διαδικασίας της παράστασης.

Εάν λοιπόν ακολουθήσουμε μια αναλογική σκέψη, προτείνω να υποθέσουμε ότι η κατάρρευση απεικονίζει ανάστροφα τον πρώτο σχηματισμό του πεδίου των αντικειμενοτρόπων σχέσεων. Είμαστε λοιπόν σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της συγκρότησης του ψυχισμού. Η κατάρρευση εκφράζει με ανάστροφο τρόπο την πρώτη συγκρότηση του εγώ και του πρώτου χωρισμού του από τα αρχαϊκά αντικείμενα, μια διαδικασία που είναι σύγχρονη με την γέννηση της σκέψης. Φυσικά η κατάσταση αυτή μας γυρίζει σε μια εποχή όπου η υπόσταση του εγώ, του αντικείμενου και της σχέσης που τα ενώνει ενώ ταυτόχρονα τα ξεχωρίζει, είναι εύθραυστη και ευάλωτη. Και παραμένει τέτοια μέχρι την εδραίωση της αρχής της πραγματικότητας. Η εδραίωση αυτή θα χαρακτηριστεί από την κυριαρχία της πάνω στην αρχή της ευχαρίστησης < μη ευχαρίστησης. Στην περίπτωση των ψυχωσικών αρρώστων η συγκρότηση αυτή παραμένει πάντα ελλειμματική.

Ας έρθουμε λοιπόν στην κρίση που αντιμετωπίζουμε κλινικά. Η θεραπευτική προσπάθεια έγκειται σε μια παρουσία, σε μια πράξη, να καταλάβουμε μια θέση σε ένα πεδίο κυριαρχούμενο από το άγχος της ψυχικής διάλυσης. Τα παραληρηματικά στοιχεία, είτε έχουν συγκροτηθεί σε παραληρηματικό σενάριο είτε όχι, ανταποκρίνονται σε ένα ίχνος (όχι αίσθηση) αποσύνθεσης της ιδέας της συνείδησης του εαυτού, της σωματικής ενότητας και της σχέσης με την πραγματικότητα. Ο χαρακτήρας της δίωξης κυριαρχεί σε όλες τις προσλήψεις. Ο άρρωστος καταφεύγει σε μηχανισμούς σχάσης ή άρνησης της πραγματικότητας προκείμενου να αποφύγει τον ψυχικό πόνο της στιγμής που έρχεται να βιωθεί σαν να έλκεται από ακατανίκητες δυνάμεις στον ψυχικό πόλο της πρώτης κατάρρευσης.

Ας εξετάσουμε λοιπόν μαζί, με βάση την υπόθεση της αναστροφής, τις προϋποθέσεις δημιουργίας των συνθηκών της πρώτης κατάρρευσης. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η πρώτη κατάρρευση είναι μια αυστηρά θεωρητική κατασκευή. Στην πραγματικότητα θα πρέπει να συμβούν πολλές επαναληπτικές τέτοιες στιγμές και ίσως καμιά να μην είναι καθοριστική ενώ στο σύνολο τους να είναι.

Στον ψυχικό χώρο των προσλήψεων του βρέφους μπορούμε να φαντασθούμε έναν άξονα που θα τον ονομάσω πλήρης αδυναμία < παντοδυναμία. Σε αυτόν τον πρώτο ψυχικό χώρο η αδυναμία βρίσκεται, τοπογραφικά, στον πόλο όπου θα σχηματισθεί το εγώ, ενώ η παντοδυναμία, και πάλι τοπογραφικά, είναι το βίωμα του βρέφους ότι βρίσκεται σε έναν χώρο όπου μια δύναμη ικανοποιεί πλήρως τις ανάγκες του. Εάν όμως η πηγή από την οποία θα ικανοποιηθούν οι πρώτες ανάγκες είναι παντοδύναμη, καταλαβαίνουμε ότι το βρέφος, πριν περάσει στην μεγαλομανιακή φάση της παντοδύναμης σκέψης, που βασίζεται στην ψευδαισθησιακή ικανοποίηση της επιθυμίας, κινδυνεύει να βιώσει μια κατάσταση όπου βρίσκεται αβοήθητο στο έλεος της παντοδύναμης πηγής (εκφράζω εδώ την έννοια που έχει περιγράφει ο Freud ως Hilflosigkeit). Στον βαθμό που τα πράγματα πάνε καλά (νευρωσικές εξελίξεις), σε ατμόσφαιρα αγάπης και παιχνιδίσματος, η δυνητική αυτή διάσταση των πραγμάτων περνάει σχεδόν απαρατήρητη και δεν αφήνει ίχνη ικανά να αποτελόσουν πόλο ελκτικής παλινδρόμησης. Το βρέφος, μάλιστα, θα οικειοποιηθεί την πηγή της παντοδυναμίας μέσα από τις πρώτες ταυτίσεις και, στην ψυχική φάση των πρωκτικών μετασχηματισμών, θα λειτουργήσει με την μαγική παντοδύναμη σκέψη. Όταν όμως τα πράγματα δεν πάνε καλά -σε οριακές ή ψυχωσικές εξελίξεις- τότε παραμένουν ίχνη εγγραφών, που δεν θα τα πω μνήμες διότι δεν έχουν μπει στον χώρο της παράστασης. Πιστεύω ότι αυτές οι εγγραφές μένουν σε ένα σωματικό επίπεδο. Οι εγγραφές αυτές ανταποκρίνονται στο ίχνος που μπορεί να αφήσει η άσκηση του αβοήθητου που μόλις περιέγραψα. Σε κλινικό επίπεδο, ας θυμηθούμε το άγχος της ατέρμονης πτώσης (δεν βρίσκεται τίποτα να σταματήσει την πτώση και να μας σώσει), το διωκτικό άγχος ή το άγχος της αποπροσωποποίησης, όπου χάνεται η αίσθηση της ενότητας του σώματος γιατί δεν βρίσκει το χάδι της ματιάς που θα το στήριζε.

Στον βαθμό που σας έχω προτείνει το μοντέλο της ανάστροφης μελέτης της κρίσης, μέσα από τον πρώτο σχηματισμό του πεδίου των αντίκειμενοτρόπων σχέσεων, ειδικά δε αν θέλουμε να εξάγουμε και κάποια εργαλεία θεραπευτικής παρέμβασης, είμαι υποχρεωμένος τώρα να εξετάσω μαζί σας κάποιες πτυχές της ανάπτυξης της σκέψης, σε σχέση με την εδραίωση του αντικείμενου στον αρχαϊκό ψυχισμό, θα μελετήσουμε λοιπόν την εδραίωση της αρχής της πραγματικότητας.

4. θεωρητική υπενθύμιση
Freudγια την αρχή της πραγματικότητας και το άγχος στην ψύχωση

Ο Freud εξέτασε το πρόβλημα που μελετάμε πολλές φορές, και πιο συγκεκριμένα στην περίοδο που ξαναδιάβαζε την κλινική του από την σκοπιά της δεύτερης τοπικής θεωρίας. Έτσι, στα κείμενά του για την ψύχωση, του 1924, μελετά την απώλεια της πραγματικότητας. Πράγματι, πέρα από ένα κομμάτι της πραγματικότητας που αρνείται ο ασθενής, αυτό που χάνεται από τον ψυχισμό είναι η κυριαρχία της αρχής της πραγματικότητας πάνω στην αρχή της ευχαρίστησης. Ο ψυχωσικός αδυνατεί να προσαρμοσθεί στην αναγκαιότητα της πραγματικότητας, στην δυσάρεστη πραγματικότητα, και αρνείται ένα κομμάτι της υποκαθιστώντας το με μια νέα.

Ο Freud ξεχωρίζει το νευρωσικό από το ψυχωσικό άγχος με τον ακόλουθο τρόπο. Η εμφάνιση του άγχους στις

νευρωσικές παθήσεις αντιστοιχεί στην επιστροφή του απωθημένου στοιχείου. Στην ψύχωση το άγχος έχει σχέση με το κομμάτι της πραγματικότητας που έχει απολεσθεί. Διαπιστώνουμε λοιπόν μια τοπική διαφορά που μας αναγκάζει να μελετήσουμε τοπογραφικά τον σχηματισμό του πρώτου ψυχικού πεδίου.

Το 1911, ο Freud δήλωνε ότι στην φάση εγκατάστασης της αρχής της πραγματικότητας ο φαντασιωσικός κόσμος χωρίζεται από τον κόσμο της πραγματικότητας. Ο φαντασιωσικός αυτός χώρος λειτουργεί σαν αποθήκη που έχει χαλαρούς δεσμούς με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Από αυτήν την αποθήκη αντλεί ο ψυχισμός σε διάφορες διαδικασίες την ονειρική παλινδρόμηση του νευρωσικού, το παραλήρημα του ψυχωσικού ή τη δημιουργία του καλλιτέχνη.

5. Επιστροφή στον μυθικό χρόνο του πρώτου σχηματισμού της πραγματικότητας

Ας γυρίσουμε τώρα στις υποθέσεις του πρώτου σχηματισμού της πραγματικότητας. Ο Freud περιγράφει, σε επίπεδο μιας θεωρητικής εικασίας, έναν πρώτο μυθικό χρόνο που αντιστοιχεί στην εμβρυϊκή κατάσταση όπου δεν υπάρχει καμία αντίληψη της πραγματικότητας. Στην ουσία, όμως, είμαστε βυθισμένοι μέσα της και είναι αδύνατο να την αντιληφθούμε. Η πρώτη επαφή με τον έξω κόσμο συνοδεύεται από τις πρώτες προσλήψεις μέσω των αισθήσεων. Ταυτόχρονα δημιουργείται μια νέα δυνατότητα ψυχικών επενδύσεων. Οι αισθήσεις ξεφεύγουν από το επίπεδο της αντανακλαστικής λειτουργίας και παίρνουν μια κατεύθυνση που όταν λάβει μορφή γίνεται η λειτουργία της προσοχής. Οι μικρές αυτές μεταμορφώσεις του ψυχισμού εγγράφονται υπό μορφήν ιχνών και, σιγά-σιγά, τα ίχνη χαρακτηρίζονται από αντιθετικές ιδιότητες (κρύο < ζεστό, χορταίνει < δεν χορταίνει, καλό < κακό). Τα ίχνη συνδέονται με σχέσεις αλληλουχίας που θα αποτελέσουν την πρώτη μορφή της εγγραφής του χρόνου. Η συνολική αυτή μεταμόρφωση θα αποτελέσει και την πρώτη μορφή της μνήμης.

Ο μυθικός αυτός χρόνος των πρώτων ιχνών, των πρώτων ψυχικών εγγραφών, διέπεται από την κυριαρχία της αρχής της ευχαρίστησης < μη ευχαρίστησης (Ε<μ-Ε). Προσέξτε, δεν μιλώ μόνο για αρχή της ευχαρίστησης και όχι από λογοπαΐκτική διάθεση. Πράγματι, στην περίοδο αυτή, όποια διέγερση χαρακτηρίζεται ως δυσάρεστη απομακρύνεται πάραυτα από τον χώρο της αντίληψης < συνείδησης, εκτοπίζεται ή, όπως σιγά-σιγά θα πούμε, απωθείται. Η πρώτη μορφή της κυριαρχίας της αρχής £<μ-£ είναι στην πραγματικότητα προέκταση της αρχής της ομοιοστασίας. Η ευχαρίστηση λοιπόν συνίσταται στην αποφυγή της μη ευχαρίστησης, ένας τρόπος να λέμε: αφήστε με ήσυχο!

Η ευχαρίστηση εγγράφεται σιγά-σιγά λοιπόν, διαφοροποιούμενη από την αποφυγή της μη ευχαρίστησης που συνοδεύει τον χαρακτηρισμό των ερεθισμών. Κάθε φορά που το βρέφος έρχεται σε επαφή με μια πηγή αποδιέγερσης του ερεθισμού (τα αρχαϊκά αντικείμενα, ας πούμε το στήθος που τρέφει) τα χαρακτηρίζει με την ιδιότητα επαρκές < μη επαρκές, για να σταματήσει τη διέγερση και κατά συνεπεία καλό < κακό – για να μην ξεχνάμε τον κλαϊνισμό-, πριν καν της δώσει ένα χαρακτηρισμό αυτόνομης ύπαρξης. Η παράσταση της αυτόνομης ύπαρξης, που είναι και η απαρχή της εγγραφής της πραγματικότητας, έρχεται σε δεύτερη φάση. Στο σημείο αυτό η πραγματικότητα της πηγής αποδιέγερσης (που μετά θα γίνει αντικείμενο) αποκτά αυτόνομη ύπαρξη και δεν απομακρύνεται από την συνείδηση στο βαθμό που είναι δυσάρεστη.

Με αυτά τα δεδομένα ας εξετάσουμε μια σειρά από διαδικασίες που συνοδεύουν την εγκατάσταση της κυριαρχίας της αρχής της πραγματικότητας πάνω στην αρχή της ευχαρίστησης.

  1. Η κινητική αποφόρτιση μετατρέπεται σιγά-σιγά σε δράση. Σιγά-σιγά, το πρώιμο εγώ δεν διώχνει μόνο τον ερεθισμό με το να «χτυπιέται», αλλά συντονίζει τους μυς και τις κινήσεις του σε μια κατεύθυνση (αρπάζει για παράδειγμα το μπιμπερό ή το απομακρύνει αν δεν θέλει άλλο).
  2. Η πρώτη έννοια του χρόνου που αναγνωρίζει το βρέφος είναι ο ρυθμός, η κανονικότητα και η διακοπή της, η συνέχεια και η ασυνέχεια, η αναμονή και η διάρκειά της που σιγά-σιγά μετατρέπονται στις έννοιες πριν-μετά, κανονικό- ακανόνιστο. Ας υποθέσουμε ότι το βρέφος έχει την ικανότητα να κρατήσει με τις πρώιμες εγγραφές την παράσταση του στήθους (και μετά της μάνας) για ένα διάστημα. Εάν, λοιπόν, κατά την διάρκεια της διέγερσης (πείνα), η αναμονή μετά το κλάμα κρατήσει τ + χ, τότε χάνεται προσωρινά η παράσταση της πηγής αποδιέγερσης και του δεσμού που ενώνει το βρέφος με την πηγή. Στον χώρο αυτό της απώλειας, του κενού, το μωρό αισθάνεται δυσάρεστα. Εάν η τροφός (το άτομο που δίνει την φροντίδα) ικανοποιήσει με επάρκεια τις ανάγκες του βρέφους στον χρόνο αυτό (τ + χ), τότε το βρέφος θα αρχίσει να χρησιμοποιεί τον χρόνο αυτό για τις πρώτες νοητικές διαδικασίες που είναι η ψευδαισθησιακή ικανοποίηση της επιθυμίας που με την σειρά της αποτελεί την μήτρα για την σκέψη. Η βία της αναμονής εδώ δεν καταλήγει σε τραύμα, θα επιστρέφω στο θέμα αυτό σε λίγο.
  1. Παράλληλα με αυτές τις πρώτες μετατροπές στον πρώιμο ψυχισμό, παρατηρούμε την αναστολή της κινητικής αποφόρτισης που δημιουργεί τον ψυχικό χώρο για να αναδυθεί η λειτουργία της παράστασης. Η αντίληψη των πρώτων εντυπώσεων των αρχαϊκών αντικειμένων δένεται σιγά-σιγά με την ακουστική πρόσληψη του λόγου (ένα λουτρό λέξεων). Τα συναισθήματα που συνοδεύουν τους ήχους συνδέονται με τις λέξεις. Από την στιγμή που οι παραστάσεις δεθούν με ήχους μπορούμε να μιλάμε και για την απαρχή της σκέψης. Εδώ η παρουσία της τροφού έχει καίρια σημασία γιατί αυτή εκπέμπει τους ήχους και τους χρωματίζει με το συναίσθημα.

Καταλαβαίνουμε πως οι ιδιότητες της πραγματικότητας επενδύονται από το βρέφος και εγγράφονται ως ίχνη όχι πλέον απλά, αλλά συνδεμένα με ήχους και, κατ’ επέκταση, με συναισθηματικό χρώμα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο πεδίο της λειτουργίας που θα γίνει η συνειδητή σκέψη, τη σκέψη που συνοδεύει την δράση. Ας εξετάσουμε τώρα την διαδικασία αυτή στο πεδίο που σχηματίζεται μεταξύ βρέφους και τροφού. Την ώρα που το παιδί κλαίει και «χτυπιέται», τι κάνει η τροφός; Σκέφτεται, αναρωτιέται, συναισθάνεται ότι η αναταραχή αυτή εκφράζει μια διέγερση που χρειάζεται να καταπραϋνθεί. Πρέπει λοιπόν να βρει ποια πρόσφορη ενέργεια θα απαντήσει με επάρκεια στην αναστάτωση του βρέφους. Με την απάντησή της, λοιπόν, ερμηνεύει την αναστάτωση σαν ένα σημείο (πείνα, ερεθισμός από λερωμένη πάνα, πόνος, κ.λπ.) και συνοδεύει την απάντηση με το χάδι του βλέμματος, της κουβεντούλας και της συναισθηματικής προσφορότητας (δηλαδή την αντιστοιχία μεταξύ συναισθήματος-πράξης και λόγου). Καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε στον χώρο της συμβολοποίησης των αντικειμένων: παρόντα < απάντα,αντικαταστήσιμα, μετουσιώσιμα Κ.λπ.

Όταν αναλύσουμε αυτή την καθημερινή κοινοτοπία στα επί μέρους στοιχεία της, βλέπουμε ότι είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο. Διαβλέπουμε ακόμη όλο τον χώρο της πιθανής παθολογίας και όλο τον χώρο της μετέπειτα δουλειάς που ονομάζουμε ερμηνεία. Στο σημείο αυτό θα αρχίσει να παίζει ρόλο αυτό που ονόμασα προσφορότητα και θα καταλάβετε την ιδέα που περικλείει ο τίτλος της παρουσίασής μου. Καταλαβαίνετε ότι η ταυτόχρονη μετατροπή της πρώτης ρυθμικότητας σε έννοια χρόνου, η πρώτη λειτουργία της σκέψης και ο συνδυασμός τους με την ερμηνευτική στάση της τροφού που ανοίγει τον δρόμο για τις πρώτες συμβολοποιήσεις, χαράζει αυτό που θα χαρακτηρίσω ως βεβαιότητα πρώτου βαθμού. Μένοντας στο πεδίο την προσφορότητας, η τροφός δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα αξιοπιστίας των πρώτων αντικειμένων, ότι δηλαδή θα ‘ρθουν στην ώρα τους (ούτε αργά ώστε να τραυματίσουν, ούτε πρόωρα, για να υπάρξει έτσι επιθυμία), θα είναι επαρκή, θα έχουν κανονικότητα και θα συνοδεύονται από τα διαφορά χάδια που σας έχω κατονομάσει: βλέμμα, κουβεντούλες κ,λπ. Η τροφός όμως χαράζει και μια ακόμα λειτουργία. Εισάγει βαθμούς αβεβαιότητας μέσα στην αξιοπιστία (π.χ. γιατί δεν είναι πάντα εκεί). Μπαίνει λοιπόν ένας άξονας με δυο πόλους: την ευπλαστότητα της ερώτησης και τη σιγουριά της απάντησης που στηρίζεται σε μια αρχή, έναν νόμο αν θέλετε. Αυτός είναι ο χώρος όπου θα εγγράφει αργότερα η έννοια του πατέρα, που θα γίνει και το πρώτο οτίικό αντικείμενο.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, η αρχή της ευχαρίστησης υποχωρεί απέναντι στην ανερχομένη κυριαρχία της αρχής της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια ο ψυχισμός έχει ένα βαθμό βεβαιότητας ότι η ευχαρίστηση δεν θα χαθεί εάν δεν πραγματοποιηθεί άμεσα. Ο άνθρωπος μαθαίνει να περιμένει, να αναβάλει και αργότερα να σχεδιάζει τον χρόνο ευόδωσης μιας προσδοκίας. Καταλαβαίνουμε πόση σημασία έχει η αξιοπιστία του αντικειμένου στον σχηματισμό αυτής της βεβαιότητας και, κατ’ επέκταση, στην εγκαθίδρυση της αρχής της πραγματικότητας. Η αξιοπιστία δημιουργεί το υπόβαθρο της εμπέδωσης του χώρου εκείνου εμπιστοσύνης σε μια υπόσχεση ότι η ευχαρίστηση κάποτε θα ‘ρθει. 

6. Το κύκλωμα της ρήξης των αντικειμενο-τρόπων σχέσεων

Εάν τα αρχαϊκά αντικείμενα δεν υπάρξουν αξιόπιστα, έχουμε τότε τις προϋποθέσεις για τις πρώτες καταρρεύσεις. Για παράδειγμα, εάν η αναμονή του βρέφους κρατήσει τ + χ + ψ τότε η αναμονή αυτή αποκτά τραυματικό χαρακτήρα που δεν διορθώνεται από την επανεμφάνιση της πηγής. Η απώλεια της παράστασης και, στην συνέχεια, η ανεπάρκεια του πρωτόγονου μηχανισμού της ψευδαισθησιακής ικανοποίησης της επιθυμίας θα οδηγήσουν σε μια πρώτη κατάρρευση του υπό σχηματισμού Εγώ του βρέφους. Το βρέφος θα ζήσει μια πρώτη διάσπαση στο επίπεδο της συνέχειας της ύπαρξής του. Ακριβώς επειδή η κατάρρευση συμβαίνει πάνω στους πρώτους νοητικούς μηχανισμούς, η εγγραφή δεν θα γίνει σε επίπεδο βιώματος και παράστασης, αλλά θα αφήσει μόνον σωματικά (βιολογικά) ίχνη που ξεφεύγουν εξ αρχής από τον χώρο της σκέψης, του λόγου και την δυνατότητα επεξεργασίας. Οι μηχανισμοί άμυνας που θα αναπτύξει εδώ το βρέφος θα έχουν ως στόχο να προφυλάσσουν από αυτήν την αίσθηση ανυπαρξίας και το οξύ συγχυτικό φαινόμενο που συνοδεύει την διάλυση του εν τω γεννάσθαι Εγώ φαινόμενα συνώνυμα με αυτά που χαρακτηρίζουν αργότερα τον ψυχωσικό ως ακατονόμαστα άγχη. (Τώρα μην μας πιάνει άγχος ότι θα «σκοτώσουμε» τα παιδιά μας…, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα…, εδώ υπεραπλουστεύω για να εξετάζω φαινόμενο προς φαινόμενο, διαδικασία προς διαδικασία).

Εάν οι κουβέντες που συνοδεύουν τις μητρικές φροντίδες και ο ρυθμός είναι κατάλληλος, επαρκής, πρόσφορος, τότε οι διαδικασίες που έχω περιγράφει περνάν απαρατήρητες. Εάν αντίθετα τα μηνύματα είναι απρόσφορα, παράδοξα, αινιγματικά, ανύπαρκτα, τότε αρχίζουν τα τραύματα που οδηγούν στις σχάσεις και τις πρώτες καταρρεύσεις. Στην θέση της αξιοπιστίας, το βρέφος θα αισθάνεται, αντίθετα, στο έλεος του αντικειμένου και η κατάσταση, όντας αφόρητη, θα χρησιμοποιήσει δύσκολες και δύσκαμπτες ψυχικές άμυνες που, όπως ξέρουμε, έχουν πολύ μεγάλο κόστος. Ανάμεσα στις άλλες δημιουργίες, ο ψυχισμός του βρέφους θα δημιουργήσει αντικείμενα που θα αντλούν από τον φαντασιακό χώρο τον οποίο σας περιέγραψα προηγουμένως. Καταλήγει μάλιστα στην κατασκευή που ο Racamier έχει περιγράφει ως αντικείμενο < μη αντικείμενο. Μια παράδοξη κατασκευή όπου το αντικείμενο δεν έχει καμία αυτονομία ή ζωντάνια, είναι υπό τον έλεγχο του ψυχισμού του βρέφους, προκείμενου να αποφύγει το συναίσθημα του να βρίσκεται στο έλεος. Το παραλήρημα ανήκει σε αυτόν τον χώρο των αντικειμένων που δεν έχουν δική τους, αυτόνομη ύπαρξη.

7. Κάποιες σκέψεις για την θεραπευτική στάση που συνεπάγεται

Η προσπάθεια μας κατά την κρίση είναι να μπούμε στην θέση των πρώτων αντικειμένων, ξέροντας ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απειλή μιας νέας ψυχικής ήττας που στηρίζεται στην πρώτη κατάρρευση. Στην ρήξη αυτής της ψυχικής ισορροπίας το κύκλωμα της ενόρμησης, ελλείψει αντικειμένου, γυρίζει στο κενό και ο ψυχισμός του ψυχωσικού θα αντιδράσει με σχάσεις, διώξεις και παραληρηματικές κατασκευές. Πώς να αποκαταστήσει κανείς επαφή με τον άνθρωπο που όλο και απομακρύνεται από την αντικειμενική πραγματικότητα; Να θυμηθούμε την προσπάθεια της τροφού μπροστά στην αναταραχή του βρέφους που «χτυπιέται». Ο γιατρός θα προσπαθήσει να νοιώσει την κατάσταση και πάνω σε αυτό θα χτίσει την οποιαδήποτε κατανόηση. Η αντιμεταβιβαστική εμπλοκή είναι εντελώς απαραίτητη. Χωρίς αυτήν οποιαδήποτε προσπάθεια είναι καταδικασμένη. Είναι το χάδι που έχω ήδη περιγράφει. Αυτό θα δημιουργήσει τον άξονα παρουσία < απ, που με την σειρά του θεμελιώνει την προσπάθεια οιασδήποτε δημιουργίας πλαισίου δουλειάς.

8. Σκέψεις για το πθαίσιο και για τις ιδιότητες του θεραπευτικού αντικειμένου

Το θεραπευτικό αντικείμενο δεν μπορεί να πάρει την θέση που παίρνει στην συνήθη διαδικασία απέναντι στα νευρωσικά αιτήματα κατά τις νευρωσικές κρίσεις. Εάν δοκιμάσει ο θεραπευτής να καταλάβει μια τέτοια θέση θα προκαλέσει διωκτικές επενδύσεις. Αντίθετα χρειάζεται να χρησιμοποιεί έναν μεταβατικό άξονα σκέψης, βάζοντας σε λειτουργία μια σειρά από ιδιότητες, αυτές που εξετάσαμε, [σταθερότητα στις αναφορές και κανονικότητα, άξονα διαθεσιμότητας < απαίτησης [μητρική ευπλαστότητα < πατρική σταθερότητα)] και τις οποίες ο ψυχωσικός έχει την δυνατότητα να προσλάβει και να επενδύσει. Δεν έχει όμως τη δυνατότητα να τις συνθέσει, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και τα ολικά αντικείμενα. Εδώ η νοσηλεία αποκτά νόημα διότι δίνει την δυνατότητα σε διαφορετικά άτομα να πραγματοποιούν διαφορετικές λειτουργίες (παρουσία < απουσία, κ.λπ.). Μοιράζοντας τους ρόλους δημιουργούμε στον ψυχωσικό την δυνατότητα να επενδύει τις σκόρπιες του ιδιότητες χωρίς να χρειάζεται να τις συνθέτει στην φάση της οξείας κρίσης. Η ένωση της ομάδας θα του δώσει, σε μια δεύτερη φάση, την δυνατότητα για σύνθεση.

Ο στόχος στην κατάσταση ρήξης είναι να μπούμε σε ένα μεταβατικό πεδίο που θα βοηθήσει τον άρρωστο να προσπαθήσει να ξανακατασκευάσει τη θέση του αντικειμένου. Η στιγμή της παρέμβασης και η έννοια της αναμονής είναι θέματα ιδιαίτερα σημαντικά. Από τη μια, ο θεραπευτής πρέπει να ξεφεύγει από την επιτακτική πίεση της αμεσότητας που επιβάλλει η μεταβίβαση του ασθενούς, από την άλλη, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη του τις πραγματικές δυνατότητες του αρρώστου. Έτσι, με την αναβολή μιας άμεσης παρέμβασης δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή να συλλαμβάνει την ιδέα ότι κάθε αναμονή δεν ισοδυναμεί με καταστροφή. Βέβαια ο χρόνος της αναβολής πρέπει να μπαίνει στο πλαίσιο που έχω ήδη σχηματικά προτείνει ως τ + χ + ψ. Ο χρόνος αναμονής πρέπει να είναι μικρότερος από αυτόν, ώστε να μη μπούμε στα φαινόμενα επανάληψης της πρώτης τραυματικής, καταστροφικής εμπειρίας. Με αυτόν τον σχηματικό τρόπο πιστεύω ότι διαφαίνεται η δυνατότητα να μεταβληθεί ένα πεδίο ρήξης σε ένα σχήμα συμμαχίας στο οποίο ο ψυχισμός του αρρώστου να καλείται να μεταβολίσει τα νέα δεδομένα. Με άλλα λόγια, δηλαδή, πρέπει να προσπαθούμε να αποφεύγουμε την κατάσταση της αίσθησης του αβοήθητου μία σειρά από καταστάσεις που θυμίζουν τις πρώτες ήττες στην συγκρότηση του πεδίου εγώ < αντικείμενο.

9. θεωρητική συζήτηση

Στις δύο αυτές ημέρες έχουμε προσπαθήσει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα του παραληρήματος από διάφορες οπτικές γωνίες. Τα τελευταία 20 χρόνια η δική μου προσπάθεια υπήρξε κυρίως κλινική. Βασιζόμενος στις θεωρητικές κατευθύνσεις που μοιραζόμαστε, ανεξάρτητα από τον βαθμό που θα θεωρήσουμε τους εαυτούς μας πιο φροϋδικούς ή πιο κλαϊνικούς ή ακόμα ανήκοντας στην μία ή την άλλη σχολή, ξέρουμε όλοι ότι καμία σημερινή ψυχαναλυτική θεωρία δεν απαντά με ικανοποιητικό τρόπο στα κλινικά προβλήματα που θέτει η ψύχωση. Μια από τις σοβαρότερες ψυχαναλύτριες ψυχωσικών στην Γαλλία, η Paulette Letarte, που δεν προσπάθησε να θεωρητικοποιήσει την τολμηρή της δουλειά, συνήθιζε να λέει ότι ο ψυχωσικός μας ανακαλεί γρήγορα στην πραγματικότητα όταν κάνουμε το λάθος να χρησιμοποιούμε μια μόνο θεωρητική προσέγγιση.

Παρόλα αυτά, η κλινική μου δουλειά με έχει πείσει, όπως θα το διαπιστώσατε και πριν από λίγο στο εργαστήριο, ότι έχει φτάσει η στιγμή να δοκιμάσουμε να προχωρήσουμε θεωρητικά. Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι ώριμα, ή τουλάχιστον εγώ δεν αισθάνομαι ώριμος, για μια νέα θεωρία. Όπως ξέρετε, έχουμε την ευτυχία και την δυστυχία να έχει σημαδευτεί ο επιστημονικός μας χώρος από μια φυσιογνωμία, από εκείνες που εμφανίζονται μια ή δυο φορές σε κάθε αιώνα. Έτσι, κάθε φορά που προσπαθούμε να πούμε κάτι καινούργιο ανακαλύπτουμε ότι ο Freud το έχει ήδη προσεγγίσει (χωρίς τις περισσότερες φορές να έχει δώσει λύσεις). Αν δεν έχουμε την θεωρητική τόλμη μιας Klein, ενός Kernberg, ενός Kohut, ενός Racamier -και σταματώ εδώ ένα μακρύ κατάλογο που άλλωστε μπορείτε να βρείτε στο θαυμάσιο βιβλίο που έχει εκδώσει η διοργανωτική ομάδα (Βασλαματζής και συν 2002)- συνήθως κολλάμε. Και αυτές όμως οι προσεγγίσεις σταματούν, μετά από έναν σχετικό ενθουσιασμό που μπορούν να προκαλέσουν και μιαν ανανέωση της κλινικής πράξης. Νομίζω ότι ο βασικός λόγος είναι πως ο Freud είχε μια ολοκληρωμένη άποψη, που περιελάμβανε το σύνολο της κλινικής. Οι επίγονοι, αντίθετα, παίρνουν ένα ή περισσότερα στοιχεία, αλλά δεν φτάνουν στην ταυτόχρονη ευρύτητα και βαθύτητα που έχει η φροϋδική δημιουργία.

Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα: Πώς να ξεφύγουμε από αυτήν την κατάσταση; Στην δική μου πορεία έτυχε να δουλέψω με μια σειρά από τα μεγάλα ονόματα της ψυχαναλυτικής πρακτικής. Η συναναστροφή αυτή με οδήγησε να ξεχωρίσω δύο επίπεδα στη θεωρητική δουλειά. Το επίπεδο της θεωρητικής και το επίπεδο ενός θεωρητικού εργαλείου που θα ονομάσω ιδέα. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται απαραίτητος γιατί οι έννοιες οδηγούν σε αξιωματικές κατασκευές, που μετά από λίγα χρόνια σκληρύνονται σε δογματικά συστήματα. Αντίθετα, οι ιδέες, ακριβώς επειδή δεν διεκδικούν την υπόσταση της έννοιας, επιτρέπουν μιαν άλλη σχέση με τη θεωρητική κατασκευή. Πιστεύω ότι ο Freud δεν μας έχει βοηθήσει σε αυτό το σημείο. Η μεταψυχολογία που μας κληροδότησε, ενώ κινείται στον χώρο των ιδεών, γρήγορα κύλησε στον χώρο των εννοιών, με αποτέλεσμα οι ιδέες να χάνουν την πλαστικότητά τους και έτσι να μην καταλαβαίνουμε την εξελικτικότητα της θεωρητικής του σκέψης. Τα περάσματα από το 1917 [Πένθος και μελαγχολία ή η ανάγκη της εισαγωγής μιας νέας ψυχικής τοπογραφίας) στο 1923 (Το εγώ και το εκείνο, με άλλα λόγια η δεύτερη τοπική θεωρία) και από ΤΟ 1925 (Η απώλεια της πραγματικότητας στην Νεύρωση και την Ψύχωση ή η ανάγκη μιας διαφοροποίησης των ψυχικών μηχανισμών) (ΓΓΟ 1938 (Η σχάση και η εμπέδωση της σχάσης σε σχέση με την απώθηση) δεν είναι διόλου προφανή. Παρόλα αυτά, ο Freud μας δίνει κλειδιά για να παρακολουθήσουμε τη θεωρητική του πορεία, ιδιαίτερα στα κείμενα που πρέπει να τον ταλαιπώρησαν προκειμένου να εισαγάγει μια νέα ιδέα. Τα λέω αυτά γιατί μερικά τέτοια θέματα θα τα εξετάσω σε λίγο μαζί σας. Όταν λοιπόν, μετά την αποτυχία της θεραπείας του Λυκανθρώπου έχει αναγκασθεί και έχει τολμήσει να εισαγάγει τη δεύτερη θεωρία των ενορμήσεων, είναι υποχρεωμένος να επικεντρωθεί όλο και πιο πολύ στην θέση του αντικειμένου στο κύκλωμα της ενόρμησης. Στην Ομαδική Ψυχολογία (1921) γράφει ότι είναι αναγκαίο να ξεχωρίσουμε την επένδυση του αντικειμένου από την ταύτιση με το αντικείμενο και, λίγες σελίδες πιο πέρα, ότι η ταύτιση με το αντικείμενο μπορεί να προηγείται της επένδυσης του αντικειμένου. Και, γράφοντας αυτές τις γραμμές, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές αυτές είναι εξαιρετικά δύσκολο να ενσωματωθούν θεωρητικά στη μεταψυχολογία. Να λοιπόν ένα κλειδί όπου οι ιδέες μας επιτρέπουν την ανάγνωση της κλινικής πραγματικότητας με έναν νέο τρόπο ο οποίος δεν είναι δυνατόν να ενσωματωθεί στον εννοιολογικό χώρο της μετά ψυχολογίας. Αν μου επιτραπεί, θα έλεγα, ότι δεν ξέρω αν αυτό είναι απαραίτητο. Το σίγουρο είναι ότι καλούμαστε να διατηρήσουμε ανοικτά μερικά θεωρητικά ερωτήματα και να μένουμε στην διανοητική ένταση μιας παρατήρησης που προσπαθεί να μετασχηματιστεί σε ιδέα, χωρίς αυτό να ολοκληρώνεται. Μεταφράζω σε θεωρητικό επίπεδο τον μεταβατικό χώρο του Winnicott ή το μετασχηματιστικό αντικείμενο TOU Bollas.

9. Συμπέρασμα

Το παραλήρημα είναι ένα αντικείμενο του ψυχισμού και δύσκολα μπορούμε να το υποκαταστήσουμε με το θεραπευτικό αντικείμενο. Κι όμως, αυτή είναι η προσπάθειά μας. Η συζήτηση αυτή νομίζω ότι είναι απαραίτητη γιατί, μολονότι έχουμε μια κοινή πρακτική, δεν είναι βέβαιο ότι έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε μαζί κι έτσι θέλησα να σας δώσω μερικά εργαλεία για να δείτε επακριβώς που κινούμαι.

[1] Η εικονογράφιση του κειμένου προέρχεται από τη μεταθανάτια έκδοση σχεδίων του Giacometi, Paris sans fin, 1969.

Βιβλιογραφία

Ενδεικτικές βασικές πηγές

Βασλαματζής και συν (2002). Σχιζοφρένεια. Φαινομενολογική και Ψυχαναλυτική προσέγγιση. Καστανίώτης, Αθήνα.

Bollas C. (1978) The transformational object. IJPs, 60 (1), 97-107.

Bouvet M (1966) Oeuvres completes I La relation d’objet. Paris, Payot.

Brusset B.I1988) Psychanalyse du lien. Paris, Centurion.

Cahn R. (1982) L’objet de la psychose. RFP, XLVI (6), 1107-32.

Diatkine R. (1989) Introduction a une discussion sur le concept de l’objet. RFP, Ull (6), 1037-1043.

Fedida P. (1978) L’absence. Paris, Gallimard.

Fenichel (1926) Die Identifizierung. Int.Zeit. Psycho.

Freud S. (1905) La decouverte de l’objet. In Trois essais sur la theorie sexuelle. Paris, Gallimard Freud S. (1911) Formulations sur les deux principes du cours des evenements psychiques. oc. Paris, PUF.

Gantheret F. (2002) Un sujet palpitant. Libres cahiers pour la psychanalyse, 5,13-30.

Guignard F. (1997) Spitre a l’objet. Paris, P.U.F.

Jacobson E. (1967) Psychotic conflict and reality. London, Hogarth Press.

Lacan J. (1994) Le seminaire IV La relation d’objet. Paris Seuil.

May U. (2005) Remarks on the History of the terms Object Representation” and “Self Representation”. Psychoanalysis and History., 7(2), 227-242. Pasche F. (1955) Realite de l’objet et point de vue economique. Repris in F. Pasche A partirde Freud. Paris, Payot, 1969, 53-60.

Racamier P.-C (1980) De I’objet non-objet. NRP, 21, 235-242. Racamier P.-C. (2001) L’espritdessoins. Paris, Les editions du College. Spitz R (1965) The First Year of Life. New York, IUP.

Winnicott D.W. (1969) Ploying and reality.London, Penguin.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.