Άννα Πόταγα
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Αθήνα 

σύναψις 05 [2007]

«Εγκέφαλος στη γυάλα (Ι)»

Studies in History and Philosophy of Biological and Biomedical Sciences

Elseview, 2004, 35, 219-436
Special Issue: The brain in a vat

Πριν από τρία περίπου χρόνια το περιοδικό Studies in History Philosophy of Biological and αφιέρωσε ένα τεύχος του (2004,35,219-436) στο θέμα «εγκέφαλος στη γυάλα» (Brain in a vat). To ειδικό αυτό τεύχος προέκυψε από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε η Cathy Gere, ερευνήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της επιστήμης του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, με το οποίο αναζητούσε ένα θέμα που ακόμη δεν είχε μελετηθεί επαρκώς και παρέμενε μετέωρο, καταλήγοντας υπαινικτικά στο ερώτημα, αν κάποιος γνώριζε πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αναλυτική φιλοσοφία το νοητικό πείραμα «εγκέφαλος στη γυάλα». Η τεράστια ανταπόκριση στο τελευταίο αυτό ερώτημα στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας για την έκδοση αυτού του ειδικού τεύχους, με τα 12 άρθρα τα οποία προσεγγίζουν το θέμα του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» από διάφορες οπτικές γωνίες, ανάλογα με την ειδικότητα του αρθρογράφου. Όπως εκτίθεται στη συνέχεια, η Φιλοσοφία, με την ποικιλία των τομέων της, η Ιστορία και η Λογοτεχνία, με προεξάρχουσα αυτήν της επιστημονικής φαντασίας, η επιστήμη, ειδικότερα η νευροεπιστήμη, οι Καλές Τέχνες, κάθε μια τους και όλες μαζί, συμβάλλουν στη σφαιρική θεώρηση του θέματος του ειδικού αυτού τεύχους. Φυσικά όλοι οι αρθρογράφοι εντόπισαν το νοητικό πείραμα «εγκέφαλος στη γυάλα» στο βιβλίο Reason truth and history (1981) του Hilary Putnam, του γνωστού φιλοσόφου του Harvard, που το είχε σχεδιάσει σαν παράδειγμα αυτοαναίρεσης του σκεπτικισμού,1 αλλά και σαν απάντηση στην ανάλογη ιδέα του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» που ο Daniel Dennett είχε χιουμοριστικά αναπτύξει στο κείμενό του Where am I ? (1979), διερωτώμενος πρώτα για τη φύση της ταυτότητας, υπαινισσόμενος κατόπιν για τη συμβατότητα εγκεφάλου και ηλεκτρονικής τεχνολογίας και προκαλώντας, τέλος, τον προβληματισμό για τη διάκριση μεταξύ μηχανικού και ανθρώπινου, ή για την κατάρριψή της.  

Ta 12 άρθρα του αφιερώματος είναι τα ακόθουθα:

α) Cathy Gere. The brain in a vat (219-225), b) Mark Sprevak, Christina McLeish. Magic, semantics and Putnam’s vat brain (227-236), c) J.J.C. Smart. The brain in the vat and the question of metaphysical realism (237-247), d) Neil C. Manson. Brains, vats,and neurally-controlled animats (249-268), e) Fred Boting. Extrimatrix (269-286), f) Dani Cavallaro. The brain in a vat in cyberpunk: the persistence of the flesh (287-305), g) John Tresch. In a solitary place: Raymond Roussel’s brain and the Frensh cult of unreason (307-332), h) Charlie Gere. The technologies and politics of delusion: an interview with artist Rod Dickinson (333-349), i) Charlie Gere. Brains-in-vats, giant brains and world brains: the brain as metaphor in digital culture (351-366). j) Anne Beaulieu. From brainbank to database: the informational turn in the study of the brain (367-390), k) Brouwyn Parry. Technologies of immortality: the brain on ice (391-413), I) Cathy Gere, Thought in a vat: thinking through Annie Cattrell (415-436). Η παρουσίαση των άρθρων εδώ δεν ακοθουθεί τη σειρά με την οποία έχουν δημοσιευτεί.

Σημειώσεις

‘ Στο κεφάλαιο «brain in a vat» (σελ 1-21), o Putnam προτείνει να φανταστούμε την περίπτωση ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος εισέρχεται μια νύχτα στο δωμάτιό σας, σας ναρκώνει για να σας απαγάγει και να σας μεταφέρει στο εργαστήριό του. Εκεί σας αφαιρεί τον εγκέφαλο που τον τοποθετεί σε μια γυάλα, όπου υπάρχουν οι αναγκαίες φυσιολογικές συνθήκες που τον κρατούν ζωντανό. Κατόπιν τον συνδέει με ισχυρό υπολογιστή, ικανό να του στέλνει νευρικά ερεθίσματα που μιμούνται τις πληροφορίες τις οποίες στέλνει το σώμα στον εγκέφαλο, ένα είδος εικονικής πραγματικότητας δηλαδή. Με τον τρόπο αυτό, κάθε είδους «ψευδαισθητική αντίληψη» μπορεί να εισαχθεί στον εγκέφαλο που βρίσκεται σε μια γυάλα, απομονωμένος από το σώμα. Με το φανταστικό αυτό πείραμα ο Putnam θέτει, χωρίς να το υποστηρίζει, το κλασικό πρόβλημα του σκεπτικισμού για κάθε μορφή γνώσης.

Charlie Gere
Brains-in-vats, giant brains and world brains: the brain as metaphor in digital culture.
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci 2004, 35, 351-366.

0 Charlie Gere, συνεκδότης του ειδικού αυτού τεύχους, από τη Σχολή Ιστορίας της Τέχνης, Κινηματογράφου και Οπτικών Μέσων του Κολλεγίου Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, μας ξεναγεί στο χρόνο, αναζητώντας τις καταβολές της ιδέας του ανθρώπου-μηχανή -προϋπόθεση για το συγκεκριμένο νοητικό πείραμα-την οποία εντοπίζει ήδη στον δέκατο όγδοο αιώνα, διατυπωμένη καθαρά στο έργο του Julien Offray de la Mettrie (Histoire naturelle de l ame, 1745, L’ homme machine, 1748, L’ homme plante).. Βέβαια, η έννοια της μηχανής διευρύνεται τώρα και ξεπερνά τη στατικότητα της επικρατούσας τότε αντίληψης, αποκτώντας δυναμική, σκοπιμότητα και αυτονομία. Γι’ αυτό μπορεί, σε συνδυασμό με την έννοια του ανθρώπου-φυτού, να ενταχθεί στο φυσικό πλαίσιο της εξελικτικής διαδικασίας, ενώ οι νοητικές λειτουργίες του θεωρούνται αποτέλεσμα νευρολογικής δραστηριότητας του εγκεφάλου του. Έναν αιώνα μετά, κάποιοι άλλοι, όπως ο μυθιστοριογράφος και κριτικός Samuel Butler, θα ξεπεράσουν τον La Mettrie: με πλαίσιο τη Δαρβινική θεωρία, συγκρίνουν άνθρωπο και μηχανές και δίνουν το προβάδισμα στις μηχανές, τονίζοντας την υπεροχή τους αμφισβητώντας οποιαδήποτε διαχωριστική γραμμή, επισημαίνουν επίσης την άπειρη ποικιλία σύνδεσης μηχανικής και οργανικής ζωής, την αλληλεξάρτησή τους εν τέλει. Παράλληλα επιστημονικά πειράματα κατοχυρώνουν τον ηλεκτρισμό ως μέσον διαβίβασης των μηνυμάτων του νευρικού συστήματος, ενώ η εφαρμογή του ηλεκτρισμού στα μέσα επικοινωνίας ανοίγουν τον δρόμο για τη σύνδεση ανθρώπινου και τεχνικού, εξαλείφοντας τα όρια μεταξύ τους. Τα ανθρώπινα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούν έτσι να ορισθούν ως «όργανα του ανθρώπινου εγκεφάλου, δημιουργημένα από το ανθρώπινο χέρι» (Βλ αναφορές στον Marx), και να εξάψουντη φαντασία του Η. G. Wells, μαθητή του Thomas Huxley και δημιουργό έργων επιστημονικής φαντασίας, για να αναπτύξει την ιδέα μηχανικής υποστήριξης του εγκεφάλου εκτός σώματος [War of the worlds, 1898). Επηρεασμένος από τα οράματα του φίλου του Wells, ο J. D. Bernal, γνωστός φυσικός του περασμένου αιώνα, θα γίνει ο πρώτος συνήγορος της «εμφυάλωσης» του εγκεφάλου που εξαρτούσε την προσμενόμενη επιτυχία του εγχειρήματος από τη ηλεκτρική φύση των νευρικών παλμών.

Η μεταφορική ιδέα του εγκεφάλου ως «δικτύου επικοινωνίας» απαντάται ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα, στην προσπάθειά του Γάλλου φιλόσοφου Henri Bergson ( and memory) να αξιοποιήσει τις τελευταίες νευροεπιστημονικές έρευνες για φιλοσοφικά ζητήματα. Παρά την αντίθεσή του στη μηχανιστική θεώρηση της εξέλιξης, συνδέει ανθρώπινη νοημοσύνη με την επινόηση και χρήση εργαλείων, θεωρώντας τες ως δείκτη ανθρώπινης προόδου που ο ρυθμός της υπερβαίνει το ρυθμό κοινωνικής ανάπτυξης.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως κάθε πόλεμος, έγινε αφορμή για γόνιμη συνεργασία τεχνολογίας, νευροεπιστήμης και πολιτικής, γεγονός που συνέβαλε σε νέα προσέγγιση των εγκεφαλικών λειτουργιών προς τις καινούργιες δυνατότητες ανάπτυξης νέων τεχνολογιών υπολογισμού και γενικότερης σύλληψης εννοιών όπως συστήματα, ανατροφοδότηση και ανταπόκριση. Η ώθηση στην έρευνα σχετικά με συστήματα και συστημική οργάνωση κατέληξαν στη γνωστή κυβερνητική ή άλλως θεωρία γενικών συστημάτων, των μεταπολεμικών χρόνων που, με τη σειρά της, συνέβαλε στην αλληλοεφαρμογή προτύπων εγκεφαλικών και μηχανικών λειτουργιών. Με την εργασία τους Logical calculus of ideas immanent in nervous activity (1943) 01 Walter McCulloch και Walter Pitts, πρότεΐναν ότι η λειτουργία του εγκεφάλου πρέπει να νοείται με βάση μοντέλα νευρωνικών δικτύων και λογικών χειρισμών. Στην αρχή όλων αυτών βρισκόταν η νευρωνική θεωρία του Ramon y Cajal και η σύναψη του Sherington και στη συνέχεια τους η αποσαφήνιση των μηχανισμών συνοπτικής μεταβίβασης από τους Andrew Huxley και Alan Hodgkin ήταν ο λόγος για τον οποίο μοιράστηκαν το βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας με τον Sir John Eccles το 1963 για το επίτευγμά τους να υποθέσουν, να απομονώσουν και να παρακολουθήσουν τη δράση των νευρώνων σε γιγάντιο καλαμάρι. Η νευρωνική θεωρία αποτέλεσε έκτοτε το πρότυπο για τεχνολογικά δικτυακά πρότυπα, που χρησιμοποιήθηκαν για την κατανόηση ειδικών νοητικών λειτουργιών και, σε συνάρτηση με τη Μηχανή Turing, στην έρευνα της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως η υλοποίηση της ιδέας του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου», ιδέας που υπαινίσσεται την προγραμματισμένη μεν αλλά και ανεξάρτητη λειτουργία του εγκεφάλου.

John Tresch
In a solitary place: Raymond Roussel’s brain and the Frensh cult of unreason.
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci 2004, 35, 307-332.

Από τη σκοπιά της λογοτεχνίας το νοητικό πείραμα του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» ξυπνά εφιαλτικές μνήμες από την Γαλλική Επανάσταση και την πρακτική της λαιμητόμου, αποτυπωμένες στο λογοτεχνικό, και όχι μόνο, έργο γνωστών γάλλων αλλά και ξένων, συγγραφέων όπως του Α. Δουμά, πατρός, του Ουγκώ, του Πόε, κ.α. Μνήμες που γίνεται αφορμή για προβληματισμούς συγγενείς με τους σημερινούς, όπως π.χ. για την προσωπικότητα που πλέει απομονωμένη στη γυάλα, τους μηχανισμούς της λογικής, τη θέση του ανθρώπου μέσα σε μια τεχνοκρατική κοινωνία, την αισιόδοξη και απαισιόδοξη προοπτική της επιστήμης και της τεχνολογίας, και άλλα συναφή θέματα.

Το μυθιστόρημα Locus Solus (1914), του υπερεαλιστή γάλλου συγγραφέα Ray-mond Roussel, όπου ο αποκεφαλισμένος επαναστάτης ρήτορας Δαντών συνεχίζει τους καυστικούς του λόγους, καθώς ο εγκέφαλός του πλέει στα συντηρητικά υγρά της συσκευής που τον ξαναζωντάνεψε -άδον θέλει καί η αρχαία παράδοση το όμορφο κεφάλι του Ορφέα να αρμενίζει στα νερά, όμως, του Θρακικού πελάγους, μακρυά από το άγρια κατασπαραγμένο σώμα του- είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα στη λογοτεχνία που επιλέγει σαν σύμβολο για τους παραπάνω προβληματισμούς ο John Tresh από το Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Northwestern Ιίτων Η. Π.Α.

Ήδη ο τίτλος του έργου υποδηλώνει έσχατη απομόνωση του αποκομμένου από το περιβάλλον εγκεφάλου. Από την άλλη, η επινόηση της θαυματουργής συσκευής που ξαναζωντανεύει το κομμένο κεφάλι του επαναστάτη υποδηλώνει, άραγε, εμπιστοσύνη στην δύναμη της επιστήμης και της λογικής, ή μήπως καυστική υπερεαλιστική ειρωνία, τόσο για τη λογική καθεαυτή όσο και για μια αυτοπροδομένη, μια αυτοαναιρούμενη λογική;

Με βάσει τα παραπάνω, το σκηνικό του εμφυαλωμένου εγκεφάλου που έστησαν οι Dennett και Putnam για να υποστηρίξουν τις φιλοσοφικές τους θέσεις δε φαντάζει πλέον παράδοξο είναι το σκηνικό του δικού μας κόσμου που συνεχώς παραχωρεί όλο και μεγαλύτερο χώρο στην καλπάζουσα τεχνολογία. Καί η αναδίφηση στις ιστορικές καταβολές του νοητικού πειράματος του Putnam κάνει και την κατανόηση του φιλοσοφικού του προβληματισμού ευκολότερη και φωτίζει καλύτερα τις διαφορετικές σκοπιές των υπόλοιπων αρθρογράφων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, μας προσφέρουν άφθονα παραδείγματα, ιστορικά (παρελθόν), βιωμένα (παρόν) και φανταστικά (μέλλον), παραπεμπτικά στην αλληγορία του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου».

Στη νεότερη έκδοση του καρτεσιανού υποδείγματος η αναίρεση τού σκεπτικισμού δεν προέρχεται από τον καλοπροαίρετο θεό του Καρτέσιου, αλλά από την ίδια την επιστήμη, της οποίας η σημασία είναι για τον Putnam τόσο μεγάλη ώστε να προσεγγίζει εκείνην της ίδιας της αλήθειας. Η στενή σχέση επιστήμης και αλήθειας γίνεται φανερή στον πρόλογο του έργου του Mathematics, Matter and Method (1975) με την επεξήγηση: «η επιστήμη ως προσέγγιση στη αλήθεια», που σημαίνει ότι η αλήθεια είναι το όριο προς το οποίο κατατείνει η επιστήμη, ότι η αλήθεια δίνεται από ό,τι η επιστήμη θα έλεγε ότι αληθεύει σε ιδανικές επιστημικές συνθήκες, ότι είναι η σχετική απόφανση της επιστήμης κάτω από ιδανικές επιστημικές συνθήκες (Βλ. εδώ το J. J. C. Smart: The brain in the vat and the question of metaphysical realism), ότι οι επιστημονικές θεωρίες παίρνονται τοις μετρητοίς.

Mark Sprevak, Christina McLeish.
Magic, semantics and Putnam’s vat brain.
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 227-236.

Στον πρωτεύοντα για τον Putnam ρόλο που παίζει η αναφορά στη διαδικασία της γνώσης εστιάζει την προσοχή το άρθρο των Mark Sprevak και Christina McLeish, από το Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Καιμπριτζ. Οι συγγραφείς αναφέρονται διεξοδικά στα παραδείγματα που χρησιμοποιεί ο αμερικανός φιλόσοφος [π.χ. το μυρμήγκι που τυχαία διαγράφει πάνω στην άμμο το ομοίωμα του Τσώρτσιλ] για να αποδείξει ότι ούτε οι λέξεις, ούτε τα σύμβολα, ούτε οποιεσδήποτε παραστάσεις, εξωτερικές ή νοητικές, εγγυώνται μια εγγενώς αναφορά σε οτιδήποτε του εξωτερικού κόσμου, αν απουσιάζει η αναγκαία προϋπόθεση της αιτιακής σύνδεσης αντιπροσώπευσης και αντιπροσωπευόμενου. Δηλαδή αυτό ακριβώς που στερείται ο «εμφυαλωμένο εγκέφαλος», οπότε και η οποιαδήποτε αναφορά του στον εξωτερικό κόσμο να είναι κενή νοήματος. Οποιαδήποτε παρουσία διακριτού υποδείγματος εγκεφαλικής δραστηριότητας ή διακριτής νοητικής εμπειρίας προκαλούμενης τεχνητά μέσα στον εγκέφαλο δεν δημιουργούν αναφορά.

Ούτε καν η αναφορά του σε «εμφυαλωμένο εγκέφαλο» δεν είναι δυνατή για το υποκείμενο του Πουτναμικού πειράματος αφού δεν είχε ποτέ καμιά αιτιακή σχέση με έναν «εμφυαλωμένο εγκέφαλο». Αλλά και σημασιολογικά, η φράση «είμαι εγκέφαλος σε γυάλα» δεν θα μπορούσε να ισχύει, τόσο για τον «εμφυαλωμένο» όσο και για τον «μη εμφυαλωμένο εγκέφαλο», ως κενή περιεχομένου. Με αυτή τη σημασιολογική στροφή εξασθενεί η σκεπτικιστική θέση, τόσο για την «εμφιαλωμένη» όσο και τη «μη εμφιαλωμένη» γνώση. Όμως το πείραμα του αποβλέπει στην απόρριψη του σκεπτικισμού, ιδωμένο από την σκοπιά του μεταφυσικού ρεαλισμού, με το ανυπέρβλητο χάσμα κόσμου και ανθρώπου που κάνει προβληματική την ανθρώπινη αναφορά στον εξωτερικό κόσμο. Ο εσωτερικός ρεαλισμός, που προτείνει ο ίδιος, κάνει δυνατή την ανθρώπινη αναφορά στηρίζοντάς την στις αιτιακές συνδέσεις που ο ίδιος ο ανθρώπινος νους δημιουργεί, συστήνοντας, αναπτύσσοντας και επεξεργαζόμενος τον νοητικό του χάρτη. Ανάλογη είναι και η αλήθεια για τον εσωτερικό ρεαλισμό, καθώς απορρίπτει το σχήμα πραγματικότης-αλήθεια, απορρίπτει δηλαδή την οντολογική υπόσταση της αλήθειας, και της αποδίδει συνειδητά τον γνωσιοθεωρητικό της χαρακτήρα, εκλαμβάνοντας την ως στόχο, ως ιδανική συνοχή του εννοιολογικού μας χάρτη, μια ιδανική συναρμογή των περί του κόσμου θεωριών μας και των γεγονότων όπως τα βιώνουμε και τα αντιλαμβανόμαστε.

Για να αποφύγει οποιαδήποτε παρανόηση και την μομφή του σολιψισμού ή του άκρατου ιδεαλισμού, ο Putnam επανέρχεται στο θέμα της αλήθειας στον πρόλογο των Paul Carus διαλέξεών του, υπενθυμίζοντας ότι στόχος στο βιβλίο του Reason Truth and History ήταν να καταρρίψει διχοτομίες που στραγγαλίζουν τη σκέψη μας, όπως αυτήν μεταξύ «αντικειμενικής» και «υποκειμενικής» θεωρίας αλήθειας, και να προάγει την άποψή του ότι «ο νους δεν αντιγράφει» απλώς έναν κόσμο, ούτε ότι ο νους συγκροτεί τον κόσμο, αλλά ότι «ο νους και ο κόσμος αλληλέγγυα συγκροτούν τον νου και τον κόσμο» και ότι ο νους αποτελεί μέρος της πραγματικότητας.

Σημαντική για την αποφυγή οποιοσδήποτε παρανόησης είναι η διευκρίνηση της έννοιας της αναφοράς, που προϋποθέτει την ανάλυση της έννοιας του περιεχομένου σε ευρύ και στενό περιεχόμενο, όπου το μεν πρώτο αναφέρεται στις σχέσεις σκέψης και εξωτερικού κόσμου, ενώ το δεύτερο αφορά στα εντός της κεφαλής. Αλλά και η έννοια του περιεχομένου συμμετέχει στην ασάφεια του νοήματος που, ήδη, ο Γερμανός μαθηματικός Gottlob Frege είχε αναλύσει σε αναφορά και σημασία (reference και sense). Έτσι, όταν το περιεχόμενο έχει τη σημασία της αναφοράς τότε μέρος των δεικτικών προτάσεων αποτελείται από τη σχέση που υποδηλοί η πρόταση προς τον κόσμο.

J.J.C. Smart.
The brain in the vat and the question of metaphysical realism
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 237-247

To τεχνολογικά ανέφικτο του νοητικού πειράματος του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου», που ο Putnam είχε θεωρήσει δυνατό και μόνο σημασιολογικά αδύνατο, τονίζει ο βασικός σχολιαστής του συγκεκριμένου έργου του και διακεκριμένος ρεαλιστής Αυστραλός φιλόσοφος J.J.C. Smart, προβάλλοντας την τεράστια πολυπλοκότητα των νευρωνικών δομών και των συμπλεκόμενων διασυνδέσεών τους, κάτω από το βάρος της οποίας θα υπέκυπτε ο τρελός νευροεπιστήμονας, για να το δεχτεί απλώς και μόνο ως βάση του φιλοσοφικού προβληματισμού σχετικά με τον καρτεσιανού τύπου σκεπτικισμό.

Στην αναζήτηση απολύτως σταθερών αξιωμάτων ως στέρεων -σύμφωνα με τη δική του (του Καρτέσιου) ατομική κρίση- θεμελίων για την επιστήμη και τη μεταφυσική, ο Smart αντιπαραθέτει την κοινωνική φύση της σύγχρονης επιστήμης και το ρόλο που παίζει στη διαμόρφωσή της η κριτική που ασκείται μεταξύ των επιστημόνων, και φυσικά των φιλοσόφων. Το κτίσμα που, αν και οικοδομημένο πάνω στην άμμο, δεν κινδυνεύει να πέσει αν μόνο μια από τις πολλές κολώνες που το στηρίζουν αφαιρεθεί, όπως έχει υποστηρίξει ο Karl Popper, και το καράβι του Otto Neurath, που επισκευάζουν ή ακόμη και ναυπηγούν από την αρχή εν πλω, οι ναύτες του, είναι οι παρομοιώσεις που υπογραμμίζουν την κοινωνική φύση της σύγχρονης επιστήμης.

Τα διαθέσιμα υλικά είναι τα μόνο αναγκαία τόσο στην ανακατασκευή του παραπάνω πλεούμενου όσο και κατά τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας, και στην προκειμένη περίπτωση, αυτά τα υλικά -δηλαδή οι επιστημονικές μέθοδοι- δεν περιλαμβάνουν την υπόθεση ότι είμαστε «εμφυαλωμένοι εγκέφαλοι». Αλλά μήπως την περιλαμβάνουν; Κάποιοι θα είχαν βέβαια επιφυλάξεις για την εγγύηση που παρέχει η κοινωνική αυτή φύση της επιστήμης που επικαλείται ο Neurath (όπως παλαιότερα καί ο Ολλανδός μαθηματικός E.L J. Brouwer), και θα την θεωρούσαν το ίδιο αφελή με τη λύση του Καρτέσιου ή μπορεί ακόμη και να την παρομοίαζαν με την οιονεί αναφορά του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου».

Αλλά μήπως και ο Smart, όταν αντιπαραθέτει την εγγυημένη από την αιτιακή σύνδεση αναφορά του Putnam και την οιονεί αναφορά, σίγουρος ότι αυτή αφορά μόνο τον «εμφυαλωμένο εγκέφαλο» δεν ξεχνάει ή δεν προσπερνάει ίσως ηθελημένα τον σύγχρονο λογικό τύπο: «αν και μόνο αν.,.τότε…» που συνειδητά και απερίφραστα αποκαλύπτει την οιονεί αυτή αναφορά ως το μόνο δεδομένο της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης; Προφανώς η διαφορά έγκειται στο ότι στη μία περίπτωση (του εγκεφάλου στη γυάλα) η οιονεί αναφορά γίνεται χωρίς επίγνωσή της, ενώ στη δεύτερη με απόλυτη μάλιστα επίγνωση, όχι βέβαια για να εξαπατήσει αλλά για να σιγουρέψει του λόγου το ασφαλές.

Neil C Manson
Brains, vats, and neurally-controlled animats.
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 249-268.

Μία άλλη εκδοχή του σεναρίου του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» προτείνει ο αναλυτικός φιλόσοφος Neil Manson από το King’s College του Cambridge, ιδωμένο αυτή τη φορά από τη σκοπιά του νευροεπιστήμονα που εμφιαλώνει και διαχειρίζεται τον εγκέφαλο. Πρόκειται για το πείραμα της ομάδας του γνωσιακού νευροεπιστήμονα Steve Potter, από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο (Tech) στη Georgia USA, το οποίο δεν έχει στόχο τον σκεπτικισμό, αλλά να υπερπηδήσει το χάσμα μεταξύ «της ζωντανής μελέτης μαθησιακής και μνημονικής συμπεριφοράς και της in vitro μελέτης των κυτταρικών μηχανισμών συνοπτικής πλαστικότητας». Μέθοδοι μελέτης εκ των άνω προς τα κάτω (μαθησιακές, συμπεριφορικές, ηθολογικές) μπορούν στο πείραμα αυτό να συναντηθούν με τις εκ των κάτω προς τα άνω (κυτταρικές, μοριακές) μεθόδους μελέτης του εγκεφάλου, ευελπιστεί ο εμπνευστής του.

Γνωστό ως NCA, (neurally-controlled animat = νευρωνικά ελεγχόμενο τεχνητό πειραματόζωο), το πείραμα, σχεδιασμένο πάνω στα λειτουργικά πρότυπα της Τεχνητής Ζωής και Τεχνητής Νοημοσύνης, αποτελείται από ένα δίκτυο καλλιεργημένων φλοιικών νευρώνων ποντικού με προσομοίωση σώματος στον υπολογιστή και εικονική πραγματικότητα για να κινείται εντός της. Ερεθίσματα και νευρωνική δραστηριότητα μεταδίδονται για καταγραφή και ανάλυση μέσω ηλεκτροδίων που συνδέουν την καλλιέργεια με τον υπολογιστή. Η νευρωνική δραστηριότητα, εκτεθειμένη στη θέα των πειραματιστών, από αρχικά αυθόρμητη κίνηση κυττάρων καταλήγει σε συγκεντρώσεις και σχηματισμούς νευρώνων, επαναλαμβανόμενους και μη. Όταν, μέσα στον «εικονικό» τους χώρο συναντούνται με εμβόλιμα εμπόδια, τότε ανατροφοδοτούνται (feedback), οπότε ενδέχεται να αλλάξει η δραστηριότητας του δικτύου, με άλλα λόγια η συμπεριφορά του τεχνητού πειραματόζωου.

Το σημαντικό στο πείραμα αυτό -το οποίο θεωρείται από τους εμπνευστές του μόνο ως πρωτο-πείραμα, πρόδρομο για ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα που θα ανταποκρίνεται και θα προκαλεί ανάδραση ζωντανού νευρωνικού δικτύου σε πραγματικό χρόνο- είναι ότι επιτυγχάνει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Κάνει περιττή τη διαμεσολάβηση της αναφοράς και εκείνη της επεξεργασίας εσωτερικών παραστάσεων του εξωτερικού κόσμου για οποιαδήποτε δράση και συμπεριφορά εντός του, και συνεπώς στείρα τη σχετική διαμάχη εξωτεριστών και εσωτεριστών. Στις αντιρρήσεις και επιφυλάξεις της ενδεχόμενης κριτικής ότι το είδος αυτό της ηλεκτροδιωμένης σχάρας με τα νευρωνικά κύτταρα δεν αποκαλύπτει καμιά προθεσιακή κατάσταση, απαντά με τη δεδομένη προσομοίωση περιβάλλοντος και νευρωνικής δραστηριότητας εντός του, να υπαινίσσεται μάθηση και μνήμη, ως άμεσα ενσώματα φαινόμενα. Ενσώματη γνώση και μνήμη είναι που προσομοιάζονται εδώ, χωρίς αξίωση περαιτέρω εξήγησης.

Δεδομένου ότι «μάθηση» ορίζεται ως μεταβολή συμπεριφοράς οφειλόμενη σε εμπειρία, οι αλλαγές στη δραστηριότητα του δικτύου εκλαμβάνονται ως μάθηση, ενώ οι μόνιμες αλλαγές που παρατηρούνται στη συμπεριφορά των σχηματισμών των κυττάρων μπορεί να ερμηνευθούν ως μνήμες. Αλλά αν και τα φαινόμενα αυτά, δηλαδή τα φαινόμενα εμπειρίας, μάθησης και μνήμης, εντάσσονται σε προθεσιακές καταστάσεις, συνεπάγονται προθετικότητα, οι πειραματιστές ούτε καν ισχυρίζονται, τουλάχιστον στο στάδιο αυτό, ότι το τεχνητό υποκείμενό τους έμαθε οτιδήποτε από την αλληλεπίδρασή του με το τεχνητό του περιβάλλον, ούτε αποτολμούν περαιτέρω νύξη για προθετικότητα. Το βασικό για αυτούς είναι ότι το πείραμά τους προβάλλει κάτι λειτουργικά ισομορφικό προς την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα κύτταρα του εγκεφάλου κατά την αντίληψη και μάθηση. Σημασία έχει ότι η νευρωνική δραστηριότητα που επιδεικνύει είναι του ίδιου τύπου με εκείνην που εμπλέκεται στην δραστηριότητα του εγκεφάλου που υποβοηθάει την προθετικότητα. Αν οι διαδικασίες του υπολογιστή δεν μπορούν να αποδώσουν τις προθεσιακές ιδιότητες των καταστάσεων που παρουσιάζουν, ωστόσο αποδίδουν τις τυπολογικές (μορφολογικές) ιδιότητες των καταστάσεων αυτών.

Προϋπόθεση και ασπίδα της ιδέας του παραπάνω πειράματος είναι η κεντρικότητα που έχει εδώ ο λειτουργισμός, ο οποίος μαζί με τον χρησιμοποιούμενο όρο του πειράματος animat (τεχνητό πειραματόζωο) παραπέμπει στο θεωρητικό πλαίσιο της Τεχνητής Ζωής (Artificial Life), όπου τεχνητό περιβάλλον δεν σημαίνει άλλο από απλοποιημένο λειτουργικό υπόδειγμα ενός βιολογικού συστήματος και του περιβάλλοντος του στον υπολογιστή. Στην προκειμένη περίπτωση οι κινήσεις του τεχνητού ζώου στην οθόνη α) αντανακλούν το λειτουργικό υπόδειγμα αναγκαστικής προσαρμογής και μάθησης ενός τεχνητού πειραματόζωου μέσα στο ειδικά σχεδιασμένο για να προβάλλει τις συγκεκριμένες λειτουργίες περιβάλλον και β) διδάσκουν κάτι για τις σύνθετες αιτιακές διαδικασίες που συμμετέχουν στη προσαρμοστική συμπεριφορά μέσα σε κάποιο περιβάλλον.

Το σκηνικό του διαφέρει από τον «εμφιαλωμένο εγκέφαλο» καθότι εστιάζεται στη λειτουργική διαδικασία των φλοιικών κυττάρων με ανταπόκριση και ανάδραση από και προς το περιβάλλον. Σε ένα πιο προηγμένο παράδειγμα, ο ρόλος του τεχνητού πειραματόζωου ως αυτόνομου ενσώματου συντελεστή στη δράση και το γίγνεσθαι του θα είναι εμφανέστερος, και η ιδέα του έξωθεν κακόβουλου νευροεπιστήμονα που κινεί τα νήματα του εγκεφάλου θα μπορεί να εγκαταλειφθεί τελείως. Ήδη, στο πείραμα αυτό της ομάδας Potter ο ρόλος του νευροεπιστήμονα έχει περιοριστεί στο να προβάλλει μόνο εμπόδια στο δρόμο των κυττάρων ως πρόκληση για καινούργιες αντιδράσεις, μη κατευθυνόμενες, που συχνά αποτελούν έκπληξη για τους πειραματιστές, γεγονός που θα μπορούσε ακόμη και να ακυρώσει τον σκεπτικισμό, για να λήξει επιτέλους η συζήτηση περί εξαπάτησης ή και αυταπάτης, εδραιώνοντας εξ ορισμού την αυτονομία της γνώσης στον λειτουργικό της χαρακτήρα. Έτσι δικαιολογημένα και ο Manson ο ίδιος επισημαίνει ότι εκείνο που πρέπει να απασχολήσει την νευροεπιστήμη δεν είναι οι ανησυχίες τύπου σημαντικού εζωτεριστή ή παραστασιακού εσωτεριστή, αλλά σε τι συνίσταται το «γνωστικό», τι σημαίνει «γνωστικό» για τη νευροεπιστήμη.

Δεδομένου ότι η ομάδα προσεγγίζει εκ των κάτω προς τα πάνω την προσαρμοστική συμπεριφορά απλών πλασμάτων (αποκλείοντας έτσι την ανάγκη κοινωνικών και γλωσσολογικών πλευρών από το υπόδειγμά τους) και ακόμη ότι εργάζονται πάνω στο υπόδειγμα ενσώματου συντελεστή της Τεχνητής Ζωής και Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν τους αφορούν οι ανησυχίες του σημασιολόγου εξωτεριστή για την εξατομίκευση παραστασιακών καταστάσεων ή για την ανάγκη αναφοράς.

Fred Boting
Extrimatrix
Stud Hist Phil Biol & BiomedSci, 2004, 35, 269-286

Την έννοια της αναφοράς, όσο και εκείνην του παραδοσιακού εδραίου νου ακυρώνει με τα παραδείγματα του ο Fred Botting, από το Τμήμα της αγγλικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Keele (στο Staffordshire, U.K.).

Η αλληγορία της μάταιης διαδικασίας αποφλοίωσης του κρεμμυδιού στην αναζήτηση περιεχομένου, μας θυμίζει, είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Turing για να επισημάνει την άπιαστη έννοια του εγκεφάλου. Φθάνομε ποτέ με τη διαδικασία αυτή στον «πραγματικό» νου, ή πολύ περισσότερο σ’ ένα άδειο δέρμα; είχε τότε διερωτηθεί ο Turing (1964) και προειδοποιούσε για τον μετασχηματισμό του νοήματος του εγκεφάλου και της σκέψης, των λέξεων γενικότερα. Στο τέλος του αιώνα η χρήση λέξεων και η γνώμη των διανοουμένων θα έχει τόσο πολύ αλλάξει, έλεγε, ώστε και η συζήτηση για σκεπτόμενες μηχανές να μη συναντά αντίλογο. Ήδη, το αυτονόητο των πειραμάτων – έστω και νοητικών- με τους «εμφιαλωμένους εγκεφάλους», που οι ίδιοι οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούν, δείχνοντας την εμμονή τους στην παραδοσιακή έννοια του εγκεφάλου, επιβεβαιώνουν την πρόβλεψή του, τόσο μάλλον που ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες, πειραματιζόμενοι με υποδείγματα εγκεφάλου, μοιάζουν ευτυχείς να τον αποφλοιώνουν.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η διακρινόμενη ως ισχυρή, βλέπει πλέον στη θέση του εγκεφάλου μόνο νευρωνικές δικτυακές ικανότητες επεξεργασίας πληροφοριών, ενώ η επιλεγόμενη ασθενής διατηρεί κάποιον συντελεστικό παράγοντα. Μαζί και ο Dennett που επισημαίνει το λάθος να ψάχνουμε τον Πρόεδρο στο Οβάλ Γραφείο του εγκεφάλου, καθώς «ο εγκέφαλος είναι μια κοινότητα συντελεστών» (παράθεμα του Marvin Minsky δανεισμένο από τον Pinker S. : How the mind works; 1997). Ο εγκέφαλος πρέπει να θεωρείται ως αποτέλεσμα σύνθετης νοητικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα ενός αυτοποιητικού συστήματος που παράγει αυτοοργανούμενες καταστάσεις, από μεταβαλλόμενες σχέσεις υποδειγμάτων και τυχαιότητας, και δημιουργεί συνθετότητα από τις αλληλο-επιστρωματούμενες καταστάσεις, όπως τονίζει γενικότερα η κυβερνητική. Προχωρώντας στο μέλλον, ο Botting προβλέπει την κατάργηση της αντίθεσης «μέσα-έξω». Τη κενή θέση του εγκεφάλου –κενή ακόμη και από αϋλότητα φαντασμάτων– θα καταλάβει η έννοια του Extrimatrix που εισάγει, εξαλείφοντας τη διαφορά σώματος, νου, λογισμικού και σκληρού δίσκου (υλικού υποβάθρου), ατομικού και συλλογικού, αφού βεβαίως τα επαναπροσδιορίσει.

Στη νέα πλανητική εποχή, του παρόντος και του άμεσου μέλλοντος, θέση για τον εγκέφαλο δεν υπάρχει, την καταλαμβάνουν τα ίδια του τα τεχνολογικά δημιουργήματα. Δεν υπάρχουν πια γραμμικές λειτουργίες, αλλά μόνο παράλληλες, χωρίς κέντρο, διανεμημένες σ’ ένα ολόκληρο δίκτυο που σκέπτεται, βλέπει, ενεργεί, δημιουργεί και ίσως αισθάνεται. Πρόκειται για καθαρή πορεία-επεξεργασία χωρίς τέλος, ούτε τελεολογική ούτε πεπερασμένη. Κάθε ανάδυση εγγενής στον εαυτόν της, απορροφά διαφορές και μετουσιώνεται σε κατανόηση ή σκέψη. Έκθετο στην τυχαιότητα, το υπόδειγμα προσλαμβάνει τρόπους και μορφές που κανένα υπόδειγμα δεν μπορεί να προείπει ούτε κανένας τύπος να περιγράφει. Ο εγκέφαλος καταλήγει να αποτελεί μέρος μόνο μιας εξωτερικευτικής διαδικασίας που περιβάλλει σώματα, πράγματα, λέξεις και εργαλεία.

Εγκαταλείποντας στο διάβα του τις διάφορες μέχρι τώρα μορφές των βιοτεχνολογικών παραδειγμάτων, είτε από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας, όπως τον διαδικτυακό Υπερνού (the hivelike Supermind) και το επίσης απειλητικό «Borg», πλάσμα του κυβερνοχώρου και αυτό (Κ. Kelly, Out of control, 1994), είτε από τον πραγματικό χώρο της τεχνολογίας, το νέο υπόδειγμα, το extrimatrix, μια οντότητα σχηματισμένη από την ολότητα εικονικών και ψηφιακών δικτύων και των προϊόντων τους, αποτελεί τόπο εκκένωσης και διέγερσης που καθηλώνει όντα σε τυφλές οθόνες, δένει χρήστες και δίκτυα στον συλλεκτικό οφθαλμικό βολβό του κυβερνοχώρου (Virilio Ρ., Open sky, 1997)

To extrimatrix αναδύεται από τους ισόρροπους παλμούς της έλξης ανάμεσα σε εξωγήινη εξερεύνηση και ενδοσκοπική εσωσωματική έρευνα της βιολογικής τεχνολογίας, ένα εκτεταμένο νευρικό σύστημα με χάσκοντα τα εσώτερό του, μια άϋλη ψηφιακή μήτρα με προβολές της να εκκενώνουν και να πληρούν την υπερδιεγερμένη κουφότητα του εγκεφάλου, ένας συλλεκτικός οφθαλμικός βολβός από συλλήψεις αδιάκοπα ανασυρόμενες μέσα από ένα αβυσσαλέο εσωτερικό, και προβαλλόμενες σε τόπο κενό, οθόνη χωρίς ορίζοντα.

Ωστόσο, η νεωτερική του όψη δεν ξεγελά, η πανάρχαια φύση του και οι βαθιές ρίζες του στο παρελθόν είναι ήδη αποτυπωμένες στο ίδιο το ανθρώπινο γένος που πάντα συνόδευε για να το διαιωνίζει, όσο και στα αντικείμενα που μετέφεραν φυλο-οντογενετικά τα ανθρώπινα όντα από το ένστικτο και το ζωικό βασίλειο σε διαδοχικά κοινωνικο- συμβολικά πολιτισμικά πεδία. Αλλοτριούμενα στη διαδικασία της ανθρωπο-τεχνολογικής τους εξέλιξης, τα όντα επανακαθορίζονται από μια εσωτερική τομή, όπου εαυτός και τέχνη συντάσσονται. Η διαδικασία εξέλιξης, η διαδικασία που πάντα ανέδυε κάτι άλλο, προχωράει σε νέες σχέσεις και συστήματα κατάφασης. Ο γλωσσικός ιστός αντικαθίσταται από μια τεχνολογική μήτρα που σκάβει κοιλότητες, κενά νεωτερικότητας, γεμίζοντάς τα με προστάγματα και οράματα υπερσύγχρονης ύπαρξης. Πέραν της νέας μήτρας της σύγχρονη ζωής ως γυάλα χωρίς νου, το extrimatrix γίνεται ο ακέφαλος τόπος, το ακέφαλο πουθενά της ταχύτητας του φωτός, ο τόπος της μήτε γυάλας μήτε νου. Μήπως «τόπος απροσδιοριστίας», σύμφωνα με την ορολογία της ατομικής φυσικής, θα απέδιδε τη φύση του ακριβέστερα;

Dani Cavallaro
The brain in a vat in cyberpunk: the persistence of the flesh
Stud Hist Phil Biol & BiomedSci, 2004, 35, 287-305

Παρά την υποτιθέμενη απροσδιοριστία του υποδείγματος του extrimatrix της νεωτερικότητας, κάποιοι βλέπουν τη σωματική διάσταση να αντιστέκεται ακόμη. Οι αλληγορίες της κυβερνολογοτεχνίας, παρά την υποτιθέμενη ατροφία του σώματος των κυβερνοπλασμάτων, δεν παραλείπουν να προβάλλουν επίμονα την πορωμένη υλικότητα της σάρκας, στις πιο αηδείς ενσαρκώσεις της συχνά, ανάλογη με την αντικειμενικοποίηση του εγκεφάλου στο νοητικό πείραμα στη γυάλα, που υποτίθεται ότι εστιάζεται στη σκέτη διανόηση ενός ασώματου υποκειμένου, παρατηρεί ο Dani Cavallaro από το Λονδίνο.

Παρότι θεωρητικές τεχνολογικές συζητήσεις και τεχνολογικές εφαρμογές μοιάζουν να καταδικάζουν τη σάρκα σε ατροφία, αδιαμφισβήτητη είναι και η ζωτική σημασία υλικών συνθηκών παραγωγής και κατανάλωσης. Το σώμα, και βέβαια δεν έχει εξαφανισθεί, και πολλές είναι οι νέες τεχνολογίες που το έχουν ως βασικό πεδίο εξέτασης και ανασχηματισμού. Οι πλευρές αυτές τονίζονται από την κυβερνοφιλολογία με την ανυποχώρητη υλικότητα σωμάτων και περιβάλλοντος των χαρακτήρων της. Η αλληλεπίδραση με την ψηφιακή τεχνολογία, ενώ μοιάζει να εγγυάται δυνατότητες απόδρασης από τα δεσμά της σωματικότητας, δηλαδή την πραγματοποίηση του ονείρου εγκατάλειψης της σάρκας, φέρνει έναν κόσμο κυβερνοπλασμάτων που είναι κόσμος αταξίας, ένας έρπων γαλαξίας όπου εμφανώς σαρκικά όντα περιπλανώνται, συχνά άσκοπα, ανάμεσα σε ολονέν διογκούμενους σωρούς αχρήστων (Gomi).

Παρά τις αντίθετες προσδοκίες, ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος» ακυρώνει τις όποιες βλέψεις για μια ασώματη, αμόλυντη ταυτότητα. Η σωματική διάσταση αντιστέκεται παρά τις τάσεις αποκέντρωσης του ανθρώπινου σώματος και αντικατάστασης του πραγματικού από το εικονικό. Έτσι, από τη μια μεριά το νοητικό πείραμα του αμερικανού φιλοσόφου δείχνει προς την κατεύθυνση μιας άκρατης αποσαρκοποίησης, όπου ο εγκέφαλος ενέχει ο ίδιος θέση κυβερνοχώρου, αποτελεί έναν κόσμο καθαρής πληροφορίας που συμβαίνει να παίρνει την όψη μιας κυβερνοσυσκευής αλλά που, στην ουσία, κανένα ιδιαίτερο φυσικό χαρακτηριστικό ή διακριτή μάζα δεν του είναι απαραίτητα. Σε άλλο επίπεδο, ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος», παρότι υφασμένος από την διαφεύγουσα ουσία της πληροφορίας, συνιστά σώμα καθαυτό, θα μπορούσε να παρομοιασθεί με «υφέρπον εναλλακτικό, υβριδικό και υποκατάστατο σώματος» όπου η πληροφορία η ίδια λειτουργεί ως «η πρόσθεση που υποστηλώνει ένα ατροφικό σώμα» (Sterlac, 1998, From psycho-body to cyber-systems: Images as post-human entities)

Η λογοτεχνία των κυβερνοπλασμάτων επιμένει στη μηχανοποίηση της ζωής, και από την άλλη μεριά στη ζωοδότηση της μηχανής. Ο εγκέφαλος των κυβερνοπλασμάτων, εγκλωβισμένος στη μήτρα είναι ένα μηχανοποιημένο όργανο όσο και μια οργανική μηχανή, συγκρίσιμη με τον μηχανικά ερεθιζόμενο «εγκέφαλο στη γυάλα». Και τα δυο σενάρια υποδηλούντη μετάθεση βιοτεχνικής οργάνωσης σύγχρονων ανθρώπινων βιοτόπων.

Επιστημολογικά θέματα απασχολούν και την κυβερνοφιλολογία: Ποιες γνωσιακές διαδικασίες εμπλέκονται στις διάφορες φάσεις κατά την αμοιβαία δράση σώματος-μηχανής; Σε τι χώρους, εικονικούς ή άλλους, υλοποιείται αυτή η γνώση; Επίσης, αλληλένδετα με ηθικά ζητήματα γνωσιακά προβλήματα, όπως νομιμότητα και νομιμοποίηση της γνώσης και της διάδοσής της, καθώς και αλληγορίες και παραλλαγές του θέματος του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» κατέχουν κεντρική θέση στην κυβερνολογοτεχνία, όπου μετατροπές, αγορές και προέκταση προσωπικότητας και ζωής εξαλείφουν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε πραγματικότητα και προσομοίωση, πραγματικότητα και υπερπραγματικότητα, για να επικρατήσει η ατμόσφαιρα αβεβαιότητας που θέτει ο γνωσιακός σκεπτικισμός του Putnam.

Η πολύπλευρη και πολυσήμαντη αλληγορικότητα του πειράματος εκφράζει και άλλες συμβολικές συνεκδοχές. Εκφράζει εγκλεισμό και περιορισμό που θυμίζει ουμανιστικά πρότυπα αστικής εσωτερικότητας, από την camera ob- scura μέχρι τη συσκευή τηλεόρασης, και τον απομονωμένο εκθεσιακό χώρο. Υπό την έννοια αυτή αντιγράφει τη λογική «κλειστής συνομιλίας», ενός κόσμου κλειστού, «μια ριζικά κλειστή, περιορισμένη σκηνή διαμάχης», έναν αυτοαναφορικό χώρο όπου κάθε σκέψη, λέξη και δράση επανακατευθύνονται προς μια κεντρική διαμάχη (Edwards,

  1. P. 1997, The closed world). Στην περίπτωση του «εγκέφαλου στη γυάλα» ο αγών αφορά στον έλεγχο κάθε λειτουργίας του ασώματου εγκεφάλου, αλλά δυνατόν να λειτουργεί και ως δυνητική αφετηρία νέων προσεγγίσεων της γνώσης, όμοια με τη λειτουργία της κυβερνομιλίας ως πεδίο παραγωγής αμφίσημων κυκλωμάτων.

Αποτελεί επίσης παραδειγματική μεταφορά ειρωνικής υβριδικής ατομικότητας, ικανής να διαλύσει τις φιλοσοφίες ταυτότητας και των ονείρων τους (π.χ. πείραμα Dennett): Η ειρωνεία αφορά στις αντιφάσεις που δεν απολήγουν σε μεγαλύτερα σύνολα, ούτε και διαλεκτικά, αφορά στην ένταση που κρατά ασύμβατα πράγματα μαζί επειδή αμφότερα ή όλα είναι απαραίτητα και αληθινά. Η ειρωνεία αναφέρεται στο χιούμορ και το σοβαρό παιγνίδι (Haraway D„ 1991. Simians, cyborgs and women: The reinvention of nature). Με την προβολή του υβριδικού χαρακτήρα όλων των ταυτοτήτων, διαλύονται αξιοσέβαστοι δυϊσμοί του δυτικού ουμανισμού. Έτσι, ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος» μπορεί να συμβολίζει την προνομιακή θέση του εγκεφάλου στο δίπολο εγκέφαλος-σώμα, προσδένοντας τη συνείδηση στις προτεραιότητες ενός όψιμου ουμανισμού ή ενός υπερουμανισμού, ο οποίος, ενώ διαπιστώνει βαθιές αλλαγές στον χαρακτήρα ενσώματης ύπαρξης, παραμένει ακόμη προσκολλημένος στο μύθο της υπερβατικότητας.

Στο τέλος του εικοστού αιώνα πραγματοποιείται ο στόχος μιας από τις πιο εντυπωσιακές τεχνο-σωματικές πρακτικές, το ιδανικό της διαχείρισης του σώματος σε εννοιολογικό πλαίσιο, η ιδέα της σωματικότητας ως προϊόν κωδικών και σάρκας, αντίστοιχα, ως πληροφοριακό σύστημα: Το ανθρώπινο οπτικό πρόγραμμα, ο εικονικός άτλας ανθρώπινης ανατομίας, που με τη βοήθεια υπερεξεζητημένων υπολογιστών επιτυγχάνει τρισδιάστατη καταχώρηση σωμάτων, με δυνατότητα ελεύθερων χειρισμών πάνω στον όγκο και το βάθος τους, μέσα στο χώρο της ψηφιακής οθόνης. Έτσι πραγματώνεται μια από τις πιο βαθειά ριζωμένες φαντασίες της βιοϊατρικής, η πλήρης οπτικοποίηση του ανθρώπινου σώματος (στόχος του Visual Human Project VHP) και συγχρόνως η μετατροπή άμορφης μάζας φυσικών, υλικών αντικειμένων σε συμβολικές παραστάσεις, δηλαδή σε γραφήματα και τύπους (Latour, Β. 1990, Drawing things together). Το θέμα συζητείται διεξοδικά στο άρθρο της Anne Beaulieu, παρακάτω.

Ακόμη και η έννοια της εντροπίας αξιώνει τη συσχέτισή της με τον «εμφυαλωμένο εγκέφαλο». Στη θεωρία της πληροφορίας, η εντροπία είναι το μέτρο μηνυμάτων τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποσταλεί αλλά δεν απεστάλησαν. Όπως ένα πραγματικό μήνυμα, επιλεγμένο μέσα από μεγάλο αριθμό δυνατών μηνυμάτων, διαλύει τη μεγάλη αβεβαιότητα και μεταφέρει μεγάλη δόση πληροφορίας, έτσι και η εντροπία, ενώ θεωρείται συνώνυμο σύγχισης και αταξίας, ταυτόχρονα προβάλλει φανερά όσο και λανθάνοντα σημασιολογικά επίπεδα του μηνύματος. Αναλογικά, ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος» μπορεί να ιδωθεί ως συντελεστής εντροπίας στο μέτρο που αποσταθεροποιεί ριζικά την υποτιθέμενη φυσική «τάξη πραγμάτων», αλλά και στο μέτρο που αναμφίβολα λειτουργεί μεταφορικά για τα συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα ολοκλήρωσης των φυσιολογικών και προ-αντιληπτικών διαδικασιών σε γένος της κοινωνικοοικονομικής μηχανής. Σχετικά είναι τα παραδείγματα από την κυβερνολογοτεχνία με τις αλλεπάλληλες ταυτότητες που αποκτούνται με τη βοήθεια λογισμικών προσωπικότητας.

Από τη άλλη, οι υποσχέσεις για άτρωτο σώμα που επαγγέλλονται η γενετική μηχανική, τα εμφυτεύματα και η οικειοποίηση ενός καταπληκτικού γαλαξία δεδομένων προβληματίζουν επίσης, καθώς αντιμετωπίζονται ως αρνητική δυνατότητα για την εκμετάλλευση, κατάχρηση και εμπορευματοποίηση της σωματικότητας από παγκόσμιους οργανισμούς και τα κοινωνικο-οικονομικά προστάγματά τους. Ενδοιασμούς και δέος προκαλεί και ο αινιγματικός χαρακτήρας της σχέσης μεταξύ σώματος και τεχνολογίας, ιδιαίτερα ο τεχνολογικός προγραμματισμός του εγκεφάλου στη γραμμή του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» και εμπνέει φαουστικού τύπου συμβόλαια για την απόκτηση ιδιαίτερα πολύτιμων δεδομένων.

Ακόμη πιο παράδοξο το Idorou, ένα κατασκεύασμα προσωπικότητας, όπως και ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος», σύνθετο κατασκεύασμα και ταυτόχρονα αντικείμενο. Αφηρημένη και ταυτόχρονα υλική ενότητα προβάλλει την διασταύρωση δύο πεισματικά ασύμβατων φαινομένων «της μετάφρασης του φυσικού σώματος σε υποθετική φιλοσοφική έννοια, και τη σωματικοποίηση άϋλων γνωσιακών διαδικασιών». Από την άλλη, η αμφιταλάντευση, γνώρισμα του Idorou, γεννημένο από τον συνδυασμό υψηλής τεχνολογίας και ψυχικών δυνάμεων, εικονικότητας, μυστικισμού και της σκληρής πραγματικότητας οργανισμών που αποσκοπούν στο κέρδος, όπου «ζωές» καταστρέφονται καθημερινά για να αναδημιουργηθούν ίσως με υπερπραγματικές και απρόσμενες μεταμφιέσεις

μέσα στο τελετουργικό αίματος με Leviathans και αφελείς τυχοκυνηγούς να παρασταίνουν ζοφερά την επικρατούσα πολιτιστική κατάσταση.

Άλλα παραδείγματα κυβερνολογοτεχνίας παραπέμπουν στη συνεργία της φαντασίας του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» και την αμφίβολη υπόσταση των χαρακτήρων και κατασκευασμάτων της Τεχνητής Νοημοσύνης, που είναι ταυτόχρονα θεότητες και παιγνίδια με αυθαίρετες και ιδιότροπες αποφάσεις.

Η φουτουριστική τεχνολογία δεν κοιτάει μόνο προς τον μελλοντικό φανταστικό κόσμο αλλά στρέφει το βλέμμα και προς τα πίσω, στον αταβιστικό κόσμο συνεχιζόμενης σύλληψης και γέννας. Κάθε ιστορική περίοδος χαρακτηρίζεται από ένα δίκτυο συνομιλίας που είναι αποτέλεσμα ιδιαίτερων τεχνολογιών και συναφών μορφών επεξεργασίας δεδομένων. Για παράδειγμα, τα σύγχρονα φαινόμενα της αποσαρκοποίησης, συνδεόμενα με την ψηφιακή τεχνολογία, κάνουν την είσοδό τους στον δέκατο ένατο αιώνα με την έλευση τεχνολογιών όπως η γραφομηχανή με αποτέλεσμα την αποκοπή της πράξης της γραφής από το υλικό σώμα. Η τεχνολογία, εν είδη μήτρας, παράγει εναλλακτικούς κόσμους ζωής, νέες μορφές συνείδησης και συνομιλίας αναδυόμενες η μια μετά την άλλη απορρίπτοντας τα παλιά πρότυπα. Η ιδέα της μήτρας ως το σύνολο των ψηφιακών δεδομένων που αδιάκοπα κυκλοφορούν στο συνεχές του χωρο-χρόνου μας παρουσιάζεται στην ταινία κυβερνοσεναρίου Μήτρα (Matrix, Gibson) με διττή φύση, ως οικείο συνώνυμο του κυβερνοχώρου στη δική του διάλεκτο να τονίζει τη φύση της πραγματικότητας, ως «ψευδαίσθηση», ως όνειρο συνεχώς στα πρόθυρα εκφυλισμού του στον χειρότερο των εφιαλτών ως δίκτυο εικόνων και κωδίκων δογματικά αποδεκτών ως πραγματικών, μια τεχνολογικά προκαλούμενη και συντηρούμενη προσομοίωση της πραγματικότητας, έναν «εγκέφαλο στη γυάλα» a la Putnam, αλλά ταυτόχρονα και ως μήτρα ειδών: μια προγονική μήτρα όπου, σε μια γραφική έκρηξη παγκόσμιου πλάσματος και αρχέτυπης ιλύος, αναβιώνουν συνεχώς η δυναμική της σύλληψης, εμβρυακής ανάπτυξης και γέννας, μια μετα-ανθρωπική μήτρα ίσως;

Αν η έννοια της προγονικής μήτρας σημαίνει διαρκή κυοφορία, εξέλιξη και συνέχιση της ζωής, η έννοια αυτή δεν ικανοποιεί την ναρκισιστική απαίτηση ατομικής αθανασίας. Την ικανοποίηση αυτή υπόσχεται ο «εμφυαλωμένος εγκέφαλος» ήδη από το 1929 μέσα από τη φουτουριστική διακήρυξη του πολυπράγμονα και αναντίρρητα ικανού φυσικού επιστήμονα καί φιλοσόφου J.D. Bernal, στο βιβλίο του κόσμος, η σάρκα και ο διάβολος (                           world, the flesh and

the devil), όπου ως λύση στην αδυσώπητη βεβαιότητα του θανάτου και την εξασφάλιση της ατομικής αθανασίας προτείνεται περίπλοκη τεχνολογική λύση και διατήρηση του αποκομμένου από το σώμα εγκεφάλου μέσα σε συγγενές περιβάλλον, σε λουτρό εγκεφαλονωτιαίου υγρού σταθερής σωματικής θερμοκρασίας.

Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.