Γιώργος Βασιλάκος
Ψυχίατρος του Θεραπευτηρίου Ν. Σπινάρη

σύναψις 04a [2006]

Πέρα από την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων

Η ασθενής ήταν περίπου 45 ετών αλλά φαινόταν πολύ μεγαλύτερη, ίσως γιατί ήταν πολύ παραμελημένη, με ρούχα πολύ φτωχικά και παλιομοδίτικα. Ήμουν στην αρχή της ειδίκευσής μου στην ψυχιατρική κι ο προϊστάμενος επιμελητής με πληροφόρησε ότι θα την αναλάμβανα κι ότι επρόκειτο για μία ακόμη από τις συνηθισμένες, καθ’ έξιν σχεδόν, απόπειρες αυτοκτονίας της. Η διάγνωση ήταν «αντιδραστική κατάθλιψη», κάτι αυτονόητο για όλο το προσωπικό του τμήματος που την γνώριζε από παλιότερες νοσηλείες, αλλά και για εμένα τον ίδιον, αν και από τότε υποψιαζόμουνα τη σημαντική διαφορά που υπάρχει μεταξύ της διάγνωσης και της μεγάλης απόγνωσης, μεταξύ της γνώσης των γεγονότων και της άγνοιας μιας γνώσης που γνωρίζει μόνον τα γεγονότα. Κάποια από τα γεγονότα ήταν ότι η ασθενής ήταν άπορη, αλλά αναμφισβήτητα έξυπνη και καλοσυνάτη, ότι ζούσε με τον οριακής νοημοσύνης αδελφό της και μ’ έναν βαρύτατα αλκοολικό σύντροφο που κάποτε την κτυπούσε και που πολύ πιο συχνά την πρόσβαλε με τον χειρότερο τρόπο· άλλωστε τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τον χαρακτηρισμό «η στραβή» γιατί πράγματι δεν έβλεπε από το ένα της μάτι που βρισκόταν στη μέση μιας σοβαρής παραμόρφωσης του προσώπου της. Συνήθως έμενε κλεισμένη στο σπίτι, αλλά κάποτε έκανε πεζοδρόμιο για να συμπληρώνει το πενιχρό της εισόδημα – μία ακόμη τραυματική εμπειρία γιατί οι υποψήφιοι πελάτες παρέμεναν υποψήφιοι μόλις αντιλαμβάνονταν την αναπηρία της και η απόρριψη δεν ήταν μια νοητική της εντύπωση, που ίσως κάποιος να μπορούσε να προσεγγίσει με γνωσιακές τεχνικές, αλλά το ένσαρκο βίωμα ενός ανεπιθύμητου σώματος, μιας ύπαρξης συνολικά απωθητικής. Σήμερα, από μια βιωματική και διαπροσωπική προοπτική, δεν θα ονόμαζα την κατάθλιψή της «αντιδραστική», αλλά, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, θα την περιέγραφα με τον ανύπαρκτο όρο «κατάθλιψη της ντροπής» – μια κατάθλιψη που, όπως όλες οι καταθλίψεις, αποκλείει κάποιον μέσα στο σπίτι του, σ’ αυτήν την περίπτωση για να τον αποκλείσει από τα βλέμματα των άλλων, μια κατάθλιψη που, όσο επώδυνη κι αν είναι, φαίνεται να είναι λιγότερο οδυνηρή από την ντροπή που αναδύεται στη συνάντηση. Ας πούμε, μια κατάθλιψη που δεν είναι κυρίως το αποτέλεσμα, αλλά η άμυνα στην ντροπή.

Francis Bacon, 1974 Ελαιογραφία σε μουσαμά
Francis Bacon, 1974 Ελαιογραφία σε μουσαμά

 

Πλέον μου διαφεύγουν πολλές λεπτομέρειες, αλλά θυμάμαι ότι είχαμε καλή επικοινωνία και επαφή, στα πλαίσια μιας επαγγελματικής σχέσης, και ότι είχα την βέβαιη αίσθηση μιας δυσμενούς πρόγνωσης παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις των συναδέλφων μου. Βελτιώθηκε γρήγορα και λίγο πριν φύγει μου ανέφερε ένα όνειρο: «Ήταν ο Αι-Γιώργης πάνω στο άλογό του κι εγώ στεκόμουνα δίπλα του. Είχα σκεπάσει το πρόσωπό μου με τον χιτώνα του κι είχα την πίστη πως, όταν τον σήκωνα, το μάτι και το σημάδι μου θα είχαν γιατρευτεί». Πρόσθεσε ότι ήταν πολύ ζωντανό όνειρο και πως είχε ακόμη στο μάγουλό της την αφή του υφάσματος. Δεν είπε τίποτε άλλο κι έτσι την ρώτησα τι απέγινε… «Όνειρο ήταν», μου είπε.

Ερασιτέχνης και αυτοδίδακτος ψυχοθεραπευτής από τότε, σκέφτηκα βέβαια διάφορα πράγματα – από την επιθυμία της για την γιατρειά της, μέχρι την επιθυμία της για εμένα, λόγω των θεραπευτικών ιδιοτήτων που αποδίδονται σε γιατρούς και αγίους και της συνωνυμίας μου με τον Άγιο, και διαπίστωσα σύμβολα σεξουαλικά και παραμορφώσεις της πράξης. Δεν σχολίασα τίποτα, πρώτον γιατί δεν το συνήθιζα τότε, αλλά ούτε και σήμερα, εκτός αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται γιατί τίθεται ρητά από τα φαινόμενα και τον άρρωστο, δεύτερον γιατί η σχέση μας, που καθοριζόταν από το πλαίσιο του Ψυχιατρείου, δεν επέτρεπε κάτι ανάλογο, αλλά κυρίως γιατί, και θυμάμαι πολύ καλά την αίσθησή μου, οτιδήποτε τέτοιο, δεδομένης της κατάστασής της, θα φάνταζε άσχετο και «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε». Ίσως να ήμουν διακριτικός, αλλά η συμμόρφωση στη δήλωση «Όνειρο ήταν» κι ο σεβασμός μου στα εξόφθαλμα περιστατικά αποθέωνε για μία ακόμη φορά την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων.

Έφυγε σύντομα με άριστη διάθεση και λίγο αργότερα μετακινήθηκα σε διαφορετική κλινική. Δεν θα είχαν περάσει δυο μήνες κι ο ειδικευόμενος που πήρε την προηγούμενη θέση μου, σε μια τυχαία συζήτηση σε μια κοινή μας εφημερία, με πληροφόρησε πως το πρωί τους τηλεφώνησαν από το Νοσοκομείο Παπανικολάου – μια γυναίκα με την κάρτα της κλινικής μας και με ένα σημάδι στο πρόσωπο είχε μεταφερθεί ήδη νεκρή στα εξωτερικά ιατρεία.

George Orwell, Μέρες της Μπούρμας, 1934
George Orwell, Μέρες της Μπούρμας, 1934

Στις συζητήσεις των συναδέλφων, ομολογείται ότι σε ανάλογες περιπτώσεις μπορούν να γίνουν ελάχιστα πράγματα. Για να κατανοηθούν τα φαινόμενα δεν χρησιμοποιείται καμιά θεωρία, δεν χρειάζονται υποθέσεις και μέθοδοι για να καταλάβει κανείς – τα φαινόμενα κατανοούνται σχεδόν από μόνα τους, όπως κατανοείται ο καιρός της ημέρας κοιτάζοντας τον ουρανό της. Καταλαβαίνει κανείς ευθύς εξ αρχής τι σημαίνει για κάποιον να πάσχει από μια θανατηφόρο ασθένεια, να είναι ανάπηρος, με παραμορφωμένο πρόσωπο και παράλληλα να αντιμετωπίζει ανυπέρβλητες οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες. Οι συνάδελφοι μιλούν με συμπάθεια για τον άρρωστο άνθρωπο, αναφέρονται στη μοίρα και την πραγματικότητα και περιμένουν την όποια ανακούφιση από την φαρμακευτική αγωγή. Ασφαλώς προτείνεται κάποια υποστηρικτική θεραπεία, συνήθως συμπεριφορικού-γνωσιακού προσανατολισμού, που οι συστάσεις της σκοπεύουν την πραγματικότητα και σέβονται την αλήθεια των γεγονότων – λέγεται, λόγου χάρη, ότι κανείς θα πρέπει να επεξεργάζεται τα πραγματικά αρνητικά συναισθήματα και τις σκέψεις του, να αποφεύγει συνθήκες που τον φορτίζουν, δηλαδή κάποιους σεσημασμένους ανθρώπους και τη σχετική εμπλοκή σε σχετικές καταστάσεις, και, τελικά, να μάθει να χειρίζεται πιο «παραγωγικά» τις πραγματικές αρνητικές συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων.1 Ίσως αυτά να έχουν την συμβολή τους, αλλά παραμένει η σχεδόν ανυπέρβλητη δυσκολία «παραγωγικής» αντιμετώπισης, δηλαδή χωρίς ντροπή και οδύνη ή, αντίθετα, χωρίς οργή κι αντεπίθεση π.χ. μιας προσβολής και απόρριψης όπως αυτές που προαναφέρθηκαν.

Φαίνεται ότι, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η περιορισμένη δυνατότητα μιας ψυχοθεραπείας σχετίζεται με το γεγονός ότι το πρόβλημα και οι συνεπαγωγές του, π.χ. η προσβολή, η απόρριψη, η ντροπή και η κατάθλιψη, αφορούν τα θεμέλια του προσώπου, αφορούν την, κατά τον Heidegger, γεγονότητα και όχι τίποτα δευτερογενείς νοητικές ή συμπεριφορικές εποικοδομήσεις. Για να αποφύγουμε μια φιλοσοφική συζήτηση της γεγονότητας, μπορούμε συνοπτικά ν’ αναφερθούμε σε ό,τι στην κοινωνιολογία θεωρείται μη ανταλλάξιμο και προϊόν πρωτογενούς κοινωνικοποίησης – έννοιες παραγωγές της γεγονότητας που εφαρμόζονται σ’ ένα περιορισμένο γνωστικό πεδίο. Έτσι, ένας πατέρας δεν είναι ανταλλάξιμος όπως είναι ένας ανεπαρκής γιατρός που μπορεί να αντικατασταθεί από τον πελάτη -το ίδιο ισχύει με την μητρική γλώσσα, το πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο που εμβαπτίστηκε κανείς κ,ο.κ. Φυσικά πολύ περισσότερο τούτα ισχύουν για το ίδιο το σώμα που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί όπως ένα επάγγελμα που είναι προϊόν δευτερογενούς κοινωνικοποίησης και που πολλά τους και ανταλλάξιμα μπορεί να υπάρχουν στο διαθέσιμο κοινωνικό απόθεμα.2 Συνεπώς, η προσβολή σ’ ένα συνάδελφο ότι είναι «κακός γιατρός» μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα τραυματική γιατί, εκτός του ότι με την προσπάθειά του μπορεί, στο μέλλον, να γίνει «καλός γιατρός», θα μπορούσε να εγκαταλείψει το επιτήδευμα για ένα άλλο· όμως η προσβολή του «αράπη» σ’ έναν άνθρωπο αφρικανικής καταγωγής του αμερικάνικου νότου, του «σακάτη» ή του «σημαδεμένου» σ’ έναν ανάπηρο άνθρωπο είναι ποιοτικά διαφορετική γιατί αναφέρεται στον πυρήνα του και σε μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να μεταβληθεί.

Francis Bacon, 1955 Ελαιογραφία σε μουσαμά.
Francis Bacon, 1955 Ελαιογραφία σε μουσαμά.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, δεν ήτανε δυνατό να φανταστώ κάτι πολύ διαφορετικό από μια υποστηρικτική θεραπεία προσανατολισμένη στα πραγματικά περιστατικά. Ήτανε τότε που, όπως συμβαίνει συχνά, ένας ανάπηρος ασθενής μού υπέδειξε μιαν άλλη οδό που βρίσκεται πέρα από την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς αγνοεί την πραγματικότητα και ότι καταφεύγει, όπως εσφαλμένα μπορεί να υποτεθεί ότι συμβαίνει, σε ιστορίες και μυθοπλασίες, ότι αγνοεί τους πραγματικούς άλλους της ζωής του ασθενούς και ότι καταφεύγει σε πρόσωπα μυθικά και σε φαντάσματα.3 Σημαίνει ότι, δεδομένης μιας ευκαιρίας, διευρύνει το πλαίσιο αναφοράς και ύπαρξης, κι αυτό μπορεί να συμβεί, σχηματικά και απλουστευτικά μιλώντας, εισάγοντας μια νέα σημασία στο, κατά τον Καστοριάδη, φαντασιακό μάγμα σημασιών. Νομίζω ότι μια λογική, έστω και φαινομενολογική που προκρίνω, ανάλυση των πραγματικών περιστατικών δεν επαρκεί και, κάποτε, δεδομένης μιας αφορμής που δίνεται από τον άλλον, θα πρέπει να συμπληρώνεται από μια φαντασιακή κατανόηση. Μια τέτοια κατανόηση δεν είναι ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη, όμως μπορεί να διευρύνει το πλαίσιο και τον ορίζοντα αναφοράς των πραγμάτων πέρα από την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων κι έτσι να τα φανερώνει στις μεγαλύτερες δυνατές τους συνάφειες και να αποκαλύπτει διαφορετικά την ουσία τους. Το ότι το λουλούδι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα του φωτός και του χώματος, της περιποίησης του ανθρώπου και της βιολογικής προδιάθεσης του βλαστού του ν’ ανθήσει είναι εμπειρική βεβαιότητα και λογικός στοχασμός και θα μπορούσε, με τους κατάλληλους όρους και μετρήσεις, να αποτελέσει μιαν επιστημονική εξήγηση_ πως το λουλούδι υπάρχει για να ομορφύνει τον κήπο ή μια γωνία του σαλονιού και να ολοκληρώσει το βάζο και για να προσφερθεί σ’ έναν άνθρωπο είναι μια φαινομενολογική κατανόηση, αναφέρεται σ’ ένα νόημα και αποκαλύπτει συνάφειες του κόσμου των ανθρώπων και των πραγμάτων, αποτελεί μία πρώτη εμβάθυνση του ανθού_ πως το λουλούδι είναι ο τρόπος που το αόρατο και άοσμο φως γίνεται χρώμα και άρωμα, πως είναι ο τρόπος της ενέργειας να γίνεται ύλη είναι μια φαντασιακή κατανόηση, μια κατανόηση ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη αλλά που μπορεί ν’ αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τα πράγματα και τις σχέσεις τους και ν’ αποτελεί μία ακόμη εμβάθυνση του ανθού.

Η λογοτεχνία προσφέρει μια σημαντική περιγραφή και μια βάση κατανόησης αυτών των ζητημάτων, επιπρόσθετα, αποτελεί πλεονέκτημα η συζήτηση του χαρακτήρα ενός μυθιστορήματος γιατί εμπεριέχει την περιγραφή και εκτίμηση του αφηγητή, δηλαδή ενός τρίτου προσώπου που τις περισσότερες φορές είναι ελάχιστα επηρεασμένο από τις θεωρίες και πρακτικές της ψυχιατρικής και της ψυχοθεραπείας.

Ας μας επιτραπεί σ’ αυτό το σημείο ένα λεπτομερέστερο παράδειγμα από τον χώρο της λογοτεχνίας που θα αποτελέσει τη βάση για τη θεωρητική μας συζήτηση.

Στις «Μέρες της Μπούρμα»4 ο Τζ. Όργουελ, που υπηρέτησε στον Βρετανικό στρατό στη Βιρμανία, περιγράφει την καθημερινότητα μιας μικρής ρατσιστικής κι εκφυλισμένης ομάδας Βρετανών μικροαστών και την αντίστοιχη δουλοπρεπή και θρασύδειλη των Βιρμανών χωρικών. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος φαίνεται να ξεχωρίζει σαφώς: είναι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, με ιδανικά και αρχές. Όμως ο αφηγητής, ήδη από την αρχή, διακόπτει απότομα την εξιστόρηση για να μας πληροφορήσει σχεδόν επιτακτικά ότι «όλα

αυτά αποτελούσαν δευτερεύοντα χαρακτηριστικά. Το πρώτο πράγμα που παρατηρούσες στον Φλόρυ ήταν ένα απαίσιο σημάδι που απλωνόταν σαν ακανόνιστο μισοφέγγαρο στο αριστερό του μάγουλο, από το μάτι μέχρι την άκρη των χειλιών. Όταν το κοίταγες από την αριστερά του πλευρά, το πρόσωπό του είχε μια αξιοθρήνητη όψη, λες και το σημάδι του ήταν μελάνιασμα – γιατί το χρώμα του ήταν σκούρο μπλε. Ο Φλόρυ ήξερε καλά το απαίσιο θέαμα που παρουσίαζε κι έτσι πάντα, όταν βρισκόταν με τους άλλους, οι κινήσεις του ήταν κάπως λοξές, καθώς συνεχώς ελισσόταν για να κρύβει το σημάδι του» (σελ. 15). Για τη συζήτηση που θα ακολουθήσει, είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι ο Φλόρυ είχε στα μάτια του την πιστή εικόνα του προσώπου του, τουλάχιστον μπροστά στους άλλους αναδυόταν στα μάτια του το είδωλο του προσώπου του, λες και εκείνοι αποτελούσαν έναν καθρέφτη που αντανακλά την πραγματικότητα.

Κάποτε μια πολυταξιδεμένη κοπέλα επισκέπτεται την αποικία, δήθεν για την εξωτική εμπειρία, αλλά προφανέστατα για να παντρευτεί, αν και τον συμπαθεί και δημιουργείται μια σχέση μεταξύ τους, οι φιλοδοξίες της δεν περιορίζονται σ’ εκείνες της συζύγου ενός μικροεπαγγελματία της ζούγκλας και, όταν ξεσπά μια ανταρσία των ντόπιων, συνδέεται με τον αλαζόνα και τυχοδιώκτη επικεφαλής αξιωματικό του Βρετανικού αποσπάσματος που σπεύδει από την πρωτεύουσα. Η Ελίζαμπεθ, λέει ο αφηγητής, «εκείνες τις μέρες είχε σχεδόν ξεχάσει τον Φλόρυ, κι όποτε τον θυμόταν αυτό που ερχόταν αυτόματα στο μυαλό της ήτανε μοναχά το σημάδι του» (σελ. 173). θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι, εκείνες τις στιγμές, αυτή σαν να μην ήταν η πρώην φίλη του κι αυτός ένα πρόσωπο της ιστορίας της, αλλά εκείνη να ήταν απλώς ένας καθρέφτης που αντανακλά το αντικείμενο που στέκει μπροστά του και εκείνος να ήταν η γυμνή κι η πιστή αντανάκλαση.

Αργότερα ο αξιωματικός εξαφανίζεται απροειδοποίητα κι εκείνη επανακάμπτει στον Φλόρυ. Όμως, στη διάρκεια μιας σοβαρής τους διένεξης, πληροφορούμαστε ότι «το χειρότερο από ο,τιδήποτε άλλο ήταν η ασχήμια του εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό του της προξενούσε φρίκη, ήταν μια νεκροκεφαλή. Το μόνο που φαινόταν ζωντανό ήταν το σημάδι του. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε καταλάβει πόσο ασυγχώρητο, πόσο ατιμωτικό ήταν ένα τέτοιο πράγμα» (σελ. 220). Όμως, τι πάει να πει «ήταν ζωντανό το σημάδι του»; Αν συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο την προβληματική μας, ίσως να μας επιτραπεί να ισχυριστούμε ότι το είδωλο που αντανακλά πιστά ο καθρέφτης ενσαρκώνεται κι εμψυχώνεται, γίνεται είδωλο με την έννοια της ειδωλολατρίας, σ’ αυτήν την περίπτωση, λόγω της ακραίας ασχήμιας του, γίνεται ένα πραγματικό αντιείδωλο που πυροδοτεί την εικονομαχία της Ελίζαμπεθ.

Χωρίζουν, αλλά εκείνος πιέζει για μια τελευταία συνάντηση· η συνάντηση είναι τραυματική τόσο για τον Φλόρυ όσο και για την Ελίζαμπεθ, τουλάχιστον αυτό μας πληροφορεί ο αφηγητής που δημοσιοποιεί τους συλλογισμούς της: «Α! το κτήνος, το ακατονόμαστο χτήνος. Όταν σκέφτηκε το πρόσωπό του, ιδρωμένο με το απαίσιο σημάδι του, ευχήθηκε να πεθάνει» (σελ. 223). Ο αφηγητής ανεπιφύλακτα συμπεραίνει: «Τελικά το σημάδι του τον είχε καταδικάσει» (σελ. 223).

Francis Bacon, 1955 Ελαιογραφία σε μουσαμά.
Francis Bacon, 1955 Ελαιογραφία σε μουσαμά.

Δεν του ανακοινώνει τα αισθήματα και τις σκέψεις της, αλλά ο Φλόρυ καταλαβαίνει πως πρέπει να υποκύψει στην πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων – γυρνάει στο σπίτι του και πυροβολεί στο κεφάλι τον Φλο, τον αγαπημένο του σκύλο. Για να μην σκορπίσουνε τα δικά του μυαλά, όπως του σκύλου, στο πάτωμα, αφήνει το δικό του κεφάλι ανέπαφο και πυροβολεί την καρδιά του.

Ο σύντομος και αδιάφορος τρόπος που περιγράφεται η ζωή της αποικίας μετά την αυτοκτονία του Φλόρυ δείχνει ότι αυτός ξεχάστηκε γρήγορα. Άλλωστε, «ένας Άγγλος που πεθαίνει στην Μπούρμα ξεχνιέται γρήγορα» (σελ. 227). Βέβαια, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τα πράγματα δεν έχουν αυτήν την εξέλιξη – εκείνος που πέθανε υπάρχει μ’ έναν τρόπο ανάμεσα στους άλλους, αλλά στον καθρέφτη που είναι αυτοί δεν εμφανίζεται είδωλο, ο άνθρωπος έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα φάντασμα που όπως το απωθημένο της ψυχανάλυσης δηλώνει την παρουσία του με θορύβους, ενοχλήσεις και συμπτώματα. Στο αριστούργημα του Κνουτ Χάμσουν Ευλογία της Γης,5 η Μπάρμπο, που αυτοεξορίζεται στα βουνά για το λαγώχειλο του προσώπου της και παντρεύεται τον άγιο άνθρωπο Άξελπου ζει από χρόνια εκεί, πνίγει και εξαφανίζει την κόρη της μόλις γεννιέται γιατί και εκείνη έχει λαγώχειλο. Στη διάρκεια της φυλάκισής της, εγχειρίζεται κι αργότερα επιστρέφει όμορφη στα βουνά. Τίποτα δεν συζητείται για τα παλιά περιστατικά, έχουν πράγματι ξεχαστεί, αλλά πλέον δεν υπάρχει η παρελθούσα γαλήνη και ευτυχία – φαίνεται πως τα φαντάσματα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.

Είναι γνωστή η δυσπιστία του Πλάτωνα γενικά για την τέχνη· ειδικότερα αμφισβητούσε τις εικαστικές τέχνες γιατί, αδυνατώντας να υποδείξουν την τελειότητα της Ιδέας, απέχουν και συσκοτίζουν την αλήθεια – σε κάποια μαθήματα για τον Πλάτωνα, η διδάσκουσα υποστήριξε ότι αλίμονο, ας πούμε, αν απεικονιζόταν ο Αχιλλέας με κύκλους και με ρυτίδες στα μάτια – τούτο απέχει από την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων που παραδίδεται και, κυρίως, έτσι συσκοτίζεται η Ιδέα της ρώμης και της ανδρείας που σ’ αυτήν θα πρέπει να παραπέμπει το έργο. Ο Πλάτων, μας είπε, θα εμπιστευόταν πολύ περισσότερο μια φωτογραφική μηχανή ή έναν καθρέφτη – τα εργαλεία αυτά απεικονίζουν πιστά την πραγματικότητα.

Αλλά, πριν να συζητήσουμε για την πιστή απόδοση της πραγματικότητας από τον καθρέφτη, θα μπορούσαμε να διερωτήσουμε την αντίληψη ότι το τέλειο σώμα παραπέμπει αυθεντικότερα στην ανδρεία, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ακριβώς αυτές οι, έστω λανθασμένα αποδιδόμενες, ατέλειες του σώματος αποκαλύπτουν την ανδρεία του ήρωα ακόμη πιο μεγαλειώδη γιατί καταβάλει όχι μονάχα τον Έκτορα, αλλά και την δική του αδυναμία_ ότι καταγωγή της ανδρείας του Αχιλλέα δεν είναι η θέαση κάποιας Ιδέας στον τόπο πέραν του ουρανού, αλλά η παράδοξη φύση του πέλματός του που τον προσδένει στη γη – είναι η φτέρνα που κρατούσε η μάνα του όταν τον καταβύθιζε στη φωτιά ή, κατά την άλλη παράδοση, στα αθάνατα ύδατα, η πύλη εισόδου του μελλοντικού του θανάτου, σημείο αφής της θεάς και του βέλους του Πάρη, το παράδοξο μέρος του σώματος που προσδένει σ’ έναν τόπο και ταυτόχρονα επιτρέπει την απομάκρυνση από αυτόν. Επιπρόσθετα, και στη βάση της ερμηνείας για την ανδρεία που προτείνουμε, αν ένας πίνακας ζωγραφικής απεικονίζει, έστω ανακριβώς, τον ήρωα με ρυτίδες, τούτο δεν σημαίνει πως οπωσδήποτε τον υποτιμά, αλλά ότι τον

εμβαθύνει, ότι του προσδίδει ή αποκαλύπτει το βάθος που το πραγματικό, τέλειο σώμα του Αχιλλέα συσκοτίζει. Μάλλον «προστίθεται» και δεν «αφαιρείται» νόημα, μάλλον παρουσιάζεται ένα «πλεόνασμα νοήματος» για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

Δεν μπορούμε να συζητήσουμε εδώ την πρεμούρα πολλών με την πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων_ για τον σκοπό αυτού του κειμένου, θα περιοριστούμε στη φαινομενολογία της εμπειρίας μπροστά στον καθρέφτη, όπως έξοχα αναλύεται από τον Robert Romanyshyn6 κι έτσι ίσως να διαφανεί ότι, ευτυχώς, ούτε και ο καθρέφτης αντανακλά καμιά πραγματικότητα και αλήθεια των γεγονότων όπως εννοούνται παραδοσιακά.

Ένας άνθρωπος με ρυτίδες και κύκλους στα μάτια κοιτά τον καθρέφτη. Υπάρχει ένα υποκείμενο εδώ, ένα αντικείμενο εκεί και μια αντανάκλαση, υπάρχουν δύο οντότητες υλικές και πραγματικές κι ένα είδωλο. Τι είναι αυτό το είδωλο; – Είναι ύλη, όπως οι συνθήκες εμφάνισής του, μοιάζει αγκυροβολημένο στον τόπο όπως ο άνθρωπος και ο καθρέφτης, ή ταξιδεύει εγκαταλείποντας τον καθρέφτη και ταυτόχρονα οδηγεί τον ακίνητο άνθρωπο σ’ ένα ταξίδι; Πάνω απ’ όλα, ο άνθρωπος βλέπει την πιστή αντανάκλασή του; Βλέπει, ας πούμε, μιαν ουλή 4 εκατοστών, απόρροια των παιχνιδιών της παιδικής ηλικίας, όπως βλέπει κανείς μια ρωγμή ενός οστού στην ακτινογραφία; Αυτά που βλέπει αποτελούν δεδομένα που, δήθεν, μπορούν να γίνουν αντικείμενο στατιστικής επεξεργασίας – τόσες ουλές, σε τόσα πρόσωπα, αποτέλεσμα των παιχνιδιών της παιδικής ηλικίας και τόσες ουλές αποτέλεσμα της οδήγησης χωρίς κράνος; Όχι, εκείνο που βλέπει είναι ένα πρόσωπο γενικά ηλικιωμένο, αλλά μάλλον πλούσιο και σοφό, που ο πλούτος και η σοφία του τροφοδοτήθηκαν και από αυτήν την ουλή. Ακολουθεί το παιδί που ήτανε τότε και είναι και τώρα και βλέπει το γειτονόπουλο να εκσφενδονίζει την πέτρα με την σφεντόνα – τώρα χαμογελάει ο άνθρωπος, αλλά δεν βλέπει κανένα χαμόγελο στον καθρέφτη γιατί βλέπει όχι τον εαυτό του αλλά τον κόσμο, βλέπει τον έντρομο φίλο του να πλησιάζει διατακτικά και να ζητάει συγγνώμη και βλέπει την μάνα του να του σκουπίζει τα αίματα. Βλέπει τον φίλο να πλησιάζει και η γαλήνια ενατένιση της σκηνής πέρα από τον καθρέφτη υποδεικνύει ότι είναι απ’ αυτά που είναι πλέον σοφός και καταλαβαίνει ότι φίλος σημαίνει κάποιος που κάποτε μπορεί να προξενεί και οδύνη. Το αν ό,τι βλέπει είναι ακριβές ή ανακριβές δεν τον απασχολεί (ούτε κι εμάς, στο βαθμό που μας απασχολεί η εμπειρία του ανθρώπου μπροστά στον καθρέφτη), πάντως δεν βλέπει καμιά πιστή αντανάκλασή του αλλά την εμβάθυνση ενός προσώπου κι ενός χαρακτήρα. Δεν βλέπει καν τον καθρέφτη, αλλά βλέπει δια μέσου του καθρέφτη – όπως ακριβώς δεν ακούμε και δεν διαβάζουμε τίποτα λέξεις, προτάσεις και παραγράφους, αλλά δια μέσου των λέξεων -, δεν βλέπει ένα πρόσωπο-φάτσα και υιοθετεί, χωρίς να το ξέρει, τις υποδείξεις της Συνόδου της Νίκαιας, δηλαδή, πως η εικόνα δεν εμπεριέχει το θείο, αλλά παραπέμπει στο θείο, παραπομπή που υπονοεί μια πορεία προσωπική και, πιθανόν, μια συνοδό πομπή ιστοριών και μορφών. Δεν βλέπει ένα είδωλο που μπορεί να λατρέψει ή ένα αντιείδωλο που μπορεί να απεχθάνεται, αλλά βλέπει έναν χαρακτήρα, και το εμφανιζόμενο είδωλο παραπέμπει αυτόματα στον χαρακτήρα και πρωταγωνιστή μιας ιστορίας. Αν επιμείνει κανείς και ισχυριστεί ότι ο άνθρωπος μπορεί και ν’ απομονώσει και να δει μόνο τα ανατομικά του στοιχεία στον καθρέφτη, θα λέγαμε πως, με προσπάθεια, μπορεί να γίνει κι αυτό αλλά, αυτόματα, τα μεμονωμένα στοιχεία τείνουν να αρμοστούν στην πλοκή και να συμβάλουν στην ιστορία. Παρόλα αυτά, πράγματι με τη συνειδητή του υπερπροσπάθεια ή στα πλαίσια ενός σχιζοειδόμορφου εαυτού που βλέπει τον εαυτό και τον κόσμο με τον τρόπο του επιστημονικού βλέμματος, που διασπά τις ολότητες και αναδεικνύει τις μερικότητες ως τις μόνες που αξίζουν τον στοχασμό και την ενατένιση7 μπορεί και να εξορίσει την ιστορία και ν’ αναδείξει μονάχα το είδωλο, μπορεί, στη συνέχεια, στο δρόμο για τη δουλειά και για το σπίτι του, να έχει μόνον εκείνο μπροστά του… Αυτό έγινε με τον Φλόρυ και πέθανε· ζούσε μέσα στην πραγματικότητα και την αλήθεια των γεγονότων, μέσα στην αλήθεια και με τις δύο έννοιες της λέξης. Πρώτον, ζούσε την αλήθεια με την επιστημονική έννοια, ως μία ακριβή απεικόνιση των πραγμάτων, δηλαδή έβλεπε το παραμορφωμένο του πρόσωπο όπως ήταν κι όχι καμία παραλλαγή του και, δεύτερον, ζούσε την αλήθεια όπως αποκαλύπτεται από την ετυμολογία της λέξης (που προκύπτει από το στερητικό α και την λήθη), ζούσε την αλήθεια ως μη λήθη της αντανάκλασης. Φαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ζήτημα ωραίου ή άσχημου, αγγελικού ή σημαδεμένου προσώπου – αν και πιθανότατα να εμπλέκονται διαφορετικοί «μηχανισμοί», ο Νάρκισσος είχε το τέλειο πρόσωπο πάντα μπροστά του και το τέλος του ήταν ανάλογα τραγικό.

Ο καθρέφτης λοιπόν μετατρέπει το πρόσωπο σε χαρακτήρα μιας ιστορίας. Αλλά τι είναι η ιστορία; Το ότι είναι ανιχνεύσιμα και πιστοποιήσιμα γεγονότα ενός παρελθόντος είναι μια απάντηση αυτονόητη και αρκετά επιστημονική, αλλά μάλλον μια τέτοια προσέγγιση δεν αποκαλύπτει το πλουσιότερο νόημα της λέξης και της έννοιας που μπορεί να αποκαλύπτει η ετυμολογία της. Η λέξη ιστορία (story, history, histoire, storia κ.α.), σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, ανάγεται ετυμολογικά στο αρχαίο ρήμα οίδα (γνωρίζω καλά – είναι μεταπτωτικός βαθμός του). Το οίδα προκύπτει από το woid που είναι ετερώνυμος βαθμός του weid (βλέπω), που είναι η γενική ινδοευρωπαϊκή ρίζα. Από τη λέξη ιστορία προκύπτουν οι λέξεις ίστωρ (γνώστης) και ιστορώ (αναζητώ πληροφορίες, επιζητώ την γνώση) και από το weid οι λέξεις είδωλο και ιδέα (σανσκριτικά vidya). Από το woid, με το πρόσφυμα -ος, η λέξη είδος (μορφή, βαθύτερη ουσία, όπως στην έκφραση «ειδοποιός διαφορά»). Από την ίδια γενική ρίζα προκύπτουν τα λατινικά video (βλέπω), το γαλλικό voir, τα γοτθικά wait (γνωρίζω) και witan (δείχνω τον δρόμο, οδηγώ), τα γερμανικά weise (σοφός), wissen (γνώση) και weisen (δείχνω), τα αγγλικά wise (σοφός), wisdom (σοφία) και vision (όραση, ενόραση), το σλαβικό vede (έχω δει) κ,ο.κ. Επομένως, από την ετυμολογία (από το «έτυμον» που σημαίνει το «αληθές») προτείνεται ότι το νόημα της λέξης «ιστορία» παραπέμπει σ’ έναν τρόπο του βλέμματος, εμπειρίας και εννόησης των πραγμάτων, δειξίματος ενός δρόμου, παραπέμπει σ’ ένα είδος σοφίας που προκύπτει από το περπάτημα ενός δρόμου, από την (εν)όραση των μορφών που συναντώνται στη διαδρομή του, (εν)όραση που αποκαλύπτει την ουσία τους.

Η ιστορία που προκύπτει στην αντιπαραβολή δύο πραγματικοτήτων, του προσώπου από εδώ και του καθρέφτη από εκεί, είναι το σημαντικό για το πρόσωπο κι αυτή η ιστορία και γίνεται ακόμη πιο σημαντική αν εμβαθύνει το πρόσωπο, αν του παρέχει ένα πλεόνασμα νοήματος – αν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που εισάγει ο Ρ. Ricoeur για να κατανοήσει τα σύμβολα. Τι είναι το

πλεόνασμα νοήματος, μπορεί να αποκαλυφθεί αν εξετάσουμε τη λειτουργία των μεταφορικών εκφράσεων και τη μεταφορική κατανόηση, που είναι μια φαντασιακή κατανόηση. Προετοιμάζοντας την εισήγηση, ζήτησα από μια συνάδελφο και φίλη, εδώ στην κλινική, να προτείνει μια νέα μεταφορά που να κατανοεί με πρωτότυπο τρόπο ένα φαινόμενο. Μετά από λίγη ώρα είπε: «ο χωρισμός είναι θάνατος». Γενικά, το ενδιαφέρον είναι ότι οι μεταφορικές εκφράσεις δομούνται κατά το πρότυπο του καθρέφτη – δύο συγκεκριμένες οντότητες-λέξεις που αντιπαραβάλλονται και κάτι που προκύπτει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος που προτείνει τη μεταφορά θέλει, προφανώς, να επικοινωνήσει την οδύνη και τον θρήνο του χωρισμού, και φυσικά τα καταφέρνει. Όμως, ταυτόχρονα αυτό που προκύπτει είναι ότι δίνεται η δυνατότητα στη σχέση, στην οποία αναφέρεται ο χωρισμός, να γίνεται κατανοητή μέσω μιας άλλης πραγματικότητας, της ζωής, στην οποία αναφέρεται ο θάνατος. Έτσι η έννοια της σχέσης εμβαθύνεται, εμπλουτίζεται και κατανοείται όπως η ζωή – δηλαδή, ρητά ή άρρητα, γίνεται αντιληπτό ότι η σχέση γεννιέται, ζει, πάλλεται, μεταμορφώνεται, ενηλικιώνεται, γερνάει, αρρωσταίνει, θεραπεύεται και πεθαίνει. Φυσικά μια πολυχρησιμοποιημένη μεταφορά μπορεί να επικοινωνεί μόνον ένα νόημα, π.χ. η έκφραση «ο Γιάννης είναι γαϊδούρι» μπορεί να παραπέμπει τον κάθε ακροατή και πάντα στην ξεροκεφαλιά και το πείσμα του Γιάννη και να μην δημιουργεί κανένα πλεόνασμα νοήματος – είναι, στην γλωσσολογία, η περίπτωση της νεκρής μεταφοράς.8 Όμως, όταν χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, ή αν την ακούσει τώρα π.χ. ένας αλλοδαπός που δεν την γνωρίζει, μπορεί νόμιμα να κατανοηθεί ότι ο Γιάννης είναι επίσης εργατικός, υπομονετικός και φιλότιμος, γνωρίσματα που ασφαλώς, κατά τους ανθρώπους, χαρακτηρίζουν τον γάιδαρο. Μέσω μιας τέτοιας εννόησης, ο όντως ξεροκέφαλος Γιάννης μπορεί να κατανοείται, πέρα από την πραγματικότητα, στη βάση μιας επιπρόσθετης πραγματικότητας, που συσκοτίζει η νεκρή μεταφορά η οποία κατάντησε κάτι σαν κυριολεξία ή και στη βάση των δυνατοτήτων του Γιάννη. Μέσω της ζωντανής μεταφοράς, οι συνομιλητές μπορούν να παρουσιάζονται πιο ανοικτοί ή να διευρύνεται η επίγνωσή τους και τελικά ακόμη και το ζήτημα της επιστημονικής προόδου μπορεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγωγή των κατάλληλων μεταφορών που διευρύνουν τον ορίζοντα της έρευνας και της κατανόησης.

Ασφαλώς η ασθενής που μνημονεύσαμε στην αρχή και ο Φλόρυ δεν αποτελούσαν τίποτα εξαιρέσεις, έβλεπαν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη και στον καθρέφτη που ήταν οι άλλοι και γίνονταν χαρακτήρες μιας ιστορίας – της μιας και μοναδικής, μονοσήμαντης ιστορίας ντροπής και απόρριψης, χωρίς το πλεόνασμα του νοήματος, χωρίς τη δυνατότητα να πρωταγωνιστήσουν σε εναλλακτικές ιστορίες – η ιστορία τους ήταν ήδη νεκρή πολύ πριν να γίνουν κι οι ίδιοι νεκροί.

Τον συναντούσα σχεδόν ένα χρόνο μία φορά την βδομάδα. Είχα ήδη εξαντληθεί κι είχαν εξαντληθεί και οι ιδέες μου και, παρά το γεγονός ότι τελευταία εμφανιζότανε πιο ανάλαφρος, δεν θα μπορούσα να φανταστώ τι θα μπορούσε να μεταβάλει την βαριά ατμόσφαιρα που δημιουργείται στη συνάντηση ενός καταθλιπτικού και ανάπηρου ανθρώπου και του βαριεστημένου και στείρου γιατρού του. Μια μέρα μπήκε σχεδόν λάμποντας και μου είπε: «Είμαι πλέον καλά, δεν ντρέπομαι πια και δεν με πειράζει να με κοιτάνε στο δρόμο. Το οφείλω σε σας που με περιμένετε και με αποδέχεστε». Ομολογώ μετά λύπης μου ότι εδώ και καιρό τον περίμενα μόνο από ιατρική υποχρέωση και δεν είχα κανένα ενδιαφέρον. Τον ρώτησα πώς το καταλαβαίνει ότι τον αποδέχομαι και τον περιμένω και μου έδειξε μ’ ενθουσιασμό το ποτήρι με την πορτοκαλάδα.9

«Αυτό το ποτήρι σημαίνει ότι με περιμένετε», είπε.«Ίσως να είναι ρουτίνα για σας, να το κάνετε μηχανικά με όλους τους ασθενείς σας, αλλά και τίποτα να μην είναι για σας και ποτέ να μην με περιμένετε, αυτό περιμένει εμένα, μεσ’ τη δροσιά και τα χρώματα, θέλατε, δεν θέλατε, του δώσατε νόημα και δώσατε νόημα και σε μένα».

Ήταν η απαρχή μιας ανανεωμένης συζήτησης που κράτησε πολλές εβδομάδες, στη διάρκεια των οποίων η αμοιβαία παραγωγή ιδεών και εικόνων αντικατέστησε τον μηρυκασμό των πραγματικών γεγονότων – ειπώθηκαν ιστορίες για το ποτήρι που ήταν στην άκρη του γραφείου, μια αντανάκλαση τρόπον τινά που προκύπτει με την αντιπαραβολή δυο πραγματικοτήτων, για τη ζωή του ποτηριού εδώ, μεταξύ μας, και την ακρόαση των ιστοριών μας που μεταφέρει το βράδυ στο ντουλάπι, στα άλλα ποτήρια και πιάτα, για την πολυθρόνα που τον περιμένει να κάτσει, που τον αποδέχεται έτσι κι αλλιώς, χωρίς να ρωτά αν είναι αρτιμελής ή ανάπηρος, αν είναι βαρύς και της κουράζει τα πόδια ή όχι, για τον ήλιο που φέγγει επί ωραίων και άσχημων και αποκαλύπτει την ομορφιά και την ασχήμια του κόσμου μας, απαραίτητα και τα δύο για να ‘ναι ο κόσμος μας ανθρώπινος κόσμος κι όχι κόλαση ή παράδεισος.

Ίσως κάποιος να πει ότι ο ασθενής μου τύγχανε μορφωμένος και πνευματώδης…

Φαίνεται ότι πάντα υπάρχουν ιστορίες να λέγονται από όλους σε όλους και να κατανοούνται αμέσως. Δεν ξέρω αν θα ‘χε απτό αποτέλεσμα με την έννοια της επιθυμίας για εξόφθαλμο και μετρήσιμο αποτέλεσμα, αλλά, 15 χρόνια μετά, θαρρώ πως θα μπορούσε να ειπωθεί μια ιστορία στην ασθενή που είδε το όνειρο που «όνειρο ήταν». Έτσι λοιπόν, θα μπορούσε να είναι ασύλληπτη ευλογία η επίσκεψη του αγίου, έστω και στον ύπνο της. Τους περισσότερους από μας ο άγιος δεν μας επισκέπτεται ούτε στον ύπνο μας, ούτε στον ξύπνιο μας. Οι άγιοι και οι άγγελοι επισκέπτονται ταπεινούς και ταλαιπωρημένους ανθρώπους κι όχι αυτάρκεις και αλαζόνες, ήτανε δίχως άλλο μια εκλεκτή κι αν το σημάδι της δεν θεραπεύτηκε υπάρχει ακόμα η αφή του αγίου εκεί, τρόπον τινά ανακουφιστική αλοιφή και περιποίηση απαράμιλλη, ένα σημάδι που αγιάστηκε, όπως η φτέρνα του Αχιλλέα, πύλη εισόδου θανάτου και προσβολής, ένα σημάδι, ένας παράδοξος και άγιος τόπος, όπως ο τόπος του μαρτυρίου του κάθε αγίου, ο τόπος που οι πιστοί προσκυνάνε, που δεν είναι ο τόπος αθανασίας του αγίου, αλλά αντίθετα του μαρτυρίου και του θανάτου του.

Βέβαια ένα ερώτημα παραμένει· είναι επιστήμη αυτό; Ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα πως είναι επιστήμη. Τότε τι είναι; Είναι τεχνάσματα της ρητορικής, μυθοπλασίες φαντασιόπληκτων επιτήδειων που, αφού αρνούνται τα αδρά γεγονότα της κοινής μας πραγματικότητας, καταφεύγουν σε αυθαίρετα περιστατικά, του τύπου των καμωμάτων αρχαίων και νέων θεών για να υφάνουνε την πλοκή τους;

Τελειώνοντας παραφράζω την επιχειρηματολογία του Romanyshyn, για τους αγγέλους αυτή τη φορά, με τη επισήμανση ότι κανείς μπορεί να την αντιληφθεί κυριολεκτικά και να την υιοθετήσει ή να την απορρίψει ή να τη δει φαντασιακά σαν δυνατότητα ενός κόσμου να επικοινωνεί αλλιώς με το σόμπαν και να αποκαλύπτει ή να εφευρίσκει άλλες συνάφειες. Έτσι λοιπόν, υποτίθεται ότι στο παρελθόν και οι άγγελοι επισκέπτονταν τους θνητούς, όπως οι αρχαίοι κι οι νέοι θεοί. Η επιστήμη θεωρεί ότι άγγελοι ούτε υπήρξαν ούτε υπάρχουν ή τουλάχιστον συγκροτεί με τέτοιο τρόπο τη θεωρία και την πρακτική της που μια ανάλογη πιθανότητα να είναι τουλάχιστον άσχετη. Όμως αν δεν υπάρχουν επειδή δεν τους συναντούμε, ποιος ισχυρίζεται ότι επιθυμούμε μια τέτοια συνάντηση κι ότι πράγματι τους καλέσαμε με τον κατάλληλο τρόπο; Ποιος μπορεί να μας βεβαιώσει ότι δεν αποσύρθηκαν επειδή εμείς, στην πολιτεία που κατοικούμε και με τον τρόπο που ζούμε, αυτάρκεις με τις εξαιρετικές απαντήσεις της επιστήμης στις δυσκολίες μας, δεν τους καλούμε ποτέ; Ότι, αντίθετα, η ζωή μας τους αποστρέφεται και τους βάζει, ως, το λιγότερο, άσχετους, στο περιθώριο σαν τις μπεκάτσες. Οι μπεκάτσες δεν έρχονται πλέον στις πόλεις μας, είναι πολύ αφιλόξενοι τόποι γι’ αυτές, άλλωστε και οι άνθρωποι για τους σκοπούς τους τη σήμερον δεν χρειάζονται τα κρωξίματα των πουλερικών. Με τα χρόνια μπορεί και να εκλείψουν απ’ τον πλανήτη κι οι μακρινοί μας απόγονοι μπορεί να πιστεύουν ότι ποτέ δεν υπήρξαν μπεκάτσες. Εκτός αν η επιστήμη της εποχής τους τις χρειάζεται για τους δικούς της σκοπούς και συνεπώς τους διαβεβαιώνει για το αντίθετο.

Σημειώσεις

  1. Δες, μεταξύ άλλων, Ρ. Gilbert& J. Miles(επιμ.). Body Shame, Brunner-Routledge, Hove, 2002.
  2. Berger & Th. Luck-mann, The Social Con-struction of Reality, Anchor, New York, 1967.
  3. Σε μια προηγούμενη συζήτησή μας, σχεδόν των ίδιων ζητημάτων, πα-ραμείναμε αυστηρά όχι μόνο στα ίδια τα πρόσωπα και τα γεγονότα αλλά και στις ίδιες τις λέξεις των υποκειμένων, χωρίς παρ-εμβάλλουμε έννοιες της ψυχιατρικής και της ψυ-χολογίας και χωρίς να εξάγουμε συμπεράσματα βασιζόμενοι σε κάποια υπόθεσή μας ή σε κάποια γενικότερη θεωρία. Δες, «Ήθελα να Εξαφανιστώ από το Πρόσωπο της Γης», στο Γ. Βασιλάκος (επιμ.), Η Ερμηνεία στην Ψυχιατρική και την Ψυχοθεραπεία, Ύψιλον, Αθήνα, 2004.
  4. Τζ. Όργουελ, Μέρες της Μπούρμα, Ελεύθερος Τύ-πος, Αθήνα, 1980.
  5. Κν. Χάμσουν, Ευλογία της Γης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1980.
  6. Romanyshyn. Psycho-logical Life: from science to metaphor. University of Texas Press, Austin, 1982.
  7. Για αυτήν την εκτίμηση, που παραλληλίζει την σχιζοειδή/σχιζοφρενική εμπειρία με την επιστημονική στάση και την κατάσταση του ανθρώπου της νεωτερικότητας, δες, με-ταξύ άλλων φαινομενολογικών ερμηνειών, L. A. Sass, MadnessandMo-dernism, BasicBooks, NewYork, 1992.Lakoff & M. Johnson, Metaphors We Live By, University of Chicago Press, Chicago, 1980.
  8. Lakoff & M. Jonhson. Metaphors We Live By, University of Chicago Press, Chicago 1980
  9. Δεν είναι του παρόντος να συζητηθεί κατά πόσο μια τέτοια χειρονομία, ένα ποτήρι πορτοκαλάδας ή κόκα κόλας, αντιφάσκει κάποιες αρχές της ψυχοθεραπείας. Ο Yalom(Το Δώρο της Ψυχοθεραπείας, Άγρα, Αθήνα, 2004) υποστηρίζει ότι όχι μόνο δεν αντιφάσκει αλλά αναδεικνύει το δώρο της. Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να υπάρξει όχι μόνον εμπειρική και διαισθητική υποστήριξη τέ-τοιων χειρονομιών αλλά και σχετική θεωρητική /φιλοσοφική επιχειρηματολογία.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.