Jacquy Chemouni
Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχοπαθολογίας
στο Πανεπιστήμιο της Caen, Γαλλία
σύναψις 04a [2006]
Τέχνη, ομορφιά ή χαρά,
όλα παραπέμπουν στο σώμα
Freud (1935)1
Μετάφραση:
Νίκος Ζηλίκης
Το ζήτημα του σώματος αποτελεί σήμερα μια ουσιαστική επιστημολογική πρόκληση για την ψυχανάλυση. Η εξέλιξη των νευροεπιστημών και των γνωσιακών επιστημών, οι οποίες τοποθετούν τα ερωτήματα γύρω από τις σχέσεις σώματος-πνεύματος στο επίκεντρο των ερευνών τους, οδηγεί την ψυχανάλυση στην επανεκτίμηση ή στον επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ζήτημα αυτό, που για την ίδια έχει περιοριστεί στο πεδίο της ψυχοσωματικής. Η πολλαπλότητα ή ο εκλεκτικισμός των ψυχαναλυτικών θεωριών και πρακτικών καθιστούν το θέμα ακόμα πιο πολύπλοκο.

Ωστόσο, αυτό που μας οδηγεί στο να επιχειρήσουμε αυτή τη σύντομη επιστροφή στον Freud, δεν είναι τόσο η δυσκολία να συλλάβουμε την ομοιογένεια μιας σκέψης, όσο η διαπίστωση μιας κάποιας παραμέλησης του πλούτου των θέσεων και των εμπνεύσεων του Freud σε ό,τι αφορά στις σχέσεις μεταξύ σώματος και πνεύματος. Αποτελεί παράδοξο στην ιστορία των ιδεών το ότι οι ιδέες του Freud, που σήμερα βρίσκουν απήχηση και προκαλούν ενδιαφέρον σ’ αυτόν τον τομέα της έρευνας, εκφράστηκαν, ιστορικώς μεν πριν από την ψυχανάλυση, επιστημολογικώς δε εκτός του πεδίου της. Πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι αντιλήψεις του αυτές διατυπώθηκαν αφ’ ενός μεν σε ένα κείμενο του 1890, εποχή που χρονολογικά προηγείται της δημοσίευσης των πρώτων ψυχαναλυτικών γραπτών του, και αφ’ ετέρου, επ’ ευκαιρία των νευρώσεων εκείνων που δεν φανερώνουν κάποια ψυχική σύγκρουση, αλλά αποκαλύπτουν ψυχικές πραγματικότητες οι οποίες βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των προβληματισμών μας.
Αξίζει να υπογραμμίσουμε τρεις σημαντικές ιδέες:
Η πρώτη προτείνει αξιωματικά ότι η ψυχανάλυση είναι μια θεωρία του σώματος και ότι αυτό, χωρίς ποτέ να έχει αποτελέσει αντικείμενο εννοιολογικής επεξεργασίας, αποτελεί ουσιαστικό δεδομένο, άνευ του οποίου δεν θα είχε καταστεί δυνατή η επεξεργασία του οικοδομήματος της ψυχανάλυσης. Δεν πρόκειται για την κλασσική υλιστική ιδέα σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη της ψυχής (προ)ϋποθέτει την παρουσία του σώματος, ακόμα κι αν αυτή (η ψυχή) αφού πλέον συσταθεί, χειραφετείται από το σώμα, χωρίς να ανάγεται σ’ αυτό. Ο τρόπος με τον οποίο ο Freud συλλαμβάνει αυτό το ζήτημα δεν μας επιτρέπει να αρκεστούμε στις δύο κλασσικές κατηγορίες του πραγματικού (réel) και του φανταστικού (imaginaire) σώματος. Τόσο μάλλον που η ψυχική θεωρία του σώματος, όπως την προτείνει ο Freud, δεν οδηγεί στη βιολογικοποίηση της ψυχής, όπως έκανε ο Reich, ή στη φυσικοποίησή της (naturalisation), όπως κάνουν κάποιοι αναλυτικοί φιλόσοφοι (Paul και Patricia Churchland). Αντιθέτως, μας καλεί να θεωρήσουμε το σώμα ως αυτό που καθιστά δυνατή την «αυθεντικότητα», το «αισθαντικό». Να θυμίσουμε ότι η δομική ανάπτυξη του ψυχισμού από ψυχο-συναισθηματική άποψη περνά μέσα από την εμπειρία ενός ειδικού σωματικού βιώματος που συνηθίσαμε να περιγράφουμε με όρους σταδίων: στοματικό, πρωκτικό, φαλλικό. Αυτά επιτρέπουν τη σύσταση ψυχικών μηχανισμών, προσφέροντας τα αντίστοιχα μοντέλα. Έτσι, η ψυχική ικανότητα κατακράτησης του αντικειμένου θεμελιώνεται επάνω στο πρωκτικό βίωμα. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας του Don Juan, με την αδυναμία του να δημιουργήσει μια ερωτική σχέση με το αντικείμενο διαρκούς και σταθερής επένδυσης, εικονογραφεί με θαυμαστό τρόπο την προβληματική που βασίζεται στην πρωκτικότητα.
Μια τέτοια σύλληψη θεωρεί το σώμα ως ζωντανή οντότητα, σε διαρκή σχέση με την ψυχή. Η ενόρμηση, έννοια που τοποθετείται οριακά μεταξύ σώματος και ψυχής, αποτελεί τυπική μαρτυρία.
Η τρίτη ιδέα αφορά στο πεδίο της ψυχοσωματικής, το οποίο προσδιορίζει εκείνες τις σωματικές διαταραχές που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη συμμετοχή ψυχικών παραγόντων στη δημιουργία, την εμφάνιση και τη διατήρησή τους.
Η ψυχοσωματική δεν περιορίζεται λοιπόν μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με την επίδραση της ψυχής στο σώμα, αλλά εξετάζει την παρουσία της μέσα από τρεις μη αναγωγιστικές οπτικές:
Θετικά, όπως στην υστερία μετατροπής ή στην περίπτωση σωματικών εκδηλώσεων συνεπεία ψυχικών συγκρούσεων, δηλώνοντας τον άμεσο ρόλο της ψυχής στη σωματοποίηση.
Αρνητικά, με την έννοια της απουσίας-παρουσίας, έτσι όπως εκδηλώνεται στις ενεστώσες νευρώσεις (névroses actuelles), στις διεργασίες σωματοποίησης που σχετίζονται με ελλειμματική ψυχικοποίηση (mentalisation). Αυτό που σήμερα ορίζουμε ως «αρνητική συμπτωματολογία» περιγράφει ακριβώς αυτή τη διεργασία.
Ψυχικά γεγονότα είναι σωματικά, αλλά δεν επιδέχονται σωματική ερμηνεία.²
Ως επακόλουθο μιας σωματικής διαταραχής.
Όταν ο Freud εξετάζει τις σχέσεις του σώματος με την ψυχή, δεν εννοεί σαφή διαχωρισμό μεταξύ σωματικής και ψυχικής σφαίρας, αλλά διαρκή μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Οφείλουμε λοιπόν να αντιληφθούμε όχι μόνο την επίδραση της ψυχής στο σώμα, αλλά και το αντίστροφο: το σώμα ως πηγή πληροφοριών για την ψυχή, χωρίς ωστόσο η τελευταία να υπάγεται σ’ αυτό. Έτσι, στο επίκεντρο της σχέσης σώματος-ψυχής βρίσκουμε την αλληλεπίδραση των αιτιοτήτων.
Μια τέτοια αντίληψη συναντά τις απόψεις του Davidson περί «επισυμβαίνοντος» (survenance), του γεγονότος δηλαδή ότι οι ψυχικές καταστάσεις «συμβαίνουν» επί σωματικών καταστάσεων, και των απόψεών του περί «ανώμαλου μονισμού» (monisme anomal), δηλαδή της παράδοξης παραδοχής ότι τα ψυχικά γεγονότα είναι σωματικά, αλλά δεν επιδέχονται σωματική ερμηνεία.²

Δεν είναι δυνατόν στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης να γίνει εξαντλητική παρουσίαση του ζητήματος του σώματος στη φροϋδική σκέψη. Αυτό που προτίθεμαι να κάνω είναι να εκθέσω εν συντομία ορισμένες πτυχές που θεωρώ ουσιαστικές.
Ξεκινώντας, θα ήθελα να παρουσιάσω ένα κείμενο του Freud του 1890, το οποίο κατά την άποψή μου έχει αγνοηθεί ή, τουλάχιστον, δεν γίνεται ποτέ αναφορά σε αυτό όταν μελετάται η αντίληψη του Freud για την ψυχή στις σχέσεις της με το σώμα.
1890 «Ψυχική θεραπεία»: ένα μανιφέστο ψυχοσωματικής
Το ενδιαφέρον του Freud για τα φαινόμενα που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως «ψυχοσωματικά» ανέρχεται στην εποχή των πρώτων ψυχολογικών έργων του. Πριν ακόμη και από το μεγάλο έργο του το οποίο εισάγει τη σύλληψή του περί ψυχής, την «Ερμηνευτική των ονείρων» που εκδόθηκε το 1899, πριν ακόμη και από τις «Μελέτες στην υστερία» (1895), των οποίων η προκαταρκτική δημοσίευση σε συνεργασία με τον Breuer χρονολογείται στα 1893, ο Freud δημοσιεύει το 1890 ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Ψυχική θεραπεία» (Traitement psychique)³, το οποίο θα νομιμοποιούμασταν να θεωρήσουμε ως το πρώτο ψυχαναλυτικό γραπτό του. Αυτό που καθιστά την εργασία αυτή ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι εξετάζει ουσιαστικά την επίδραση των ψυχικών παραγόντων στις σωματικές διαταραχές, χωρίς να περιορίζει τις τελευταίες στα υστερικά φαινόμενα. Αποτελεί ένα πραγματικό μανιφέστο ψυχοσωματικής.⁴
Ποτέ άλλοτε στο έργο του, ούτε στις μετέπειτα εβδομαδιαίες παρεμβάσεις του στην Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης, από το 1906 μέχρι το 1918, δεν θα διατυπώσει ο Freud με τόση πεποίθηση και τόλμη την πίστη του στη σημασία της επίδρασης της ψυχής (psyché) στο σώμα. Δεν θα επανέλθει ποτέ στο σύνολο των ιδεών που διατυπώνει στο κείμενο αυτό, πέραν των όσων αφορούν στην υστερική μετατροπή, παρόλο που αρκετές φορές αυτές θα υποστηριχθούν, αν και με λιγότερη τελικά τόλμη σε σχέση με αυτά που έλεγε ο ίδιος, από ορισμένους από τους μαθητές του που ενδιαφέρονταν να κατανοήσουν την ψυχοσωματική (Groddeck, Deutsch, Jelliffe) και οι οποίοι από πολλές απόψεις υπήρξαν πρόδρομοι των σύγχρονων ιδεών στην ψυχοσωματική.
Ο Freud υπογραμμίζει εξ αρχής αυτό που πρέπει να εννοεί κανείς ως «ψυχική θεραπεία»: ένα θεραπευτικό μέσο εκπορευόμενο από την ψυχή και το οποίο αφορά τόσο στις ψυχικές όσο και στις σωματικές διαταραχές, αλλά που επιδρά κατά πρώτο λόγο και με άμεσο τρόπο στην ψυχή. Φαίνεται καθαρά ότι η θεραπεία αυτή, η οποία αργότερα θα ονομαστεί ψυχανάλυση, έχει εφαρμογή στην περίπτωση των οργανικών παθήσεων επιδρώντας στην ψυχή του ασθενούς. Ο λόγος (parole) αποδεικνύεται λοιπόν ικανός, όπως και στη μαγεία, να επιδρά ως μια δύναμη που μπορεί να επιφέρει αλλαγή. Να διευκρινίσουμε ότι στο κείμενο αυτό ο όρος «ψυχή» (âme) έχει μια γενική σημασία. Καλύπτει τόσο την ψυχοσυναισθηματική διάσταση, όσο και τις νοητικές ικανότητες, τη βούληση κ.λπ.
Ο Freud επιμένει στην υπογράμμιση της πρωτοτυπίας αυτής της θεώρησης που δεν ανάγει την ψυχή στο σώμα [το ψυχικό στο σωματικό]. Αναγνωρίζει βεβαίως την ύπαρξη ψυχολογικών διαταραχών συνεπεία οργανικών βλαβών οφειλόμενων σε τοξικές ουσίες, αλλά είναι ήδη βαθιά πεπεισμένος για την ύπαρξη «μιας σχέσης αμοιβαίας επίδρασης» μεταξύ σώματος και ψυχής και εκφράζει τη λύπη του για το ότι οι γιατροί δεν είχαν λάβει υπ’ όψιν τους παρά μόνο την επίδραση του σώματος στην ψυχή και όχι το αντίστροφο, «σαν να φαίνονταν πως φοβούνταν να αναγνωρίσουν μια συγκεκριμένη αυτονομία στην ψυχική ζωή, σαν αυτό να σήμαινε ότι εγκαταλείπουν το πεδίο της επιστήμης, εάν θα το διέπρατταν».⁵
Για παράδειγμα, ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με διαταραχές της όρασης ή συμπτώματα από το στομάχι, στους οποίους δεν διαπιστώνεται κάποια οργανική πάθηση, διαταραχές που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως «λειτουργικές», υποφέρουν στην πραγματικότητα από μια πάθηση του νευρικού συστήματος στο σύνολό του. Ο Freud αμφιβάλλει, μάλιστα, αν στο μέλλον θα καταστεί δυνατόν να ανακαλυφθούν οι οργανικές μεταβολές που αποτελούν την αιτία αυτών των καταστάσεων. Του ήταν λοιπόν προφανές ότι σε ορισμένους ασθενείς η [σωματική] διαταραχή προέρχεται από «μια αλλαγή στην επίδραση της ψυχικής ζωής τους στο σώμα και, κατά συνέπεια, η αρχική αιτία της διαταραχής θα πρέπει να αναζητηθεί σε ψυχικό επίπεδο».
Ο Freud είναι βέβαιος ότι υπάρχουν λόγοι ή αίτια ψυχικής φύσεως στην προέλευση της σωματικής διαταραχής. Είναι προφανές γι’ αυτόν ότι η επίδραση της ψυχής στο σώμα προέρχεται από τις συγκινησιακές καταστάσεις (émotions): το μαρτυρούν οι διαταραχές της καρδιακής λειτουργίας, η κυκλοφορία του αίματος κ.λπ. Οι ψυχικές καταστάσεις που εμπλέκονται ιδιαίτερα στις διαταραχές αυτές ονομάζονται «συναισθήματα» (affects), κάτι που οδήγησε μεγάλο αριθμό ψυχολόγων στο «να θεωρούν ότι η ουσία των συναισθημάτων συνίσταται μόνο στις σωματικές εκδηλώσεις τους».⁶ Αντιλαμβανόμαστε σαφώς την επίδρασή τους στις κλασικές διαταραχές που αφορούν στην έκφραση του προσώπου, τις εκκρίσεις, την κυκλοφορία του αίματος, το θυμό κ.λπ. Όμως, η παρουσία της επίδρασής τους είναι λιγότερο γνωστή όταν δεν εκφράζονται με άμεσο τρόπο μέσω του σώματος.
Ο Freud αναφέρεται σε ορισμένες καταθλιπτικές καταστάσεις, όπως η θλίψη και η λύπη, οι οποίες, παρ’ ότι είναι κατ’ αρχήν ψυχολογικής φύσεως, επηρεάζουν δευτερευόντως και το σώμα, όντας ικανές έτσι να προκαλούν «μια σφαιρική έκπτωση της σωματικής θρέψης, εξαφάνιση του λίπους και αλλοίωση των τοιχωμάτων των αγγείων. Τα κύρια συναισθήματα παίζουν προφανώς μεγάλο ρόλο ως προς την ικανότητα αντίστασης στα μεταδοτικά νοσήματα. Ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτό μας παρέχουν ιατρικές παρατηρήσεις σύμφωνα με τις οποίες η προδιάθεση στις αρρώστιες των στρατοπέδων και στη δυσεντερία είναι πολύ μεγαλύτερη μεταξύ των ανδρών του ηττημένου στρατού από ό,τι στους νικητές. Όμως, τα συναισθήματα (affects) –για την ακρίβεια, σχεδόν αποκλειστικά τα καταθλιπτικά συναισθήματα– είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσουν αυτά καθαυτά την αιτία παθήσεων, συνοδευόμενων από διαπιστώσιμες ανατομικές μεταβολές, τόσο του νευρικού συστήματος, όσο και άλλων οργάνων. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το άτομο είχε ήδη μια προδιάθεση στη νόσο, η οποία όμως δεν είχε μέχρι τότε εκδηλωθεί».⁷
Ήδη από το 1890, για τον Freud η ισχύς των συναισθημάτων εμφανίζεται με μια εκπληκτική παντοδυναμία: «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι τα καταθλιπτικά συναισθήματα μπορούν να βραχύνουν σημαντικά τη διάρκεια της ζωής, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένας βίαιος τρόμος, μια βαριά ταπείνωση ή ντροπή μπορεί να θέσουν απότομο τέλος στη ζωή. Είναι αξιοπερίεργο να διαπιστώνει κανείς ότι και μια μεγάλη αναπάντεχη χαρά μπορεί να επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα».⁸
Να σημειώσουμε ιδιαίτερα αυτήν την ιδέα του Freud, την οποία θα διατυπώσουμε ως εξής: δεν σκεφτόμαστε με το μυαλό, αλλά με το σώμα, κάτι που δεν απέχει πολύ από τις θέσεις του Damasio.⁹ Ο Freud γράφει: «για την ακρίβεια, όλες οι ψυχικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που συνηθίζουμε να θεωρούμε ως “σκεπτικές διεργασίες”, είναι σε έναν βαθμό “συναισθηματικές” (affectifs) και δεν θα βρούμε καμία που να μην συνοδεύεται από σωματικές εκδηλώσεις και που να μην διαθέτει την ικανότητα να τροποποιεί τις σωματικές διεργασίες».¹⁰

Έστω και εάν σήμερα θα διατυπώναμε με διαφορετικό τρόπο τον ρόλο του ψυχικού ντετερμινισμού στην εξέλιξη μιας νόσου και στο θάνατο, παραμένει γεγονός ότι ο Freud το είχε προαισθανθεί ήδη από το 1890: «είναι πολύ πιθανόν ότι η αποφασιστική στάση κάποιου να γίνει καλά ή η θέληση να πεθάνει δεν είναι χωρίς σημασία ως προς την έκβαση νοσημάτων, ακόμα και των πιο σοβαρών ή με αβέβαιη έκβαση». Λόγια που συναντούν τα ουσιαστικά ερωτήματα της σύγχρονης ψυχοσωματικής, όπως αυτά που εξέταζε ο Pierre Marty στα έργα του Les mouvements individuels de vie et de mort (1976) και L’ordre psychosomatique (1982).
Είναι σαφές ότι ο Freud δεν ανάγει στο μοντέλο της υστερίας τις περιπτώσεις των νόσων που ιώνται μέσα από καρτερική πίστη, αλλά πιστεύει ότι πρόκειται για παθολογικές καταστάσεις που δεν έχουν τίποτε το φανταστικό, αλλά εκδηλώνονται «με υλικό τρόπο». Δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στο θαύμα για να εξηγήσουμε το φαινόμενο της «θαυματουργής ίασης»· αρκεί αυτό που ονομάζουμε «πραγματικά ανθρώπινες ενορμητικές δυνάμεις», οι οποίες, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική πίστη και τον ενθουσιασμό του πλήθους των πιστών, ενισχύουν την ικανότητα της ψυχής να τροποποιεί το σωματικό. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώοπους με θαυματουργές ικανότητες.
Ο Freud και η ψυχοσωματική σκέψη
Ο Freud δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «ψυχοσωματική». Είναι εντυπωσιακά απών το θέμα αυτό από το έργο του. Με εξαίρεση την περίπτωση των υστερικών συμπτωμάτων, δεν διατύπωσε ποτέ συγκροτημένες ψυχοσωματικές θεωρίες ή έστω υποθέσεις. Αυτή η σιωπή, ή αυτό το θεωρητικο-κλινικό αδιέξοδο, δεν μπορεί παρά να εκπλήσσει, καθώς ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης δεν δίστασε, πολλές φορές και για πολλά ζητήματα, να διατυπώσει τις πιο τολμηρές θεωρίες. Είναι βέβαιο ότι δεν αντιτίθεται, το αντίθετο μάλιστα, στην τόλμη της ψυχανάλυσης να ανοιχτεί στον τομέα της ψυχοσωματικής. Ωστόσο, ο ίδιος παραμένει έξω από κάτι τέτοιο, κυρίως λόγω έλλειψης κλινικών γνώσεων σ’ αυτόν τον τομέα. Κατά καιρούς διατυπώνει εν συντομία κάποιες ιδέες για το ζήτημα αυτό, όμως δεν τις εμβαθύνει καθόλου.
Ο ψυχαναλυτής Freud δεν αγνοούσε τις εργασίες των μαθητών του εκείνων που επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν την ψυχαναλυτική τεχνική στη θεραπεία σωματικών ασθενών. Συμφωνεί με τη γενική ιδέα της επίδρασης των ψυχικών παραγόντων στις παθήσεις οργανικής αιτιολογίας. «Η αναλυτική θεραπεία των παθήσεων των οργάνων, γενικώς, δεν στερείται προοπτικών (Jelliffe, Groddeck, F. Deutsch), γιατί δεν είναι σπάνιο ένας ψυχικός παράγοντας να συμμετέχει στην εκδήλωση και στη διατήρηση αυτών των παθήσεων».¹¹ Οι μαθητές του είναι αυτοί που διακηρύσσουν την πεποίθηση ότι οι ψυχικοί παράγοντες επηρεάζουν τα σωματικά φαινόμενα: «Μεταξύ των θεραπευτών έχουν υψωθεί φωνές (Groddeck, Jelliffe) που θεωρούν πολύ ελπιδοφόρα και την ψυχαναλυτική θεραπεία στην περίπτωση των σοβαρών σωματικών παθήσεων, δεδομένου ότι σε πολλές από αυτές έχει συμβάλει ταυτόχρονα και ένας ψυχικός παράγοντας στον οποίο μπορούμε να καταφέρουμε να ασκήσουμε κάποια επίδραση».¹²
Ο Freud δεν είναι εντελώς αντίθετος στην ιδέα του Groddeck σύμφωνα με την οποία όλες οι σωματικές παθολογικές καταστάσεις περιλαμβάνουν μια ψυχική αιτιολογία, όπως το μαρτυρούν αυτές οι γραμμές που απευθύνει στον πάστορα Pfister, ο οποίος σημειωτέον δεν εκτιμούσε καθόλου τον Groddeck: «Ο Groddeck έχει σίγουρα δίκιο κατά τα τέσσερα πέμπτα αποδίδοντας τις σωματικές παθήσεις στο Εκείνο. Και ίσως είναι κοντά στο σωστό κατά το υπόλοιπο». Ωστόσο, δεν υιοθετεί τις απόψεις αυτές ανεπιφύλακτα. Δεν μπορεί να τον ακολουθήσει παραπέρα στηριζόμενος μόνο σε απλές ερμηνείες, του χρειάζονται αποδείξεις: «Γνωρίζετε ότι το ενδιαφέρον μου για τις υποθέσεις σας είναι μεγάλο και παραμένω επιφυλακτικός μόνο στο βαθμό που χρειάζεται παροχή αποδείξεων».¹³ Έχει εντούτοις επίγνωση ότι η επιτυχής εφαρμογή της ψυχανάλυσης στις οργανικές διαταραχές θα συνιστούσε μια πραγματική επανάσταση. Επανάσταση, βέβαια, δύσκολα μετρήσιμη, αλλά για την οποία μπορούμε να υποθέσουμε –όπως μας δείχνουν εν μέρει οι σημερινές έρευνες στην ψυχοσωματική– ότι θα επέφερε μια βαθιά αλλαγή στην ψυχανάλυση. Ο Freud παραμένει πεπεισμένος ότι «η δράση του ασυνείδητου ασκεί μια πλαστική επενέργεια στις σωματικές διεργασίες, τέτοια που δεν συμβαίνει ποτέ με τη δράση του συνειδητού».¹⁴
Αν και η υστερία αποτελεί το υποδειγματικό πρότυπο βάσει του οποίου ο Freud προσπαθεί να κατανοήσει τις σωματοποιήσεις, ωστόσο οι τελευταίες δεν ανάγονται σε αυτό. Από πολύ νωρίς, συνειδητοποιεί ότι η επίδραση που ασκεί η ψυχή στο σώμα περνά μέσα από τις πιο διαφορετικές διεργασίες. Κάτι που μαρτυρούν και τα λεγόμενά του στην Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης στις 11 Μαΐου του 1910, όπου σημειώνει μιλώντας για το «νευρικό άσθμα»: «Το πιο εντυπωσιακό είναι η ομοιότητά του με τα οιδήματα που εμφανίζουν συχνά οι υστερικοί σε συνθήκες που άλλοι δεν εμφανίζουν καθόλου. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ως προς το ρόλο του ψυχικού παράγοντα στις καταστάσεις αυτές, όπως δεν υπάρχει αμφιβολία και στις περιπτώσεις ημικρανίας, η οποία έχει το χαρακτηριστικό να μπορεί να μετατεθεί και να εκλυθεί από ψυχολογικά αίτια. Η ημικρανία δεν είναι υστερικό σύμπτωμα αλλά, θα λέγαμε, μια οργανική αρρώστια. Ακολουθεί κανονικά το δικό της ρυθμό, αλλά μπορεί να μετατεθεί από το άτομο σε άλλες καθορισμένες χρονικές στιγμές. Όλα αυτά, είναι σύνδρομα όπου, δίπλα στους οργανικούς παράγοντες, το ψυχικό στοιχείο παίζει μεγάλο ρόλο. Το ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό συμμετέχουν αυτοί οι δύο παράγοντες στον καθορισμό της αρρώστιας, ερώτημα που πρέπει να προσεγγίσουμε με πολλή περίσκεψη».¹⁵
Οι ενεστώσες νευρώσεις
Κατά τα έτη 1892-1898, ο Freud απομονώνει μια ομάδα νευρώσεων, που τις διακρίνει από τις ψυχονευρώσεις, και τις οποίες χαρακτηρίζει ως «ενεστώσες νευρώσεις». Κατατάσσει σ’ αυτές τη νευρασθένεια και την αγχώδη νεύρωση, στις οποίες θα προσθέσει το 1914 την υποχονδρία. Πρόκειται για νευρώσεις σεξουαλικής προέλευσης, με αιτιολογία όχι ψυχική, αλλά σωματική. Η νευρασθένεια εθεωρείτο ότι ήταν αποτέλεσμα υπερβολικής αυνανιστικής δραστηριότητας και η αγχώδης νεύρωση αποτέλεσμα μιας άθροισης σεξουαλικού ερεθισμού που δεν έβρισκε πλήρη ικανοποίηση, όπως η διακεκομμένη συνουσία. Ως εκ τούτου, οι συγκρούσεις δεν θα έπρεπε να αναζητηθούν στο παρελθόν και στην παιδική ηλικία, αλλά στο παρόν και δεν θα είχαν συμβολική σημασία.
Οι πρόσφατες έρευνες στο πεδίο της ψυχοσωματικής, κυρίως με τις εργασίες της Σχολής του Παρισιού, επανέφεραν το ενδιαφέρον για τις ενεστώσες νευρώσεις. Αν και οι ψυχαναλυτές στη μεγάλη πλειοψηφία τους δεν αποδέχονται πλέον την αιτιολογική εξήγηση που πρότεινε ο Freud για τη φύση των διαταραχών που παρατηρούνται στις νευρώσεις αυτές, ανακαλύπτουν ωστόσο ότι πολλές από τις ιδέες του στο συγκεκριμένο ζήτημα αντανακλώνται στους σύγχρονους προβληματισμούς στην ψυχοσωματική, κυρίως αυτές που αφορούν στην εκτροπή της σεξουαλικής διέγερσης «εκτός ψυχικής επεξεργασίας»,¹⁶ στην αδυναμία «ψυχικής επεξεργασίας»,¹⁷ «στην άθροιση διέγερσης», «στο εξαιρετικά ενδιαφέρον γεγονός ότι το άγχος που βρίσκεται στη βάση των εκδηλώσεων της νεύρωσης δεν επιτρέπει καμιά ψυχική παροχέτευση»,¹⁸ στη διαπίστωση ότι «η πιο καταστροφική συνέπεια του αυνανισμού συνίσταται σε ένα βραχυκύκλωμα: την κατάργηση της απόστασης μεταξύ επιθυμίας και πραγματοποίησής της»,¹⁹ κ.λπ. Τις ιδέες που εμπεριέχονται στις έννοιες της εκτροπής (dérivation) ή του βραχυκυκλώματος, υποδειγματικών παραγόντων που εξηγούν την ενεστώσα νεύρωση, τις ξαναβρίσκουμε στην ψυχοσωματική σκέψη που επεξεργάστηκε ο Pierre Marty.
Τελειώνοντας, θα σημειώσουμε μια απορία στη θεωρία της ενεστώσας νεύρωσης, η οποία εκφράζει τον ατελή χαρακτήρα της. Εάν η εκφόρτιση δεν αφορούσε παρά μόνο στη σωματική διάσταση της σεξουαλικότητας, δύσκολα θα διακρίναμε πού είναι προβληματικό το παράδειγμα της αυνανιστικής ικανοποίησης ως αιτίας της νευρασθένειας, αφού η σωματική εκφόρτιση έχει υπάρξει. Το πρόβλημα θα προερχόταν τότε από την ψυχική διάσταση της σεξουαλικότητας, η οποία, μη βρίσκοντας ικανοποίηση, θα μετατρεπόταν σε σύμπτωμα, κάτι που, σε αντίθεση με τη φροϋδική σύλληψη, θα καθιστούσε την ψυχική διάσταση κύρια αιτιολογία της διαταραχής.
Ο Freud δεν εγκατέλειψε ποτέ τη θεωρία του περί ενεστωσών νευρώσεων, ακόμα και αν στη συνέχεια παραδέχεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η ψυχαναλυτική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει τα άτομα που πάσχουν από αυτές.
Το ερωτογόνο σώμα
Η έκφραση «ερωτογόνο σώμα» σημαίνει ότι από κάθε περιοχή του σώματος μπορεί να προέλθει μια σεξουαλική διέγερση. Ενώ ο όρος της «ερωτογόνου ιδιότητας» (érogénéité), που αφορά στη λιβιδινική διεγερσιμότητα μιας σωματικής ζώνης ή ολόκληρου του σώματος και συνδέεται αναπόσπαστα με την έννοια της ερωτογόνου ζώνης, εμφανίζεται στο έργο του Freud το 1914 στην εργασία του για το ναρκισσισμό, η ιδέα περί της ικανότητας ενός μέρους του σώματος να αποτελεί πηγή ευχαρίστησης ανάγεται στις εργασίες του για την υστερία.
Στα Τρία δοκίμια για τη σεξουαλική θεωρία, εκθέτει τις πρώτες ακριβείς θέσεις του για το θέμα. Ο όρος ερωτογόνος ιδιότητα αφορά σε «μια περιοχή του δέρματος ή των βλεννογόνων στην οποία ερεθίσματα ενός συγκεκριμένου τύπου προκαλούν μια αίσθηση ευχαρίστησης καθορισμένης φύσης».
Δεν είναι τόσο η σωματική ζώνη αυτή καθαυτή που επιφέρει την αίσθηση ευχαρίστησης όσο «η φύση του ερεθίσματος και οι ιδιότητες της εμπλεκόμενης περιοχής του σώματος». Όλα τα μέρη του σώματος, κάθε όργανο, εσωτερικό ή εξωτερικό, μπορούν να αποκτήσουν την ιδιότητα ερωτογόνου ζώνης. Το δέρμα φαίνεται να προσφέρεται ιδιαίτερα στο να προσλάβει το ρόλο ερωτογόνου ζώνης, και «ίσως έτσι θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε καλύτερα τα θεραπευτικά αποτελέσματα των θερμών λουτρών». Ενώ η ερωτογόνος ζώνη εξαρτάται από το σώμα και από τις ενορμήσεις αυτο-συντήρησης, από τη στιγμή που θα ερεθιστεί, μπορεί να αφυπνίσει με τη σειρά της τη φυσική (σωματική) ανάγκη. Πολλές φορές ο Freud στο έργο του επιμένει στην ποσοτική διάσταση της διεγερσιμότητας: «Ονομάζουμε ερωτογόνο ιδιότητα ενός μέρους του σώματος τη δραστηριότητα εκείνη που συνίσταται στην αποστολή στον ψυχισμό ερεθισμών που τον διεγείρουν σεξουαλικά».
Ίσως η πιο καινοτόμος ιδέα που εισάγει η έννοια της ερωτογόνου ιδιότητας να συνίσταται στη σύλληψη της ικανότητας μεταβολής της κατάστασης των οργάνων. Με τον τρόπο αυτό, ανοίγεται μια νέα οδός στην έρευνα στην ψυχοσωματική. Ο ίδιος ο Freud, εξάλλου, δίνει ένα παράδειγμα για την έννοια του αυτή μέσα από τον προβληματισμό του για την υποχονδρία, ο ερωτογόνος χαρακτήρας της οποίας θα μπορούσε να εξηγηθεί μέσω μιας επένδυσης της λίμπιντο στο Εγώ.
Πολύ περισσότερο από ό,τι στις άλλες ψυχονευρώσεις, είναι στην υστερία μετατροπής που τα μέρη του σώματος παίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο και εκεί φαίνεται με τον πιο καθαρό τρόπο η σημασία των ερωτογόνων ζωνών. Όμως η ερωτογόνος ιδιότητα δεν περιορίζεται στην περίπτωση της υστερικής μετατροπής.
Η σωματοποίηση, κατά τον Freud, πραγματοποιείται πάντα επί μιας ερωτογόνου ζώνης. Η ερωτογόνος ιδιότητα αποτελεί τουλάχιστον προϋπόθεση για αυτήν, όπως αυτό φαίνεται στο «Ψυχογενής διαταραχή της όρασης όπως την κατανοεί η ψυχανάλυση», όπου αυτό που συμβαίνει είναι μια ενίσχυση της ερωτογόνου σημασίας του οργάνου της όρασης.

Ο Freud πρόδρομος της έννοιας της νεύρωσης οργάνου (ή νευροφυτικής νεύρωσης)
Η ιδέα, που για πολύ καιρό θα βρεθεί στο επίκεντρο της ψυχοσωματικής σκέψης και που αφορά στην επίδραση των συγκινησιακών παραγόντων στις οργανικές ή σωματικές διεργασίες, εκφράζεται ίσως για πρώτη φορά από τον Freud στο κείμενό του, του 1910, «Η ψυχογενής διαταραχή της όρασης όπως την κατανοεί η ψυχανάλυση», όπου γράφει: «Η ψυχανάλυση είναι έτοιμη να παραδεχτεί, ακόμα και να δεχθεί αξιωματικά, ότι δεν είναι όλες οι λειτουργικές διαταραχές της όρασης ψυχογενείς, όπως αυτές που προκαλούνται από την απώθηση της ερωτικής επιθυμίας-ευχαρίστησης του να κοιτάζει κανείς. Εάν ένα όργανο, το οποίο υπηρετεί τις δύο ενορμήσεις, ενισχύει τον ερωτογόνο ρόλο του, πρέπει να αναμένουμε γενικώς ότι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει χωρίς να υπάρχουν μεταβολές στην διεγερσιμότητα και στην εννεύρωση, οι οποίες θα εκδηλωθούν ως διαταραχές της λειτουργίας του οργάνου που είναι στην υπηρεσία του Εγώ. Και ακόμα, εάν βλέπουμε ότι ένα όργανο, το οποίο κατά τα άλλα εξυπηρετεί την αισθητηριακή αντίληψη, συμπεριφέρεται, ενισχύοντας τον ερωτογόνο ρόλο του, ακριβώς σαν γεννητικό όργανο, δεν θα θεωρήσουμε καθόλου απίθανο το να υπάρχουν σ’ αυτό μεταβολές παθολογικού χαρακτήρα. Για τους δύο τύπους λειτουργικών διαταραχών που εμφανίζονται ως συνέπεια αύξησης της ερωτογόνου σημασιοδότησης, τόσο αυτών που είναι νευρο-φυσιολογικού όσο και εκείνων που είναι παθολογικού χαρακτήρα, θα πρέπει, ελλείψει καλύτερου όρου, να διατηρήσουμε τον παλιό των νευρωτικών διαταραχών, έστω και αν αυτός δεν ταιριάζει».20
Το κείμενο αυτό αποτελεί τη μόνη σαφή αναφορά, στο σύνολο του έργου του Freud, στην οποία γίνεται λόγος περί υπάρξεως ψυχοσωματικών διαταραχών άλλων από εκείνων της υστερίας μετατροπής. Να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι υποθέτει την ύπαρξη μη ψυχογενών οργανικών διαταραχών, οι οποίες όμως είναι δυνατόν να εμφανίζουν μεταβολή της διεγερσιμότητας και της εννεύρωσης μέσω της ερωτογόνου λειτουργίας. Έτσι, ο Freud, καθιερώνει μια σημαντική διάκριση μεταξύ διαταραχών μετατρεπτικού τύπου συνεπεία μιας ψυχικής σύγκρουσης και λειτουργικών διαταραχών οι οποίες επέρχονται συνεπεία αλλαγών στο μεταβολισμό. Η διαταραχή αυτού του τύπου θα χαρακτηριστεί στη συνέχεια ως νεύρωση οργάνου ή νευρο-φυτική νεύρωση.
Υποστηρίζοντας την ύπαρξη ψυχογενών σωματικών διαταραχών μη υστερικής φύσεως και κάνοντας την υπόθεση περί δυνατότητας ερωτικοποίησης του σώματος, ο Freud διαβλέπει τη δυνατότητα μιας αληθινής ψυχοσωματικής σκέψης, δηλαδή, μιας σκέψης η οποία αντιτίθεται σε μια διχοτομία μεταξύ ψυχής και σώματος και υποστηρίζει τη δυνατότητα της αμοιβαίας μεταξύ τους επίδρασης.
Το σώμα ως επιφάνεια της ψυχής
Πριν περάσω στις πολλαπλές συγκεκριμένες όψεις που κατέχει το σώμα στη σκέψη του Freud, θα υπογραμμίσω εν συντομία τη διάστασή του ως θεμελιωτή του ψυχικού χώρου. Το σωματικό τοπίο είναι σε μόνιμη σχέση με την ψυχή. Το σώμα είναι η δομή αυτή καθαυτή που καθιστά δυνατή τη σύσταση της ψυχής. Ο Freud διατύπωσε μια παρόμοια ιδέα όταν έγραφε ότι «το Εγώ είναι πριν από όλα ένα σωματικό Εγώ, δεν είναι απλά μια επιφάνεια, αλλά αποτελεί το ίδιο προβολή μιας επιφάνειας».21 Και η έκταση της ψυχής, αυτή η χωρικότητα «που θεωρείται ότι είναι προβολή της επέκτασης του ψυχικού οργάνου»,22 προέρχεται όντως από το σώμα. «Το Εγώ τελικά
σχηματίζεται από σωματικές αισθήσεις, κυρίως από αυτές που πηγάζουν στην επιφάνεια του σώματος. Μπορεί να θεωρηθεί ως ψυχική προβολή της επιφάνειας του σώματος και, επιπλέον, όπως είδαμε νωρίτερα, αποτελεί την επιφάνεια του ψυχικού οργάνου».23
Η φυσικοποίηση του πνεύματος
Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να θεωρήσουμε ότι η ουσία της φροϋδικής σκέψης δομείται γύρω από το σώμα, το οποίο είναι πανταχού παρόν. Δεν είναι, εξάλλου, ο ίδιος ο Freud που δηλώνει με καταφατικό τρόπο ότι το βιολογικό αποτελεί θεμέλιο του ψυχικού; Ωστόσο, το σώμα δεν θα φτάσει ποτέ στο επίπεδο του να αποτελέσει μια θεωρητική έννοια, δεν θα αποτελέσει ουσιαστικά μια σαφή ιδέα αναφοράς. Δεν θα αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας παρά μόνο στο περιορισμένο πεδίο της υστερίας και η παρουσία του στην κλινική πράξη θα περιοριστεί στο επίπεδο της ομιλίας. Κάθε φορά που γίνεται μια απόπειρα θεωρητικοποίησης, μπαίνει δίπλα και ένα ουσιαστικό το οποίο περιορίζει την άμεση προσέγγιση: έτσι, μιλάμε για «εικόνα του σώματος», θέλοντας να δηλώσουμε ότι η ψυχική αναπαράστασή του ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από την πραγματικότητά του. Το σώμα είναι κυρίως παρόν ως λόγος και ως μεταφορά, όμως η αναφορά υπό την μεταφορική μορφή εκφράζει πολύ περισσότερα από ένα απλό παιγνίδι υποκαταστάσεων ή αναλογιών.
Ο Freud ήταν πάντοτε πεπεισμένος ότι οι ψυχικές εκδηλώσεις θα εύρισκαν την οργανική τους γλώσσα: «πρέπει να θυμόμαστε ότι, στην ψυχολογία, όλες μας οι προσωρινές εννοιολογικές συλλήψεις θα πρέπει κάποτε να τεθούν στη βάση οργανικών ερεισμάτων».24 Κατά δεύτερο λόγο, αυτή η οπτική θα μας επιτρέψει να βρούμε νέα θεραπευτικά μέσα: «δεδομένης της στενής εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στα πράγματα που διαχωρίζουμε σε σωματικά και ψυχικά, μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα έρθει μια μέρα που θα ανοιχτούν μονοπάτια στη γνώση και, ας το ελπίσουμε, επίσης στην κλινική πράξη, που θα οδηγούν από την βιολογία των οργάνων και της χημείας στο πεδίο των κλινικών εκδηλώσεων των νευρώσεων. Αυτή η μέρα φαίνεται να είναι ακόμα πολύ μακρινή, καθώς για την ώρα αυτές οι παθολογικές καταστάσεις είναι απροσπέλαστες από την ιατρική πλευρά».25 Κατά τρίτο λόγο, όποια και αν θα είναι τα πλεονεκτήματα της ανακάλυψης της οργανικής βάσης του ψυχισμού, η ψυχοθεραπεία θα παραμείνει ωστόσο απαραίτητη. Ο Freud δεν είναι ένας βιολόγος του πνεύματος: «Είναι αναμφίβολο ότι ο κύριος στόχος της θεραπείας των νευρώσεων θα τεθεί σε επανεξέταση από τις μεθόδους που θα φέρουν οι νέες ανακαλύψεις στον τομέα των εσωτερικών εκκρίσεων. Ακούω πίσω μας τα βήματα της ενδοκρινολογίας, θα μας φτάσει και θα μας προσπεράσει. Όμως, ακόμα και τότε η ψυχανάλυση θα είναι πολύ χρήσιμη. Γιατί η ενδοκρινολογία θα είναι ένας τυφλός γίγαντας που δεν ξέρει προς τα πού να βαδίσει, ενώ η ψυχανάλυση θα είναι ο νάνος που θα του δείχνει το δρόμο».26·
Καθ’ όλη την πορεία του έργου του, ο Freud εξέφραζε πάντα την ιδέα ότι θα γινόταν κάποτε δυνατόν να εξηγήσουμε τις ψυχο- νοητικές διεργασίες με τρόπο φυσικο-χημικό ή βιολογικό, κάτι που σήμερα με ευκολία θα τον έκανε να φαίνεται ότι συγγενεύει με αυτούς που πιστεύουν ότι είναι δυνατή η φυσικοποίηση της προθετικότητας (intentionnalite). Εντούτοις, η θέση του αυτή είναι λιγότερο καθαρή από όσο φαίνεται εκ πρώτης. Μου φαίνεται ότι μπορούμε να την συνοψίσουμε με το ακόλουθο παράδοξο: όλα τα ψυχικά φαινόμενα στηρίζονται σε φυσικές διεργασίες, αλλά δεν είναι δυνατόν να αναχθούν πλήρως σε αυτές. Με άλλους όρους, ενώ οι ψυχικές διεργασίες είναι δυνατόν να αναγνωρίζονται μέσω σωματικών μεταβολών, οι τελευταίες δεν αποτελούν απαραίτητα την αιτία και μπορούν, αντίστροφα, να επηρεάζονται από την ψυχή. Η αντικειμενική γνώση της ψυχικής πραγματικότητας δεν πρόκειται να καταστήσει ξεπερασμένη τη σημασία της δι-υποκειμενικής σχέσης. Και εάν σκεφθούμε ότι η θέση των ιδεών δεν είναι στο μυαλό, αλλά ότι αυτές εξαρτώνται κατά μεγάλο μέρος από τη σχέση που διατηρούμε με τον άλλο, τότε, η ψυχανάλυση έχει ακόμα μέλλον μπροστά της.
Σημειώσεις
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.