Άννα Πόταγα
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας –Αθήνα

σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]

Φιλοσοφικά ζητούμενα με τη διόπτρα της επιστήμης
«Universalia: ante res-in rebus-post res?» Από νευρο-βιολογικής σκοπιάς

Το επίμαχο για αιώνες φιλοσοφικό θέμα των «καθόλου», δηλαδή αν υπάρχουν γενικές έννοιες καθαυτές (ante res) ή αν η ύπαρξή τους οφείλεται στα επί μέρους, ανεξάρτητα από τη σκέψη μας, αντικείμενα (in rebus) ή αν, αντίθετα, αποτελούν αποκλειστικό κατασκεύασμα του ανθρώπινου νου (post res), θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε από τη σκοπιά της νευροεπιστήμης. Με βοηθό τη νηφαλιότητα και τη συστηματικότητα της σύγχρονης αυτής επιστήμης ευελπιστούμε να ξεμπλέξουμε τα νήματα του κουβαριού που αποτέλεσαν το υποτιθέμενο «πρόβλημα» των καθόλου, γύρω από το οποίο μεγάλη υπήρξε η διαμάχη ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα.

Η ιστορία του θέματος είναι μακρά και μακροσκελέστατη η σχετική βιβλιογραφία για ένα θέμα που οι ρίζες του φθάνουν μέχρι την αρχαιότητα. Εδώ θα περιοριστούμε μόνο σε χώρο, όπου  θέμα  καί λύση του –εντυπωσιακή στην φυσιολογική απλότητα της, όσο εντυπωσιακή ήταν και η περιπλοκότητα της σκέψης που το εξέθρεψε–, αναδύονται με τρόπο ανάγλυφο, στο χώρο της νευροβιολογίας. Χώρος αναζήτησης; Φυσικά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Με την ευκαιρία του έτους Δαρβίνου θα επικεντρωθούμε στη θεωρία του νευρωνικού  δαρβινισμού ή, άλλως, θεωρία επιλογής ομάδων νευρικών κυττάρων, των νευροβιολόγων Gerald Edelman και Giulio Tononi, οι οποίοι την θεωρούν ικανή να αποσαφηνίσει τη βιολογική προέλευση του σχηματισμού προτύπων, της αέναης κατηγοριοποίησης, της μνήμης, των εννοιών και των αξιών, όλες τους έννοιες που σε νευρωνικό επίπεδο αντιστοιχούν σε ειδικές δυναμικές εγκεφαλικές διαδικασίες σε πολλά και ποικίλα επίπεδα οργάνωσης του εγκεφάλου. Μέσα από το βιβλίο τους Το σύμπαν της συνείδησης – Πώς η ύλη γίνεται φαντασία,1 θα παρακολουθήσουμε την ανάπτυξη της θεωρίας τους σχετικά με την εξέλιξη, την ανάπτυξη, τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου που θα μας οδηγήσει στην ανάδυση και την εξέλιξη των εννοιών. Με βάση, λοιπόν, τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα και με την καθοδήγησή των παραπάνω νευροβιολόγων, καθώς και του Νομπελίστα (2000) βιολόγου Ερικ Καντέλ, σχετικά με τη δημιουργία, την εξέλιξη και την ανάπτυξη των διαδικασιών αυτών, θα προσπαθήσουμε να εξάγουμε συμπεράσματα για το φιλοσοφικό θέμα που μας απασχολεί, το θέμα των «καθόλου».

Marsden Hartley (USA, 1877-1943).  Berlin Abstraction, 1914–1915.
Marsden Hartley (USA, 1877-1943). Berlin Abstraction, 1914–1915.

Με δεδομένη την παραδοχή της φυσικής και την παραδοχή της εξέλιξης, δηλαδή την ύπαρξη ενός πραγματικού κόσμου όπως τον περιγράφουν οι μέχρι στιγμής ισχύοντες νόμοι της φυσικής, τους οποίους ακολουθεί και ο άνθρωπος από την εμφάνισή του σ’ αυτόν τον κόσμο μέσω της εξέλιξης, «τηρουμένων φυσικά ορισμένων εξελικτικών περιορισμών που δεν εξετάζονται από τους νόμους της φυσικής», οι επιστήμονές μας δεν εξαιρούν από την εξελικτική διαδικασία τον εγκέφαλο ούτε και αυτόν τον νου του ανθρώπου – συχνά, συστηματικά διαχωριζόμενο από τη φυσική του κοιτίδα, τον εγκέφαλο –, στον οποίον αναφέρονται ως μέρος της φύσης ενσωματωμένο ήδη από την ανάπτυξή του, καθώς τον θεωρούν αποτέλεσμα δύο διαδικασιών επιλογής: της φυσικής και της σωματικής επιλογής. Ειδικότερα, θεωρούν ότι ο νους προέκυψε από την εξέλιξη της μορφολογίας του σώματος και του εγκεφάλου.

Τον εγκέφαλο, γενικότερα, χαρακτηρίζουν ως ένα επιλεκτικό ή δαρβινικό σύστημα, λόγω της εξαιρετικής ποικιλομορφίας του –βασικής δαρβινικής αρχής, η οποία απαντάται στα κυτταρικά συστήματα όλων των ζώων και αποτελεί προϋπόθεση για την επιλογή– προϊόν και αιτία ταυτόχρονα της εξελικτικής του πορείας σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης του, από την βιοχημεία μέχρι τη γενική μορφολογία.

Η συνεχής δημιουργία ποικιλομορφίας είναι η ίδια αρχή, η οποία, κατά την άποψη του Κάρολου Δαρβίνου, αποτελεί τη βάση για την προέλευση των ειδών γενικότερα. Ειδικότερα αποτελεί και τη βάση για τον ανταγωνισμό και προϋπόθεση για την, μέσω περιβαλλοντικών σημάτων, επιλογή μεταξύ των ατόμων ενός πληθυσμού και τον διαφορικό πολλαπλασιασμό ή τη διαφορική αναπαραγωγή, ατόμων ή των στοιχείων τους, που ανταποκρίνονται στα συγκεκριμένα σήματα καλύτερα από τους ανταγωνιστές τους,  Στον επιλεκτικό ρόλο της αρχής αυτής στηρίζεται η θεωρία του νευρωνικού δαρβινισμού, καθώς η λειτουργία του εγκεφάλου, όπως και η ίδια η εξέλιξη, συνίσταται σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στη σταθερότητα και τη μεταβολή, στην επιλογή και την ποικιλομορφία.

Στην έννοια της εξέλιξης μας εισάγει ο βιολόγος Έρικ Καντέλ με το βασικό αξίωμα της βιολογίας ότι όλες οι εκφάνσεις της ζωής, συμπεριλαμβανομένου του υποστρώματος των σκέψεων και των αναμνήσεών μας, αποτελούνται από τους ίδιους δομικούς λίθους. Αυτό που τις διαφοροποιεί και συντελεί στην εξέλιξη είναι ο αέναος συνδυασμός τους.Tη σπουδαία αυτή βιολογική αρχή του δίδαξαν οι μακρόχρονες έρευνές του στο σαλιγκάρι Απλυσία και στη μύγα Δροσόφιλα, όταν ανακάλυψε ότι σ’ αυτά τα ασπόνδυλα ζώα, πολύ απλούστερα του ανθρώπου, φιλοξενούνται τα μισά από τα γονίδια που υπάρχουν στο γονιδίωμα τού ανθρώπου.2 Έτσι, συμμεριζόμενος και την άποψη του μοριακού γενετιστή Φρανσουά Ζακόμπ, εξηγεί ότι η εξέλιξη δεν χρειάζεται νέα, εξειδικευμένα μόρια για την παραγωγή ενός νέου μηχανισμού προσαρμογής, αρκείται σε αυτά που ήδη υπάρχουν, είτε μετασχηματίζοντας ένα σύστημα για να του δώσει μια νέα λειτουργία είτε συνδυάζοντας διάφορα συστήματα για να παραγάγει ένα πιο σύνθετο σύστημα. Οι νέες ικανότητες που εμφανίζονται στους ζώντες οργανισμούς είναι και αυτές αποτέλεσμα ελαφράς τροποποίησης και προσαρμογής υπαρχόντων μορίων στην αλληλεπίδρασή τους με άλλα υπάρχοντα μόρια. Από τη βιολογική αυτή αρχή δεν εξαιρείται ούτε ο εγκέφαλος, ούτε οι ανθρώπινες διεργασίες γενικότερα. Και αυτές οι ανθρώπινες διεργασίες, μας λέει, δεν περιλαμβάνουν ούτε συστήματα σηματοδότησης μοναδικά για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, παρά λίγες μόνο πρωτεΐνες πράγματι μοναδικές γι’ αυτόν. Οι υπόλοιπες, ακόμη και οι απαραίτητες για διεργασίες αποκλειστικές για τον εγκέφαλο πρωτεΐνες –όπως οι πρωτεΐνες που δρουν ως υποδοχείς νευροδιαβιβαστών–, έχουν συγγενείς πρωτεΐνες που δρουν σε άλλα κύτταρα του σώματος και όχι μόνο. Η εξέλιξη, σε αντίθεση με τον μηχανικό, δεν κάνει καινοτομίες εκ του μηδενός, όπως έλεγε και ο Ζακόμπ, την οποία μάλιστα χαρακτήριζε ως μαστροχαλαστή. Την εξελικτική πορεία των ανθρώπινων διεργασιών έως και της ίδιας της συνείδησης όντως στηρίζουν τα διαθέσιμα ανθρωπολογικά στοιχεία.

Παρά ταύτα ο εγκέφαλος δεν παύει, ούτε κατά την άποψη των συγγραφέων, να αποτελεί μια από τις εκπληκτικότερες δομές που προέκυψαν από την εξέλιξη. Δεν παύει να είναι ένα από τα πιο περίπλοκα αντικείμενα που υπάρχουν στο σύμπαν –σχετικές μελέτες συνηγορούν στην άποψη ότι ο υψηλός βαθμός πολυπλοκότητας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε νευρική διεργασία που συντηρεί την ενσυνείδητη εμπειρία και είναι αυτός  που δικαιολογεί την περί μοναδικότητας των ανθρώπινων διεργασιών θέση (Βλ. τα κεφάλαια 3, 5, 6 του βιβλίου τους). Ως αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας προσαρμογής στον εξωτερικό κόσμο, διαδικασίας που συντελείται κατά την εξέλιξη, την ανάπτυξη και την εμπειρία, μέσω των μηχανισμών της μεταβλητότητας, της επιλογής και της διαφορικής ενίσχυσης, που συνοδεύουν τις συνεχείς αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο σώμα, στον εγκέφαλο και στο περιβάλλον, είναι ο εγκέφαλος σίγουρα το αντικείμενο με την πιο εντυπωσιακή μορφολογία που έχει ποτέ παρατηρηθεί.

*

Καθώς στη βιολογία η μορφολογία αποτελεί σχεδόν πάντοτε τον ασφαλέστερο δρόμο για την κατανόηση της λειτουργίας, όπως μας διαβεβαιώνουν οι βιολόγοι, η ξενάγηση των συγγραφέων αρχίζει από τις τρεις κύριες, απαραίτητες για την κατανόηση της συνολικής λειτουργίας του, τοπολογικές διατάξεις του εγκεφάλου, κρίσιμες για την εμφάνιση της συνείδησης και, κατ’ επέκταση, για την ανάπτυξη των εννοιών:

  • Το θαλαμοφλοιικό σύστημα (τρισδιάστατο δίκτυο, σύνολο διαφορετικών, αλλά ενοποιημένων κυκλωμάτων, –ουσιαστικά το θέατρο ή πιο σωστά τα παρασκήνια όπου διεξάγονται οι διεργασίες που συντελούν στο «θαύμα» της ανάδυσης της συνείδησης, διεργασίες, οι οποίες, σύμφωνα με εμπειρικές παρατηρήσεις, σχετίζονται κατά κανόνα με ευρέως κατανεμημένες αλλαγές δραστηριότητας στο σύστημα αυτό.
  • Ένα δεύτερο σύνολο παράλληλων, μονόδρομων αλυσίδων που συνδέει τον φλοιό με: την παρεγκεφαλίδα, τα βασικά γάγγλια και τον ιππόκαμπο, όπου, χάρη στην αλληλεπίδραση τους με κινητικά και αισθητήρια κυκλώματα, επιτυγχάνεται η συσχέτιση κατηγοριοποίησης και μνήμης, το αλληλένδετον δράσης-αντίληψης-δράσης.
  • Ένα τρίτο, διάχυτο, σύνολο συνδέσεων με τη μορφή μεγάλης βεντάλιας, το αρχικό σημείο της οποίας αποτελεί αφετηρία πυρήνων από το εγκεφαλικό στέλεχος και τον υποθάλαμο, που με τις χημικές ουσίες που διαχέουν ρυθμίζουν νευρική δραστηριότητα και νευρική πλαστικότητα, συντελούν δηλαδή στην αλλαγή της ισχύος των συνάψεων στα νευρικά δίκτυα, με συνέπεια προσαρμοστικές αποκρίσεις. Οι επιδράσεις των πυρήνων αυτών σε νευρώνες και συνάψεις-στόχους, οι μοναδικές ανατομικές τους ιδιότητες, τα εκπολωτικά χαρακτηριστικά τους και η εξελικτική τους προέλευση δίκαια συνέβαλαν στην ευρύτερη συνολική ονομασία τους ως συστήματα αξιολόγησης.

Αυτά τα διάχυτα στον εγκέφαλο, συνεχώς διαμορφούμενα, συστήματα αξιολόγησης  έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας λόγω της εκτεταμένη διασύνδεσης τους με δoμές του εγκεφάλου που συμμετέχουν στη συγκρότηση των εννοιών, ιδίως τον μετωπιαίο και κροταφικό φλοιό, αλλά και με το μεταιχμιακό σύστημα, δομές που επηρεάζουν τη δυναμική μεμονωμένων αναμνήσεων, οι οποίες παγιώνονται ή όχι ανάλογα με τις θετικές ή αρνητικές αποκρίσεις των αξιών.3 Σ’ αυτές βασίζονται και οι λεπτομερείς κατηγοριοποιήσεις και πράξεις που εκτελεί χάρη στον εγκέφαλό του ένας οργανισμός. Στο ρόλο που παίζουν τα  συστήματα αυτά στην  επιλεκτική λειτουργία του εγκεφάλου αποδίδουν οι συγγραφείς μεγάλη σημασία. Με την τροποποίηση της απόδοσης ή της ισχύος των συνάψεων που επιφέρει η συνδυασμένη δράση των συστημάτων αυτών, μαζί με προγενέστερη εμπειρία, σήματα από τον έξω κόσμο ή από άλλα τμήματα του εγκεφάλου, κατευθύνονται επιλεκτικά, ανάμεσα σε τεράστια ποικιλία πιθανών συνδυασμών, σε ορισμένα κάθε φορά κυκλώματα. Με άλλα λόγια, η δραστηριότητα τους κατευθύνει την επιλεκτική διαδικασία, η οποία και συνεχώς τροποποιείται ανάλογα με το πόσο επιτυχής είναι η απόκριση σε κάθε ερέθισμα.

Σύμφωνα με τη θεωρία του νευρωνικού δαρβινισμού, η ιδιαίτερα εντυπωσιακή μορφολογία του ανθρώπινου εγκεφάλου διέπεται από τρία βασικά αξιώματα, τα οποία από κοινού οδηγούν πολύ πιο κοντά στην κατανόηση των κύριων νευρικών αλληλεπιδράσεων που συμβάλλουν στην εμφάνιση της συνείδησης και, κατ’ επέκταση, στην ανάπτυξη εννοιών: (α) την αναπτυξιακή επιλογή, δηλαδή τη δημιουργία της νευροανατομίας του, όπου γονίδια και κληρονομικότητα παίζουν βασικό ρόλο, αλλά όπου τη συνδεσιμότητα σε επίπεδο συνάψεων καθορίζει ακολούθως η σωματική επιλογή, (β) την εμπειρική επιλογή, δηλαδή τη διαμόρφωση δευτερογενώς νευρικών κυκλωμάτων ευκολότερα προσπελάσιμων, χάρη σε αλλαγές στην ισχύ των συνδέσεων ή συνάψεων με βάση την εμπειρία4 και (γ) τον χωροχρονικό συσχετισμό επιλεγμένων νευρικών συμβάντων, χάρη σε μια διαδικασία σηματοδότησης επανεισόδου μεταξύ αμοιβαίως συνδεδεμένων νευρωνικών ομάδων.

Αν τα δύο πρώτα αξιώματα, η αναπτυξιακή και η εμπειρική επιλογή, αποτελούν τη βάση  της μεγάλης ποικιλομορφίας και διαφοροποίησης των νευρικών καταστάσεων που συνοδεύουν τη συνείδηση στον άνθρωπο, το τρίτο αξίωμα, ο χωροχρονικός συσχετισμός και η διαδικασία επανεισόδου δίνει λύση στο πρόβλημα της ενοποίησης ή «σύνθεσης» της δραστηριότητας λειτουργικά διαχωρισμένων περιοχών-δομών του εγκεφάλου, βασικό παράγοντα στους μηχανισμούς δημιουργίας της συνείδησης.

Διάφορα μοντέλα και υπολογιστικές προσομοιώσεις (Βλ. το κεφάλαιο 10) έδειξαν ότι η σύνθεση μπορεί να προκύψει από την επανείσοδο ανάμεσα σε διάφορα εγκεφαλικά κυκλώματα, οπότε δημιουργούνται βραχυπρόθεσμοι χρονικοί συσχετισμοί μεταξύ απομακρυσμένων νευρικών ομάδων διαφορετικών κυκλωμάτων  με αποτέλεσμα τον συγχρονισμό των δραστηριοτήτων τους. Συμπέρασμα: η επανείσοδος συσχετίζει  μεγάλο αριθμό δυναμικών κυκλωμάτων στον χώρο και τον χρόνο.

Στο μοντέλο που προσπαθούν να δημιουργήσουν για τη συνείδηση οι συγγραφείς, ο ουσιώδης ρόλος της επανεισόδου, στην οργάνωση της οποίας αποδίδουν τη μοναδικότητα του εγκεφάλου των ανώτερων οργανισμών που τον διαφοροποιεί από όλα τα άλλα γνωστά αντικείμενα ή συστήματα, γίνεται καταφανής στη γενική θεώρηση της συνείδησης ως δυναμικής ιδιότητας με ιδιαίτερη μορφολογία το δίκτυο επανεισόδου του θαλαμοφλοιικού συστήματος. ΄Ετσι η έννοια της επανεισόδου αποτελεί και το κλειδί  κατά την ξενάγηση στη νευροανατομία των τριών κύριων τοπολογικών διατάξεων του εγκεφάλου, και έμμεσα στη δημιουργία των εννοιών, του θέματος που μας ενδιαφέρει. Η επανείσοδος μπορεί να είναι τοπική (μέσα στο ίδιο κύκλωμα) ή καθολική  (ανάμεσα σε διάφορα κυκλώματα και ολόκληρες περιοχές) και διατρέχει πολυάριθμες παράλληλες οδούς. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί τον μηχανισμό που διασφαλίζει την ευρεία κατανομή της πληροφορίας μεταξύ θαλάμου και φλοιού, αλλά και μεταξύ διαφορετικών περιοχών του φλοιού. Πρόκειται για συνεχή, επαναλαμβανόμενη ανταλλαγή παράλληλων σημάτων μεταξύ περιοχών (ή δομών) του εγκεφάλου, κατά μήκος ενός δικτύου παράλληλων ανατομικών συνδέσεων, οι περισσότερες από τις οποίες συνδέονται αμφίδρομα· ανταλλαγή που συντονίζει διαρκώς τις δραστηριότητες τους στον χώρο και τον χρόνο, τροποποιώντας με επιλεκτικό τρόπο τη δραστηριότητα των περιοχών-στόχων τις οποίες συνδέει, τροποποιούμενη και η ίδια από αυτήν.  Ο εκ-τενής συγχρονισμός της δραστηριότητας διαφορετικών ομάδων νευρώνων, ενεργών σε πολλές διαφορετικές εξειδικευμένες περιοχές του εγκεφάλου, που οδηγεί στη σύνδεση τους και τη δημιουργία κυκλωμάτων ικανών να παράγουν αποκρίσεις με χρονική συνοχή, είναι από τις πιό κρίσιμες συνέπειες επανεισόδου, καθώς αποτελεί τη βάση της ενοποίησης των διαδικασιών της αντίληψης και της κίνησης.

Συνέπεια της ενοποίησης είναι και η κατηγοριοποίηση των όσων αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, η ικανότητα διάκρισης ενός αντικειμένου ή ενός συμβάντος από τα υπόλοιπα που εμφανίζονται ταυτοχρόνως. Αντιληπτική κατηγοριοποίηση σημαίνει την ικανότητα των μελών κάθε ζωϊκού είδους να διαχωρίζουν τα σήματα που δέχεται ο εγκέφαλος τους σε κατηγορίες χρήσιμες για το είδος τους σε ένα περιβάλλον που ακολουθεί τους φυσικούς νόμους, αλλά δεν περιέχει το ίδιο αυτές τις κατηγορίες. Είναι η ικανότητα που επιτρέπει σε ένα ζώο, με νευρικό σύστημα μοναδικά εξατομικευμένο και που παρουσιάζει ποικιλομορφία, να κατηγοροποιεί τα διάφορα άγνωστα στοιχεία του κόσμου που το περιβάλλει σε αντικείμενα και γεγονότα, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου «ανθρωπαρίου»5 ή υπολογιστικού προγράμματος.

Τα συστήματα του φλοιού που ευθύνονται για την αντιληπτική κατηγοριοποίηση, η οποία αφορά συνήθως πολλές αισθήσεις ταυτοχρόνως και πολλά επιμέρους αισθητηριακά χαρακτηριστικά (π.χ. αίσθηση της όρασης, χρώμα, προσανατολισμός και κίνηση), υπήρχαν, σύμφωνα με το μοντέλο των συγγραφέων, πριν από την εμφάνιση της πρωτογενούς συνείδησης.6

Σε κάποιο σημείο του εξελικτικού χρόνου, που αντιστοιχεί χονδρικά στη μετάβαση από τα ερπετά στα πτηνά και από τα ερπετά στα θηλαστικά, η εμφάνιση νέας ανατομικής συνδεσιμότητας  (δυνατότητα σύνδεσης) ανάμεσα στις περιοχές πολλαπλής λειτουργίας του φλοιού, οδήγησε  σε πληθώρα επανεισόδων που συνέδεσαν τμήματα του φλοιού, μεταξύ τους και αμφίδρομα μεταξύ θαλάμου, και ειδικότερα των θαλαμικών δομών. Στην περαιτέρω ανάπτυξη του φλοιού και των βασικών γαγγλίων, αποδίδονται και τα εννοιολογικά συστήματα μνήμης. Συνοπτικά, ο ρόλος της επανεισόδου είναι κρίσιμος σε πολλές και ποικίλες διαδικασίες, από την αντιληπτική κατηγοριοποίηση και τον συντονισμό των κινήσεων μέχρι την ίδια τη συνείδηση, αφού αποτελεί το κλειδί στη σύνθεση σε πολλά επίπεδα οργάνωσης του εγκεφάλου, παίζοντας βασικό ρόλο στους μηχανισμούς δημιουργίας της συνείδησης. Η επανείσοδος δεν είναι μόνον ο σημαντικότερος μηχανισμός ενοποίησης των εγκεφάλων ανώτερων οργανισμών· οι συγγραφείς τον θεωρούν και ως την εννοιολογικά πιο προκλητική αρχή που προτείνει η θεωρία τους, η θεωρία επιλογής ομάδων νευρικών κυττάρων ή νευρωνικού δαρβινισμού.

Από συνδυασμούς συναπτικών τροποποιήσεων σε κυκλώματα επανεισόδου προκύπτει και η μνήμη, η θεμελιώδης βιολογική αρχή και απαραίτητος συνοδός ενός επιλεκτικού συστήματος με πολυποίκιλα και πολύπλοκα ρεπερτόρια όπως είναι ο εγκέφαλος, δηλαδή, η ικανότητα ειδικής επανάληψης ή καταστολής μιας νοητικής ή σωματικής πράξης. Αν η συμμετρία είναι η μεγάλη συνδετική αρχή του φυσικού κόσμου, που εξασφαλίζει τους νόμους διατήρησης στη φυσική, η μνήμη στα επιλεκτικά συστήματα, από τον γενετικό κώδικα μέχρι τη συνείδηση, μπορεί να θεωρηθεί ως η μεγάλη συνδετική αρχή στο πεδίο της βιολογίας, τονίζουν οι συγγραφείς.

Στα πολλά και ποικίλα δημιουργήματα της εξελικτικής πορείας της φυσικής επιλογής η σημασία της μνήμης υπήρξε θεμελιώδης για όλες τις διαφορετικές δομές ενός δεδομένου ζωικού είδους, από το ανοσοποιητικό σύστημα μέχρι τα αντανακλαστικά και αυτήν την συνείδηση. Έτσι, τα συστήματα μνήμης είναι όσα και τα συστήματα με ικανότητα αυτοσυσχετισμού με τις προηγούμενες καταστάσεις τους στο χρόνο, είτε τα συστήματα αυτά συνίστανται στο ίδιο το DΝΑ είτε στον φαινότυπο που αυτό προσδιορίζει. Αποτελώντας την ιδιότητα κάθε συστήματος που επιτρέπει τη χρονική σύνδεση επιλεγμένων χαρακτηριστικών του με προσαρμοστική αξία, η μνήμη καθορίζεται από τη μορφολογία του ίδιου του συστήματος, αντανακλώντας τη μεταβολή  που έχει επέλθει στη δυναμική του, τη μεταβολή που επιτρέπει την επανάληψη μιας «πράξης», εννοούμενης ως οποιαδήποτε τακτική αλληλουχία (εγκεφαλικών) νευρικών  δραστηριοτήτων σε έναν τομέα  που με τον καιρό οδηγεί σε συγκεκριμένο νευρικό αποτέλεσμα.

Γιά την πρωτογενή συνείδηση θεμελιώδη σημασία έχει η βραχυπρόθεσμη μνήμη καθώς αντανακλά προηγούμενες εμπειρίες αντίληψης και κατηγοριοποίησης, παρέχοντας την ικανότητα σε ένα ζώο να συνδέει γεγονότα και σήματα από τον έξω κόσμο, σχετιζόμενα είτε αιτιακώς είτε χρονικώς μεταξύ τους και κατόπιν να δημιουργεί, μέσω μνήμης, μια παράσταση που σχετίζεται με τη δική του ιστορία.  Σε έναν περίπλοκο εγκέφαλο η μνήμη προκύπτει από την αντιστοίχιση που γίνεται επιλεκτικά ανάμεσα στη συνεχή, ευρέως κατανεμημένη νευρική δραστηριότητα και στα διάφορα σήματα από τον έξω κόσμο, το σώμα και τον ίδιο τον εγκέφαλο, γεγονός που επιφέρει διάφορες τροποποιήσεις των συνάψεων που επηρεάζουν τις μελλοντικές αποκρίσεις του εγκεφάλου ενός ατόμου σε παρόμοια ή διαφορετικά σήματα.

Αυτές οι τροποποιήσεις των συνάψεων, που αποτελούν τη βάση της μνήμης, αφορούν μεγάλα τμήματα μιας δυναμικής δομής, απαραίτητο υπόστρωμα για τη συσχέτιση της κατηγοριοποίησης με τη μνήμη, η οποία μέσα στη δομή αυτή ενέχει τον ρόλο, κατά κάποιον τρόπο, δημιουργικής επανακατηγοριοποίησης στο πλαίσιο της τρέχουσας εμπειρίας και όχι αντιγραφής μιας παρελθούσας αλληλουχίας συμβάντων ή ανάκλησης παγιωμένων ή κωδικοποιημένων γνωρισμάτων. Στο πλαίσιο της δομής αυτής, οι μακροπρόθεσμες αλλαγές στην ισχύ των συνάψεων είναι αυτές που ευνοούν την αμοιβαία επανείσοδο ανάμεσα στις ομάδες διαφορετικών κυκλωμάτων, η δραστηριότητα των οποίων έχει συσχετιστεί στο παρελθόν μέσω της συμπεριφοράς. Ως αποτέλεσμα διαδικασίας συνεχούς επανακατηγοριοποίησης, διαδικαστικής από τη φύση της, η δομή αυτή χαρακτηρίζεται από συνεχή κινητική δραστηριότητα, καθώς τα πολλά τοπικά κυκλώματα επανεισόδου που την αποτελούν (κινητικά και αισθητήρια) αλληλεπιδρούν με δομές, όπως αυτές του εγκεφαλικού στελέχους, των βασικών γαγγλίων, του ιπποκάμπου και τμημάτων της παρεγκεφαλίδας, δραστηριότητα που οδηγεί στην επανάληψη μιας πράξης.

Τη δυναμική αυτή δομή, η οποία διατηρείται, ανανεώνεται και τροποποιείται μέσα από τη συνεχή κινητική δραστηριότητα και δοκιμή των κινητικών και αισθητηρίων κυκλωμάτων, οι συγγραφείς την ονομάζουν καθολική απεικόνιση, καθώς αντανακλά το αλληλένδετο δράσηςαντίληψηςδράσης. Στην ικανότητα του εγκεφάλου να κατασκευάζει «καθολικές δομές», χαρτογραφώντας τη δραστηριότητα των αντιληπτικών και κινητικών κυκλωμάτων του σε επίπεδο ανώτερης τάξης, βασίζονταν και οι έννοιες πριν από την εμφάνιση της γλώσσας.

Έτσι, θεωρείται αυτονόητο ότι η αντιληπτική κατηγοριοποίηση, η θεμελιώδης διαδικασία του νευρικού συστήματος των σπονδυλωτών, και πρώτη νευρική προϋπόθεση για την εμφάνιση της πρωτογενούς συνείδησης, είναι αποφασιστική για την ανάπτυξη των εννοιών, την άλλη συνισταμένη  της πρωτογενούς συνείδησης. Με τον όρο ΕΝΝΟΙΑ οι συγγραφείς δεν εννοούν «μια πρόταση η αλήθεια της οποίας καθορίζεται από την κοινή λογική», αλλά την ικανότητα συνδυασμού διαφορετικών αντιληπτικών κατηγοριοποιήσεων, που σχετίζονται με μία σκηνή ή ένα αντικείμενο, ώστε με βάση κάποιο κοινό γνώρισμα αυτών των διαφορετικών αντιληπτών αντικειμένων να συντεθεί μια «ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ». Πιο συγκεκριμένα, η αφαιρετική ικανότητα του εγκεφάλου, η ικανότητα αφαίρεσης κοινών γνωρισμάτων ανάμεσα σε αποκρίσεις προς διαφορετικά σήματα, προκύπτει από τις αντιληπτικές κατηγοριοποιήσεις που δημιουργεί ο συνδυασμός κυκλωμάτων αλληλεπιδρόντων μέσω επανεισόδου.

Τις έννοιες, επαναλαμβάνουν οι συγγραφείς, τις ανέπτυξε ο εγκέφαλος, χαρτογραφώντας τις ίδιες τις αντιδράσεις του· δεν είναι προτάσεις μιας γλώσσας, σύμφωνα με τη συνήθη χρήση του όρου, μάλιστα προηγούνται της γλώσσας, η οποία αναπτύχθηκε επιγενετικά με σκοπό τη βελτίωση της εννοιολογικής και συναισθηματικής επικοινωνίας. Με την έμφαση που δίνεται στην επανείσοδο δεν πρέπει να επισκιάζεται μια βασική δομική αρχή που διέπει τη συγκρότηση συνείδησης, δηλαδή η εμφάνιση κατά την εξέλιξη νέων ανατομικών χαρακτηριστικών που στηρίζουν τα συστήματα επανεισόδου, τα οποία θα συνδέσουν νέες μορφές μνήμης με αντιληπτικές και εννοιολογικές δραστηριότητες του εγκεφάλου (στο πλαίσιο αξιολογικών περιορισμών). Έτσι, οι συγγραφείς επανέρχονται, αναφερόμενοι στις φαινοτυπικές αλλαγές που χρειάστηκε να γίνουν γιά την εμφάνιση της γλώσσας· αλλαγές στη διαμόρφωση του κρανίου, στη διαμόρφωση του λάρυγγα, του υπερλαρυγγικού χώρου· αλλαγές που οδήγησαν στην ικανότητα παραγωγής συναρθρωμένων ήχων λόγου για τη μεταξύ των ανθρωπιδών επικοινωνία, όπου χειρονομίες και ήχοι έπαιζαν βασικό ρόλο. Παράλληλα, στον εγκέφαλο, μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή, πιθανολογούν την, μέσω της εξέλιξης, ανάπτυξη τουλάχιστον των φλοιικών και υποφλοιικών δομών που ευθύνονται για τη φωνολογική κατηγοριοποίηση και τη μνήμη των ήχων του λόγου. Αρχικά, μονάδα συνδιαλλαγής δεν θα μπορούσε να είναι μία μεμονωμένη λέξη, αλλά το αντίστοιχο μιας πρωτόγονης πρότασης, π.χ. μια χειρονομία που αναφέρεται σε γεγονότα ή σε πράγματα. Η συσχέτιση καταδεικτικών ενεργειών με αλληλουχίες κινήσεων θα δημιούργησε μια πρόδρομη μορφή σύνταξης που οδήγησε στην ικανότητα κατηγοριοποίησης της σειράς των λέξεων που ισοδυναμεί με την εμφάνιση συντακτικού και στην απαιτούμενη προφανώς διεύρυνση ρεπερτορίων σε τμήματα του εγκεφάλου, όπως στις περιοχές του Wernicke και του Broca, καθώς και στους αντίστοιχους υποφλοιικούς βρόχους.

Για να γίνουν, βέβαια, οι ήχοι λέξεις έπρεπε οι εκφορές των ήχων να αντιστοιχιστούν στη μνήμη, με την έννοια που αυτές αντιπροσώπευαν, να κατηγοριοποιηθούν και η ανάμνηση της συμβολικής τους σημασίας να συνδεθεί με έννοιες, αξίες και κινητικές αποκρίσεις. Η σταθερή αναφορά σε ένα αντικείμενο και η σταθερή σύνδεση του αντικειμένου με το κοινώς αποδεκτό σύμβολο σε κάθε εγκέφαλο θα διασφάλιζαν το νόημα των αλληλεπιδράσεων στους αντίστοιχους υποφλοιϊκούς βρόχους. Και εδώ πάλι γίνεται καταφανής ο ρόλος της επανεισόδου στην εξελικτική αξία αυτών των διαδικασιών, καθώς η ανεπτυγμένη ανάμνηση των γεγονότων θεωρείται ως αποτέλεσμα συνδέσεων, μέσω επανεισόδου, ανάμεσα σε κυκλώματα που συγκροτούν τη μνήμη των συμβολικών ήχων και εννοιών.

Στην εξέλιξη των εννοιολογικών ικανοτήτων και, τελικά, της γλώσσας, στην οποία στηρίζεται η συνείδηση ανώτερης τάξης, αποφασιστική υπήρξε, όπως και στην περίπτωση της πρωτογενούς συνείδησης, η ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου είδους συνδεσιμότητας επανεισόδου· αυτή τη φορά ανάμεσα στα ήδη ανεπτυγμένα εγκεφαλικά συστήματα που ευθύνονται για τις έννοιες  και σε εκείνα που ευθύνονται για τη γλώσσα, η οποία διατρέχει την εξελικτική της πορεία από τη φωνολογία στη σημασιολογία και, διερχόμενη από την πρόδρομη μορφή σύνταξης, φθάνει στη σύνταξη.

Οι αλληλεπιδράσεις αυτές επέτρεψαν τη δημιουργία ενός τεράστιου αριθμού συμβολικών κατασκευών ή προτάσεων, με επακόλουθο την ενίσχυση της συμβολικής μνήμης και την αύξηση του αριθμού των λεκτικών συμβόλων, καθώς και τη σταθερότητα του νοήματός τους. Η διεύρυνση των εννοιολογικών δυνατοτήτων του ατόμου έφερε και τη χρήση μεταφορών και παρομοιώσεων. Με λίγα λόγια η σύνδεση εννοιολογικών και γλωσσικών ικανοτήτων συνετέλεσαν στην πλήρη ανάπτυξη των εννοιών.

Με τη συνοπτική αυτή αναδρομή στις σχετικές εγκεφαλικές διαδικασίες γίνεται κατανοητό ότι, με την πάροδο του χρόνου, οι εγγενείς πλέον, δυναμικές σχέσεις μεταξύ εξειδικευμένων νευρωνικών ομάδων –οι οποίες έπρεπε πρώτα να αναπτυχθούν, να επιλεγούν και να διαμορφωθούν κατάλληλα μέσω της μακράς διαδικασίας προσαρμογής στον εξωτερικό κόσμο–, θα συσχετίζονταν προσαρμοστικά στον εγκέφαλο του ενήλικου ατόμου με τον μέσο όρο όλων των σημάτων που χαρακτηρίζουν το περιβάλλον του, και θα ήταν ικανό, κατά τους συγγραφείς, να δεχθεί κατά το χρονικό αυτό διάστημα, για να τα επαναπροβάλει, με τη σειρά του τώρα, διασκευασμένα στο μεγάλο υπαίθριο θέατρο, εμπλουτίζοντας και διαμορφώνοντας έναν  κόσμο άλλου είδους.

Πόσο επιτυχής μπορεί να είναι η παράσταση, κρίνεται κάθε φορά εκεί έξω. Οπωσδήποτε, οι επιπτώσεις από κάθε προβολή είναι ανυπολόγιστες, καθώς από την επαλληλία των, μέσω συμπεριφοράς, διάφορων προβολών από ατομικές αντιλήψεις και συναισθήματα, ακολουθεί η εκτός συνόρων δρομολόγηση αυτόνομων, «ασύρματων», θα μπορούσαμε να πούμε, εννοιών, συλλογικών πλέον εννοιών, ενίοτε ακαταλόγιστων, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι κάθε άτομο αντιπροσωπεύει μια επικράτεια υποκειμενικής εμπειρίας7 και, ακόμη, ότι περιβάλλον και εγκέφαλος δεν ανταλλάσουν μονοσήμαντα μηνύματα. Η σύγκρουση, η αφομοίωση, ο μετασχηματισμός, η μετάλλαξή τους κατά τη διαδρομή της αυτονόμησής τους, με αντίστοιχα αποτελέσματα στις εννοιολογικές ικανότητες των ατόμων, εξυπακούεται.

Παράλληλα, οι εννοιολογικές ικανότητες των ενσυνείδητων ατόμων με γλωσσική ικανότητα εμπλουτίζονται κατά την επικοινωνία τους, στο πλαίσιο του πολιτισμού, σε βαθμό ώστε να γίνεται δυνατή ακόμη και η υπέρβαση φαινοτυπικών περιορισμών του ενσωματωμένου (ενσώματου;) νου, εις πείσμα των διαφόρων φιλοσοφικών απριοριστικών αγκυλώσεων. Όπως σωστά τονίζουν και οι συγγραφείς, η αντίληψη του κόσμου που αποκτούμε μέσω συγκεκριμένων νευρωνικών δομών διαμορφώνεται και επεκτείνεται μετά από εννοιολογική κατηγοριοποίηση, συνειδητό προγραμματισμό και επιλογή σε ένα γλωσσικό περιβάλλον, οδηγώντας τελικά στα εκπληκτικά συστήματα σκέψης στα οποία βασίζεται η επιστημονική διερεύνηση του κόσμου.

Στο σημαντικό συμπέρασμα των συγγραφέων ότι η επιστημονική διερεύνηση της συνείδησης εναρμονίζεται με τα δεδομένα της ανθρώπινης μοναδικότητας και υποκειμενικότητας, θα πρέπει να τονιστεί με  ιδιαίτερη έμφαση, αν δεν έχει γίνει ήδη σαφές, ότι, αντίθετα με παλαιότερες αντιλήψεις, η  ανθρώπινη μοναδικότητα δεν είναι δεδομένη και στατική, αποκτάται με τις εννοιολογικές κατακτήσεις της, που επαναπροσδιορίζουν την αντίληψη για τον κόσμο, αποκαλύπτοντας διαρκώς νέες παραμέτρους, οπότε συνειδητοποιείται η ατέρμων πλέον πορεία προς αναθεώρηση δράσης, επανακατηγοριοποίηση και επαναπροσδιορισμό.

Κατά την αναζήτηση των γενικών εννοιών μέσα στον κυκεώνα των εγκεφαλικών διαδικασιών με οδηγό τη σχηματική νευροεπιστήμη των συγγραφέων, όπου παρακολουθήσαμε την ανάδυση των εννοιών και, περαιτέρω, με τη συμβολή γλωσσικών πλέον διεργασιών, την άνθηση και εμπλουτισμό τους, εύκολα θα ολίσθαινε κανείς στο  συμπέρασμα ότι οι έννοιες είναι όντως δημιούργημα αποκλειστικό του εγκεφάλου, γέρνοντας την πλάστιγγα στη μερίδα εκείνων των «νεωτεριστών», ας πούμε,  που υποστήριζαν το post res των εννοιών.

Στην αντίστροφη, όμως, πορεία, η διεπιστημονική σύμπραξη αποκαλύπτει την άλλη όψη του νομίσματος, έναν γενεσιουργό παράγοντα, έναν «έξω κόσμο», έναν «χώρο» που συλλέγει τα σήματα του χρόνου που ταξιδεύει στην επικράτειά του, απ’ όπου κι αν αυτά προέρχονται, και τα εκπέμπει, χωρίς φειδώ, στο «εδώ» και «τώρα» των διαφορετικών δημιουργημάτων τους, τους οργανισμούς της κοινής τους επικράτειας, άσχετα κατά πόσο και πώς αυτά γίνονται αισθητά ή όχι, με συνέπεια τις διεργασίες που ήδη αναφέρθηκαν αναλυτικά.

Ήδη, οι συγγραφείς έχουν εμμέσως θίξει παράγοντες που οδήγησαν τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην περαιτέρω εξέλιξη και αυτονόμηση των εννοιών. Φυσική, χημεία, βιολογία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, λογοτεχνία, και όχι μόνο, όλες τους συνυπεύθυνες, συνυπογράφουν και την πορεία προς την αυτονόμηση τους, ώστε να δικαιολογείται ακόμη και η ύπαρξη εννοιών καθαυτών, δηλαδή η ante res εκδοχή σε ότι αφορά τον νεοαφιχθέντα σε μια ήδη συγκροτημένη κοσμική σκηνή, πόσο μάλλον η άποψη για έννοιες in rebus.

Γεγονός είναι πάντως ότι, στο πέρασμα των αιώνων, αυτές οι αυτονομούμενες έννοιες, αν και ασύλληπτες στην αέναη μετάλλαξή τους, προφταίνουν να υφάνουν κρουστό και άρρηκτο τον ιστό όπου ιστορείται και κινείται – κινούμενη άμμος και ο ίδιος – ο ανθρώπινος πολιτισμός. Έναν ιστό, ασφυκτικό πολλές φορές, ιδιαίτερα για εκείνους που επιμένουν να αναζητούν την «αλήθεια», την «ουσία» των πραγμάτων πίσω από αυτόν. Στη μάταιη – έτσι δε θα τη χαρακτήριζε η αρχή της απροσδιοριστίας; – προσπάθειά τους, έστω να διακρίνουν το ζητούμενο, επιχειρούν να τον διαρρήξουν, είτε με κάθοδο στις ρίζες των εννοιών που τον απαρτίζουν, είτε με απάλειψή τους ή και απονενοημένη απαρχής «λογική» ανασκευή τους.

Καταληκτικά, η αναδρομή στην εξελικτική πορεία του εγκεφάλου και του ενσώματου νου μας δείχνει, αν μη τι άλλο, τη μονομέρεια των αντιλήψεων που γέννησαν το «πρόβλημα», εν τούτοις δικαιολογημένη, αν αναλογιστεί κανείς τις κοσμοθεωρίες και τα φιλοσοφικά συστήματα μέσα στα οποία ευδοκιμούσε κάθε φορά κάποια από τις τρεις εκδοχές του προβλήματος.

*

Σήμερα, η αποστασιοποιημένη ιστορική θεώρηση των κοσμοθεωριών και φιλοσοφικών συστημάτων επιτρέπει τη νηφάλια και κριτική αντιμετώπιση των καθόλου εννοιών, και ακόμη τον χαρακτηρισμό του προβλήματος ως ψευδοπροβλήματος, εφόσον μια «καθόλου» θεώρησή του αντιμετωπίζει τις τρεις δήθεν αλληλοαναιρούμενες εκδοχές του ως αλληλοσυμπληρούμενες. Εξάλλου, η νευροεπιστήμη, χάρη στην υψηλή τεχνολογία, έχει πλέον εισχωρήσει στα έγκατα του εγκεφάλου, ικανή πλέον να παρακολουθεί και να συνδέει διαδικασίες και αποτελέσματα που στην ουσία αποτελούν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, επιβεβαιώνοντας  την εξίσωση ύλης–ενέργειας, και καταρρίπτοντας τα σύνορα μεταξύ «έσω» και «έξω», μεταξύ ύλης και πνεύματος,  μετά από εκείνα μεταξύ του «επέκεινα» και «ενθάδε», όπου ενδημούν πλέον πλατωνικές ιδέες και θεϊκές έννοιες, και μεταξύ χώρου και χρόνου, επιτεύγματα αυτά των αστρονομικών κατακτήσεων. Οι έννοιες, όπως μπορέσαμε να τις σταχυολογήσουμε και να τις αξιολογήσουμε μέσα από την ανάλυση των νευροεπιστημόνων συγγραφέων, είναι ακριβώς το νήμα που γνέθεται μεταξύ «έσω» και «έξω», μεταξύ σκηνής και παρασκηνίων των ιθαγενών στην επικράτεια της ζωής, προκειμένου να επιτευχθεί η σύνδεσή τους, η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της κοινής «συν-είδησης», με άλλα λόγια στη διερεύνηση, κατανόηση αλλά και αδιάλειπτη διαμόρφωση εαυτών και αλλήλων και του κόσμου στο σύνολό του.

Σημειώσεις

1 Το σύμπαν της συνείδησης – Πώς η ύλη γίνεται φαντασία. Απόδοση στα ελληνικά: Βασιλική Βακάκη, επιστημονική επιμέλεια: Νεκτάριος Ταβερναράκης. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

2 Eric R: Kandel, Αναζητώντας τη Μνήμη, Η ανάδυση μιας νέας επιστήμης του νου, μετάφραση- επιστημονική επιμέλεια Αζαρίας Καραμανλιδης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2008.

3 Ως αξία ορίζονται οι φαινοτυπικές πλευρές ενός οργανισμού οι οποίες επιλέχθηκαν μέσω της εξέλιξης και περιορίζουν διάφορα συμβάντα σωματικής επιλογής, όπως είναι οι αλλαγές στις οποίες υπόκεινται οι συνάψεις με την ανάπτυξη του εγκεφάλου και την εμπειρία. Στα συστήματα αξιολόγησης, οι συγγραφείς αποδίδουν μεγάλη σημασία, θεωρώντας τα, μαζί με τα συναισθήματα, απαραίτητα για την επιλεκτική λειτουργία του εγκεφάλου που διέπει τη συνείδηση. Ευελπιστούν ότι μελλοντική νευροεπιστημονική έρευνα πάνω στα συστήματα αυτά θα ρίξει φώς στο ρόλο της αξιολόγησης σε έναν κόσμο συμβάντων.

4 Η διαδικασίας της εμπειρικής επιλογής, η οποία συμπίπτει και αυτή χρονικά με την πρώιμη περίοδο της ανάπτυξης και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, είναι κυρίως αυτή που οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας για την εξέλιξη, την ανάπτυξη, τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου, με βάση τις επιλεκτικές αρχές, δηλαδή τη θεωρία του Νευρωνικού Δαρβινισμού.

5 Αναφορά στο «ανθρωπάριο», homunculus, του Καρτέσιου.

6 Οι συγγραφείς διαχωρίζουν τη συνείδηση σε πρωτογενή και ανώτερης τάξης συνείδηση και υποθέτουν ότι η πρωτογενής συνείδηση προέκυψε κατά την εξέλιση όταν, μέσω της εμφάνισης νέων κυκλωμάτων επανεισόδου, οι οπίσθιες περιοχές του εγκεφάλου που συμμετέχουν στην αντιληπτική κατηγοριοποίηση συνδέθηκαν δυναμικά με πρόσθιες περιοχές, οι οποίες ευθύνονται για την αξιολογική μνήμη. Πρωτογενή συνείδηση διαθέτουν και ζώα με ορισμένες εγκεφαλικές δομές όμοιες με αυτές του ανθρώπου. Φαίνεται ότι έχουν την ικανότητα σύνθεσης μιας νοητικής παράστασης, όμως οι εννοιολογικές ή συμβολικές του ικανότητες είναι περιορισμένες. Η συνείδηση ανώτερης τάξης που διακρίνει τον άνθρωπο, προϋποθέτει, βέβαια την ύπαρξη πρωτογενούς συνείδησης.

7 Η πλούσια βιβλιογραφία στο πεδίο της ψυχολογία, με θέμα τη μάθηση, υποδεικνύει ότι η αξία, οι συναισθηματικές αποκρίσεις και προβολή θέτουν ισχυρούς περιορισμούς τόσο στην εννοιολογική κατηγοριοποίηση όσο και στην εγκαθίδρυση της εννοιολογικής κατηγοριοποιητικής μνήμης.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.