Θανάσης Καράβατος
Καθηγητής Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.
Διευθυντής της Α΄Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ 

σύναψις 04a [2006]

Από τον ζωικό μαγνητισμό και την ύπνωση στον πνευματισμό

Όσα ακούσατε ανήκουν, βέβαια, στην ιστορία της Κοζάνης και της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, ανήκουν όμως και στην ιστορία της ιατρικής, σε ένα ορισμένο ρεύμα της ψυχιατρικής, όπως θα δούμε. Όλα αυτά άρχισαν το 1847, με ένα «γεγονός» που συνάρπασε τη κοινή γνώμη στις ΗΠΑ: κάποιοι έντονοι «μυστηριώδεις» νυκτερινοί θόρυβοι, ανάγκασαν ένα κάτοικο της πολιτείας της Νέας Υόρκης να εγκαταλείψει το σπίτι του, αφήνοντάς το στον αγρότη John Fox. Οι θόρυβοι όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά συνεχίστηκαν εντονότεροι και αποδόθηκαν σε πνεύματα. Αργότερα, μαθεύτηκε πως η κυρία Fox και οι κόρες της, ηλικίας 12 και 15 ετών, είχαν… βάλει το χεράκι τους. Κατόπιν, παρουσία κάποιων γειτόνων και με τη «βοήθεια» ενός στοιχειώδους αυτοσχέδιου κώδικα χτυπημάτων της κυρίας Fox, οι γείτονες «μάθαιναν» ότι ένας δολοφονημένος άνδρας είχε θαφτεί στο υπόγειο. Πλήθη περιέργων συνέρρεαν καθημερινώς στο σπίτι των Fox για να παρακολουθήσουν το «φαινόμενο», γεγονός που δεν άφησε οικονομικά ανεκμετάλλευτο η οικογένεια η οποία «επικοινωνούσε» με τα πνεύματα.

Μέσα σε 2 χρόνια τα «φαινόμενα» πλήθυναν σε όλες τις Πολιτείες κι έγιναν ακόμα πιο περίεργα: σε ειδικές πνευματιστικές συνεδρίες, τραπέζια μετακινούνταν περιστρεφόμενα, κροτούσαν, απαντούσαν σε ερωτήσεις. Γρήγορα εμφανίστηκαν ομάδες πνευματιστών που έγιναν Εταιρείες. Δεν άργησε να μεταφερθεί η «μόδα» του πνευματισμού και πέραν του Ατλαντικού. Το 1852 στην Αγγλία και τη Γερμανία, τον επόμενο χρόνο στη Γαλλία.

Παρόμοια όμως «αρχή» φαίνεται πως εκδηλώθηκε πρωιμότερα στη Σμύρνη. Την περιγράφει ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης στο πρώτο κιόλας τεύχος (1 Ιανουαρίου 1885) του περιοδικού Κλειώ:¹ «Τω 1839, ότε φήμη περί αυτοκινήτων τραπεζών, σκαφών ή πινακωτών ουδεμία ηκούετο, διεδόθη ημέραν τινά εν Σμύρνη, ότι εις την οικίαν του κ. Χ. Σ., αξιοτίμου μεταξύ των εμπόρων και ανθρώπου λίαν γνωστού μοι, δύο ήδη νύκτας συνέβαινέ τι απορίας άξιον, μεγάλως ανησυχούν τους οικείους, αδυνατούντας να το εξηγήσωσιν». Θόρυβοι ακούγονταν τη νύχτα, αρχικώς κάτω από ένα τραπέζι, ύστερα από άλλες κατευθύνσεις, καθώς τα δύο νεαρά κορίτσια, μια ανεψιά και η υπηρέτρια του σπιτιού, μετακινούνταν στους διάφορους χώρους του σπιτιού. Αρχικά, το φαινόμενο απεδόθη «εις τυχαίον τινά κρότον δεινωθέντα εντός της φαντασίας των γυναικών». Την επομένη, «επειδή ο κ. Χ. Σ. δεν είχεν εξέλθει, κατέστη τότε αυτόπτης και αυτόκοος των φαινομένων . περί ων μη ευρίσκων εξήγησιν, εκάλεσέ τινας των σχετικωτέρων του όπως παρατηρήσωσι και αυτοί και είπωσι». Έτσι έγινε «αυτόπτης και αυτόκοος» ο ίδιος ο Σκυλίσσης, ο οποίος, αποκλείοντας κάθε σκέψη περί αγυρτείας, απέδωσε το φαινόμενο, όπως και οι υπόλοιποι συγκληθέντες, σε μιαν «αδιάγνωστον φυσικήν αιτίαν».² Επειδή το φαινόμενο θεωρήθηκε «άξιον μελέτης σπουδαίας, προς ην η Σμύρνη δεν παρείχε τα μέσα», αποφάσισαν να το παρουσιάσουν ενώπιον ειδικών στη Γαλλία. Φτάνοντας στη Μασσαλία, καθ’ οδόν προς Παρισίους, θέλησαν να πειραματιστούν εκεί. «Δυστυχώς, εις τα πειράματα ταύτα παρέστη πολλώ μάλλον εξασθενημένη η δύναμις των φαινομένων, τόσον ώστε εθεωρήθησαν υπό των συνελθόντων ως αμφίβολα. Τούθ’ όπερ διακρίνας ο συνοδεύων τας νέας, και μη ανεχόμενος ουδ’ ως πιθανήν παρά τοις εξετασταίς την υποψίαν αγυρτείας τινός, απεφάσισεν αμεταθέτως να επιστρέψη εις Σμύρνην».

Θα γράψει (1885), σκωπτικά γι’ αυτή την ελληνική περιπέτεια της Μασσαλίας, ο Ιωάννης Φουστάνος, γιατρός της Ερμούπολης και διευθυντής τής Ιατρικής Προόδου: «Δυστυχώς τα μυστηριώδη αυτά ταραχοποιά πνεύματα δεν ηξίωσαν να παρακολουθήσωσιν αυτάς εκτός της Σμύρνης και της οικίας των».³

Αυτή η ελληνική αρχή του πνευματισμού, αν και πρωιμότατη, θα μείνει ανολοκλήρωτη, άρα και ανεπίσημη, χωρίς δυνατότητα να κλονίσει τα πρωτεία της οικογένειας Fox στην οποία αναφέρεται και ο Φουστάνος, τοποθετώντας την ιστορία της στα 1843 και προσθέτοντας, επεξηγηματικά, ότι στο φαινόμενο είχε συμβάλει η μία των θυγατέρων αυτών του Fox «ούσα εγγαστρίμυθος» και πρόθυμη ν’ αντικαθιστά «την τράπεζαν» που καλούνταν να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα.

Έτσι, για τον Φουστάνο, τα νέα παράδοξα φαινόμενα είχαν υπερατλαντική προέλευση, «καθ’ ην εποχήν ο ζωϊκός μαγνητισμός ήτο εις την ακμήν αυτού και πάντες ημιλλώντο και προθυμοποιούντο τίς περισσότερον να διηγηθή τα μάλλον καταπλήττοντα την φαντασίαν και θαυμαστότερα φαινόμενα και τίς πρώτον να επινοήση τας μάλλον παραλόγους θεωρίας».⁴

*

Ποια ήταν αυτή η εποχή, τι ακριβώς ήταν ο ζωικός μαγνητισμός ή μεσμερισμός και πώς συνέβαλε στην ανάδειξη των πνευματιστικών φαινομένων;⁵,⁶

Στα μέσα του 18ου αιώνα, ο πατήρ Johann Joseph Gassner (1727-1779) πραγματοποιούσε θεραπευτικούς εξορκισμούς σε αρρώστους της ενορίας του, σε μια μικρή πόλη της Βαυαρίας. Γρήγορα έγινε διάσημος, επισύροντας όμως ταυτόχρονα την προσοχή του Πρίγκιπα-Εκλέκτορα της Βαυαρίας που, το 1775, διέταξε τη σύσταση ειδικής επιτροπής για να ερευνήσει αυτές τις πρακτικές. Η επιτροπή αυτή είχε την έμπνευση να καλέσει τον γιατρό Franz Anton Mesmer (1734-1815), ο οποίος, εκείνη την εποχή, διατεινόταν πως είχε ανακαλύψει μια νέα «αρχή» για την αρρώστια και την υγεία. Ένα χρόνο πριν, το 1774, είχε θεραπεύσει μια άρρωστή του, στην οποία είχε παρατηρήσει την περιοδικότητα των «κρίσεών» της, χορηγώντας ένα σιδηρούχο διάλυμα και προσδένοντας στο σώμα της τρεις μαγνήτες. Ο Mesmer γρήγορα εγκατέλειψε τους μαγνήτες, αφού στο μεταξύ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μαγνήτες απλώς υποβοηθούσαν την εκδήλωση ενός «ρευστού», του «ζωικού μαγνητισμού», που ούτως ή άλλως διέτρεχε το σώμα του αρρώστου. Σε μια συνεδρίαση της επιτροπής, ο Mesmer προκάλεσε την εμφάνιση και εξαφάνιση διαφόρων συμπτωμάτων σε αρρώστους. Αποφάνθηκε λοιπόν πως ο Gassner θεράπευε, χωρίς να το ξέρει, με τον «ζωικό μαγνητισμό».

Το 1778, ο Mesmer εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο, εξέδωσε το Mémoire sur la découverte du magnétisme animal εκθέτοντας εκεί τις βασικές αρχές του:

  • ένα φυσικό ρευστό είναι διάχυτο στο σύμπαν, όντας το ενδιάμεσο μεταξύ των ανθρώπων, της γης και των ουρανίων σωμάτων,

  • η αρρώστια προέρχεται από κακή κατανομή αυτού του ρευστού στο σώμα του ανθρώπου και η θεραπεία της πρέπει να αποσκοπεί στην αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας,

  • χάρη σε μερικές τεχνικές, αυτό το ρευστό μπορεί να κατευθυνθεί και να μεταφερθεί σε άλλα πρόσωπα,

  • έτσι προκαλούνται θεραπευτικές «κρίσεις» στους αρρώστους. Ο σχετικός αφορισμός του είναι χαρακτηριστικός: «δεν υπάρχει παρά μόνο μία αρρώστια, ένα φάρμακο, μία θεραπεία».

Η θεραπευτική πρακτική του «μεσμερισμού» εγκαινιάστηκε μέσα στο ορθολογικό πλαίσιο του Διαφωτισμού, χωρίς δηλαδή τους θρησκευτικούς εξορκισμούς του Gassner, διατηρώντας όμως τον μυστικισμό στο πρόσωπο του χαρισματικού, «θαυματοποιού» μαγνητιστή-θεραπευτή που χειρίζεται και κατευθύνει το «μαγνητικό ρευστό» για να προκαλέσει μια θεραπευτική «κρίση».

Ο Mesmer αντλούσε «θεωρία» και από την αρχαιότητα, την ιπποκρατική έννοια της «κρίσης», και από τη σύγχρονή του εποχή, την έννοια του «ρευστού», που πίστευε, αν και είχε εντελώς επιφανειακή γνώση της φυσικής, ότι ήταν κάτι ανάλογο με τη βαρύτητα, τον φυσικό μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό. Το 1784, συγκροτήθηκε μια επιτροπή από μέλη της Ακαδημίας Επιστημών και της Ακαδημίας της Ιατρικής για να εξετάσει, όχι τα θεραπευτικά αποτελέσματα του Mesmer, αλλά εάν και κατά πόσο, χρησιμοποιώντας την πειραματική μέθοδο, θα αποκαλυπτόταν το νέο «φυσικό ρευστό» που επικαλούνταν. Το συμπέρασμα ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε, δεν απέκρουαν όμως τη δυνατότητα θεραπευτικών αποτελεσμάτων με τη φαντασία. Αυτό δεν εμπόδισε την «Εταιρεία της Αρμονίας», που είχε συστήσει ο Mesmer, να αναπτυχθεί και να διαχυθεί ευρύτερα ο «μεσμερισμός». Η διάδοσή του όμως έγινε μέσα στο νέο ρομαντικό κλίμα που επικράτησε, ιδίως στη Γερμανία, μετά το 1800. Την εξέλιξη βοήθησε η στροφή του ενδιαφέροντος προς το ανορθολογικό, το ατομικό και η ανάδειξη της συγκινησιακής ζωής σε πρώτο επίπεδο, στο πλαίσιο του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστημονικής έρευνας.

Στο μεταξύ, ένας νέος «μαγνητισμός» αναπτύχθηκε από τον μαρκήσιο De Puységur (1751-1825) με βάση τις παρατηρήσεις του σε έναν άρρωστο ο οποίος, στη διάρκεια της «μαγνητικής θεραπείας», έπεφτε σε μια ειδική κατάσταση ύπνου, διατηρώντας δηλαδή επαφή με τον μαγνητιστή του. Ο Puységur ξεπερνούσε το έργο του δασκάλου του, καθώς είχε επισημάνει την ειδική σχέση αρρώστου-μαγνητιστή και την ομοιότητα του μαγνητικού ύπνου με τη φυσική υπνοβασία. Ο Puységur θα ιδρύσει στο Στρασβούργο την «Αρμονική Εταιρεία των Ενωμένων Φίλων» και θα εκδώσει τα συγγράμματα με τους χαρακτηριστικούς τίτλους: (α) Recherches, expériences et observations physiologiques sur l’homme dans l’état de somnambulisme provoqué par l’acte magnétique (1811) και (β) Les fous, les insensés et les frénétiques ne seraient-ils que des somnambules désordonnés? (1812).

Η γαλλική επανάσταση δημιούργησε πρόσκαιρα προβλήματα, αλλά η διάδοση του «μεσμερισμού» ανά τον κόσμο αφορούσε πλέον αυτόν τον νέο μαγνητισμό. Όπως στη Γερμανία, για παράδειγμα, όπου ο καθηγητής της Φυσικής Böckmann ίδρυσε, το 1787, το περιοδικό Archiv für Magnetismus und Somnambulismus και όπου, επιπρόσθετα, τα πανεπιστήμια έδειξαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον μαγνητισμό, ιδρύοντας σχετικές έδρες στη Βόννη και το Βερολίνο. Ο «ζωικός μαγνητισμός» είχε άλλωστε γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από τους ρομαντικούς και τους φιλοσόφους της Φύσης, κι ακόμη, μια εξεταστική επιτροπή της πρωσικής κυβέρνησης εξέδωσε, το 1818, θετικό για τον μαγνητισμό πόρισμα. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα το μαγνητιστικό κίνημα παρουσιάζεται αρκετά ομοιογενές με έρευνες που αφορούσαν στη θεραπεία και στην ανάπτυξη σχετικών ερμηνευτικών θεωριών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχουν οι απόψεις του Πορτογάλου Faria που, το 1819, αρνούνταν την ύπαρξη «μαγνητικού ρευστού» και θεωρούσε τον «ζωικό μαγνητισμό» μια ιδιότητα της ψυχής: η υπνοβασία είναι ένας μερικός ύπνος που οφείλεται στην αυτοσυγκέντρωση του υποκειμένου και τον υποβοηθητικό, συμβολικό όμως, ρόλο του μαγνητιστή, ο οποίος περιορίζεται στο να δώσει τη σχετική εντολή, κάνοντας και κάποιες συμβολικές χειρονομίες, για να «κοιμηθεί» ο θεραπευόμενος.

Το 1840, η γαλλική «Βασιλική Ακαδημία της Ιατρικής» θα καταδικάσει και πάλι τον «ζωικό μαγνητισμό» και θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να ξαναγίνει επιστημονικός λόγος για την υπνοβασία και τον υπνωτισμό, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Όσο κι αν θεωρήθηκε αγυρτεία, ο ζωικός μαγνητισμός του Mesmer αποτέλεσε, στα τέλη του 18ου αιώνα, μια σημαντική στροφή στην ιστορία της ιατρικής και, ειδικότερα, των θεραπευτικών αντιλήψεων.

Διότι, στην πρώτη περίοδο της ακμής του (μεταξύ 1777 και 1785 που αντιστοιχεί στις δραστηριότητες του ίδιου του Mesmer στο Παρίσι), επανέφερε στο προσκήνιο την επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα στην υγεία και τη νόσο, χρησιμοποιώντας ένδυμα επιστημονικό, αλλά και στοιχεία από παλιές μαγικο-θρησκευτικές τελετουργίες.

Η στροφή αυτή θα προωθηθεί περαιτέρω κατά τη δεύτερη περίοδο (που αρχίζει μετά τον θάνατο του Mesmer, το 1815, και φτάνει μέχρι το 1820): Ο Puységur θα απομακρυνθεί από την θεωρία του μαγνητικού ρευστού και θα προσθέσει την «κλινική» έννοια του «μαγνητικού ύπνου», της «τεχνητής υπνοβασίας», διανοίγοντας έτσι το δρόμο για την έννοια της «θεραπευτικής σχέσης» ανάμεσα σε θεραπευτή (μαγνητιστή) και θεραπευόμενο (μαγνητιζόμενο).

Η τρίτη και τελευταία περίοδος (που ξεκινάει το 1840 και κορυφώνεται στη δεκαετία 1850-60) χαρακτηρίζεται από τον πολλαπλασιασμό των σχετικών Εταιρειών και περιοδικών, αλλά και την έξαρση της εκτροπής του προς τον τσαρλατανισμό, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό, την οποία υποβοήθησε η εμφάνιση και η επιρροή μιας ανάλογης εκτροπής του νέου ρεύματος που ονομάστηκε πνευματισμός. Κάπως έτσι φτάνουμε στα πνεύματα και τα τραπεζάκια.

*

Στην αρχή, όμως, αυτής της περιόδου, ο Σκωτσέζος χειρουργός James Braid (1795-1860) θα ονομάσει ύπνωση την «τεχνητή υπνοβασία» (1843) και στη συνέχεια θα μεταφέρει τις σχετικές έρευνες από τον χώρο του υπερφυσικού στο επίπεδο της ψυχοφυσιολογίας.

Στα 1965, ο Πέτρος Καλλιβούρσης έγραφε στο βραχύβιο περιοδικό του Ιπποκράτης: Η ύπνωση κατά τον Braid, «συνίσταται, κατ’ αρχάς μεν, εις μόνην μεγάλην πνευματικήν αφαίρεσιν, είτα δε, και εις παντελή απώλειαν της αισθητικότητος». Στην πρώτη, μειώνεται η «δύναμις του σκέπτεσθαι και η βούλησις», ενώ «παραμένει δ’ εισέτι μόνη η συνείδησις». Στο στάδιο αυτό μπορεί κανείς «να μετατρέψη παντοίως την φοράν των ιδεών του καθυπνισμένου ανθρώπου, διεγείρων την μνήμην αυτού, ή την φαντασίαν, ή τα αισθητήρια όργανα. Εντεύθεν δε προέρχονται τα ούτω δη κληθέντα “ηλεκτροβιολογικά φαινόμενα”. Κατά δε το δεύτερον στάδιον, όπερ εστίν εκ διαμέτρου αντίθετον τω πρώτω, επικρατεί παντελής προς τας έξωθεν εντυπώσεις αναισθησία, ήτις ενίοτε εστί τοσαύτη, ώστε και εάν επενέγκωμεν εις τον καθυπνισμένον άνθρωπον τας αλγεινοτέρας τρώσεις, ούτος ουδέ του ελαχίστου αισθάνεται άλγους».

Την ίδια εποχή (1864), ο καθηγητής της Φυσικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Δημήτριος Στρούμπος εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο Επιστημονικά παράδοξα⁷ για να απαντήσει, όπως γράφει στον πρόλογό του, στο πλήθος των ερωτημάτων που δεχόταν τελευταίως σχετικά με τα φαινόμενα των λεγόμενων «περιστρεφόμενων τραπεζιών, τη θεωρία του “ζωικού μαγνητισμού” και άλλα ανάλογα ζητήματα “άτινα διήρεσαν τας γνώμας των ανθρώπων”». Σκοπός του ήταν να πείσει «περι του ανυποστάτου των παραδόξων φαινομένων του μεσμεριανού μαγνητισμού, άτινα αγυρτικώς πως και παρ’ ημίν εγένοντο πιστευτά». Θεωρούσε, άλλωστε, πως ο άνθρωπος δεν πρέπει «να εξοκέλλη εις εσφαλμένας ιδέας, αίτινες δεν δύνανται ειμή και τον νουν να ταράττωσι και τας θρησκευτικάς αυτού πεποιθήσεις να σαλεύωσι». Αναγνώριζε, βέβαια, πως ήταν απόλυτα φυσική η στροφή της προσοχής προς κάθε τι το υπερφυσικό που, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσε να μηδενιστεί, γι’ αυτό και καταπιάστηκε να ρυθμίσει αυτή την τάση με οδηγό την επιστήμη, που τη θεωρούσε «φωταγωγό λυχνία» όλων των κοινωνικών τάξεων.⁸

*

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι όλη αυτή η μακρόχρονη πορεία της θεωρίας και της πρακτικής του ζωικού μαγνητισμού, από τη μια επιτρέπει την ανάπτυξη της ψυχοφυσιολογίας κι από την άλλη οδηγεί στον τσαρλατανισμό. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από όλη αυτή την ιστορία θα δημιουργηθεί ένα γόνιμο πεδίο κλινικών και ψυχοπαθολογικών γνώσεων σχετικά με την επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα στην υγεία και τη νόσο, και πιο ειδικά σχετικά με το πανάρχαιο πρόβλημα της υστερίας… γνώσεων απ’ όπου, στα τέλη του 19ου αιώνα, θα αντλήσουν, αρχικά η σχολή του Nancy (Bernheim), κατόπιν η σχολή της Salpêtrière (Charcot) και στη συνέχεια ο Freud.

Σημειώσεις

¹ Ισιδωρίδης Σκυλίσσης, Τα Αυτοκινούμενα τραπέζια, περ. Κλειώ, Τ. Α’ αρ. 1, 1-13 Ιαν. 1885 σσ. 1-3.

² Το άρθρο του, άλλωστε, αρχίζει με ανάλογη δήλωση: «Πιστεύω ότι ο άνθρωπος εισέτι δεν ανεκάλυψεν όλας τας φυσικάς δυνάμεις ή ενεργείας. επομένως, η ύπαρξις δυνάμεώς τινος τέως αγνώστου, επιδρώσης εις τα άψυχα, ως η του μαγνήτου και η του ηλεκτρικού, δυνάμεως εξάπαντος φυσικής, αλλ’ έτι ανεξερευνήτου και ανομάστου, με φαίνεται πιθανωτάτη. ότι όμως η δύναμις αύτη έχει και νουν, ότι μαντεύει, ότι ερωτωμένη αποκρίνεται, τούτο καταγελώ ως όλως παιδαριώδες και ανάξιον της προσοχής ανδρών σπουδαίων».

³ Υπνωτισμός ή ζωικός μαγνητισμός ενώπιον της επιστήμης μετά παραρτήματος περί μαγείας και πνευματισμού (Περί γοήτων, μάντεων, δαιμονοπλήκτων, αυτοκινήτων τραπεζών, ταραχοποιών πνευμάτων, μεσαζόντων θαυματοποιών κ.τ.λ.). Υπό Ιωάννου Λ. Φουστάνου Ιατρού. Εν Ερμουπόλει Σύρου εκ του τυπογραφείου «Πανόπης», Αδελφών Φρέρη, 1885 σ. 89.

Υπνωτισμός ή ζωικός μαγνητισμός… ό. π. σ. 88. Στην άκρως φιλελεύθερη αμερικανική κοινωνία, στο αυξημένο εκεί επίπεδο γενικής μόρφωσης, χωρίς όμως την παρουσία μιας ανώτερης καλλιεργημένης τάξης, σ’ αυτές τις συνθήκες, που επέτρεπαν τον ελεύθερο πολλαπλασιασμό των πιο διαφορετικών θρησκευτικών αιρέσεων, αλλά και τον θαυμασμό των νέων τεχνικών επιτευγμάτων της εποχής, αποδίδει ο Ellenberger το εξ Αμερικής έναυσμα του πνευματισμού [La découverte de l’inconscient. SIMEP, France, 1974 p. 13].

⁵ H. F. Ellenberger, ό.π.

⁶ J. Postel, Cl. Quétel, Nouvelle histoire de la psychiatrie. Toulouse, Privat, 1983.

Επιστημονικά παράδοξα. Υπό Δ. Σ. Στρούμπου, τακτικού καθηγητού της φυσικής εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω. Αθήνησι τύποις Ιωάννου Κασσανδρέως 1864.

⁸ ό. π., σ. γ’-στ’.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.